Η ψυχολογία της πολιτικής πόλωσης

Ζούμε ιδιαίτερες στιγμές στην χώρα μας. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν μόλις ανοίξει οι κάλπες για το δημοψήφισμα που θα δείξει εάν ο ελληνικός λαός θα ψηφίσει «Ναι» ή «Όχι» στην πρόταση των δανειστών της Ελλάδας (Ιούνιος 2015). Το δημοψήφισμα έχει πολλά ιδιαίτερα στοιχεία που το καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρον πέρα από την προφανή πολιτική και κοινωνική του διάσταση. Και με αυτά τα στοιχεία θα ήθελα να ασχοληθώ με το άρθρο μου αυτό. Να ξεκαθαρίσω ότι το άρθρο δημοσιεύεται μετά το κλείσιμο της κάλπης, προς αποφυγή εντάσεων και ενστάσεων ότι χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για πίεση προς τη μία ή τη δεύτερη επιλογή.

Αυτό που ίσως έχουμε προσέξει οι περισσότεροι είναι κάτι προφανές που δημιουργεί κάθε εθνική ψηφοφορία: πόλωση. Όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης, τόσο περισσότερο αυξάνεται η πόλωση. Τι εννοούμε όμως με τον όρο «πόλωση»; Το ευρετήριο όρων ψυχολογίας του PsychCentral μας δίνει έναν σύντομο και περιεκτικό ορισμό[1] :

Η ομαδική πόλωση είναι ένα φαινόμενο κατά το οποίο οι επιλογές και οι γνώμες των ατόμων μέσα στα πλαίσια μιας ομάδας τείνουν να γίνουν πιο ακραίες σε σχέση με τις πραγματικές, προσωπικές απόψεις των ατόμων που απαρτίζουν την ομάδα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η πόλωση δημιουργείται όχι σε ατομικό, αλλά σε ομαδικό επίπεδο. Η δυναμική της ομάδας τείνει να πιέζει το άτομο να λάβει όλο και πιο ακραίες θέσεις σε σχέση με τη θέση που υπερασπίζεται. Στο δημοψήφισμα λοιπόν, αν κάποιος ο οποίος έτεινε αρχικά προς τη μία απάντηση βρεθεί σε περιβάλλον με άλλους που τείνουν επίσης προς την ίδια απάντηση, σταδιακά θα καταλήξουν σε όλο και πιο σκληρή υποστήριξη της άποψης αυτής, παραμερίζοντας ενδεχομένως πτυχές της στάσης τους που αρχικά δεν τους άρεσαν. Για παράδειγμα, πολλοί υποστηρικτές του Ναι ή του Όχι τείνουν να παραμερίζουν ή να στρογγυλεύουν τις αρνητικές συνέπειες της κατάστασης στην οποία θα βρεθούμε εάν δώσουμε αυτή την απάντηση στο δημοψήφισμα.

Το κλίμα πόλωσης είναι κάτι που χτίζεται σταδιακά και απαιτεί χρόνο. Παρόλα αυτά όμως παρατηρούμε ότι στην περίπτωση του δημοψηφίσματος όπου η χρονική περίοδος προετοιμασίας και ενημέρωσης γύρω από τις συνέπειες του Ναι και του Όχι ήταν εξαιρετικά μικρή, κατάφερε ήδη να δημιουργηθεί ένα κλίμα πόλωσης. Αυτό οφείλεται ενδεχομένως στην κρισιμότητα που οι περισσότεροι βλέπουν στο ερώτημα του δημοψηφίσματος. Όσο πιο σοβαρές κρίνονται οι συνέπειες της μίας ή της άλλης απάντησης, τόσο αυξάνεται το αίσθημα της απειλής σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο και επομένως η πόλωση.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πριν από λίγους μήνες είχαμε παρακολουθήσει ένα επίσης κρίσιμο δημοψήφισμα στη Σκωτία, το οποίο διαπραγματευόταν την ανεξαρτησία ή όχι της χώρας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην περίπτωση αυτή οι πολίτες, με διαφορά 10% (45%-55%) αποφάσισαν να παραμείνουν στο Η.Β. Εκ των υστέρων αναλύσεις έδειξαν ότι κρίσιμος παράγοντας για την τελική απόφαση ήταν η απειλή που αισθάνθηκαν πολλοί Σκωτσέζοι σε περίπτωση που άλλαζε το status quo της χώρας τους. Υπήρχαν πλήθος αναλύσεων σχετικά με τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες της ανεξαρτησίας της Σκωτίας για τους πολίτες της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την τελευταία στιγμή πολλοί πολίτες να ψηφίσουν κατά της ανεξαρτησίας, ενώ στην ουσία ήταν υπέρ.

