06 Απρ 2009

Οι βιολογικές καταβολές της τρανσεξουαλικότητας

Τα άτομα που πάσχουν από διαταραχή της σεξουαλικής ταυτότητας αποτελούν ένα θέμα που έχει απασχολήσει αρκετές φορές την επιστήμη στο παρελθόν. Πλέον, χάρη στην ταχεία τεχνολογική ανάπτυξη των ερευνητικών μεθόδων, είμαστε σε θέση να κάνουμε όλο και πιο ακριβείς και πολυεπίπεδες συγκρίσεις μεταξύ τρανσεξουαλικών και ετεροφυλόφιλων ή ομοφυλόφιλων ατόμων, σε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τους παράγοντες που προκαλούν ή που βοηθούν την ανάπτυξη της τρανσεξουαλικότητας. Σε αυτό το σύντομο άρθρο θα περιγράψουμε τον τρανσεξουαλισμό και θα αναφερθούμε σε κάποιες πρόσφατες μελέτες γύρω από αυτή την ομολογουμένως περίεργη συμπεριφορά που σε άλλους κινεί το ενδιαφέρον ενώ σε άλλους, δυστυχώς, το μίσος απέναντι στο διαφορετικό.

Τα χαρακτηριστικά της τρανσεξουαλικότητας

Ο όρος «τρανσεξουαλισμός» χρησιμοποιείται ως συνώνυμο της διαταραχής σεξουαλικής ταυτότητας (Gender Identity Disorder) και αναφέρεται στο αίσθημα κάποιου πως έχει γεννηθεί με λανθασμένο φύλο και επομένως θέλει να ζήσει όπως ένα άτομο του αντίθετου φύλου. Ο τρανσεξουαλισμός μπορεί να κάνει τα πρώτα του σημάδια ήδη από την ηλικία των μόλις 2 ετών, κάτι που κινεί έντονες υποψίες για ισχυρές βιολογικές καταβολές του.

Η διαταραχή σεξουαλικής ταυτότητας συναντάται πιο συχνά στους άνδρες παρά στις γυναίκες, με τους άνδρες τρανσεξουαλικούς να υπολογίζονται 1:4500 και τις γυναίκες στις 1:8000. Για να γίνουν κατανοητά τα ποσοστά αυτά αρκεί να τα δούμε αναλογικά με τον πληθυσμό της Ελλάδας, κάτι το οποίο σημαίνει πως οι άνδρες τρανσεξουαλικοί στην χώρα μας υπολογίζονται πως είναι άνω των 2200, ενώ οι γυναίκες ξεπερνούν τις 1200. Ο μεγαλύτερος αριθμός των ατόμων αυτών μη έχοντας την οικονομική δυνατότητα να κάνουν εγχείρηση αλλαγής φύλου, συνήθως τείνουν να αλλάξουν τον τρόπο ζωής τους ώστε να προσομοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο στο αντίθετο φύλο. Για παράδειγμα, οι άνδρες τρανσεξουαλικοί φορούν γυναικεία ρούχα, αποφεύγουν να εργάζονται σε δουλειές που η κοινωνία τους θεωρεί «ανδρικές», βάφονται, και γενικότερα κυκλοφορούν και συστήνονται ως γυναίκες.

Τα ακριβή αίτια της τρανσεξουαλικότητας δεν είναι γνωστά ακόμη, αλλά έχουν προταθεί πολλοί διαφορετικοί παράγοντες, όπως είναι οι γενετικές ανωμαλίες του DNA (και συγκεκριμένα των χρωμοσωμάτων), οι ορμονικές δυσλειτουργίες αλλά και τα οικογενειακά προβλήματα κατά την πρώιμη παιδική ηλικία.

Πρέπει να τονιστεί πως ενώ η τρανσεξουαλικότητα μπορεί να οδηγήσει το άτομο σε πολλά προσωπικά προβλήματα, σε καμμία περίπτωση δεν αποτελεί απειλή για το περιβάλλον του ατόμου, όπως πιστεύεται από πολλούς. Τα άτομα με διαταραχή της σεξουαλικής ταυτότητας είναι συνήθως απομονωμένα με αποτέλεσμα μερικά να αναπτύσουν χαμηλή αυτοπεποίθηση και να φτάσουν μέχρι το σημείο να κάνουν απόπειρες αυτοκτονίας. Επίσης η διαταραχή αυτή συνδέεται με κατάχρηση αλκοόλ ή ναρκωτικών, κατάθλιψη και ανάπτυξη αγχωδών διαταραχών.

Ανατομικές διαφορές μεταξύ τρανσεξουαλικών και μη τρανσεξουαλικών

Επειδή, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, οι άνδρες τρανσεξουαλικοί είναι περισσότεροι από τις γυναίκες, είναι πιο εύκολο να βρεθούν και να συμμετέχουν σε έρευνες σχετικά με την κατάστασή τους. Αυτός είναι και ο λόγος που οι περισσότερες έρευνες γίνονται με άνδρες τρανσεξουαλικούς. Όλες οι αναφορές σε έρευνες που γίνονται πιο κάτω αφορούν άνδρες.

