27 Αυγ

Ανάπτυξη της έννοιας του έθνους και του εθνικισμού

Ο άνθρωπος ως ων κοινωνικό ανήκει ή νοιώθει ότι ανήκει σε πολλές ομάδες. Η μορφή, το μέγεθος και η επιρροή της κάθε ομάδας στην οποία ανήκει το άτομο ποικίλλει. Άλλες ομάδες έχουν περισσότερο βιολογική βάση, όπως είναι αυτή της οικογένειας και άλλες είναι κατασκευασμένες από τον άνθρωπο. Χαρακτηριστική ομάδα της δεύτερης περίπτωσης είναι το έθνος.

Εάν και θα περιμέναμε πως οι κατασκευασμένες ομάδες δεν είχαν ιδιαίτερη επιρροή πάνω στο άτομο, ωστόσο η πραγματικότητα μας διαψεύδει. Η εθνική ομάδα ασκεί πολύ μεγάλη δύναμη πάνω μας και είναι σε θέση να κατευθύνει την συμπεριφορά και τον τρόπο σκέψης μας. Γι’ αυτό το λόγο η εθνική ομάδα αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση ομαδοποίησης και έχουν ασχοληθεί μαζί της διάφορες επιστημονικές ειδικότητες. Η επιστήμη της ψυχολογίας ενδιαφέρεται κυρίως για το πώς η έννοια του έθνους αναπτύσσεται στο άτομο και πως αλλάζει τη συμπεριφορά του.

Στο ερώτημα γιατί οι εθνική ταυτότητα είναι τόσο ζωτικής σημασίας στην σημερινή εποχή, οι ερευνητές απαντούν πως οι κύριοι λόγοι είναι δύο (Barrett, 2000). Αρχικά παρατηρείται μια αντικειμενικοποίηση της αόριστης έννοιας του έθνους Την δεχόμαστε ως απαραίτητο στοιχείο του κόσμου που μας περιβάλλει και του τρόπου λειτουργίας του. Θεωρούμε φυσική και κανονική την εθνική ταυτότητα. Πιστεύουμε ότι όλοι έχουν κάποια εθνική ταυτότητα, όπως έχουν πατέρα και μητέρα. Αυτό βέβαια είναι κάτι αναμενόμενο καθώς έχουμε χωρίσει την Γη σε περιοχές-χώρες. Είναι φυσικό ότι κάπου θα πρέπει να έχει γεννηθεί ένας και επομένως θα έχει κάποια εθνότητα. Θεωρούμε ότι τα έθνη υπάρχουν από πάντα αγνοώντας πως ο εθνικισμός ως αντίληψη πήρε σάρκα και οστά μετά τον Διαφωτισμό.

Ένας δεύτερος λόγος είναι το γεγονός πως οι εθνικές ταυτότητες είναι διάχυτες. Υπάρχουν στην καθημερινότητα. Αυτός είναι ο λεγόμενος καθημερινός εθνικισμός. Ο εθνικισμός υπάρχει στα ρούχα που φοράμε, στην ιδιαίτερη γλώσσα που χρησιμοποιούμε (αυτό ισχύει ακόμη και για εθνικιστικές διαφορές μεταξύ ομόγλωσσων χωρών), στις συνήθειες, στα τοπία και στους ανθρώπους με τους οποίους δενόμαστε και στη συνεχή προβολή εθνικιστικών συμβόλων (π.χ. σημαία, εθνικός ύμνος κτλ). Αυτή η διάχυση δεν φαίνεται – δεν την αντιλαμβανόμαστε καθημερινά – αλλά υπάρχει και αυτό φαίνεται από την επιρροή της.

