Το φαινόμενο της απάθειας του θεατή

Ήταν 3.15 πμ της 13ης Μαρτίου 1964, όταν μία γυναίκα επέστρεφε από τη δουλειά στο μπαρ της και πάρκαρε το αυτοκίνητό της μπροστά από το σύμπλεγμα κατοικιών στο οποίο έμενε στη Νέα Υόρκη. Βγήκε από το αυτοκίνητό της και κινήθηκε προς την είσοδο του σπιτιού της που απείχε μόλις 30 μέτρα από το πάρκινγκ. Ένας άγνωστος άνδρας εμφανίστηκε πίσω της και άρχισε να την κυνηγάει. Η Catherine Genovese, όπως ήταν το όνομα της νεαρής γυναίκας, άρχισε να τρέχει προς την είσοδο φωνάζοντας για βοήθεια. Ο άνδρας όμως την πρόλαβε λίγο πριν της είσοδο και της κατάφερε δύο μαχαιριές στην πλάτη. Η κοπέλα ούρλιαζε για βοήθεια φωνάζοντας πως την έχουν μαχαιρώσει.

Ένας γείτονας άκουσε τις φωνές, βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε προς τον κακοποιό «Φύγε και άσε ήσυχη την κοπέλα», αναγκάζοντας τον άνδρα να το βάλει στα πόδια, ενώ η Genovese σύρθηκε προς την είσοδό της με όση δύναμη της είχε απομείνει. Λίγα λεπτά αργότερα ο δράστης επέστρεψε στο θύμα του και συνέχισε να της επιτίθεται με μανία. Συνολικά η κοπέλα βασανίστηκε πάνω από 45 λεπτά πριν ένας άλλος γείτονας βγει να δει τι συμβαίνει και καλέσει την αστυνομία και ασθενοφόρο. Η Genovese πέθανε κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο.

Αυτή η ιστορία θα ήταν μια ιδιαίτερα τραγική ιστορία δολοφονίας μετά ληστείας, αλλά έμεινε στην ιστορία για έναν απλό λόγο. Υπολογίζεται πως πάνω από 30 άτομα άκουσαν την κοπέλα να καλεί σε βοήθεια, αλλά κανένας δεν την βοήθησε ή δεν ειδοποίησε έγκαιρα τις αρχές, με αποτέλεσμα η κοπέλα να βασανιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να χάσει τη ζωή της. Η συγκεκριμένη ιστορία έδωσε την αφορμή στους κοινωνικούς ψυχολόγους να δημιουργήσουν μία νέα έννοια: το φαινόμενο του θεατή (bystander effect).

Σύμφωνα με αυτό το φαινόμενο, όσοι περισσότεροι είναι θεατές σε ένα τραγικό γεγονός, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους. Μεγάλες και ιστορικές έρευνες έχουν μελετήσει επανειλημμένα το συγκεκριμένο φαινόμενο και επιπλέον έχει επαναληφθεί και άλλες φορές στην εγκληματολογική ιστορία. Πλέον θεωρείται ως ένα από τα πιο ευρέως εδραιωμένα κοινωνικά φαινόμενα.

Πως είναι όμως δυνατόν να βλέπεις τον συνάνθρωπό σου να υποφέρει και να μην κάνεις τίποτα; Με μια πρώτη σκέψη, μας φαίνεται αδιανόητη η λογική πίσω από αυτό το φαινόμενο. Θα περίμενε κανείς ότι όσο αυξάνονται οι μάρτυρες ενός συνανθρώπου μας που χρειάζεται επειγόντως βοήθεια, τόσο θα έπρεπε να αυξάνεται και η πιθανότητα κάποιος να βοηθήσει ή να καλέσει για βοήθεια τις αρχές. Γιατί η πραγματικότητα διαφέρει τόσο από αυτό που αναμένουμε;

