14 Ιούν 2015

Τα χρήματα ίσως δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά διώχνουν τη δυστυχία

Έχουν υπάρξει πολλές έρευνες γύρω από τη σχέση ανάμεσα στα χρήματα και το κατά πόσο φέρνουν την ευτυχία. Αυτό στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν οι περισσότερες έρευνες έως τώρα είναι πως υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ των δύο, αλλά σίγουρα αυτή η σχέση δεν είναι ξεκάθαρη και γραμμική. Στο παρελθόν αναφερθήκαμε σε διάφορες έρευνες γύρω από το θέμα, οι οποίες έφτασαν σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Πρώτον, τα χρήματα σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, αλλά μόνο έως το επίπεδο που εξασφαλίζουν σε κάποιον τα απαραίτητα για να ζήσει «κανονικά» τη ζωή του. Πέραν αυτού του ορίου, τα περισσότερα χρήματα δεν σχετίζονται με πιο ευτυχισμένη ζωή. Δεύτερον, οι πιο πλούσιοι συνανθρωποί μας πληρώνουν ένα βαρύ τίμημα για τον πλούτο τους: δεν μπορούν να γευτούν τις απλές καθημερινές χαρές της ζωής. Ίσως αυτό να εξηγεί τις υπερβολές τις οποίες ακούμε πως κάνουν κατά καιρούς διάφοροι πλούσιοι και διάσημοι, σε μια προσπάθεια να αισθανθούν πιο ευτυχισμένοι. Από τα δύο παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα χρήματα φέρνουν μια αυξημένη ικανοποίηση στη ζωή, αλλά όχι απαραίτητα και την ευτυχία.

Μια νέα, πιο πρόσφατη, έρευνα[1] επικεντρώθηκε όχι στο αίσθημα της ευτυχίας, αλλά στο αίσθημα της δυστυχίας. Τα δύο αυτά συναισθήματα δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως τα δύο άκρα σε μια γραμμή, αλλά ως δύο εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Με άλλα λόγια, η έλλειψη ευτυχίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο είναι δυστυχισμένο, αλλά ούτε και το αντίθετο: η έλλειψη δυστυχίας δεν συνεπάγεται και την ύπαρξη συναισθήματος ευτυχίας. Και τα δύο συναισθήματα καλλιεργούνται στην καθημερινότητά μας, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Η συγκεκριμένη έρευνα, όπως και ο περισσότερες στον τομέα αυτό, έγινε με τη μέθοδο της αυτοαναφοράς, της συγκέντρωσης προσωπικών στοιχείων (π.χ. οικονομικά στοιχεία) και του ελέγχου της συσχέτισης μεταξύ της ύπαρξης συναισθημάτων και του οικονομικού επιπέδου. Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές είναι πως τα χρήματα σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα δυστυχίας: όσο μεγαλύτερο το εισόδημα κάποιου, τόσο λιγότερο «δυστυχής» δηλώνει. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν για το «εδώ και τώρα», πόσα χρήματα βγάζουν αυτή τη στιγμή και πόσο δυστυχισμένοι αισθάνθηκαν τις προηγούμενες ημέρες πριν την συμμετοχή τους στην έρευνα.

Τα αποτελέσματα σίγουρα δεν σόκαραν τους ερευνητές, καθώς ουσιαστικά επαληθεύουν σε μεγάλο βαθμό αυτό που γνωρίζαμε ήδη. Τα χρήματα λειτουργούν ως ένα βοηθητικό μέσο για να καταπολεμήσουμε το άγχος της επιβίωσης και να αυξήσουμε τον έλεγχο στη ζωή μας απέναντι σε αναπάντεχα αρνητικά γεγονότα που μπορεί να σχετίζονται με αρνητικά συναισθήματα. Πέρα από αυτό το σημείο όμως, ο πλούτος παύει να λειτουργεί υποστηρικτικά όσον αφορά τα επίπεδα της ευτυχίας.

Τα χρήματα λοιπόν δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά μας προστατεύουν από τη δυστυχία σε πρώτο βαθμό. Η χαρά της ζωής όμως, όπως έχουν δείξει πλήθος μελετών θετικής ψυχολογίας βρίσκεται σε απλά, καθημερινά πράγματα που οι περισσότεροι στον δυτικό κόσμο μπορούμε να απολαύσουμε: την αγάπη, τον ελεύθερο χρόνο με άτομα που αγαπάμε, τα δημιουργικά χόμπι αλλά και μέσω της συνεισφοράς μας στην κοινωνία με όσα μέσα διαθέτουμε. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μία γεμάτη ζωή δεν ισούται με μία γεμάτη τσέπη.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Kushlev et al. (2015). Higher Income Is Associated With Less Daily Sadness but not More Daily Happiness. Social Psychological and Personality Science July 2015 vol. 6 no. 5 483-489 [pdf] []