14 Μαΐ 2009

Η ιστορία, το παρόν και το μέλλον του υπνωτισμού

Ένα από τα σήματα κατατεθέντα του κλάδου της ψυχολογίας είναι η πρακτική του υπνωτισμού τον οποίο μάλιστα λέγεται πως πρωτοχρησιμοποίησε ο πατέρας της ψυχανάλυσης, S. Freud. Οι περισσότεροι έχουμε δει κάποια ταινία που να δείχνει κάποιον υπνωτισμό ή ακόμη έχουμε παρακολουθήσει ζωντανά (ή μέσω της τηλεόρασης) κάποιον «μάγο» να υπνωτίζει άτομα από το κοινό του, συχνά με την χρήση ενός ρολογιού τσέπης ή απλά κοιτώντας τα στα μάτια, κάνοντάς τα πειθήνια όργανά του. Σίγουρα η ικανότητα κάποιου να ελέγχει τη σκέψη σχεδόν οποιουδήποτε θελήσει ακούγεται δελεαστική και εξάπτει τη φαντασία μας. Αλλά πόσο κοντά είναι αυτές οι εικόνες στην πραγματική πρακτική της ύπνωσης; Τι είναι η ύπνωση; Μπορούν όλοι να υπνωτιστούν;

Ο ορισμός του υπνωτισμού

Καταρχήν είναι χρήσιμο να δώσουμε έναν ορισμό της ύπνωσης, αλλά και να κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή από την γέννησή της έως σήμερα. Σύμφωνα με το Wiktionary η ύπνωση ορίζεται ως «μια τεχνητή κατάσταση όπου το υποσυνείδητο έρχεται στην επιφάνεια, κατά τη διάρκεια της οποίας ένα άτομο παρουσιάζει αυξημένη πιθανότητα υποβολής και είναι πιθανή η ανάκληση απωθημένων μνημών«. Εάν σε αυτόν τον ορισμό προσθέσουμε και το αίσθημα της χαλάρωσης και την κατακόρυφη αύξηση της προσοχής του ατόμου στον εαυτό του και τις σκέψεις του, τότε νομίζω πως συμπληρώνουμε αρκετά καλά την εικόνα της ύπνωσης.

Με άλλα λόγια δηλαδή είναι μια κατάσταση κατά την οποία το άτομο μεταφέρει την προσοχή του από τα εξωτερικά ερεθίσματα στον εσωτερικό του κόσμο και επομένως, κατά μία έννοια, αποκόπτεται από το περιβάλλον του. Παρόλο που η ύπνωση είναι μια τεχνητή κατάσταση, μπορεί να επέλθει και σχεδόν αυτόματα συνήθως σε περιπτώσεις όπου κάνουμε πράγματα που χρειάζονται πολύ λίγη προσοχή,  κάτι που μας δίνει τον χρόνο να στραφούμε στις σκέψεις μας και να αποκοπούμε από τα εξωτερικά ερεθίσματα. Ως έννοια είναι πολύ κοντά στο λεγόμενο «day-dreaming» όπου κάποιος «ονειρεύεται» με τα μάτια ανοιχτά, π.χ. όταν βλέπει μια ταινία, διαβάζει ένα βιβλίο, είναι κολλημένος στην κίνηση κτλ.

Ιστορική αναδρομή

Η έννοια της ύπνωσης -αντίθετα με αυτό που ίσως πιστεύουν πολλοί- δεν γεννήθηκε από τον Sigmund Freud. Ο πατέρας του υπνωτισμού είναι ο Άγγλος γιατρός James Braid, ο οποίος στα μέσα του 19ου αιώνα παρατήρησε μια μυοχαλαρωτική κατάσταση κατά την οποία «τα νεύρα κοιμούνται»[1]. Αυτό το φαινόμενο το ονόμασε «νευρο-υπνωτισμό»[2][3] , θέλοντας να δώσει έμφαση στην φυσιολογική φύση του υπνωτισμού η οποία άλλωστε τον ενδιέφερε περισσότερο. Πίστευε πως όταν τα άτομα εστιάζουν την προσοχή τους για αρκετά λεπτά σε κάποιο φωτεινό, κινούμενο αντικείμενο αυτό -μέσω κάποιου μηχανισμού- προκαλεί κόπωση στον εγκέφαλο ο οποίος «κοιμάται» για να αποκαταστήσει την λειτουργία του. Συνεχίζοντας τα πειράματά του πάνω σε αυτό το φαινόμενο, κατάφερε να υπνωτίσει πολλά άτομα και να καταγράψει όλα τα στάδια του υπνωτισμού και έφτασε στο συμπέρασμα πως αυτό το φαινόμενο δεν σχετίζεται με τον ύπνο, οπότε και προσπάθησε να αλλάξει τον όρο «υπνωτισμός» με τον πιο δόκιμο, κατά την άποψή του, όρο «μονοϊδεασμός». Αν και ο όρος αυτός χρησιμοποιήθηκε για κάποια χρόνια, τελικά ο «υπνωτισμός» επικράτησε του «μονοϊδεασμού».

