28 Νοέ 2011

Φυσιολογικό VS Παθολογικό: οχι και τοσο ξεκάθαροι όροι

Φυσιολογικές και μη φυσιολογικές εκδηλώσεις της συμπεριφοράς. Υπάρχει μια διάκριση μεταξυ του τι ειναι φυσιολογικό να κάνουμε και τι οχι, τι ειναι περίεργο ή ανώμαλο ακόμα, μια διάκριση μεταξύ φυσιολογικού και παθολογικού ή τρελού. Ωστόσο η διάκριση αυτή δεν είναι τόσο σαφής όσο μπορεί να νομίζετε.

Και αυτό συμβαίνει για δύο βασικούς λόγους:

Η μη φυσιολογική συμπεριφορά δεν είναι πραγματικά ιδιαίτερα ανώμαλη ως και καθόλου. Οι άνθρωποι αναπτύσσουν συνήθως διάφορες προβληματικές συμπεριφορές για λόγους που είναι πολύ κατανοητοί. Σε γενικές γραμμές, τα παιδιά εξελίσσονται έχοντας αγχώδεις «διαταραχές» επειδή έχουν βιώσει μια ασυνήθιστα τρομακτική σειρά γεγονότων στη ζωή τους, ένα ή περισσότερα τραύματα, ή είχαν ασυνεπείς γονείς ή πειθαρχία. Σίγουρα, μερικές φορές μπορεί να συμβάλλουν τα γονίδια. Αλλά ακόμα και τα γονίδια που προδιαθέτουν τα παιδιά για ανάπτυξη του άγχους, έχουν προσαρμοστική αξία. Έτσι, μια κοινωνία που υπόκειται μια απροσδόκητη επίθεση ή προσβολή, συνήθως επωφελείται με το να έχει ορισμένα μέλη που είναι ασυνήθιστα σε υπερεπαγρύπνηση και συνεχώς σε επιφυλακή για τον κίνδυνο. Χρησιμεύουν ως βασικοί φρουροί σε τέτοιες περιπτώσεις.

Συγκεκριμένα το άγχος πρόκειται για συνήθη διαταραχή αφού 1/3 των ενηλίκων παρουσιάζει κάθε χρόνο μια τουλάχιστον σοβαρή κρίση άγχους. Υπολογίζεται οτι περίπου ενα 10% του γενικού πλυθησμού συμβουλεύεται κάποια στιγμή γιατρό επειδή αισθάνεται άγχος, ένταση, ή ανησυχία. Το φυσιολογικό άγχος, ειναι μια υγιής, φυσιολογική αντίδρση, που εκδηλώνεται σε περιπτώσεις ανησυχίας ή σε στιγμές πραγματικού κινδύνου ή απειλής. Μέτριος βαθμός άγχους, στην πραγματικότητα, βελτιώνει την απόδοση του ανθρώπου σε δύσκολες στιγμες και αποτελεί δημιουργικό και κινητήριο παράγοντα για τη ζωή.

Ομοίως, τα παιδιά συνήθως οδηγούνται στην κατάθλιψη όταν οι άνθρωποι και τα γεγονότα δημιουργούν μια θλιβερή, τρομακτική ατμόσφαιρα στην οποία αυτά πρέπει να μεγαλώσουν. Τα παιδιά συνήθως συμπεριφέρονται άσχημα όταν οι γονείς, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι είτε, ακούσια, ενθαρύνουν τέτοιες συμπεριφορές, ή αδυνατούν να παρέχουν συνεπή όρια και δομή. Και πάλι, όταν τα γονίδια συμβάλουν σε αυτήν την εικόνα, ορισμένοι εξελικτικοί ψυχολόγοι πιστεύουν οτι αυτά τα γονίδια μπορεί επίσης, υπό ορισμένες συνθήκες, να έχουν πλεονεκτήματα.

Και μην ξεχνάμε όλους αυτούς τους “ιδιοφυείς τρελούς”ή “τρελούς επιστήμονες” ή όλους αυτούς τους καλλιτέχνες που διακατέχονταν απο εμμονές, επιθετικές ή καταστροφικές παρορμήσεις, και που χωρίς αυτούς στην ιστορία της ανθρωπότητας τίποτα δεν θα ήταν ίδιο.