Η προσπάθεια να βρεθεί εάν οι τρανσεξουαλικοί έχουν ανατομικές διαφορές εν συγκρίσει με τον υπόλοιπο πληθυσμό αρχικά επικεντρώθηκε σε μεταθανάτιες έρευνες εγκεφάλων τρανσεξουαλικών οι οποίοι συγκρίθηκαν με εγκεφάλους τυχαίων ανδρών και γυναικών (ετεροφυλόφιλων και ομοφυλόφιλων). Αυτές οι έρευνες βρήκαν πως πολλές εκγεφαλικές περιοχές των τρανσεξουαλικών έμοιαζαν περισσότερο με τις αντίστοιχες γυναικείες παρά με τις ανδρικές περιοχές. Για παράδειγμα βρέθηκε πως ο αριθμός των νευρώνων του λιμβικού συστήματος (Kruijver, 2000) αλλά το μέγεθος των υποθαλάμιων περιοχών των τρανσεξουαλικών (Falgueras, 2008) είναι παρόμοιο με αυτό που θα αναμενόταν να βρεθεί σε γυναικείους, αλλά όχι σε ανδρικούς εγκέφαλους. Όπως είναι φυσικό, τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών οδήγησαν πολλούς ερευνητές να υιοθετήσουν την άποψη περί βιολογικής καταβολής της τρανσεξουαλικότητας.

Το πρόβλημα όμως με τις έρευνες αυτές ήταν πως οι τρανσεξουαλικοί των οποίων οι εγκέφαλοι μελετήθηκαν κατά τη διάρκεια της ζωής τους ήταν υπό ορμονική θεραπεία για να κάνουν το σώμα τους να φαίνεται όσο τον δυνατόν πιο γυναικείο και επομένως ήταν δύσκολο να αποδειχθεί πως οι διαφορές που βρέθηκαν οφείλονται εξ’ ολοκλήρου σε γενετικούς παράγοντες και όχι σε πιθανές παρενέργειες των τεχνητών ορμονών.

Μια πρόσφατη έρευνα όμως ήρθε να δώσει απάντηση στο ερώτημα αυτό (Luders, 2009). Αυτό που διαφοροποιεί την συγκεκριμένη έρευνα από τις υπόλοιπες είναι πως έγινε με συμμετέχοντες που ήταν εν ζωή και δεν είχαν ποτέ τους υποβληθεί σε ορμονική θεραπεία. Χρησιμοποιώντας μια μέθοδο γνωστή ως «voxel-based morphometry«, οι ερευνητές ήταν σε θέση να μετρήσουν το μέγεθος της φαιάς ουσίας σε όλο τον εγκέφαλο. Η φαιά ουσία είναι το μέρος εκείνο στο οποίο υπάρχουν συγκετρωμένα τα σώματα των νευρώνων, οπότε οι πιθανές διαφορές στο μέγεθός της αυτόματα σημαίνει και διαφορές στον αριθμό των νευρώνων στην εκάστοτε εγκεφαλική περιοχή. Αυτό που βρήκε η συγκεριμένη έρευνα είναι πως σε γενικές γραμμές η φαιά ουσία των εγκεφάλων των τρανσεξουαλικών έχει μέγεθος ίσο με αυτό των μη-τρανσεξουαλικών ανδρών σε όλο τον εγκέφαλο. Μόνη εξαίρεση όμως ήταν μια υποφλοιώδης περιοχή ονόματι φακοειδής πυρήνας (putamen) η οποία συνδέεται με τις υπόλοιπες υποθαλάμιες περιοχές και το λιμβικό σύστημα, η οποία βρέθηκε πως ήταν και πάλι παρόμοια με αυτό που αναμένεται σε έναν γυναικείο εγκέφαλο.

Με άλλα λόγια, επιβεβαιώθηκε πως οι τρανσεξουαλικοί παρουσιάζουν κάποιες διαφοροποιήσεις σε σχέση με τους μη-τρανσεξουαλικούς τουλάχιστον στο επίπεδο κάποιων υποφλοιωδών περιοχών του εγκεφάλου, οι οποίες όμως δεν οφείλονται εξ’ολοκλήρου στις παρενέργειες των ορμονικών θεραπειών, αλλά σε άλλους παράγοντες, πιθανότατα γενετικούς, χωρίς ωστόσο να αποκλείονται και οι περιβάλλοντικοί. Παρόλο που η εικόνα που έχουμε έως τώρα για τον τρανσεξουαλισμό δεν είναι ακόμη 100% ξεκάθαρη, αρχίζουμε να ξετυλίγουμε σιγά-σιγά το κουβάρι του, κάτι που αργότερα είναι πολύ πιθανόν να βοηθήσει στην όσο το δυνατόν καλύτερη φροντίδα των αρνητικών συμπτωμάτων της τρανσεξουαλικότητας και την καλύτερη στήριξη των ατόμων που καλούνται να την αντιμετωπίσουν.

Βεβαίως, το θέμα του τι αποτελεί φυσιολογικό και τι όχι, του που ακριβώς βρίσκονται τα όρια της θεραπείας των τρανσεξουαλικών και -πολύ περισσότερο- το αν έχουμε το δικαίωμα προληπτικής παρέμβασης (π.χ. όταν το παιδί βρίσκεται σε εμβρυονική κατάσταση) ώστε να αποτραπεί ο τρανσεξουαλισμός αποτελούν ένα άλλο μεγάλο θέμα που σε πολλά σημεία ξεφεύγει από τα όρια της επιστήμης και αγγίζει την φιλοσοφία και την ηθική. Η γνώση συνεχίζει να παραμένει δύναμη, αλλά ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται αυτή η δύναμη μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

Εισαγωγική Εικόνα:

A penis AND breasts, by visibleducts

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.