Διάχυση ευθύνης

Ένας βασικός λόγος που ο αυξημένος αριθμός μαρτύρων μιας κακομεταχείρισης δεν αυξάνει την πιθανότητα παρέμβασης είναι αρκετά απλός: η διάχυση της ευθύνης. Όσο περισσότερα άτομα βρίσκονται αντιμέτωπα με μία μεγάλη ευθύνη (π.χ. να καλέσουν την αστυνομία), τόσο μικραίνει η ατομική ευθύνη. Σκεφτείτε το σαν ένα μπουκάλι με νερό το οποίο μοιράζεται η ίδια ποσότητα νερού σε έναν αριθμό ποτηριών. Όσο λιγότερα είναι τα ποτήρια (οι μάρτυρες, στην περίπτωσή μας), τόσο περισσότερο νερό (η ευθύνη) αναλογεί στο κάθε ένα. Με απλά λόγια, όταν υπάρχουν πολλά άτομα σε μια σκηνή εγκλήματος, σκεφτόμαστε ότι κάποιος άλλος θα παρέμβει ή έχει ενημερώσει ήδη τις Αρχές. Πλήθος ερευνών με κοινωνικά πειράματα πάνω στο φαινόμενο του θεατή έχουν δείξει μια σταθερή αρνητική σχέση μεταξύ πιθανότητας παρέμβασης και αριθμού μαρτύρων.

Έπειτα, υπάρχει και το φαινόμενο της μίμησης. Όσο περισσότερα άτομα δεν αντιδρούν σε μια κατάσταση (ενδεχομένως λόγω της διάχυσης ευθύνης που αναφέραμε προηγουμένως) τόσο αυξάνεται η πιθανότητα και εμείς να μην αντιδράσουμε, καθώς σκεφτόμαστε πως για να μην αντιδράσει κανένας, μάλλον το περιστατικό είναι ήσσονος σημασίας. Έτσι, ανακυκλώνεται η απραξία, έως ότου βεβαίως κάποιος κάνει την αρχή και αντιδράσει, αυξάνοντας την εμπλοκή και των υπολοίπων μαρτύρων.

Γνώση του πώς να βοηθήσουμε χωρίς αρνητικές συνέπειες

Μερικές φορές το φαινόμενο του θεατή οφείλεται σε πιο απλές εξηγήσεις. Για παράδειγμα, μία έρευνα του 2013[1] πάνω στο συγκεκριμένο φαινόμενο βρήκε πως σε μερικές περιπτώσεις οι μάρτυρες δεν βοηθούν όχι επειδή δεν θέλουν να βοηθήσουν, αλλά γιατί πολύ απλά δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν χωρίς να κάνουν τα πράγματα χειρότερα για το άτομο που χρειάζεται βοήθεια ή ακόμη και για τους ίδιους (εάν κινδυνεύει και η δική τους ακεραιότητα). Για παράδειγμα, εάν κάποιος ξυλοκοπηθεί άγρια και αφεθεί στο δρόμο λιπόθυμος, μπορεί να μην πλησιάσουμε να βοηθήσουμε γιατί δεν έχουμε γνώση του πώς να προσφέρουμε τις πρώτες βοήθειες, ενώ ταυτόχρονα «παγώνουμε», μήπως και αυτός που επιτέθηκε στο άτομο προσπαθήσει να ξυλοκοπήσει και εμάς.

Βεβαίως όσο πιο «απλή» είναι μια κατάσταση και όσο μικρότερο ρίσκο παίρνουμε προσφέροντας βοήθεια, τόσο πιο πιθανό είναι να βοηθήσουμε. Για να το κατανοήσουμε, στο παράδειγμα του ξυλοδαρμού που ανέφερα παραπάνω ας αντιπαραθέσουμε ένα παράδειγμα όπου κάποιος γλιστράει στο δρόμο και σπάει το χέρι του. Αυτή η κατάσταση είναι πιο απλή και με λιγότερο ρίσκο, καθώς δεν κινδυνεύει ούτε η σωματική μας ακεραιότητα, ούτε άμεσα η ακεραιότητα του ατόμου με τη βοήθεια που θα προσφέρουμε (αρκεί να μην κουνήσουμε απότομα το σπασμένο χέρι!). Βλέπουμε δηλαδή ότι σε τέτοιες περιπτώσεις που δεν περιμένουμε ιδιαίτερες αρνητικές συνέπειες από την εμπλοκή μας με τον συνάνθρωπό μας που χρειάζεται βοήθεια, παρατηρείται αυξημένη πιθανότητα για παροχής βοήθειας.

