12 Απρ 2014

Κριτική στη θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner

Ανάμεσα στα πιο μυστηριώδη αντικείμενα της ψυχολογίας, η νοημοσύνη κατέχει μια εξέχουσα θέση. Η προβληματική που δημιουργεί ανευρίσκεται τόσο στην δυστοκία του ορισμού της, καθώς υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις όσον αφορά το περιεχόμενό της, όσο και από την ίδια την έννοια και το αν αυτή έχει πραγματικό νόημα ή απλώς περιγράφει μια συλλογή από διαφορετικές λειτουργίες που αλληλοσυμπληρώνονται και λειτουργούν συνδυαστικά στον βίο του ανθρώπου.

Υπάρχουν δύο απόψεις γύρω από τη φύση της νοημοσύνης. Από τη μία, είναι η άποψη που υποστηρίζει την ολότητα και ενότητα της νοημοσύνης, η λεγομένη μονοπαραγοντική θεωρία (L. Terman). Από την άλλη πλευρά είναι οι πολυπαραγοντικές θεωρίες (Spearman, Vernon, Thurstone, Sternberg και Guilford), σύμφωνα με τις οποίες η νοημοσύνη απαρτίζεται και οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, ενίοτε ανεξάρτητους μεταξύ τους. Η πιο φημισμένη πολυπαραγοντική θεωρία είναι η θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner.

Στη θεωρία αυτή, o Gardner διακρίνει τη νοημοσύνη με βάση οκτώ κριτήρια:

  • Μουσική νοημοσύνη (Ευαισθησία στον ήχο, αντίληψη στις νότες, τη μουσική)
  • Γλωσσική νοημοσύνη (Ικανότητα ανάγνωσης, γραφής, διαχείρισης των λέξεων και έκφραση μέσω αυτών),
  • Λογικομαθηματική νοημοσύνη (λογική, αφηρημένη σκέψη, ευχέρεια στους αριθμούς, κριτική σκέψη)
  • Ενδοπροσωπική νοημοσύνη (αντίληψη του εαυτού και των συναισθημάτων του, αυτογνωσία)
  • Διαπροσωπική νοημοσύνη (ικανότητα συνεργασίας με άλλους, εκτίμηση των συναισθημάτων και χαρακτηριστικών τους, ομαδικότητα)
  • Χωρική νοημοσύνη (Αντίληψη του χώρου και των διαστάσεων, γραφικές παραστάσεις)
  • Νατουραλιστική νοημοσύνη (Κατηγοριοποίηση και αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος)
  • Κιναισθητική νοημοσύνη (έλεγχος κινήσεων των μελών του σώματος, δεξιότητα στη διαχείριση των αντικειμένων)

Ο ίδιος υποστήριξε πως οι διάφορες μορφές της νοημοσύνης είναι σχεδόν ανεξάρτητες μεταξύ τους, και γύρω από αυτήν την ιδέα δόμησε την θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης.

Καταρχάς, η απόλυτη διάκριση των τύπων της νοημοσύνης του Gardner, όχι μόνο σε πειραματικό επίπεδο δεν βρέθηκε συμφωνία (καθώς στα πειράματα νοημοσύνης παρατηρείται συσχετισμός των διαφόρων ειδών, όπως αυτά της γλωσσικής και της λογικομαθηματικής νοημοσύνης,  αντίθετα με τις προβλέψεις του Gardner), αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο θεωρώ πως η διάκριση είναι επιφανειακή. Και τούτο γιατί σε πολλούς, από τους φαινομενικά διαφορετικούς, «τύπους» της νοημοσύνης μπορούν να βρεθούν κοινά στοιχεία που μόνο στην έκφανσή τους, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή, διαφέρουν, δίχως να αποτελούν όμως παρασκηνιακά διαφορετικές νοητικές λειτουργίες.

Για παράδειγμα, η γλωσσική νοημοσύνη διακρίνεται για την ικανότητα στη διαχείριση των λέξεων, την χρήση πλούσιου λεξιλογίου και τη σωστή χρήση του λόγου για την έκφραση. Έχοντας την κοινή αντίληψη ότι ένα «θεωρητικό», «λογοτεχνικό» μυαλό βρίσκεται σε αντιδιαστολή από το «λογικό», ή πόσο μάλλον «μαθηματικό» μυαλό, δεν διστάζουμε να πιστέψουμε πως υπάρχει φυσικά και μια αντίστοιχη διάκριση μεταξύ των νοητικών λειτουργιών. Έτσι, μην μπορώντας να βρούμε ένα κοινό κρίκο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι διαφορετικά, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, τμήματα της νοημοσύνης.