Μετά τον θάνατο του Braid η τεχνική του υπνωτισμού άρχισε να μελετάται από πολλούς γιατρούς στην Ευρώπη[4]. Ίσως ο πιο παθιασμένος μελετητής του ήταν το δάσκαλος του Freud, Jean-Martin Charcot. Ο Charcot προσπάθησε να χρησιμοποιήσει τον υπνωτισμό για να θεραπεύσει περιπτώσεις υστερίας στις γυναίκες της βικτοριανής εποχής κάτι το οποίο φάνηκε πως είχε αποτελέσματα. Ο Freud εντυπωσιάστηκε από τις θεωρίες του Charcot και αργότερα προσπάθησε μαζί με τον συνεργάτη του Josef Breuer να ενσωματώσει τον υπνωτισμό και στην δική του θεραπευτική προσέγγιση. Αν και αργότερα ο Freud σταμάτησε να χρησιμοποιεί τον υπνωτισμό καθώς πίστευε πως άλλες μέθοδοι είναι πιο αποτελεσματικές, οι μαθητές του -κυρίως ψυχίατροι στο επάγγελμα- συνέχισαν να τον χρησιμοποιούν ως ένα από τα κύρια θεραπευτικά τους εργαλεία.

Βεβαίως, πριν την συστηματική μελέτη του υπνωτισμού στα μέσα του 19ου αιώνα είχαν προηγηθεί κάποιες αναφορές γιατρών και επιστημόνων σε φαινόμενα σχετικά με τον υπνωτισμό, αλλά αυτές δεν ήταν τόσο εκτεταμένες. Η πρακτική της εσωτερικής αναζήτησης και της φυγής από τον υλικό κόσμο ήταν πολύ συνηθισμένη τόσο στις ανατολίτικες θρησκείες, ενώ υπάρχουν αναφορές εσκεμμένης ύπνωσης (μέσω εκστατικών πρακτικών) και στους αρχαίους Έλληνες και Αιγύπτιους.

Πως ακριβώς λειτουργεί ο υπνωτισμός;

Σύμφωνα με τις ψυχοδυναμικές θεωρίες ο υπνωτισμός χαλαρώνει το Εγώ και κυρίως το Υπερ-εγώ του ατόμου και επιτρέπει να έρθει στην επιφάνεια το Αυτό, δηλαδή όλες οι ασυνείδητες σκέψεις και επιθυμίες του[5]. Με τη χαλάρωση του Υπερ-εγώ το άτομο αδιαφορεί για τους κοινωνικούς κανόνες, ενώ με την υποχώρηση του Εγώ έχει λιγότερο έλεγχο πάνω στην επεξεργασία των υποσυνείδητων σκέψεών του οι οποίες εν τέλει αποκαλύπτονται. Αυτό επιτρέπει στον θεραπευτή να δουλέψει απευθείας πάνω στις πρωτογενείς, καθαρές σκέψεις του ατόμου αλλά και να αποκαλύψει τυχόν απωθημένες μνήμες.

Έρευνες με τεχνικές ηλεκτροεγκεφαλογράφησης (EEG) έχουν δείξει πως η εγκεφαλική δραστηριότητα παρουσιάζει διαφορές ανάμεσα στα άτομα που βρίσκονται σε ύπνωση και σε αυτά που δεν βρίσκονται , αλλά και πως ο εγκέφαλος περνάει από διάφορα στάδια δραστηριοποίησης καθώς το άτομο πέφτει σε ύπνωση και αργότερα επανέρχεται[6]. Καθόλη τη διάρκεια της ύπνωσης υπάρχει μια αύξηση στα εγκεφαλικά EEG σήματα τύπου θήτα τα οποία συνήθως εμφανίζονται όταν το άτομο είναι δραστήριο (π.χ. κινείται), σκέφτεται έντονα (π.χ. επίλυση προβλημάτων) ή ανακαλεί μνήμες. Αντίθετα, τα σήματα τύπου βήτα, τα οποία αυξάνονται όταν το άτομο είναι ξύπνιο, παρουσιάζουν μια σταδιακή μείωση κατά τη διάρκεια της ύπνωσης, υποδηλώνοντας πως ο υπνωτισμός πράγματι σχετίζεται με τον ύπνο. Αν σε αυτό συνυπολογίσουμε το γεγονός πως ο ρυθμός αναπνοής και οι καρδιακοί παλμοί μειώνονται σημαντικά λόγω της χαλάρωσης, υπάρχουν λίγα περιθώρια αμφισβήτησης της σχέσης υπνωτισμού και ύπνου.