Ο παράγοντας της κουλτούρας

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι διίστανται πάνω στο ερώτημα εάν η κουλτούρα μας παίζει ρόλο στην εμφάνιση του φαινομένου του θεατή. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε κάποιον συνάνθρωπό τους που χρειάζεται βοήθεια, εφόσον λάβουμε υπόψη τους παράγοντες που αναφέραμε πιο πάνω. Από την άλλη όμως, κάποιες έρευνες πάνω στο φαινόμενο του θεατή δείχνουν ότι οι πολιτισμικοί παράγοντες όχι μόνο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του φαινομένου, αλλά πρέπει να του δίνεται και ιδιαίτερη βαρύτητα. Συγκεκριμένα, μελέτες που λαμβάνουν υπόψη πειράματα που έχουν γίνει σε διαφορετικές κουλτούρες[2] έφτασαν στο συμπέρασμα ότι όσο πιο πολύ επιβραβεύει τον ατομισμό μια κουλτούρα (π.χ. οι δυτικές κουλτούρες σε Ευρώπη και Αμερική) τόσο μικρότερη πιθανότητα υπάρχει για εμπλοκή των μαρτύρων για παροχή βοήθειας σε τυχαία θύματα μιας βίαιης ενέργειας ή κάποιου τυχαίου, κακού συμβάντος. Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες μετα-αναλύσεις, οι πιθανότητες αυξάνονται εάν το συμβάν λάβει χώρα σε μια κουλτούρα που επιβραβεύει όχι τον ατομισμό, αλλά το αίσθημα το ανήκειν σε μια κοινότητα.

Επιπλέον, πέραν του πολιτισμικού περιβάλλοντος εντός του οποίου συμβαίνει ένα περιστατικό, σημασία έχει και η ταύτιση της πολιτισμικής, κοινωνικής, φυλετικής ή άλλης ταυτότητας μεταξύ των μαρτύρων και του θύματος. Όσο πιο κοντά αισθάνονται οι μάρτυρες προς το θύμα (π.χ. ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, στην ίδια φυλή, στο ίδιο φύλο, εθνικότητα κ.α.) τόσο πιο πιθανό είναι να το βοηθήσουν[3] .

Συμπερασματικά

Το φαινόμενο του θεατή είναι ένα από τα πιο καλά μελετημένα κοινωνικά φαινόμενα, με πλήθος ερευνητικών δεδομένων να υποστηρίζουν την ύπαρξή του σε όλες τις κουλτούρες, ενδεχομένως με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά στην κάθε μία ξεχωριστά. Το κατά πόσο θα βοηθήσουμε ένα θύμα μιας κακής κατάστασης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως ο αριθμός των μαρτύρων, η γνώση μας για την σωστή παροχή βοήθειας, η εκτίμηση του κατά πόσο κινδυνεύουμε και εμείς οι ίδιοι εάν παρέχουμε βοήθεια στο θύμα αλλά και τα κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά που μοιραζόμαστε μαζί του. Είναι ένα φαινόμενο που δεν παρουσιάζει απλά επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά και ευρύτερο, καθώς επηρεάζει τη συμπεριφορά μας στην καθημερινότητά μας και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να αποδειχθεί κρίσιμο για την παροχή βοήθειας σε έναν συνάνθρωπό μας ο οποίος χρειάζεται επειγόντως βοήθεια. Ας το έχουμε στην άκρη του νου μας λοιπόν, ένα τύχει να βρεθούμε σε μια τέτοια κατάσταση.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Aronson, E., Wilson, T., &Akert,R. (2013). Social Psychology (8th ed.). Upper Saddle, New Jersey:Pearson Education Inc. []
  2. Pozzoli, T., Ang, R. P., & Gini, G. (2012). Bystanders’ Reactions to Bullying: A Cross-cultural Analysis of Personal Correlates Among Italian and Singaporean Students. Social Development, 21(4), 686-703. doi:10.1111/j.1467-9507.2011.00651.x Schwartz, S. H., & Gottlieb, A. (1976). Bystander reactions to a violent theft: Crime in Jerusalem. Journal Of Personality And Social Psychology, 34(6), 1188-1199. doi:10.1037/0022-3514.34.6.1188 []
  3. Levine, M., & Crowther, S. (2008). The responsive bystander: How social group membership and group size can encourage as well as inhibit bystander intervention. Journal Of Personality And Social Psychology, 95(6), 1429-1439. doi:10.1037/a0012634 []

Αρθρογράφος:
Δημήτρης Αγοραστός.

Ο Δημήτρης Αγοραστός είναι ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ολοκληρώσει την θεωρητική του εκπαίδευση στην Γνωστική - Αναλυτική Ψυχοθεραπεία και έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με θέματα όπως την σωματική και τη ψυχοσυναισθηματική κακοποίηση γυναικών-θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, τη συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων αλλά και με τη συμβουλευτική στήριξη και ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό το διάστημα ασχολείται με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφυγικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.


 dagorastos@gmail.com     http://dagorastos.net