07 Μαρ 2009

Η θρησκευτική πίστη ως αγχολυτικό

Η Ψυχολογία ως η επιστήμη που παρατηρεί, ερμηνεύει και προβλέπει την ανθρώπινη συμπεριφορά δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη μπροστά σε μια από τις πιο διαδεδομένες και μάλλον πανανθρώπινες συμπεριφορές: την θρησκευτική πίστη. Ήδη από τα πρώτα της βήματα η ψυχανάλυση, ως ο κύριος εκφραστής της ψυχολογίας του βάθους, κράτησε μια έντονα κριτική και μάλλον απορριπτική στάση απέναντι στην θρησκεία. Για την ακρίβεια, ο ίδιος ο Φρόυντ ερμήνευε την θρησκευτική πίστη με νευρωσιολογικούς όρους, και ως εκ τούτου θεωρούσε την έντονη ανάγκη για πίστη σε μια ανώτερη, αόρατη και πατρικού τύπου δύναμη ως μια ακόμη έκφανση των εσωτερικών συγκρούσεων του Id με το Super-Ego η οποία εμφανίζεται με τη μορφή νευρωτικής συμπεριφοράς.

Με την πάροδο του χρόνου και καθώς η επιστήμη εξελισσόταν κάτι περισσότερο από γοργά και νέα τεχνολογικά μέσα κάνανε την έρευνα όλο και πιο εύκολη, νέα ερευνητικά πεδία προσπαθούσαν να εστιάσουν στο θέμα «Θρησκεία» από διαφορετικές οπτικές γωνίες. Ορισμένοι βιολόγοι, επί παραδείγματι, προσπάθησαν και συνεχίζουν να προσπαθούν να εντοπίσουν το «γονίδιο του Θεού», το οποίο μπορεί να εξηγήσει μέσα από μια καθαρά μηχανιστική/βιολογική ματιά γιατί κάποιοι άνθρωποι είναι περισσότερο θρήσκοι από κάποιους άλλους, αλλά και οι εθνογράφοι καταγράφουν τις διάφορες θρησκευτικές πεποιθήσεις -πλέον- σε όλα τα μήκη και πλάτη της Γης και ρίχνουν περισσότερο φως στις κοινωνικές καταβολές των θρησκευτικών αντιλήψεων.

Κάπου ανάμεσα στις δύο αυτές όψεις της θρησκευτικής πίστης, την κοινωνική διάδοσή της και την βιολογική καταβολή της, βρίσκονται κάποιοι κλάδοι της Ψυχολογίας όπως η Εξελικτική Ψυχολογία και η Κοινωνική Ψυχολογία οι οποίοι προσπαθούν να απαντήσουν στο ακόλουθο ερώτημα: ποια ήταν και είναι η εμπλοκή του ανθρώπου στη διάδοση της πίστης και ποια η εππιροή της θρησκείας πάνω στο άτομο (και κατ’ επέκταση και στην ομάδα);

Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα είναι ενδιαφέρουσες όχι μόνο επειδή θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε καλύτερα τις κοινωνίες μας και τον ίδιο μας τον εαυτό, αλλά και γιατί μπορεί να φανούν χρήσιμες και σε πιο πρακτικά ζητήματα, όπως π.χ. στη θεραπεία αλλά και στην πρόβλεψη της πορείας μιας ψυχικής διαταραχής ή ακόμη και ορισμένων σωματικών νόσων στις οποίες οι ψυχοσωματικοί παράγοντες φαίνεται να παίζουν κάποιο ιδιαίτερο ρόλο. Πράγματι, τις τελευταίες δεκαετίες οι θεραπευτές ανά το παγκόσμιο ποντάρουν αρκετά στον παράγοντα της θρησκείας ώστε να μπορέσουν να βοηθήσουν τους ασθενείς τους να ξεπεράσουν τα προβλήματά τους. Ειδικά σε πολύ λεπτά θέματα που εγύρουν έντονα υπαρξιακά ερωτήματα, όπως είναι η διάγνωση θανατηφόρας ασθένειας στο ίδιο το άτομο ή σε κάποιο μέλος της οικογένειάς του, η πίστη σε μια θεότητα μπορεί να έχει ιδιαίτερα ευεργετικά αποτελέσματα, καθώς ενίοτε -ιδιαίτερα όταν έχουμε να κάνουμε με έναν συνειδητά πιστό- λειτουργεί ως παρηγοριά στον πόνο και ως φάρος ελπίδας απέναντι στον θάνατο που πλησιάζει. Φυσικά η πίστη πως οτιδήποτε συμβαίνει στην ζωή μας «είναι θέλημα Θεού» δεν έχει πάντοτε θετικά αποτελέσματα στην θεραπευτική διαδικασία καθώς το άτομο μπορεί να γίνει εντελώς παθητικό απέναντι στην μοίρα του η οποία θεωρεί ότι είναι προδιαγεγραμμένη και μόνο «Θεού θέλλοντος» μπορεί να αλλάξει.

