Σχιζοφρένεια ή Διαταραχή του φάσματος της ψύχωσης;

Η σχιζοφρένεια είναι μία από τις πρώτες επίσημα καταγεγραμμένες ψυχικές διαταραχές. Καταγράφηκε για πρώτη φορά από τον Μπρόιερ στις αρχές του 20ου αιώνα και βασικός της πυρήνας είναι η περιγραφή ενός ευρέους φάσματος συμπεριφορών και γνωστικών συμπτωμάτων που σχετίζονται κυρίως με αποκλίνουσες σκέψεις και παραισθητικές αντιλήψεις που δεν βασίζονται στην πραγματικότητα. Η επίσημη περιγραφή της σχιζοφρένειας από το DSM-IV και DSM-V αναφέρουν  ως βασικά συμπτώματα.[1] :

  • Παραισθήσεις (οπτικές/ακουστικές κ.α.)
  • Ψευδαισθήσεις (οπτικές/ακουστικές κ.α.)
  • Αποδιοργανωμένη ομιλία (ασύντακτες προτάσεις/ιδέες, φυγή ιδεών κ.α.)
  • Αποδιοργανωμένη και κατοτονική συμπεριφορά
  • Αρνητικά συμπτώματα (έλλειψη αναμενόμενων βασικών συμπεριφορών π.χ. αλαλία, ακινησία, συναισθηματική απάθεια κ.α.)

Όπως βλέπουμε η σχιζοφρένεια είναι μια πολυσυμπτωματική ψυχική διαταραχή η οποία μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και με διαφορετικό συνδυασμό συμπτωμάτων. Ήδη το DSM αναφέρει ότι για την διάγνωση της σχιζοφρένειας απαιτείται η παρουσία δύο εκ των άνω συμπτωμάτων ή ακόμη και ενός εφόσον οι παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις είναι σε πολύ έντονο βαθμό. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι κάποιος μπορεί να έχει μπροστά του δύο ασθενείς που έχουν διαγνωσθεί ως σχιζοφρενείς αλλά να παρουσιάζουν εντελώς διαφορετική κλινική εικόνα.

Αυτό το ευρύ φάσμα συμπτωμάτων και κλινικών εικόνων της σχιζοφρένειας έχει οδηγήσει ένα μέρος της επιστημονικής κοινότητας σε αμφισβήτηση της ενιαίας διάγνωσης για όλους τους ασθενείς. Εφόσον ένας ασθενής έχει διαφορετικά κλινικά συμπτώματα σε σχέση με έναν άλλο, πως γίνεται να έχουν την ίδια διαταραχή; Αυτοί που αμφισβητούν τόσο την εγκυρότητα όσο και τη χρησιμότητα της διάγνωσης της σχιζοφρένειας, μιλούν ήδη για την αναγκαιότητα να εγκαταλειφθεί η αντίληψη και η παρούσα περιγραφή του όρου και να αντικατασταθεί από μια πιο γενική κλινική κατηγορία του «φάσματος της ψύχωσης», η οποία θα περιλαμβάνει και την παρούσα συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας μεταξύ άλλων[2][3] .

Η συγκεκριμένη πρόταση που ακούγεται όλο και πιο συχνά στους επιστημονικούς κύκλους δεν σκοπεύει απλά σε μια αλλαγή της ονομασίας της διαταραχής από «σχιζοφρένεια» σε «διαταραχή του φάσματος της ψύχωσης», αλλά σε μια αλλαγή στη γενικότερη θεώρηση των ψυχωσικών διαταραχών, που σκοπό έχει να περιγράψει ένα σύνολο αποκλίνουσων συμπεριφορών με πολλαπλά κλινικά στοιχεία. Η σχιζοφρένεια γίνεται αντιληπτή από το ευρύ κοινό ως μια συγκεκριμένη πάθηση και μάλιστα η οποία δεν θεραπεύεται, με αποτέλεσμα το στιγματισμό των ασθενών. Εάν όμως παύσουμε να μιλάμε για σχιζοφρένεια, αλλά για μια διαταραχή μέσα στο ευρύτερο φάσμα των ψυχώσεων (όπως ακριβώς γίνεται πλέον με τις διαταραχές του φάσματος του αυτισμού), αυτόματα η αντιμετώπισή της θα πάψει να είναι ενιαία, αλλά αντίθετα θα γίνει πιο εξατομικευμένη, μιας και ο κάθε ασθενής αντιμετωπίζει διαφορετικές δυσκολίες μέσα στα άκρα του φάσματος της ψύχωσης.

