10 Ιούλ 2008

Φυλετική προκατάληψη στην Κοινωνία και την Αστυνομία

Νομίζω πως οι περισσότεροι από εμάς θυμόμαστε κάποια από εκείνα τα περιστατικά όπου κάποιος αστυνομικός πυροβόλησε και τραυμάτισε ή σκότωσε κάποιον νεαρό, επειδή θεώρησε πως ήταν επικίνδυνος. Μπορεί στην Ελλάδα τα περιστατικά να μην είναι καθημερινά, αλλά σίγουρα είναι σχετικά συχνά αν σκεφτούμε το μέγεθος της χώρας μας.

Πόσο τυχαίες άραγε είναι αυτού του είδους οι αντιδράσεις από τους αστυνομικούς; Όλοι μας έχουμε τις ίδιες πιθανότητες να θεωρηθούμε ύποπτοι και να τραυματιστούμε κατά λάθος σε ένα τέτοιο περιστατικό; Κάποιες έρευνες στις ΗΠΑ μας ενημερώνουν πως μάλλον υπάρχει μια προκατάληψη εναντίον των μειονοτήτων, κυρίως από τους απλούς πολίτες, αλλά και από τους αστυνομικούς σε κάποιο σημαντικό βαθμό.

Τα ερωτήματα που έθεσαν οι επιστήμονες στις έρευνες αυτές είναι ελαφρώς διαφορετικά από τον προβληματισμό της εισαγωγής μου. Συγκεκριμένα θέλησαν να δουν πως θα αντιδρούσαν οι αστυνομικοί σε μια περίπτωση όπου έπρεπε άμεσα να αποφασίσουν αν θα πρέπει να πυροβολήσουν κάποιον ύποπτο ή όχι.

Σε μια έρευνα των Plant et al. (2005), 48 λευκοί αστυνομικοί εξετάστηκαν σε ένα πολύ απλό πείραμα. Συγκεκριμένα τους παρουσίασαν μια σειρά από βίντεο τα οποία έδειχναν ένα σκούρο φόντο και σε κάποια στιγμή μία φωτογραφία εμφανιζόταν στην οθόνη. Η φωτογραφία είτε έδειχνε κάποιον να κρατάει ένα όπλο στραμμένο στον παρατηρητή, είτε κάποιον να κρατάει ένα άσχετο αντικείμενο (κινητό, αναψυκτικό κτλ) σε μια παρόμοια στάση. Στις μισές φωτογραφίες εμφανιζόντουσαν λευκοί ύποπτοι (50% με όπλο και 50% με άσχετο αντικείμενο) και στις άλλες μισές φωτογραφίες μαύροι ύποπτοι (και πάλι 50% με όπλο και 50% με άσχετο αντικείμενο). Μπορείτε να δείτε ένα παράδειγμα του βίντεο στο Cognitive Daily.

Οι φωτογραφίες εμφανίζονταν για πολύ λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου, ώστε να μην προλάβουν οι αστυνομικοί να επεξεργαστούν όλη την εικόνα, παρά μόνο τα βασικά της χαρακτηριστικά (π.χ. χρώματα, φιγούρες, περιβάλλον). Οι αστυνομικοί έπρεπε να αποφασίσουν είτε να «πυροβολήσουν» τον ύποπτο είτε όχι (καταδεικνύοντας την απόφασή τους πατώντας δυο κουμπιά) και έπρεπε να πάρουν την απόφαση μέσα σε μισό δευτερόλεπτο. Τους είχε δωθεί η οδηγία πως σκοπός του πειράματος είναι να μετρήσουν την ταχύτητα της οπτικής μας αντίληψης.

Αυτό που βρήκαν είναι πως αρχικά οι αστυνομικοί έτειναν να πυροβολούν πιο συχνά «κατά λάθος» έναν μαύρο ύποπτο παρά έναν λευκό, δείχνοντας πως υπάρχει μια προκατάληψη εναντίον των μαύρων υπόπτων. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι πως όταν οι αστυνομικοί έκαναν περισσότερες επαναλήψεις του πειράματος κατάφεραν και μείωσαν τα λάθη τους και στο τέλος δεν υπήρχαν στατιστικά σημαντικές διαφορές μεταξύ λευκών και μαύρων υπόπτων. Αυτό που έχει σημασία όμως είναι περισσότερο η αρχική αντίδραση των αστυνομικών αυτών, μιας και σε μια περίπτωση που θα πρέπει να αποφασίσουν ταχύτατα για να πυροβολήσουν ή όχι έναν ύποπτο δεν θα έχουν το χρόνο να επεξεργαστούν τη σκηνή, αλλά φυσικά ούτε και να «εκπαιδευτούν» ώστε να ξεχωρίζουν καλύτερα τους οπλοφορούντες από τους αθώους.

