21 Ιούλ

Έντονα ερωτικά συναισθήματα και παρορμητικότητα πηγαίνουν χέρι-χέρι

Ο έρωτας, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια μιας νέας σχέσης, λέμε ότι μας «παίρνει το μυαλό». Πόσο αλήθεια είναι όμως αυτό; Πόσο διαφορετικά λειτουργεί ο εγκέφαλός μας όταν το έτερον ήμισυ μας «έχει πάρει το μυαλό»; Τι συνέπειες μπορεί να έχει αυτό στην συμπεριφορά μας και στη λήψη αποφάσεων; Έχοντας αυτά τα ερωτήματα στο νου, μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου του Leiden αποφάσισε να δει εάν όσοι εμπλέκονται σε μια έντονη ερωτική σχέση έχουν διαφορετική επίδοση σε κάποια βασικά τεστ γνωστικών ικανοτήτων[1] .

Για τις ανάγκες τις έρευνας εξετάστηκαν νέοι φοιτητές οι οποίοι δήλωσαν ότι έχουν δημιουργήσει μια νέα ερωτική σχέση πρόσφατα. Στο πρώτο κομμάτι τις έρευνας οι συμμετέχοντες ολοκλήρωσαν ένα ερωτηματολόγιο το οποίο μετράει την ένταση των ερωτικών συναισθημάτων (PassionateLoveQuestionnaire)[2], ενώ στο δεύτερο κομμάτι της έρευνας ολοκλήρωσαν δύο γνωστικές δοκιμασίες που σκοπό είχαν να εξετάσουν την παρορμητικότητα του συμμετέχοντα: την ικανότητά του δηλαδή να αντισταθεί να φερθεί βεβιασμένα. Το τελικό ερώτημα που ήθελε να απαντήσει η εν λόγω έρευνα είναι εάν η απόδοση στις γνωστικές δοκιμασίες σχετίζεται θετικά ή αρνητικά με την ένταση των ερωτικών συναισθημάτων.

Οι γνωστικές δοκιμασίες

Stroop test

Η πρώτη δοκιμασία που ολοκλήρωσαν οι συμμετέχοντες είναι το λεγόμενο τεστ Stroop. Η λογική του συγκεκριμένου τεστ είναι σχετικά απλή. Ο συμμετέχοντας καλείται να απαντήσει σε μια σειρά από 3 υποδοκιμασίες. Στην πρώτη περίπτωση βλέπει λέξεις χρωμάτων στην οθόνη του («πράσινο», «μπλε») και καλείται να πατήσει ένα κουμπί με το δεξί χέρι ή το αριστερό ανάλογα με το ποιο χρώμα διάβασε (π.χ. το «μπλε» αντιστοιχεί στο αριστερό χέρι και το «πράσινο» στο δεξί). Στην δεύτερη υποδοκιμασία βλέπει χρωματισμένα τετραγωνάκια (μπλε ή πράσινα) και πάλι καλείται να απαντήσει με το δεξί ή το αριστερό χέρι ανάλογα με το χρώμα που βλέπει. Στην τρίτη και πιο ενδιαφέρουσα υποδοκιμασία ο συμμετέχοντας βλέπει λέξεις χρωμάτων («μπλε», «πράσινο») οι οποίες είναι γραμμένες με διαφορετικά χρώματα (μπλε και πρασινο) και καλείται να πατήσει ένα κουμπί με το αριστερό ή το δεξί του χέρι ανάλογα με το ποιο είναι το χρώμα με το οποίο είναι γραμμένο η λέξη που βλέπει μπροστά του.

Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Stroop

Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Stroop

Ουσιαστικά, στην τρίτη υποδοκιμασία ο πειραματικός σχεδιασμός δημιουργεί μια γνωστική σύγκρουση, καθώς ο εγκέφαλος διαβάζει τη λέξη (π.χ. «πράσινο») και ταυτόχρονα βλέπει και το χρώμα (π.χ. μπλε) ενώ καλείται να δώσει και μια απάντηση με το δεξί και αριστερό του χέρι. Όταν η λέξη και το χρώμα της ταιριάζουν (π.χ. βλέπει τη λεξη «μπλε» γραμμένη με μπλε χρώμα) δεν υπάρχει γνωστική σύγκρουση καθώς η απάντηση είναι προφανής: μπλε. Όταν όμως η λέξη και το χρώμα της δεν ταιριάζον (π.χ. βλέπει τη λέξη «μπλε» γραμμένη με πράσινο χρώμα) τότε δημιουργείται γνωστική σύγκρουση λόγω της παράλληλης επεξεργασίας του λόγου και του χρώματος, κάτι που φαίνεται κατά την αξιολόγηση των απαντήσεων καθώς στις περιπτώσεις γνωστικής σύγκρουσης οι συμμετέχοντας καθυστερούν περισσότερο να δώσουν τη σωστή απάντηση ή/και κάνουν περισσότερα λάθη.