Ας αναρωτηθούμε όμως το εξής. Μια καλή χρήση του λόγου, είναι εν τέλει, η σωστή επιλογή των λέξεων που θα αποδώσουν το προσδοκώμενο νόημα. Είναι επομένως μια διεργασία σύγκρισης, απόρριψης και επιλογής λέξεων, τις οποίες συνθέτουμε σε προτάσεις προκειμένου να εκφραστούμε. Η ίδια διεργασία συμβαίνει από την ποίηση μέχρι τη ρητορική. Ο σκοπός που θέτουμε και τις διακρίνει (την ποίηση από τη ρητορική) είναι αδιάφορος σε αυτά τα πλαίσια. Το «ζύγισμα» των λέξεων, η διαδικασία δηλαδή επιλογής των καταλλήλων, γίνεται πρώτα από όλα από την εντύπωση που έχουμε για αυτές τις λέξεις, και συνεπώς την βαρύτητα που θεωρούμε ότι θα έχουν στον δέκτη εκφράζοντάς τες. Ανακαλούμε δηλαδή τον θεωρούμενο αντίκτυπο της κάθε λέξης, όπως τον έχουμε διαμορφώσει στο νου μας μέσω της εμπειρίας. Για να δια-κρίνουμε από τη μνήμη τις λέξεις που προσδοκούμε να αποδώσουν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν γίνεται παρά να περάσουμε στην αξιολόγηση, δηλαδή την το προαναφερθέν «ζύγισμα». Το ζύγισμα αυτό όμως δεν είναι παρά κριτική σκέψη, που δεν οφείλεται σε καμία άλλη λειτουργία πλην της λογικής, της λογικομαθηματικής κατά τον Gardner, που ο ίδιος μάλιστα κατέταξε την κριτική σκέψη στη λογικομαθηματική νοημοσύνη(βλ. παραπάνω). Η διάκριση, και συνεπώς η αξιολόγηση, αποτελούν προϊόντα της κριτικής σκέψης, που πολύ σωστά εντάσσεται στο πλαίσιο της λογικομαθηματικής, καθώς η σύγκριση δεδομένων είναι λειτουργία της λογικής, όπως και στα μαθηματικά. Η κρίση είναι μέτρηση, ζύγισμα. Επομένως, όχι μόνον η γλωσσική και η λογικομαθηματική συσχετίζονται, αλλά είναι θεωρητικά (και πρακτικά) αδύνατον ένας άνθρωπος να είναι ιδιαίτερα ικανός στη διαχείριση της γλώσσας χωρίς να έχει μια αντίστοιχη ικανότητα στη λογική. Και αυτό γιατί το συστατικό της γλώσσας, όπως είδαμε, είναι η ίδια η λογική. Είναι επομένως άτοπο να διακρίνουμε αυτά τα δύο. Στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε τη διαφοροποίηση του αντικειμένου, είναι ακριβώς οι ίδιες λειτουργίες.

Η επιλογή του αντικειμένου τώρα, δεν οφείλεται στη νοημοσύνη αυτή καθ’ αυτή, αλλά είναι απόρροια εμπειριών, καθώς επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε το νου μας σε αυτά που μας τραβούν την προσοχή, ή μέσα από ένα οποιοδήποτε σύστημα αξιών που θέτουμε, θεωρούμε προτιμότερο να ασχοληθούμε. Ένας ικανός γλωσσολόγος ή ομιλητής, για παράδειγμα, θα αναρωτιόνταν κανείς, γιατί δεν είναι και μαθηματικός; Η παραπλανητική αυτή σκέψη δεν πρέπει να καθοδηγεί το συλλογισμό μας. Το γεγονός ότι ένας ικανός ομιλητής δεν είναι και ειδήμων σε αυτά που θεωρούμε «ασχολίες τις λογικής», δεν σημαίνει ότι θα ήταν πραγματικά ανίκανος σε αυτές. Μέσα στην πολύπλοκη πραγματικότητα, είναι ισχυρό ενδεχόμενο πως για κάποιους λόγους, είτε δεν επέλεξε τέτοιες ασχολίες, ώστε να επιδείξει και εκεί ικανότητες (π.χ. δεν υπήρξαν τα κατάλληλα ερεθίσματα), είτε επέλεξε άλλες απομακρύνοντας τον εαυτό του από τις πρώτες (ακολουθώντας ακαδημαϊκή σπουδή, επαγγελματικές προοπτικές, κ.λπ., δεν υπήρχε κίνητρο για άλλη ασχολία). Είναι εξάλλου γνωστό πως υπήρχαν ερεθίσματα από νεαρή ηλικία, εξωτερικά από αυτά που λαμβάνει ο κάθε άνθρωπος από την κοινωνία (ιδιαίτερα φερ’ ειπείν την εκπαίδευση, που συχνά λειτουργεί μάλλον αποτρεπτικά). Είναι το ενδιαφέρον πολλές φορές, που καθορίζει τις ασχολίες, και όχι η νοημοσύνη, η οποία βέβαια είναι αυτή που τις θεμελιώνει, τις αναπτύσσει και τις αναδεικνύει (μια πυξίδα και ένα βιβλίο γεωμετρίας για τον Αϊνστάιν, μια επίδειξη ηλεκτρισμού στο λύκειο για τον Τέσλα, κ.λπ. Σίγουρα τα ερεθίσματα αυτά δεν είναι καθοριστικά. Είναι όμως ενδιαφέρον που διατηρούνται στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, ώστε να τα αφηγηθούν στον κόσμο μετά από πολλά χρόνια..).