Είναι αξιοσημείωτο δε πως έρευνες γνωστικής ψυχολογίας έχουν δείξει πως ο υπνωτισμός ουσιαστικά μπορεί να δημιουργήσει μια εναλλακτική πραγματικότητα για το άτομο, η οποία μπορεί να είναι τόσο δυνατή ώστε να αλλάξει ακόμη και τον τρόπο λειτουργίας του εγκεφάλου. Για παράδειγμα η ομάδα του Δρ. Kosslyn[7]του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ έκανε ένα πολύ απλό πείραμα γνωστικής ψυχολογίας σε υπνωτισμένα και μη υπνωτισμένα άτομα: τους έδειξε μερικές έγχρωμες και μερικές ασπρόμαυρες εικόνες, ενώ τα άτομα βρίσκονταν μέσα σε ένα PET scanner που κατέγραφε την εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό που βρέθηκε ήταν πως όταν έλεγαν στους υπνωτισμένους συμμετέχοντες πως θα δουν μια σειρά από έγχρωμες φωτογραφίες ενώ στην πραγματικότητα τους έδειχναν ασπρόμαυρες, ο εγκέφαλός τους αντιδρούσε όπως θα αναμενόταν να αντιδράσει σε έγχρωμες φωτογραφίες. Με άλλα λόγια οι νευρώνες του οπτικού φλοιού που κωδικοποιούν τα χρώματα «έβλεπαν» χρώματα εκεί που δεν υπήρχαν! Παρόμοιες παρατηρήσεις έχουν γίνει και σε άλλες έρευνες όπου υπνωτισμένα άτομα αντιλαμβάνονταν διαφορετικά τις αισθήσεις του πόνου, βάρους, πίεσης κτλ

Μπορούν όλοι να υπνωτιστούν;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ξεκάθαρη: όχι, δεν είμαστε όλοι το ευαίσθητοι απέναντι στον υπνωτισμό. Υπολογίζεται πως μόλις ένα 8% του πληθυσμού ανήκει στην ομάδα των «υπνωτιζόμενων» ατόμων, των ατόμων δηλαδή που μπορούν να βιώσουν βαθύ υπνωτισμό. Οι περισσότερες έρευνες πάνω στον υπνωτισμό, συμπεριλαμβανομένου και αυτών στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω, γίνονται αποκλειστικά πάνω σε αυτά τα άτομα, καθώς οι λιγότερο επιρρεπείς στον υπνωτισμό αντιδρούν εντελώς διαφορετικά σε σχέση με τους περισσότερο επιρρεπείς[8][9][10]. Επομένως ο μύθος που θέλει τους υπνωτιστές να μπορούν να κοιμήσουν τον οποιοδήποτε δεν ισχύει σε καμμία περίπτωση.

Μπορεί ο υπνωτισμός να παραμένει μια ενδιαφέρουσα τεχνική και ένα πολύ ιδιαίτερο φυσιολογικό φαινόμενο προς έρευνα, αλλά δυστυχώς ένα μεγάλο ερώτημα παραμένει: γιατί μόνο ένα 8% μπορεί και υπνωτίζεται; Μιλάμε για ένα απλό, αλλά ιδιαίτερα ισχυρό, placebo effect; Ακόμη δεν υπάρχει μια ξεκάθαρη απάντηση, αλλά δεδομένου πως η ύπνωση άρχισε να μελετάται συστηματικά από τις θετικές συμπεριφορικές επιστήμες μόλις τα τελευταία χρόνια, αναμένεται να μάθουμε περισσότερες λεπτομέρειες στο άμεσο μέλλον.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. James Braid (1853) «Neurypnology or The Rationale of Nervous Sleep Considered In Relation With Animal Magnetism.»  J. Churchill: London []
  2. Wikipedia: James Braid []
  3. James Braid Society: A Short Biography []
  4. Wikipedia: History of Hypnosis []
  5. How Stuff Works: «How Hypnosis Works» []
  6. Larry, S. et al. (2004). «Electrophysiological Alterations During Hypnosis for Ego-Enhancement: A Preliminary Investigation.» American Journal of Clinical Hypnosis 46(4):323-44. []
  7. William J. Cromie (2000). «Hypnosis found to alter the brain: Subjects see color where none exists» The University of Harvard Gazzete []
  8. DePascalis et al. (1989). «40-Hz EEG asymmetry during recall of emotional events in waking and hypnosis: Differences between low and high hypnotizables.» International Journal of Psychophysiology 7: 85-96. []
  9. Oakley et al. (in press). «Hypnotic suggestion and cognitive neuroscience»Trends in Cognitive Sciences. []
  10. Barnier et al. (2008) «Hypnosis, Memory and the Brain.» Scientific American []