Flanker test

Η δοκιμασία τύπου Flanker την οποία ολοκλήρωσαν οι συμμετέχοντες είναι της ίδιας λογικής με αυτή του τεστ Stroop. Το υποκείμενο του πειράματος βλέπει ένα κεντρικό ερέθισμα (συνήθως γράμμα ή ένα βελάκι) το οποίο αριστερά και δεξιά συνοδεύεται από άλλα ερεθίσματα. Σκοπός του συμμετέχοντα είναι να απαντήσει εάν το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με αυτά που το περιστοιχίζουν ή όχι. Το πείραμα χωρίζεται σε τρεις πειραματικές υποδοκιμασίες. Στην πρώτη το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με αυτά που το περιστοιχίζουν (π.χ. ένα βελάκι που κοιτάει αριστερά, το οποίο περιστοιχίζεται από άλλα βελάκια που κοιτούν αριστερά). Στην δεύτερη περίπτωση το κεντρικό ερέθισμα είναι διαφορετικό από αυτά που το περιστοιχίζουν, ενώ στην τρίτη απλά τα ερεθίσματα που περιστοιχίζουν το κεντρικό αντικαθίστανται με κενά κουτάκια.

Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Flanker

Οι πειραματικές υποδοκιμασίες του τεστ Flanker

Αυτό το οποίο μετράνε οι ερευνητές στα πειράματα τύπου Flanker είναι η ταχύτητα αντίδρασης των υποκειμένων όταν απαντούν εάν το κεντρικό ερέθισμα είναι το ίδιο με τα περιφερειακά ή όχι, καθώς επίσης και τον αριθμό των λανθασμένων απαντήσεων στις τρεις πειραματικές υποδοκιμασίες. Οι πιο παρορμητικοί συμμετέχοντες είναι αυτοί οι οποίοι δίνουν τις περισσότερες λανθασμένες απαντήσεις.

Έρωτας και παρορμητικότητα

Συγκρίνοντας τα αποτελέσματα των συμμετεχόντων στο ερωτηματολόγιο και στις δύο γνωστικές δοκιμασίες οι ερευνητές βρήκαν ότι όσο πιο παθιασμένα ερωτευμένοι ήταν οι συμμετέχοντες, τόσο χαμηλότερη βαθμολογία επιτύγχαναν στις γνωστικές δοκιμασίες. Βεβαίως, όπως συμβαίνει με όλες τις έρευνες που ελέγχουν συσχετίσεις μεταξύ δύο μεταβλητών (εν προκειμένων «επίπεδα έρωτα» και «παρορμητικότητα»), δεν μπορούμε να γνωρίζουμε με ασφάλεια εάν ο ένας παράγοντας προκαλεί τον άλλο ή το αντίστροφο. Με απλά λόγια δεν ξέρουμε εάν όσο πιο ερωτευμένος είναι κάποιος τόσο πιο παρορμητικός γίνεται ή εάν όσο πιο παρορμητικός είναι κάποιος τόσο πιο έντονα τείνει να ερωτεύεται.

Όπως και να έχει, η έρευνα έδειξε ότι ο έρωτας πηγαίνει χέρι-χέρι με την παρορμητικότητα και τη μείωση της γνωστικής οξυδέρκειας, κάτι που μπορεί φυσικά να αποτυπώνεται και στην καθημερινότητα του ερωτευμένου: να είναι πιο ξεχασιάρης, να παίρνει περισσότερα ρίσκα ή να έχει δυσκολίες συγκέντρωσης.

Θα είχε ενδιαφέρον εάν η εν λόγω έρευνα συνεχιζόταν και σε βάθος χρόνου ώστε να δούμε πως εξελίσσεται η σχέση μεταξύ παρορμητικότητας και ερωτικού συναισθήματος σε βάθος χρόνου, καθώς ωριμάζει η ερωτική σχέση και αρχίζει να αποκτά και άλλα επιμέρους χαρακτηριστικά πέραν της έντονης ερωτικής επιθυμίας.

Φωτογραφίες

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ολοκληρώσει την θεωρητική του εκπαίδευση στην Γνωστική – Αναλυτική Ψυχοθεραπεία και έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με θέματα όπως την σωματική και τη ψυχοσυναισθηματική κακοποίηση γυναικών-θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, τη συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων αλλά και με τη συμβουλευτική στήριξη και ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό το διάστημα ασχολείται με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφυγικών ομάδων, ενώ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Σχολικής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Van Steenbergen, H., Langeslag, S. J. E., Band, G. P. H., & Hommel, B. (2013). Reduced cognitive control in passionate lovers. Motivation and Emotion. doi:10.1007/s11031-013-9380-3 []
  2. ElaineHatfield: “PassionateLoveQuestionnaire” []