30 Αυγ 2009

Φυλακές: Σωφρονιστικά Ιδρύματα ή Πανεπιστήμια Εγκληματιών;

46442359_cf7bc5c5d2Οι φυλακές έχουν ως επίσημο σκοπό τους τον σωφρονισμό των κρατουμένων με τους κοινωνικούς κανόνες και τους ισχύοντες νόμους, ώστε, μετά το πέρας της ποινής τους, να μπορέσουν να επιστρέψουν και πάλι στον κοινωνικό ιστό ως υγιή μέλη τους. Βεβαίως το τι συνιστούν οι “κοινωνικοί κανόνες” και κατά πόσο επιβάλλεται η συμμόρφωσή μας προς αυτούς παραμένει ένα ανοιχτό θέμα συζήτησης. Επειδή όμως δεν θα ήθελα να επεκταθούμε σε μια τέτοιου είδους ανάλυση, χάριν συζήτησης ας θεωρήσουμε ως δεδομένο πως το κύριο αίτημά μας προς τα σωφρονιστικά ιδρύματα είναι οι κρατούμενοι να έχουν αποβάλλει τουλάχιστον τον βίαιο χαρακτήρα τους και να μην αποτελούν απειλή πρωτίστως για την σωματική υγεία των συμπολιτών τους.

Κατά πόσο όμως το σωφρονιστικό σύστημα καταφέρνει να επιτύχει αυτόν τον σκοπό; Πως μπορεί η ψυχολογία να βοηθήσει στον καλύτερο σωφρονισμό των κρατουμένων και επομένως στην ευημερία της κοινωνίας που θα τους δεχτεί και πάλι στους κόλπους της ; Αυτά τα ερωτήματα δεν είναι επίκαιρα μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο, μιας και η αντίληψη πως οι φυλακές ως έχουν δεν είναι τίποτε άλλο πέρα από το καλύτερο “πανεπιστήμιο των εγκληματιών” είναι σχεδόν οικουμενική.

O Δρ. Dvoskin του Πανεπιστημίου της Αριζόνας ασχολήθηκε εκτεταμένα με το θέμα αυτό στο βιβλίο της επιστημονικής του ομάδας υπό τον τίτλο “Applying Social Science to Reduce Violent Offending” (“Εφαρμόζοντας την Κοινωνική Επιστήμη για τη Μείωση των Βίαιων Εγκλημάτων”) και παρουσίασε συνοπτικά τις απόψεις του στο τελευταίο συνέδριο του Αμερικανικού Ψυχολογικού Συνδέσμου (APA)[1][2] . Οι συγγραφείς του βιβλίου υποστηρίζουν πως η ψυχολογία και η κοινωνιολογία μπορούν να βοηθήσουν στην δόμηση ενός ορθότερου, λογικότερου και αποτελεσματικότερου σωφρονιστικού συστήματος το οποίο θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τους στόχους του πιο γρήγορα και πιο άμεσα μιας και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Δρ. Dvoskin, το υπάρχων περιβάλλον της φυλακής όχι μόνο δεν παρεμποδίζει την ανάπτυξη βίαιων συμπεριφορών αλλά, αντίθετα, βοηθά στην ανάπτυξή τους. Οι κρατούμενοι συνηθίζουν την βία στο περιβάλλον τους και μαθαίνουν να βιαιοπραγούν παρακολουθώντας τους πιο ισχυρούς συγκρατούμενούς τους ενώ λαμβάνει δράση ένας πολύ κλασσικός μηχανισμός κοινωνικής μάθησης, αυτός της μίμησης προτύπου.

Εφόσον όμως η βίαιη συμπεριφορά μπορεί να διδαχθεί, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και με την κοινωνικά αποδεκτή. Γιατί όμως δεν βλέπουμε να συμβαίνει κάτι τέτοιο στις φυλακές; Πρώτος και κυριότερος λόγος είναι φυσικά η έλλειψη τέτοιου είδους προτύπων εντός του ιδρύματος. Ελάχιστοι είναι οι κρατούμενοι που έχουν πρόσβαση σε ένα εξειδικευμένο πρόγραμμα ψυχολογικής υποστήριξης και αποκατάστασης στο οποίο να είναι σε θεση να δεχτούν εκείνα τα ερεθίσματα που μπορεί να λειτουργήσουν ως οδηγοί συμπεριφοράς. Ένας δεύτερος λόγος όμως έχει να κάνει και με τα μέσα σωφρονισμού που χρησιμοποιούνται στις φυλακές. Στο σύνολό τους τα συστήματα και οι κανόνες των φυλακών είναι δομημένοι με τέτοιον τρόπο ώστε η χρήση ποινών έναντι μιας ανεπιθύμητης συμπεριφοράς είναι πιο συχνή από τη χρήση αμοιβών έναντι μιας επιθυμητής. Αυτοί οι δύο βασικοί μηχανισμοί συμπεριφορικής μάθησης -η χρήση ποινών και αμοιβών- έχουν ένα κοινό στοιχείο: για να είναι πετυχημένοι πρέπει να χρησιμοποιούνται συστηματικά, άμεσα και σε κλιμακωτό βαθμό. Με άλλα λόγια η αμοιβή ή η ποινή πρέπει να είναι συνεχείς και ανάλογες της συμπεριφοράς (δηλαδή ούτε υπερβολικά αυστηρή τιμωρία για ένα ασήμαντο παράπτωμα, αλλά ούτε και μια μεγάλη αμοιβή για μια μικρή, καλή πράξη) και να κάνουν την εμφάνισή τους αμέσως μετά την πράξη του κρατούμενου για την οποία αμείβεται ή τιμωρείται, διαφορετικά χάνεται το χρονικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να λάβει θέση η συμπεριφορική μάθηση.