Θεωρία Ανάπτυξης Εθνικής Ταυτότητας: Αυτο-κατηγοριοποίηση

Έρευνες έχουν δείξει ότι η γνώση της εθνικής περιοχής αναπτύσσεται από μικρή ηλικία με την πάροδο του χρόνου. Επίσης άλλες έρευνες σε παιδιά έχουν δείξει υπάρχουν ιδιαίτερα αρνητικά συναισθήματα για ορισμένες εθνικές ομάδες ενώ για άλλες όχι, ακόμη και αν το παιδί δεν έχει συνείδηση αυτών των προτιμήσεών του. Μία θεωρία όμως που επεξηγεί την ανάπτυξη του εθνικισμού σε ικανοποιητικό βαθμό, τουλάχιστον για τους ενήλικες, είναι η θεωρία της αυτό-κατηγοριοποίησης.

Η θεωρία αυτό-κατηγοριοποίησης (Self-Categorization Theory, SCT) προτάθηκε από τους Oakes, Haslam & Turner το 1994. Σύμφωνα με την θεωρία αυτή ο εθνικισμός δημιουργείται βάσει του περιβάλλοντός του και μέσα από μία διαδικασία συνεχούς κοινωνικής σύγκρισης με τα στοιχεία που είναι παρόντα στο περιβάλλον σε μία χρονική στιγμή. Δηλαδή εάν στο περιβάλλον υπάρχει άλλη μία συγκρίσιμη εθνική ομάδα, τότε το εθνικιστικό αίσθημα αυξάνεται, ενώ εάν η εθνική ομάδα μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον εαυτό της τότε το αίσθημα μειώνεται.

Η θεωρία βλέπει το άτομο ως μία οντότητα με τρεις διαστάσεις: το άτομο, την ομάδα και το είδος. Ανάλογα με το περιβάλλον γίνεται η σύγκριση με βάση τη μία από τις διαστάσεις αυτές. Στην περίπτωση που υπάρχει στο περιβάλλον άλλη εθνική ομάδα σύγκρισης, τότε το άτομο δρα ως μέλος της ομάδας και όχι ατομικά. Έτσι παρουσιάζονται τα φαινόμενα της συσπείρωσης και του αισθήματος ομοιογένειας που αναφέραμε πιο πάνω. Εάν στο περιβάλλον υπάρχει μόνη της η εθνική ομάδα, τότε το άτομο λειτουργεί αυτόνομα, μόνος του, χωρίς να νοιώθει έντονα ότι ανήκει στην ομάδα αυτή.

Σύμφωνα με την ίδια θεωρία όταν μία κοινωνική ταυτότητα αποσπάται από το άτομο υπάρχει μία αποπροσωποποίηση της αυτοεικόνας του και επιζητεί την χαμένη ταυτότητα, αυξάνοντας την ομογενοποίηση στην εθνική ομάδα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα κράτη του Κομμουνιστικού Μπλόκ όπου προωθούνταν η αντίληψη της οικουμενικότητας και έπεφταν τα εθνικά εμπόδια μεταξύ των λαών. Αποτέλεσμα αυτού ήταν τα άτομα να δρουν αυτόνομα και όχι ανταγωνιστικά ως έθνη. Αυτό ήταν δίκοπο μαχαίρι, καθώς ναι μεν δεν επιτρέποταν εθνικιστικές αντιλήψεις, αλλά αυτό είχε ως αποτέλεσμα μετά την πτώση του κομμουνισμού να υπάρξει έξαρση του εθνικισμού ως αποτέλεσμα αντίδρασης. Η θεωρία αυτή υποστηρίζει ότι μέσω της σύγκρισης μπορεί να αλλάξει και η εκτίμηση της εθνικής ομάδας, καθώς το άτομο συγκρίνοντας συνέχεια αναθεωρεί πολλές από τις απόψεις του.