Επίσης, η θεωρία του Gardner δεν είναι μια θεωρία που μελετά την νοημοσύνη ως ψυχολογικό φαινόμενο. Είναι μια απαρίθμηση των εκδηλώσεων της νοημοσύνης, μια λίστα που ολοένα και εμπλουτίζεται από μεταγενέστερους. Ικανότητες όπως χορός, μουσική, γλώσσα, είναι απλώς εκφάνσεις της ευφυΐας του ανθρώπου, και δεν ταυτίζονται με αυτήν. Μπορεί να υπάρχει ποικιλία εκφάνσεων, αλίμονο όμως αν θεωρούμε ότι η καθεμία αποτελεί ξεχωριστή, ανεξάρτητη όπως υποστηρίζει ο Gardner, μορφή νοημοσύνης. Βλέπουμε έτσι πως στα κριτήρια αυτά προστίθενται και άλλα (όπως υπαρξιακή νοημοσύνη). Αντί για μια θεωρία που εξηγεί το νόημα της νοημοσύνης, έχουμε μια καταγραφεί των εκδηλώσεών της στην καθημερινή ζωή, και θεωρώντας ακόμη χειρότερα ότι οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούν και γνήσιες μορφές της νοημοσύνης.

Τέλος, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ικανότητας και νοημοσύνης (όπως επισήμαναν οι  Robert J. SternbergEysenck,  και Scarr). Έτσι, ο τραγουδιστής θεωρείται πως έχει μουσική νοημοσύνη, ενώ στην πραγματικότητα είναι ενδεχομένως η χροιά της φωνής του, που για βιολογικά αίτια, τον καθιστούν ευχάριστο στο άκουσμα, και όχι απευθείας μια ιδιαίτερη ικανότητα του νου. Το ίδιο ισχύει και για τα στοιχεία του χαρακτήρα. Έτσι, κάποιος μπορεί να μην εκτιμά τα συναισθήματα των άλλων, όχι απαραίτητα επειδή υστερεί σε αυτό νοητικά, αλλά επειδή αδιαφορεί ή είναι εγωκεντρικό, χαρακτηριστικά που πιθανώς να οφείλονται στις εμπειρίες του (π.χ. στην αγωγή που του δόθηκε).

Η προσπάθεια της ψυχολογικής σκέψης οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να στρέφεται στην εύρεση του μίτου μέσω του οποίου συνδέονται οι εκφάνσεις των ψυχικών λειτουργιών του ατόμου, και όχι στην απλή καταγραφή τους. Το κατόρθωμα βρίσκεται στην αναζήτηση των αρχών, μέσω των οποίων μπορούν να περιγραφούν τα πολυποίκιλα ψυχολογικά φαινόμενα. Το ίδιο πιστεύω πως πρέπει να γίνει και με τη νοημοσύνη. Ειδάλλως, μένουμε στάσιμοι στα όσα μας προβάλλονται, αγνοώντας το προσκήνιο πίσω από το οποίο προέρχεται το εκάστοτε μυστήριο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Author: Αθανάσιος Πεφτίνας

Ο Αθανάσιος Πεφτίνας είναι φοιτητής της Νομικής, ενώ παράλληλα ασχολείται ενεργά με τη Φιλοσοφία, τη Φυσική και τη Ψυχολογία. Είναι συγγραφέας του βιβλίου Η Φιλοσοφική Ανάλυση.