21 Απρ 2013

LSD: η ιστορία, τα στατιστικά χρήσης και οι επιπτώσεις της κατανάλωσης στη σωματική και ψυχική υγεία

Ήταν αρχές του 1938 όταν ένας Ελβετός χημικός, ονόματι Άλμπερτ Χόφμαν, εργαζόμενος στην φαρμακοβιομηχανία Σαντόζ, πειραματιζόταν πάνω σε διάφορες χημικές ουσίες με σκοπό να βρει ένα νέο, αποτελεσματικό διεγερτικό του αίματος. Ανάμεσα στις χημικές ουσίες που ανακάλυψε ήταν και η λυσεργική διαιθυλαμίδη (Lysergic acid diethylamide), ευρέως γνωστή και ως LSD.

Οι επιπτώσεις της νέας ουσίας στον ανθρώπινο οργανισμό θα παρέμεναν άγνωστες εάν ο ίδιος ο Χόφμαν δεν αποφάσιζε πέντε χρόνια αργότερα (1943) να συνεχίζει την έρευνα πάνω στο LSD. Καθώς έκανε τα πειράματά του, καταλάθος δοκίμασε κάποια μικροποσότητα LSD που έμεινε στις άκρες των νυχιών του όταν άγγιξε κατα λάθος το σκεύασμα. Ο Χόφμαν αργότερα θα περιέγραφε την εμπειρία του:

Άμεσως ένοιωσα μια μεγάλη ένταση, αλλά και μια ελαφρά, ευχάριστη ζαλάδα. Πήγα στο σπίτι μου, όπου βρέθηκα σε μια όχι και τόσο δυσάρεστη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από αυξημένη φαντασία. Έκλεισα τα μάτια μου και ήταν σαν να βρίσκομαι σε όνειρο: έβλεπα παντού εικόνες και σχήματα με έντονα χρώματα, σαν από καλειδοσκόπιο. Η επίδραση του ναρκωτικού κράτησε περίπου 2 ώρες.

Παρά το γεγονός ότι δεν βρέθηκε κάποια συγκεκριμένη χρήση του ναρκωτικού για ιατρικούς λόγους, το LSD διαδώθηκε γρήγορα μέσω των ιατρικών εργαστηρίων στα οποία δώθηκε ποσότητα LSD για πειράματα. Τις αμέσως επόμενες δεκαετίες το LSD ήταν από τα πρώτα σε κατανάλωση ναρκωτικά παγκοσμίως.

Επιπτώσεις του LSD

Αν και μετά την αρχική ανακάλυψή του ναρκωτικού, η επιστημονικη κοινότητα δεν έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το LSD, η αυξημένη χρήση του από μια μερίδα πληθυσμού και ιδιαίτερα τη νεολαία, ήταν αναμενόμενο να οδηγήσει στη μελέτη των επιπτώσεών του στον άνθρωπο[1][2] . Ακόμη και σήμερα όμως η εξειδικευμένη έρευνα πάνω στο LSD παραμένει σχετικά περιορισμένη, με τις περισσότερες μελέτες να ασχολούνται με πειραματικά μοντέλα σε πειραματόζωα[3][4][5] . Γνωρίζουμε με σχετική σιγουριά πάντως ότι το LSD επηρεάζει τον μηχανισμό απελευθέρωσης και πρόσληψης σεροτονίνης στον εγκέφαλο. Η σεροτονίνη είναι ένας νευροδιαβιβαστής  ο οποίος σχετίζεται με τη λειτουργία πολλαπλών εγκεφαλικών συστημάτων που σχετίζονται με τον έλεγχο της συμπεριφοράς, την αντίληψη των ερεθισμάτων, τα συναισθήματα, τον έλεγχο της κίνησης, την πείνα, την θερμοκρασία του σώματος αλλά και τη σεξουαλική συμπεριφορά.

Όπως αναφέραμε, το LSD επιφέρει μια σειρά αλλαγών στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Οι επιπτώσεις του όμως αφορούν γενικότερα και τον τρόπο λειτουργίας του συνόλου του οργανισμού μας. Οι κύριες σωματικές επιπτώσεις της χρήσης LSD είναι:

  • Εφίδρωση
  • Ξηρότητα στόματος
  • Διαστολή κορών των ματιών
  • Αλλαγή στη θερμοκρασία του σώματος
  • Αϋπνία
  • Απώλεια όρεξης

Οι επιπτώσεις σε βιολογικό επίπεδο έχουν ως αποτέλεσμα και την δημιουργία συμπτωμάτων σε επίπεδο γνωστικών και συναισθηματικών λειτουργιών. Οι κυριες ψυχολογικές επιπτώσεις της κατανάλωσης, όπως είδαμε εν μέρει και από την εμπειρία του Χόφμαν, είναι:

  • Παραισθήσεις (παρανόηση κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Ψευδαισθήσεις (αντίληψη ανύπαρκτων κυρίως οπτικών ερεθισμάτων)
  • Διαστρέβλωση της αντίληψης του χώρου και του χρόνου (αποπροσανατολισμός)
  • Διαστρέβλωσης αντίληψης προσωπικής ταυτότητας
  • Έντονος χρωματισμός συναισθημάτων και σκέψεων(ευχάριστα ή δυσάρεστα)
  • Έμμονες ιδέες
  • Κρίση πανικού
  • Απώλεια ελέγχου
  • Υπερσεξουαλικότητα ή απώλεια σεξουαλικής επιθυμίας

Ανάλογα με τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης αλλά και τον οργανισμό του χρήστη, οι επιπτώσεις του LSD μπορεί να διαφέρουν σε ένταση και χρονική διάρκεια. Μια συνηθισμένη δοσολογία LSD (ένα δισκίο) έχει επίδραση από μερικά λεπτά έως λίγες ώρες. Η συχνή χρήση LSD, ακριβώς λόγω της μεγάλης διαστρέβλωσης που προκαλεί σε τόσες πολλές γνωστικές και συναισθηματικές λειτουργίες μπορεί οδηγήσει σε εμφάνιση ψυχοπαθολογικής συμπεριφοράς όπως είναι ένα ψυχωσικό ή καταθλιπτικό επεισόδιο ή μια διαταραχή πανικού.