Πέραν της αλλαγής στα θεραπευτικά πλαίσια, μια νέα θεώρηση της σχιζοφρένειας όπως περιγράφηκε πιο πάνω, κρίνεται αναγκαία από κάποιους κλινικούς νευροψυχολόγους καθώς σε πολλές περιπτώσεις ατόμων που λαμβάνουν τη διάγνωση της σχιζοφρένειας παρατηρείται διαφορετική αιτιολογία για την ανάπτυξη των συμπτωμάτων. Για παράδειγμα, πολλά από τα συμπτώματα της σχιζοφρένειας παρουσιάζουν θετική συσχέτιση με την μόλυνση από το Toxoplasma gondii το οποίο μεταδίδεται από τις γάτες στον άνθρωπο[4] , την τραυματική παιδική ηλικία[5], τη χρήση κάνναβης[6] αλλά και τη λοίμωξη του νευρολογικού συστήματος κατά την παιδική ηλικία[7] . Επιπλέον, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η συμπτωματολογία της σχιζοφρένειας έχει ήδη βρεθεί να έχει συγκεκριμένες βιολογικές βάσεις και μάλιστα να σχετίζεται με γονιδιακές ανωμαλίες[8] .

Φυσικά κανένας δεν ισχυρίζεται ότι η διάγνωση της σχιζοφρένειας δεν έχει αξία. Γενικότερα οι διαγνώσεις χρησιμεύουν ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ των επιστημόνων και πολλών επιστημονικών κλάδων, βοηθούν στην ευκολότερη πρόσβαση σε θεραπευτικές επιλογές, αλλά και σε πολλές περιπτώσεις μπορούν να επιτρέψουν στο άτομο και τον περίγυρό τους να αναζητήσουν πιο εξειδικευμένη βοήθεια. Αυτό το οποίο όμως γίνεται σταδιακά όλο και πιο ξεκάθαρο είναι ότι υπάρχει ένα κενό στην διάγνωση της συγκεκριμένης ψυχικής διαταραχής το οποίο πρέπει να οδηγήσει σε μια πιο ακριβή περιγραφή του συνόλου της συμπτωματολογίας και κατ’ επέκταση σε πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες παρεμβάσεις, ανάλογα με το είδος, την ένταση και την αιτιολογία των εκάστοτε συμπτωμάτων.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Tandon, R., et al., Definition and description of schizophrenia in the DSM-5, Schizophr. Res. (2013), http://dx.doi.org/10.1016/j.schres.2013.05.028 []
  2. Guloksuz, S., & Os, J. V. (2017). The slow death of the concept of schizophrenia and the painful birth of the psychosis spectrum. Psychological Medicine, 1-16. doi:10.1017/s0033291717001775 []
  3. Murray, R. M. (2016). Mistakes I Have Made in My Research Career. Schizophrenia Bulletin. doi:10.1093/schbul/sbw165 []
  4. Torrey, E. F. (2000). Familial and genetic mechanisms in schizophrenia. Brain Research Reviews, 31(2-3), 113-117. doi:10.1016/s0165-0173(99)00028-4 []
  5. Varese, F., Smeets, F., Drukker, M., Lieverse, R., Lataster, T., Viechtbauer, W., . . . Bentall, R. P. (2012). Childhood Adversities Increase the Risk of Psychosis: A Meta-analysis of Patient-Control, Prospective- and Cross-sectional Cohort Studies. Schizophrenia Bulletin, 38(4), 661-671. doi:10.1093/schbul/sbs050 []
  6. Gage, S. H., Hickman, M., & Zammit, S. (2016). Association Between Cannabis and Psychosis: Epidemiologic Evidence. Biological Psychiatry, 79(7), 549-556. doi:10.1016/j.biopsych.2015.08.001 []
  7. Khandaker, G. M., Zimbron, J., Dalman, C., Lewis, G., & Jones, P. B. (2012). Childhood infection and adult schizophrenia: A meta-analysis of population-based studies. Schizophrenia Research, 139(1-3), 161-168. doi:10.1016/j.schres.2012.05.023 []
  8. Chow, E., Weksberg, R., & Bassett, A. (2003). Impulsivity and aggression in 22Q11 deletion syndrome and schizophrenia. Schizophrenia Research, 60(1), 79. doi:10.1016/s0920-9964(03)80621-7 []

Αρθρογράφος:
Δημήτρης Αγοραστός.

Ο Δημήτρης Αγοραστός είναι ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ολοκληρώσει την θεωρητική του εκπαίδευση στην Γνωστική - Αναλυτική Ψυχοθεραπεία και έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με θέματα όπως την σωματική και τη ψυχοσυναισθηματική κακοποίηση γυναικών-θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, τη συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων αλλά και με τη συμβουλευτική στήριξη και ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό το διάστημα ασχολείται με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφυγικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.


 dagorastos@gmail.com     http://dagorastos.net