11 Μαΐ 2010

Ψυχοθεραπεία, όχι Πρόζακ

Η ψυχοφαρμακολογική επέμβαση για την καταπολέμηση των ψυχικών διαταραχών είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα και ομολογουμένως πιο χρήσιμα εργαλεία που έχουμε αυτή τη στιγμή στα χέρια μας για την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών. Η φαρμακολογική προσέγγιση χρησιμοποιείται σε ψυχικές διαταραχές με έντονο βιολογικό υπόβαθρο ή με έντονα σωματικά συμπτώματα, όπως η κατάθλιψη, η μανία και η σχιζοφρένεια, το μετατραυματικό στρες και η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή. Δεν είναι λίγες οι φορές που δημιουργήθηκαν διαμάχες μεταξύ ψυχοθεραπευτών και ψυχιάτρων σχετικά με την αποτελεσματικότητα των μεθόδων τους στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων ψυχικών διαταραχών, ακόμη και αν οι περισσότερες επιστημονικές έρευνες προτείνουν τον συνδυασμό ψυχοθεραπείας και φαρμακοθεραπείας ως τον ιδανικό για τις περισσότερες περιπτώσεις.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση της λεγόμενης «νέας μάστιγας του αιώνα», της κατάθλιψης. Έως σήμερα οι περισσότεροι ψυχοθεραπευτές δούλευαν υπό στενή συνεργασία με ψυχιάτρους για την αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των συμπτωμάτων και την καταπολέμηση των αιτιών της κατάθλιψης στους ασθενείς τους. Μια νέα έρευνα των Fournier et al. (2010)[1][2] του Πανεπιστημίου της Πενσιλβανίας έδειξε πως θα πρέπει να υπάρξει ένας σαφής διαχωρισμός των περιπτώσεων κατάθλιψης ανάλογα με την σοβαρότητά της, καθώς άτομα με ήπιας και μέτριας μορφής κατάθλιψης δεν βοηθούνται καθόλου από την αντικαταθλιπτική φαρμακευτική αγωγή.

Οι ερευνητές μελέτησαν τα δεδομένα τρίτων ερευνών από το 1980 έως το 2009 πάνω στο θέμα της αντικαταθλιπτικής αγωγής (με φάρμακα τύπου TCA και SSRI) στις οποίες έγινε σύγκριση μεταξύ ασθενών στους οποίους δόθηκε κανονική αγωγή και ασθενών που ήταν υπό αγωγή ψεύτικων φαρμάκων τύπου placebo. Αυτό που πρόσεξαν οι ερευνητές ήταν πως όσο πιο σοβαρή ήταν η κατάθλιψη των ασθενών τόσο πιο αποτελεσματικά ήταν τα φάρμακα (και φυσικά vice versa). Αυτό με άλλα λόγια σημαίνει πως ασθενείς με ήπιας και μέσης σοβαρότητος κατάθλιψης δεν φάνηκε πως βοηθήθηκαν ιδιαίτερα από τα φάρμακα. Για την ακρίβεια, το placebo είχε παρόμοια επίδραση με τα πραγματικά φάρμακα.

Αυτό το εύρημα -μακρόχρονα- μπορεί να έχει μεγάλο αντίκτυπο στον τρόπο με τον οποίο γίνεται η θεραπεία των ασθενών με κατάθλιψη, καθώς εάν ένα φάρμακο δεν βοηθάει ενεργά στην λύση του προβλήματος, τότε ποιος ο λόγος να το πάρει κανείς; Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως -όπως υπενθυμίζουμε κάθε φορά- τα ψυχοφάρμακα έχουν τις παρενέργειές τους, οι οποίες μπορεί να κυμαίνονται από σωματικά συμπτώματα, όπως ξηρότητα του δέρματος και μείωση σεξουαλικής διέγερσης έως και τον εθισμό. Γιατί λοιπόν κάποιος να διακινδυνεύει να αντιμετωπίσει αυτές τις παρενέργειες χωρίς ουσιαστικό λόγο;

Η καλύτερη λύση λοιπόν για την ήπια και μέτριου βαθμού κατάθλιψη είναι η κλασσική ψυχοθεραπεία η οποία φαίνεται πως μπορεί να βοηθήσει το άτομο, ιδιαίτερα εάν αυτό έχει και έναν οικογενειακό-κοινωνικό ιστό έτοιμο να το στηρίξει καθ’όλη τη διαδικασία.

Φυσικά αυτή η έρευνα από μόνη της δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως απόδειξη για ριζική αλλαγή του τρόπου χρήσης ψυχοφαρμάκων στον καθένα, καθώς πρέπει να ακολουθήσουν και άλλες έρευνες με παρόμοια αποτελέσματα για να μπορούμε να μιλήσουμε με σιγουριά για τη σημαντικότητα των ευρημάτων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως κάθε άτομο και κάθε οργανισμός είναι ξεχωριστά και η ανταπόκρισή τους στην φαρμακοθεραπεία μπορεί να διαφέρει ριζικά από την μέση αντίδραση των ατόμων της έρευνας. Σε κάθε περίπτωση οι πιο κατάλληλοι για να αποφασίσουν εάν και για πόσο διάστημα κάποιος πρέπει να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή είναι ο ψυχοθεραπευτής και ο ψυχίατρος που τον παρακολουθούν.

Σε κάθε περίπτωση όμως η έρευνα αυτή υπογραμμίζει το γεγονός πως πρέπει να υπάρξει κάποια πρόνοια για κατηγοριοποίηση της κατάθλιψης βάσει τη σοβαρότητας και του τύπου των συμπτωμάτων, ώστε να μπορέσουν να αναπτυχθούν καλύτερες και πιο στοχευμένες θεραπείες (ή συνδυασμός θεραπειών) που θα μπορέσουν να προσφέρουν στους ασθενείς μια πιο αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματός τους.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Fournier, J., DeRubeis, R., Hollon, S., Dimidjian, S., Amsterdam, J., Shelton, R., & Fawcett, J. (2010). «Antidepressant Drug Effects and Depression Severity: A Patient-Level Meta-analysis«. JAMA: The Journal of the American Medical Association, 303 (1), 47-53 []
  2. Jennifer Gibson. «Antidepressants Not Effective for Some Types of Depression». BrainBlogger []