Λόγω των έντονων εμπειριών που προκαλεί, στο εξωτερικό το LSD έχει αρχίσει προσφάτως να χρησιμοποιείται πειραματικά σε κάποια ψυχοθεραπευτικά πλαίσια όπως στην αντιμετώπιση του αλκοολισμού[6] . Φυσικά η πειραματική χρήση του σε αυτά τα πλαίσια γίνεται υπό αυστηρούς κανόνες και εξειδικευμένους θεραπευτές, ενώ ακόμη δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την αποτελεσματικότητα της χρήσης του LSD για ψυχοθεραπευτικούς σκοπούς.

Στατιστικά Χρήσης

Στην Ε.Ε. το ποσοστό ενηλίκων που έχουν καταναλώσει LSD τουλάχιστον μια φορά στη ζωή τους είναι μεταξύ 0% (Ρουμανία) έως 5.3% (Ηνωμένο Βασίλειο). Η πλειοψηφία των υπολοίπων χωρών υπολογίζουν τη χρήση LSD από ενήλικες σε 0.3% – 2%. Το ποσοστό χρήσης LSD τουλάχιστον μια φορά στους νέους (15-34 ετών) παραμένει σε χαμηλά ποσοστά που και πάλι βρίσκονται μεταξύ 0% (Ρουμανία) και 5.5% (Ηνωμένο Βασίλειο).

Τέλος, το ποσοστό των ατόμων που δοκίμασαν LSD τουλάχιστον μια φορά κατά τον τελευταίο χρόνο στην Ε.Ε. υπολογίζεται ότι κυμαίνεται σε χαμηλά ποσοστά, καθώς καμία άλλη χώρα δεν ξεπερνάει το ποσοστό της Εσθονίας, το οποίο είναι της τάξεως του 1%.[7]

Θεραπεία κατάχρησης LSD

Οι χρόνιοι χρήστες LSD αντιμετωπίζονται παγκοσμίως όπως ακριβώς και οι χρήστες των υπόλοιπων ναρκωτικών ουσιών[8]. Η χρήση ναρκωτικών ουσιών θεωρείται το αποτέλεσμα μιας σειράς άλλων ψυχολογικών δυσλειτουργών ή/και παθολογικών σχέσεων στη ζωή του ατόμου και η θεραπεία μπορεί να γίνει με μια σειρά πρεμβάσεων, όπως είναι η ατομική και η ομαδική ψυχοθεραπεία αλλά και η εισαγωγή σε ειδικές κλινικές αποτοξίνωσης. Σκοπός των παρεμβάσεων δεν είναι απλά να σταματήσει η χρήση ναρκωτικών ουσιών τώρα, αλλά να αποφευχθεί μια νέα χρήση στο μέλλον (υποτροπή).

Εισαγωγική Φωτογραφία

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. M.d, C. S. (1995). Effects of LSD on Somatosensory and Visual Evoked Responses and on the EEG in Man. Στο J. W. M.D (Επιμ.), Recent Advances in Biological Psychiatry(σσ 209–227). Springer New York. []
  2. Stern, W. C., Morgane, P. J., & Bronzine, J. D. (1972). LSD: effects on sleep patterns and spiking activity in the lateral geniculate nucleus. Brain research, 41(1), 199–204. []
  3. Moreno, J. L., Holloway, T., Umali, A., Rayannavar, V., Sealfon, S. C., & González-Maeso, J. (2013). Persistent effects of chronic clozapine on the cellular and behavioral responses to LSD in mice. Psychopharmacology, 225(1), 217–226. doi:10.1007/s00213-012-2809-7 []
  4. Grossman, L., Utterback, E., Stewart, A., Gaikwad, S., Chung, K. M., Suciu, C., … Kalueff, A. V. (2010). Characterization of behavioral and endocrine effects of LSD on zebrafish. Behavioural Brain Research, 214(2), 277–284. doi:10.1016/j.bbr.2010.05.039 []
  5. Hughes, R. N. (1973). Effects of LSD on exploratory behavior and locomotion in rats. Behavioral Biology, 9(3), 357–365. doi:10.1016/S0091-6773(73)80184-1 []
  6. Kurland, A., Savage, C., Pahnke, W. N., Grof, S., & Olsson, J. E. (2009). LSD in the Treatment of Alcoholics. Pharmacopsychiatry, 4(02), 83–94. doi:10.1055/s-0028-1094301 []
  7. European Monitoring Center for Drugs and Drugs Addiction []
  8. Boer, A. P., & Sipprelle, C. N. (1969). Induced Anxiety in the Treatment for LSD Effects. Psychotherapy and Psychosomatics17(2), 108–113. doi:10.1159/000286016 []