Η πολιτική πόλωση βεβαίως δεν παρατηρείται μόνο στις περιπτώσεις δημοψηφισμάτων τα οποία εκ των πραγμάτων χωρίζουν τους ψηφοφόρους σε δύο κατηγορίες (Ναι ή Όχι), αλλά ακόμη και στις βουλευτικές εκλογές. Αυτός είναι και ο λόγος που στις περισσότερες δημοκρατίες του κόσμου υπάρχουν δύο κυρίαρχα κόμματα που παλεύουν για την εξουσία. Ο δικομματισμός γεννιέται και θρέφεται μέσα από την κοινωνική πόλωση. Σύμφωνα με μια έρευνα που μελέτησε την αντίληψη της κομματικής πόλωσης και τους παράγοντες της στις ΗΠΑ, υπάρχουν 3 βασικά στοιχεία που πρέπει να λάβουμε υπόψη όταν μελετούμε το συγκεκριμένο φαινόμενο[2] .

Πρώτον, σημαντικός παράγοντας είναι οι αντιλήψεις μας για την «αντίπαλη ομάδα». Όσο πιο εννοποιημένους θεωρούμε τους πολιτικούς μας αντιπάλους, τόσο πιο πιθανό είναι να εγκαταλείψουμε τις αρχικές μας πολιτικές θέσεις, να έρθει πόλωση και να συνασπιστούμε με μια ομάδα που θεωρούμε ότι είναι πιο κοντά σε εμάς και είναι το αντίπαλο δέος για τους πολιτικούς μας αντιπάλους. Για τα ελληνικά δεδομένα, φανταστείτε την μεγάλη εκροή ψηφοφόρων προς τον ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες 2 εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν ασπάστηκαν ξαφνικά όλοι τις πολιτικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απλά συνασπίστηκαν εκεί απέναντι στην Ν.Δ.

Δεύτερος σημαντικός παράγοντας είναι η αυτοαντίληψή μας. Όσο πιο κεντρική είναι η πολιτική μας στάση για την προσωπική μας ταυτότητα, τόσο πιο πολωμένη μπορεί να γίνει. Με άλλα λόγια, αυτοί οι οποίοι θεωρούν την κομματική τους ταυτότητα ή πολιτική τους τοποθέτηση ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητάς τους, είναι δύσκολο να μετακινηθούν από τις θέσεις τους γιατί πολύ απλά είναι σαν να χάνουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Τρίτος παράγοντας της κομματικής πόλωσης είναι φυσικά οι προσωπικές μας αντιλήψεις. Όσο πιο ακραίες είναι εκ φύσεως οι προσωπικές μας αντιλήψεις, τόσο πιο ακραία θα είναι και η πολιτική μας θέση στο τέλος. Ένας εκ φύσεως ακραίος συνομιλητής είναι λογικό ότι δύσκολα θα μετακινηθεί από τις θέσεις του, καθώς τον εκφράζουν ειλικρινώς.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η πόλωση είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται ποικιλοτρόπως και σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις. Οι υποστηρικτές ενός κόμματος ή μίας στάσης σε ένα δημοψήφισμα δεν είναι απαραίτητα μια ομοιογενής ομάδα, αλλά με το πέρασμα του χρόνου και ενώ πλησιάζει η ώρα της κάλπης ομογενοποιούνται μέσα από μια διαδικασία δυναμική που λαμβάνει υπόψη την αυτοαντίληψη και την αντίληψη της ομοιογένειας και της δύναμης της αντίπαλης πολιτικής θέσης. Πρόκειται για έναν κυκλικό μηχανισμό: όσο πιο ομοιογενείς θεωρούμε τους άλλους, τόσο πιο πολύ ομογενοποιούμαστε εμείς και όσο πιο πολύ ομογενοποιούμαστε εμείς, τόσο πιο πολύ ομογενοποιείται και ο πολιτικός αντίπαλος, οδηγώντας σε μια πλήρως διχασμένη εικόνα του εκλογικού σώματος.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. PsychCentral: «Group Polarization» []
  2. Westfall et al. (2015). Perceiving Political Polarization in the  United States: Party Identity Strength  and Attitude Extremity Exacerbate the  Perceived Partisan Divide, Perspectives on Psychological Science 2015, Vol. 10(2) 145 –158 [pdf] []

Αρθρογράφος:
Δημήτρης Αγοραστός.

Ο Δημήτρης Αγοραστός είναι ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ολοκληρώσει την θεωρητική του εκπαίδευση στην Γνωστική - Αναλυτική Ψυχοθεραπεία και έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με θέματα όπως την σωματική και τη ψυχοσυναισθηματική κακοποίηση γυναικών-θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, τη συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων αλλά και με τη συμβουλευτική στήριξη και ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό το διάστημα ασχολείται με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφυγικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.


 dagorastos@gmail.com     http://dagorastos.net