27 Ιαν 2012

Ψευδείς Ομολογίες

Οι ομολογίες είναι το αποτέλεσμα μιας ορθολογικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων, όπου οι άνθρωποι βελτιστοποιούν την κατάσταση για τον εαυτό τους υπό το φως των εναλλακτικών (Howitt, D., 2006). Οι ομολογίες είναι αρκετά συνήθεις μέσα στο νομικό πλαίσιο, με κατ’ εκτίμηση το 60% των κρατουμένων της αστυνομίας στο Ηνωμένο Βασίλειο να ομολογούν. Εάν, ωστόσο, ένα άτομο ομολογεί ως αποτέλεσμα μιας ορθολογικής διαδικασίας, πώς μπορούμε να δικαιολογήσουμε το φαινόμενο των ψευδών ομολογιών; Οι ψευδείς ομολογίες αφορούν άτομα που ομολογούν για εγκλήματα που δεν έχουν διαπράξει, ένα φαινόμενο για το οποίο έχουμε πολλά παραδείγματα μέσα από τα χρόνια.

Τύποι ψευδών ομολογιών

Στην δεκαετία του 1920, όταν το μωρό του Charles Lindberg, του διάσημου Αμερικανού αεροπόρου απήχθη και δολοφονήθηκε, πάνω από 200 άνθρωποι εθελοντικά ομολόγησαν για το έγκλημα ((Braswell, M. C., McCarthy, B. R. and McCarthy, B. J., 2012). Αυτό μπορεί να ακούγεται περίεργο, αλλά υπάρχουν αμέτρητα παραδείγματα τέτοιων εθελοντικών ομολογιών. Σε τέτοιες περιπτώσεις τα άτομα ομολογούν ψευδώς χωρίς να πιέζονται να το κάνουν. Αυτό μπορεί να αντανακλά την επιθυμία να είναι στο προσκήνιο, να τιμωρηθούν, ή ακόμα και μια προσπάθεια να καλύψουν την ενοχή κάποιου άλλου.

Οι ψευδείς ομολογίες μπορούν επίσης να είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού. Απειλές σωματικού πόνου, η επιθυμία του ατόμου να αποφύγει την σωματική δυσφορία, ή ακόμα και υποσχέσεις από την αστυνομία για ελαφρότερες ποινές μπορούν να κάνουν κάποιους να ομολογήσουνε. Ψευδείς ομολογίες τέτοιου είδους περιγράφονται ως εξαναγκασμένες – συμμορφωμένες (coerced-compliant confessions).

Έρευνες και πραγματικά παραδείγματα έχουν επίσης δείξει ότι σε ορισμένες περιπτώσεις κάποια άτομα μπορεί να ομολογήσουν ψευδώς για ένα έγκλημα επειδή καταλήγουν πραγματικά να πιστεύουν ότι είναι ένοχοι. Αυτό το είδος της ομολογίας μπορεί να ακολουθήσει μετά από εντατικές, επιθετικές ανακρίσεις, ενώ οι πιθανότητες μεγιστοποιούνται αν το άτομο το ίδιο είναι πιο ευάλωτο (π.χ. άτομα νεαρά σε ηλικία, χαμηλή αυτοπεποίθηση, σοβαρή μαθησιακή δυσκολία, γνωστική δυσλειτουργία κλπ)

Ενθαρρύνοντας Ομολογίες

Η αστυνομία έχει συχνά κατηγορηθεί ότι έχει μια «κουλτούρα ομολογίας», δηλαδή ότι υπάρχει μια ισχυρή έμφαση στην απόκτηση ομολογιών. Το πρόβλημα με αυτή τη στάση είναι ότι η αστυνομία μπορεί να ξεκινήσει μια ανάκριση, όχι με σκοπό την εξεύρεση της αλήθειας, αλλά ήδη αποφασισμένοι με την ενοχή του ατόμου και με στόχο να εκμαιεύσουν μια ομολογία.

Κατά την διάρκεια ανάκρισης ενός υπόπτου η αστυνομία μπορεί να χρησιμοποιήσει δύο βασικές διαδικασίες έτσι ώστε να αυξηθεί η πιθανότητα ομολογίας. Η μεγιστοποίηση του εγκλήματος περιλαμβάνει τον εκφοβισμό του ατόμου, την αναφορά και την έμφαση της σοβαρότητα του εγκλήματος και των κατηγοριών, και συχνά περιλαμβάνει την παρουσίαση ή αναφορά ύπαρξης πρόσθετων ενοχοποιητικών στοιχείων. Αυτά πιθανόν να είναι ή παρουσιασμένα με υπερβολικό τρόπο, ή και να είναι εντελώς ψευδή. Εναλλακτικά, με την ελαχιστοποίηση του εγκλήματος γίνεται χρήση πιο ήπιων, μη απειλητικών τακτικών. Ο στόχος εδώ είναι η δημιουργία αίσθησης ασφάλειας, η προσφορά συμπάθειας και την ανοχής προς το άτομο, η παρουσίαση πιθανών σεναρίων και δικαιολογιών για το έγκλημα, και η ελαχιστοποίηση της σοβαρότητας του εγκλήματος. Τέτοιες τεχνικές ενθαρρύνονται συχνά από αστυνομικές δυνάμεις ανά τον κόσμο, με τις προτεινόμενες τεχνικές για την απόκτηση ομολογιών συχνά να συμπεριλαμβάνονται σε εγχειρίδια της αστυνομίας.