Η φυσιολογική συμπεριφορά, μόλις που είναι φυσιολογική. Όποιος νοιάζεται για τα παιδιά θα σας πεί ότι θέλει τα παιδιά να είναι υπό τη φροντίδα του για να είναι ευτυχισμένα, υγιή, και «κανονικά». Απόλυτα φυσιολογικά συναισθήματα. Αλλά τί ακριβώς είναι φυσιολογικό; Υπάρχει κάποιος που πραγματικά να διασχίσει μια ολόκληρη παιδική ηλικία, χωρίς να αντιμετωπίσει απολύτως καμία δυσκολία, κανένα εμπόδιο; Κοιτάξτε τη ζωή των περισσότερων ενηλίκων. Ξεχάστε για μια στιγμή το τεράστιο ποσοστό των ανθρώπων που υποφέρουν από κάποια ψυχική διαταραχή σε κάποια στιγμή στη ζωή τους. Σκεφτείτε πόσοι άνθρωποι αγωνίζονται καθημερινά για θέματα όπως το υπερβολικό βάρος, το διαζύγιο, τραύματα, τραγωδίες, σοβαρή απώλεια, προβλήματα στο σχολείο ή στην εργασία, ανησυχίες για τα χρήματα, προβλήματα σχέσεων, και άλλα. Όλοι αγωνιζόμαστε, ο καθένας θλίβεται, ο καθένας υποφέρει κατα διαστήματα. Ίσως ό,τι σκεφτόμαστε ως φυσιολογικό, συχνά δεν είναι τόσο φυσιολογικό.

Η ψυχιατρική ορίζει το “φυσιολογικό” ως εξής: Η μέση συμπεριφορά, με στατιστικά κριτήρια, σχετίζεται με την ικανότητα προσαρμογής, την κοινωνική αποδοχή, την ευφορία ή δυσφορία του ατόμου, υπό την εννοια οτι αντιπροσωπεύει ενα ευχάριστο η δυσάρεστο συναίσθημα αποδοχής ή απόρριψης αντίστοιχα απο το κοινωνικό περιβάλλον έτσι ώστε να καθορίσει το φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό του χαρακτήρα της. Απο την άλλη πλευρά τα κύρια κριτήρια που υιοθετούνται για να καθοριστεί αν μια συμπεριφορά ειναι παθολογική είναι τα επώδυνα συμπτώματα, η μείωση της αποδοτικότητας στις φυσιολογικές (σωματικές, πνευματικές) και κοινωνικές λειτουργίες, και η ύπαρξη χαρακτηριστικών συμπτωμάτων που αποδεδειγμένα θεωρούνατι οτι ανήκουν σε γνωστές ψυχικές παθήσεις. Όμως αν για παράδειγμα χάσουμε ενα αγαπημένο πρόσωπο ή μάθουμε οτι ενα αγαπημένο πρόσωπο έχει μια σοβαρή ασθένεια ή αντιμετωπίζει μια σοβαρή οικονομική δυσχέρεια ή ακόμα και μετα απο εναν χωρισμό, τα συναισθήματα που νιώθουμε δεν είναι επώδυνα; Ποιος μπορεί να καθορίσει την ένταση των συναισθημάτων θλίψης ή στρες που βιώνουμε σε καθημερινές δυσάρεστες αλλα υπαρκτές καταστάσεις; Και μήπως όταν αντιμετωπίζουμε δυσάρεστες καταστάσεις δεν εκδηλώνουμε πολύ συχνά κάποια μείωση στη σωματική μας απόδοση (τα λεγόμενα “ψυχοσωματικά”, οι δυσκολίες στον ύπνο, στο φαγητό κτλ.) ή μήπως έχουμε την ίδια απόδοση στην δουλεία μας ή στο διάβασμά μας και είμαστε πάντα χαμογελαστοί και χαρούμενοι με την οικογενειά μας και τους φίλους μας; Τέλος, το έντονο άγχος αποτελεί σύμπτωμα της αγχώδους νευρωσικής διαταραχής, το έντονο αίσθημα του φόβου, σύμπτωμα της φοβικής νευρωσικής διαταραχής ή/και της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής (στην τελευταία συγκαταλέγονται όλες αυτές οι «παιδικές» παρορμήσεις, όπως να σιγουρευτούμε οτι έχουμε κλειδώσει τις πόρτες και κλείσει τις ηλεκτρικές συσκευες του σπιτιου ή άλλες μικρο-“εμμονές” καθαριότητας). Ακόμα, η ταχυκαρδία, η εφίδρωση σε συνδυασμό με έντονο αίσθημα άγχους και φόβου ειναι κλινικά συμπτώματα κρίσεων πανικού και πάει λέγοντας, η λίστα ειναι μεγάλη!