Δυστυχώς όμως η πραγματικότητα στις φυλακές συνήθως διαφέρει πολύ από το ιδανικό. Οι κρατούμενοι δέχονται σχεδόν αποκλειστικά και μόνο τιμωρίες και οι περισσότεροι μάλιστα πιο αυστηρές από όσο τους αρμόζει, μιας και η λογική του σωφρονιστικού συστήματος αγγίζει την λογική του «όλου η τίποτα», σύμφωνα με την οποία υπάρχει μια είδους τιμωρία η οποία είτε εφαρμόζεται καθολικά και ανεξάρτητα της σοβαρότητας και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του παραπτώματος, είτε όχι. Έπειτα, τα προγράμματα θεραπείας και ψυχολογικής υποστήριξης είναι σχεδόν ανύπαρκτα στις ελληνικές -και όχι μόνο- φυλακές. Αποτέλεσμα αυτού είναι να μην καταπολεμούνται τα βαθύτερα αίτια που προκάλεσαν την εγκληματική συμπεριφορά και έτσι να επέλθει ο σωφρονισμός, αλλά να ανακυκλώνεται μια επιφανειακή και τιμωρητικού τύπου αντίληψη για την ποινή που αρμόζει στον κάθε κρατούμενο. Ένα παράδειγμα είναι η έλλειψη ψυχολογικής στήριξης των ναρκομανών, των αλκοολικών ή των παθολογικά τζογαδόρων. Τα άτομα αυτά παρανόμησαν πρώτα και κύρια εξαιτίας του εθισμού τους, πράγμα που σημαίνει πως αν καταφέρουμε να τον εξαλείψουμε τότε οι πιθανότητες σωφρονισμού του κρατούμενου και μη επανάληψης της παράνομης ή εγκληματικής πράξης πολλαπλασιάζονται.

Η έλλειψη τέτοιου είδους δομών δεν είναι το μόνο πρόβλημα του σωφρονιστικού συστήματος. Το σύστημα πάσχει και από την έλλειψη στοχευμένων τρόπων απασχόλησης των κρατουμένων. Είναι λογικό πως ο εγκλεισμός σε ένα στείρο περιβάλλον το οποίο δεν σου δίνει την δυνατότητα να δημιουργήσεις και να αμοιφθείς για τον κόπο σου να μην σου δίνει κάποια κίνητρα για να προσπαθήσεις για κάτι καλύτερο. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να πούμε πως η εργοθεραπεία πρέπει να πέσει στο τραπέζι των προτάσεων μιας πιθανής αναδιαμόρφωσης του υπάρχοντος σωφρονιστικού συστήματος. Το χαμηλό κοινωνικό επίπεδο αλλά και η ελλιπής μόρφωση είναι συχνά δύο από τους πιο σημαντικούς -πρωτογενείς ή δευτερογενείς- παράγοντες που σχετίζονται με την αύξηση της εγκληματικότητας. Η εργοθεραπεία πέραν από την ψυχολογικού τύπου υποστήριξη που προσφέρει στον κρατούμενο μπορεί να τον βοηθήσει να εμπλουτίσει και τις γνώσεις του, κάτι το οποίο θα είχε σίγουρα κάποια θετική επίδραση στην ζωή του στο μέλλον του μετά φυλακής.

Σίγουρα οι κρατούμενοι είναι στις φυλακές για κάποιον λόγο, άλλοι σοβαρό και άλλοι λιγότερο σοβαρό. Αυτό το οποίο όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι πως ο πρωταρχικός στόχος της φυλακής δεν είναι η τιμωρία αλλά ο σωφρονισμός. Οι κρατούμενοι πρέπει να βγουν από το ίδρυμα κράτησης καλύτεροι και όχι χειρότεροι. Η καταπάτηση ενός νόμου δεν πρέπει να ταυτίζεται με τον αιώνιο στιγματισμό του κρατούμενου και με την παρεμπόδιση της κοινωνικής τους ανάπτυξης. Θα πρέπει να καταλάβουμε πως κάτι τέτοιο φέρει καταστροφικές συνέπειες όχι μόνο για τον κρατούμενο, αλλά και για το κοινωνικό σύνολο στο οποίο θα επανενταχθεί αργά η γρήγορα αυτός ο άνθρωπος. Στο πρόσωπο του εκάστοτε κρατούμενου δεν πρέπει να βλέπουμε έναν εχθρό, αλλά τον ίδιο μας τον εαυτό, μιας και το πρόσωπο των φυλακών είναι απλά ένα αντικαθρέφτισμα της κοινωνίας μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

Prison Cell, by Still Burning

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Pam Willenz: «Harsh Punishment Backfires», Medical News Today []
  2. Using Social Science to Prevent Violent Crime,» Joel A. Dvoskin, PhD, University of Arizona College of Medicine Session: 3256, Aug. 8, Metro Toronto Convention Centre. []