Γιατί θα ομολογούσε κάποιος για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε;

Το 2006 στις ΗΠΑ ένα ζευγάρι, ο Wayne και η Sharmon Stock, βρέθηκαν δολοφονημένοι στο σπίτι τους. Οκτώ ημέρες αργότερα η αστυνομία συνέλαβε τον Matthew Livers και άρχισε να τον ανακρίνει. Η ανάκριση κράτησε για 11 ώρες, και ενώ ο Livers αρνήθηκε οποιαδήποτε συμμετοχή στο έγκλημα επανειλημμένα, τελικά ομολόγησε για την διπλή δολοφονία. Έμεινε για μήνες στην φυλακή μέχρι που το δικαστήριο αποφάσισε πως η ομολογία του δεν ήταν αξιόπιστη και αποφυλακίστηκε. Μετά από λίγο καιρό ένα άλλο ζευγάρι ομολόγησε και καταδικάστηκε για το έγκλημα.

Σε μια άλλη διάσημη περίπτωση από το 1989 (περίπτωση που έγινε γνωστή ως ‘the central park jogger case’), 5 έφηβοι ηλικίας από 14 μέχρι 16 συνελήφθηκαν σε σχέση την βίαια επίθεση και τον βιασμό μιας νεαρής γυναίκας. Οι συλλήψεις γίνανε μόνο κάποιες ώρες μετά από την αρχική επίθεση και οι ανακρίσεις των νεαρών κράτησαν μεταξύ 14–30 ώρες. Οι 5 νεαροί ομολόγησαν και καταδικάστηκαν σε φυλάκιση μεταξύ 5 και 11.5 ετών. Το 2002 ένας κατά-συρροή βιαστής και δολοφόνος ομολόγησε για το έγκλημα, κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε αργότερα και με ανάλυση DNA. Η περίπτωση αυτή έγινε γνωστή ακριβώς επειδή έδειξε πόσο ευάλωτοι μπορούν να είναι οι νέοι σε τέτοιες καταστάσεις όταν ανακρίνονται.

Αυτά είναι δύο μόνο παραδείγματα από ψευδείς ομολογίες από χιλιάδες πιθανές περιπτώσεις. Έρευνες έχουν προτείνει μια σειρά από λόγους για τους οποίους ένα αθώο πρόσωπο θα μπορούσε να ομολογήσει για ένα έγκλημα που δεν έχει διαπράξει. Θα μπορούσε μια τέτοια εξομολόγηση να βοηθούσε το άτομο να ανέβει μέσα στον κοινωνικό του κύκλο. Αυτό είναι ιδιαίτερα σύνηθες με μέλη συμμοριών που θέλουν να αποκτήσουν κάποια φήμη και να ανέβουνε κοινωνικά, και συνδέεται πιο συχνά με συγκεκριμένα είδη εγκλημάτων όπως η δολοφονία και η ληστεία. Ψευδείς ομολογίες μπορούν να συμβούν στην προσπάθεια κάποιου ατόμου να προστατεύσει κάποιον άλλο. Επίσης, μία από τις πιο συχνές αιτίες πίσω από ψευδείς ομολογίες είναι η πεποίθηση του ατόμου ότι η αστυνομία μπορεί κάπως να αποδείξει την ενοχή του. Σε τέτοιες περιπτώσεις η ομολογία μπορεί να ακολουθήσει καθώς το άτομο πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει κάτι από αυτήν (π.χ. μια λιγότερο αυστηρή ποινή). Τέλος, έχει συχνά διατυπωθεί η άποψη ότι το άγχος του να ανακρίνεται κανείς για παρατεταμένο χρονικό διάστημα μπορεί και μόνο του να ενθαρρύνει ψευδείς ομολογίες. Όπως δήλωσε ο Irving (1986; 142):

Εκείνοι οι άνθρωποι που δεν το έχουν δοκιμάσει πρέπει να εξετάσουν την εμπειρία του να είσαι κλειδωμένος σε ένα μικρό άδειο δωμάτιο, μη ξέροντας τι πρόκειται να συμβεί, ή πότε πρόκειται να βγεις. Έχει αρκετά εντυπωσιακές συνέπειες σε ορισμένους ανθρώπους

Έρευνες και πραγματικές περιπτώσεις έχουν δείξει ότι ο συνδυασμός μιας ποικιλίας των συνθηκών μπορούν να αυξήσουν δραματικά την πιθανότητα μιας ψευδούς ομολογίας (Kapardis, 2003). Αυτά συμπεριλαμβάνουν την εμπειρία της ανάκρισης σε ένα αστυνομικό τμήμα, μια αγχωτική και πιεστική συνέντευξη, ένας ύποπτος ο οποίος είναι ιδιαίτερα ευεπηρέαστος και ευάλωτος (για παράδειγμα, κάποιος νεαρός σε ηλικία ή κάποιος με χαμηλή αυτοεκτίμηση ή/και με χαμηλή νοημοσύνη), και ανακριτές που είναι αποφασισμένοι να εξασφαλίσουν μια ομολογία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

  • Braswell, M. C., McCarthy, B. R. and McCarthy, B. J. (2012) Justice, Crime and Ethics. Oxford: Elsevier
  • Howitt, D. (2006) Introduction to Forensic and Criminal Psychology. Essex: Pearson
  • Irving, B. (1986) The Interrogation Process. In J. Benyon and C. Bourn (Eds) The Police: Powers, Procedures and Proprieties. Oxford: Pcrgamon Press
  • Kapardis, A. (2003) Psychology and Law: A Critical Introduction. Cambridge: Cambridge University Press.

Author: Μαρίνα Νικολάου

Η Μαρίνα Νικολάου (PhD) είναι Ψυχολόγος, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε θέματα ανθρώπινης συμπεριφοράς, ανθρωπίνων σχέσεων και κοινωνικής ψυχολογίας.