Αποτελέσματα ερευνών (Barrett et al, 1999) δείχνουν ότι η θεωρία αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε παιδιά ηλικίας 5-11 ετών, τουλάχιστον για όσο σχηματίζουν την εθνική τους ταυτότητα. Παρόλα αυτά βρέθηκε ότι τα μικρότερα παιδιά ήταν πιο θετικά απέναντι στην ενδο-ομάδα σε σχέση με τις έξω-ομάδες, σε σχέση με τα μεγαλύτερα παιδιά. Επίσης τα μικρότερα παιδιά έκαναν πιο ομογενοποιημένες εκτιμήσεις για τις άλλες εθνικές ομάδες σε σχέση μετα μεγαλύτερα. Έβλεπαν το σύνολο ως ομάδα ατόμων με ίδια χαρακτηριστικά. Αν και τα παιδιά παρουσίαζαν αυτά τα χαρακτηριστικά αυτό δεν μπορούμε να πούμε ότι συμβαίνει γιατί έχον αναπτυγμένο το εθνικιστικό στοιχείο, αλλά γιατί αναπτύσσεται. Δεν έχουν συνείδηση των προτιμήσεών τους ακόμη. Σε γενικές γραμμές η εθνική ταυτότητα αυξάνεται με το πέρασμα του χρόνου ακόμη και σε σχέση με πιο γενικευμένες ταυτότητες όπως αυτή του «Ευρωπαίου». Συνειδητά τα μικρότερα παιδιά τείνουν να διαφοροποιούν τον εαυτό τους βάσει γενετικών χαρακτηριστικών παρά βάσει της εθνικής τους ταυτότητας, τάση η οποία μειώνεται με το πέρασμα του χρόνου στις μεγαλύτερες ηλίκίες.

Έχει προταθεί ότι η θεωρία αυτο-κατηγοριοποίησης δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε παιδιά μικρότερων ηλικιών γιατί πολύ απλά οι γνωστικοί μηχανισμοί και οι διαδικασίες που απαιτεί η θεωρία αυτή δεν έχουν διαμορφωθεί ακόμη. Τα παιδιά όμως ήδη από την ηλικία των 6 ετών νοιώθουν ότι ανήκουν σε κάποιο έθνος αν και δεν έχουν αναπτύξει ακόμη τις αξίες τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές που σχετίζονται με την νέα αυτή ταυτότητα. Μία άλλη πρόβλεψη της θεωρίας που δεν επιβεβαιώνεται με τις υπάρχουσες έρευνες σε παιδιά είναι πως αυξάνεται η ομοιογένεια με την εθνική ομάδα βάσει της ανταγωνιστηκότητας του περιβάλλοντός του ατόμου.

Η εθνική ταυτότητα δεν παραμένει σταθερή. Μπορεί να αλλάξει, πράγμα που αποδυκνύει το αφύσικο του να θεωρούμε την εθνικότητα ως κάτι δεδομένο. Οι μετανάστες, ιδιαίτερα αυτοί που μετανάστευσαν σε μικρή ηλικία και οι πιο μορφωμένοι από αυτούς εμφανίζουν μια αδύναμη εθνική ταυτότητα. Αντίθετα οι γενιές που ακολουθούν αυτά τα άτομα εμφανίζουν μία πιο δυνατή εθνική ταυτότητα, αναζητώντας τις χαμένες ρίζες τους και θέλοντας να έρθουν πιο κοντά σε αυτές. Επίσης η διαφοροποίηση της εθνικής ταυτότητας έχει σχέση και με το φύλο. Τα αποτελέσματα της έρευνας των Ting & Toomey έτσι όπως παρουσιάζονται στον Phiney (1990) αναφέρουν ότι οι γυναίκες είναι πιο επιρρεπείς στην εθνική ταυτότητα από ότι οι άνδρες. Αναφερόμενοι στην εθνική ταυτότητα δεν μιλάμε μόνο για ταυτότητα της χώρας στην οποία ανήκει το άτομο, αλλά και της φυλής (άσπροι, μαύροι, ασιάτες). Οι γυναίκες δείχνουν μία μεγαλύτερη στροφή στις ρίζες και τα έθιμα της εθνικής ομάδας τους.

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ολοκληρώσει την θεωρητική του εκπαίδευση στην Γνωστική – Αναλυτική Ψυχοθεραπεία και έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με θέματα όπως την σωματική και τη ψυχοσυναισθηματική κακοποίηση γυναικών-θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, τη συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων αλλά και με τη συμβουλευτική στήριξη και ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό το διάστημα ασχολείται με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφυγικών ομάδων, ενώ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Σχολικής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.