Παρότι οι διαφορές ανάμεσα σε πιστούς και μη-πιστούς μπορεί να είναι εμφανείς σε περιπτώσεις που τα άτομα έρχονται αντιμέτωπα με υπαρξιακά θέματα ένα θεμελιώδες ερώτημα είναι το κατά πόσον η πίστη μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά και εκτός αυτών των πλαισίων, βοηθώντας έτσι τα άτομα σε πιο καθημερινά προβλήματα. Ένα καλό παράδειγμα τέτοιων προβλημάτων είναι το άγχος. Όλοι αντιμετωπίζουμε αγχώδεις καταστάσεις στην καθημερινότητά μας και όλοι πέφτουμε θύματα των λανθασμένων εκτιμήσεών μας. Μπορεί η θρησκεία να κάνει τη διαφορά στα επίπεδα άγχους που βιώνει κάποιος;

Προσπαθώντας να επαναδιατυπώσουν το ερώτημα αυτό πάνω σε μια πειραματικά ελεγχόμενη βάση, η ομάδα του Δρ. Inzlicht από το Πανεπιστήμιο του Τορόντο προσπάθησαν να ελέγξουν αν και κατά πόσο η εγκεφαλική δραστηριότητα των θρησκευόμενων ατόμων διαφέρει από αυτή των μη θρησκευόμενων σε καταστάσεις που το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με τα λάθη του. Για να το ελέγξουν αυτό έβαλαν τους συμμετέχοντες της έρευνας να ολοκληρώσουν ένα πείραμα τύπου Stroop. Το μόνο δηλαδή που είχαν να κάνουν οι συμμετέχοντες ήταν να διαβάσουν το χρώμα με το οποίο ήταν γραμμένες οι λέξεις που παρουσιάζονταν στην οθόνη τους. Κάποιες φορές όμως η λέξη που αναγραφόταν στην οθόνη αντιστοιχούσε σε χρώμα (π.χ. «Πράσινο», «Μπλε» κτλ) το οποίο ερχόταν σε αντίθεση με το χρώμα της ίδιας της λέξης (π.χ. Η λέξη «κόκκινο» γραμμένη με μπλε χαρακτήρες). Όλα αυτά έπρεπε να τα κάνουν ενώ κάποια ηλεκτρόδια μετρούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του εγκεφάλου.

Είναι γνωστό από παλαιότερες έρευνες πως σε τέτοιου είδους πειράματα ενεργοποιείται ο πρόσθιος κογχομετωπιαίος φλοιός (Anterior Cingulate Cortex, ACC) η περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την εμφάνιση άγχους κατά την αναγνώριση των λαθών και τη διόρθωση της συμπεριφοράς. Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές είναι πως ο παράγοντας της θρησκευτικής πίστης σχετίζεται αρνητικά με την ενεργοποίηση αυτής της περιοχής. Με άλλα λόγα, όσο πιο θρησκευόμενος είναι κάποιος, τόσο λιγότερο ενεργοποιούνται οι «περιοχές άγχους» του εγκεφάλου σε καταστάσεις που το άτομο έρχεται αντιμέτωπο με κάποια πηγή άγχους, ακόμη και αν αυτή είναι δευτερεύουσας σημασίας όπως στο πείραμα Stroop.

Μάλιστα πέραν αυτής, μια ακόμη παρατήρηση που κάνανε οι ερευνητές ήταν πως οι θρησκευόμενοι κάνανε λιγότερα λάθη στο πείραμα σε σχέση με τους λιγότερο (ή καθόλου) θρησκευόμενους αλλά και πως οι διαφορές αυτές δεν ήταν δυνατό να ερμηνευθούν βάσει άλλων παραγόντων των υποκειμένων όπως η προσωπικότητα ή το IQ τους. Τα αποτελέσματα της έρευνας Δρ. Inzlicht φαίνεται πως υποστηρίζουν την θετική επίδραση που έχει η θρησκευτική πίστη στα γενικότερα επίπεδα του άγχους. Το γεγονός μάλιστα πως έγινε έλεγχος και άλλων πιθανών παραμέτρων ενισχύει το τελικό συμπέρασμα.

Όσα περισσότερα γίνονται γνωστά για την σχέση θρησκείας και συμπεριφοράς, από το επίπεδο των νευρώνων έως την ανάπτυξη κοινωνικών δεσμών τόσο πιο εύκολη αλλά και εύστοχη γίνεται η χρήση αυτής της παραμέτρου στα πλαίσια μιας ψυχοθεραπείας. Βεβαίως αυτή τη στιγμή δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τα πάντα γύρω από την θρησκεία και την ανάπτυξη του θρησκευτικού αισθήματος, αλλά τουλάχιστον έχουμε τα μέσα για πιο αντικειμενικές παρατηρήσεις αυτής της πανανθρώπινης συμπεριφοράς.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.