Σύμφωνα με τον Bergeret, ένας «φυσιολογικός» δομικά άνθρωπος μπορεί για κάποιους λόγους, να παρουσιάσει κάποια δεδομένη στιγμή ενα οξύ νευρωσικό ή ψυχωσικό επεισόδιο, και αντίστροφα κάποιος που παρουσίασε ενα σοβαρό ψυχολογικό πρόβλημα, ακόμα και ψυχωσικό, μπορεί, αν αντιμετωπιστεί σωστά και έγκαιρα, να ξαναβρεί μια φυσιολογική κατάσταση. Με απλά λόγια: Υπάρχει μια πολύ λεπτή και δυσδιάκριτη γραμμή ανάμεσα σε αυτό που αποκαλούμε φυσιολογικό και παθολογικό. Όλοι μας, κάτω απο ορισμένες συνθήκες, μπορούμε να αντιδράσουμε με υπερβολικό άγχος, φόβο ή θυμό, που υπο το πρίσμα των διαγνωστικών εργαλείων ταξινόμησης των διαταραχών, θα θεωρούμασταν ασθενείς, ομως αυτό δεν ισχυεί. Μπορούμε να περάσουμε την γραμμή απο το φυσιολογικό στο παθολογικό επίπεδο, για λίγο, ίσως γιατί βρεθήκαμε στην ανάγκη να εκτονώσουμε έντονα την ψυχική μας ανισσοροπία, αλλά πάντα μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Και αντίστοιχα κάποιος που βρίσκεται στο παθολογικό επίπεδο μπορεί, κατω απο ευνοικές συνθήκες να περάσει τη γραμμή και να έρθει στο φυσιολογικό. Επιπλέον, αν δεν το ελέγξουμε, οι κρίσεις μας επαναληφθούν αρκετές φορές και με μεγαλύτερη ένταση κάθε φορα ή δεν έχουν πραγματική και λογική βάση, τοτε πιθανόν και να μείνουμε στο παθολογικό επίπεδο (χωρίς αυτό να σημαίνει οτι δεν μπορούμε να επιστρέψουμε), ετσι και ένας πάσχων μπορεί να έρθει και να μείνει στο φυσιολογικό επίπεδο.

Γιατί είναι σημαντική αυτή η συζήτηση; Νομίζω, επειδή οι άνθρωποι συχνά τιμωρούν τον εαυτό τους που έχουν προβλήματα ή που έχουν παιδιά με προβλήματα. Το να αφεθείτε να σας παρασύρει η κατάσταση δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα. Βγείτε από το παιχνίδι του καταλογισμού ευθυνών και αρχίστε να ψάχνετε για λύσεις ή καλύτερους τρόπους για να φροντίσετε τον εαυτό σας και τα παιδιά σας. Σταματήστε να περιμένετε την τελειότητα και αποδεχθείτε ότι είστε άνθρωποι.

Επιπλέον, μήπως να ξανασκεφτείτε τί ορίζετε φυσιολογικό και τι παθολογικό την επόμενη φορά που θα συναντήσετε εναν «περίεργο» άνθρωπο;

 

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες 

Author: Γεωργία Πανταζή

Η Γεωργία Πανταζή είναι ψυχολόγος Παντείου και εθελόντρια σε σταθμό με αυτιστικά παιδιά.
Ερευνητικά ενδιαφέροντα: παιδοψυχολογία, θέματα κοινωνικής ψυχολογίας κ.τ.λ.