Το παρήγορο στην πιο πάνω έρευνα είναι πως όταν το ίδιο πείραμα επαναλήφθηκε με συμμετέχοντες απλούς φοιτητές, τα αποτελέσματα ήταν πως οι φοιτητές δεν τείνουν να διορθώνονται με την επανάληψη, μιας και συνεχίζουν να έχουν προκατάληψη εναντίον των μαύρων υπόπτων ακόμη και μετά από πολλαπλές επαναλήψεις του πειράματος.

Ποιο χρώμα είναι το πιο ύποπτο;

Ποιο χρώμα είναι το πιο ύποπτο;

Ένα δεύτερο και εξίσου ενδιαφέρον ερώτημα που τέθηκε γύρω από αυτό το ζήτημα ήταν αν το περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της προκατάληψης. Για να απαντήσουν στο ερώτημα αυτό οι Correll et al. (2007) έτρεξαν ένα παρόμοιο πείραμα όπου και πάλι εμφανιζόντουσαν κάποιες φωτογραφίες λευκών και μαύρων υπόπτων, με τους μισούς να κρατάνε όπλο και τους άλλους μισούς άσχετα αντικείμενα.

Σε αυτό το πείραμα υπήρχαν 3 διαφορετικές ομάδες: ομοσπονδιακοί αστυνομικοί (national policemen για την ακρίβεια), τοπικοί αστυνομικοί της πόλης του Denver και απλοί πολίτες του Denver. Αυτό που βρέθηκε και πάλι είναι πως οι πολίτες είναι σημαντικά πιο προκατειλημμένοι από τους αστυνομικούς και τείνουν να θεωρούν κάποιο πιο ύποπτο απλά βάσει του χρώματος του δέρματός του. Σε αυτή την έρευνα όμως βρέθηκαν διαφορές ανάμεσα στους ομοσπονδιακούς και τους τοπικούς αστυνομικούς, με τους τοπικούς αστυνομικούς να είναι και πάλι ελαφρώς προκατειλημμένοι εναντίον των μαύρων, ενώ τους ομοσπονδιακούς να διστάζουν να «πυροβολήσουν» έναν ύποπτο (ανεξάρτητα από το χρώμα του).

Το ενδιαφέρον του πιο πάνω πειράματος είναι πως δόθηκαν ερωτηματολόγια μέτρησης ρατσιστικών τάσεων και προκαταλήψεων και οι συμμετέχοντας σε γενικές γραμμές θεωρούσαν πως δεν έχουν προκαταλήψεις εναντίων των Αφροαμερικανών, κάτι που φυσικά διαψεύστηκε από τα τελικά αποτελέσματα της έρευνας, ιδιαίτερα δε για τους πολίτες.

Τι μας λένε όμως με απλά λόγια οι πιο πάνω έρευνες; Πολύ απλά, όσο πιο συχνά ερχόμαστε σε επαφή με τις μειονότητες μιας περιοχής/χώρας τόσο λιγότερο προκατειλημμένοι είμαστε εναντίον τους, μιας και επεκτείνουμε τις εμπειρίες μας και ο «ξένος» γίνεται περισσότερο «οικείος» και θεωρείται λιγότερο επικίνδυνος εκ των προτέρων. Οι αστυνομικοί μπορεί να αποβάλλουν σιγά- σιγά την προκατάληψη, αλλά οι αστυνομικοί που έρχονται πιο συχνά σε επαφή με μειονοτικό πληθυσμό και ζουν ανάμεσά του είναι σε θέση να κρίνουν περισσότερο αντικειμενικά σε σχέση με τους συναδέλφους τους που δεν ζυμώνουν τις κοινωνικές τους αντιλήψεις.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω αν υπάρχει παρόμοια έρευνα στην Ελλάδα. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να δούμε αρχικά τις ρατσιστικές τάσεις των πολιτών της Ελλάδας και τις προκαταλήψεις τους, αλλά και το αν έχουν συνείδηση των προκαταλήψεων ή όχι. Για το Αστυνομικό Σώμα μια τέτοια έρευνα θα μπορούσε να βοηθήσει στην ποιοτική αναβάθμιση της εκπαίδευσης των αστυνομικών ώστε να γίνουν περισσότερο αποτελεσματικοί και να κάνουν λιγότερα λάθη λόγω των προκαταλήψεων τους.

Και για να πάμε και ένα βήμα παραπέρα θα έπρεπε γενικότερα οι αστυνομικοί να περνάνε σε τακτά χρονικά διαστήματα από διάφορα ψυχοκοινωνικά τεστ ώστε να εντοπίζονται σχετικά νωρίς τα αστυνομικά όργανα που είναι ανίκανα να φέρουν εις πέρας το δύσκολο έργο τους και να στηρίζονται/εκπαιδεύονται ώστε να διορθώσουν τις λάθος αντιλήψεις τους.

Πηγές / Περισσότερες πληροφορίες

Φωτογραφίες:

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.