30 Ιαν 2018

Αυτοπροσδιορισμός και κίνητρα μάθησης

Τα κίνητρα που έχει ένας μαθητής είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν το εάν και τι θα μάθει σε βάθος χρόνου. Τα κίνητρα αποτελούν ένα τεράστιο ερευνητικό φάσμα για τους ειδικούς ψυχικής υγείας τόσο εντός των σχολικών δομών, όσο φυσικά και εκτός. Άλλωστε υπάρχει μια ολόκληρη ερευνητική κατεύθυνση, αυτή της Ψυχολογίας Κινήτρων, που ασχολείται αποκλειστικά με αυτά.

Ένας βασικός  διαχωρισμός των κινήτρων που αναπτύσσουμε όλοι μας και επομένως και οι μαθητές είναι αυτός ανάμεσα στα εσωτερικά και τα εξωτερικά κίνητρα[1] . Στα πλαίσια της διαδικασίας της μάθησης όταν ένας μαθητής έχει αναπτύξει εσωτερικά μαθησιακά κίνητρα τότε θέλει να μάθει κάτι γιατί βρίσκει αξία στο αντικείμενο που διδάσκεται (π.χ. τον ενδιαφέρει ως θέμα ή του είναι ευχάριστο). Αντίθετα, ένας μαθητής που έχει εξωτερικά κίνητρα μάθησης, θέλει να μάθει κάτι γιατί αναμένει κάποια εξωτερική  ανταμοιβή (π.χ. δώρο, έπαινος, κοινωνική καταξίωση κτλ). Σε γενικές γραμμές οι μαθητές που έχουν εσωτερικά κίνητρα έχουν καλύτερους βαθμούς και ακαδημαϊκή πορεία, επιλέγουν όλο και πιο δύσκολα έργα, προσπαθούν με συνέχεια και συνέπεια και γενικά αισθάνονται καλά με τη μαθησιακή διαδικασία, ενώ, αντίθετα, αυτοί οι οποίοι υιοθετούν εξωτερικά κίνητρα, συνήθως -αλλά όχι πάντα- εμφανίζουν λιγότερο προσαρμοστική μαθησιακή συμπεριφορά: έχουν λιγότερο καλούς βαθμούς, έχουν πιο αρνητικά συναισθήματα απέναντι στις μαθησιακές διαδικασίες, είναι πιο πιθανό να επιλέγουν τα πιο εύκολα έργα έναντι των πιο δύσκολων κτλ.

Ένα από τα πιο βασικά θεωρητικά μοντέλα στην ψυχολογία κινήτρων είναι αυτό της θεωρίας Αυτοπροσδιορισμού[2] . Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, όλοι μας έχουμε την ανάγκη να αναπτύσουμε δραστηριότητες οι οποίες μας κάνουν να αισθανόμαστε καλά και οι οποίες έχουν νόημα για εμάς. Έτσι και οι μαθητές είναι πιο πιθανό να εμπλέκονται σε έργα τα οποία επιλέγουν οι ίδιοι και τα οποία έχουν νόημα γι’ αυτούς. Πιο συγκεκριμένα, η θεωρία αυτή μιλάει για 3 βασικές ανάγκες που έχουμε όλοι μας ώστε να  αναπτύξουμε τα εσωτερικά μας κίνητρα αλλά και να αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας: την επάρκεια, την αυτονομία και το αίσθημα του ανήκειν[3] .

Η επάρκεια αναφέρεται στην ανάγκη να είμαστε λειτουργικοί και να αξιοποιούμε όλο το δυναμικό μας στις δραστηριότητες που μας ενδιαφέρουν. Είναι ουσιαστικά μια προσωπική ανάγκη να επενδύσουμε στις δυνάμεις μας και να αισθανόμαστε ικανοί, επαρκείς και αποτελεσματικοί στα έργα που κάνουμε. Στα πλαίσια του σχολικού πλαισίου, η ανάγκη για επάρκεια από πλευράς του μαθητή έχει τη μορφή της ικανοποίησης που λαμβάνει ο μαθητής όταν ολοκληρώνει μαθησιακά έργα στα πλαίσια του σχολείου: πειράματα, ασκήσεις, κατανόηση κειμένου κτλ Η επάρκεια μας δίνει την ικανοποίηση και την αυτοπεποίθηση ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε με αυτά που θα ασχοληθούμε.

Η αυτονομία αναφέρεται στην ανάγκη μας να λειτουργούμε μόνοι μας, χωρίς να απαιτείται εποπτεία από τρίτους, αποφασίζοντας οι ίδιοι για τον τρόπο που θα κάνουμε κάτι και έτσι αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη των πράξεών μας, είτε αυτές οδηγήσουν στην επιτυχία είτε στην αποτυχία. Στα πλαίσια του σχολείου, η αυτονομία μεταφράζεται ως ανάγκη των μαθητών να καταπιάνονται με τα μαθησιακά έργα και να τα ολοκληρώνουν αισθανόμενοι ότι οι ίδιοι είχαν τον κεντρικό ρόλο και πήραν τις βασικές αποφάσεις για τον τρόπο προσέγγισης, μελέτης και ολοκλήρωσης του έργου. Εδώ φυσικά χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, καθώς η ανάγκη για αυτονομία δεν σημαίνει άρνηση βοήθειας ή απουσία ελέγχου, αλλά μια μεταφορά της ευθύνης των αποφάσεων σε σχέση με ένα μαθησιακό έργο στο παιδί, το οποίο και θα είναι υπεύθυνο για την ολοκλήρωσή του. Η αυτονομία είναι μια ουσιαστική ανάγκη που φυσικά ξεφεύγει από τα όρια της σχολικής ψυχολογίας και αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας.

Τέλος, η ανάγκη για αίσθημα του ανήκειν αναφέρεται στην επιθυμία μας να αναπτύσουμε στενές σχέσεις ανταποδοτικού τύπου με τα άτομα γύρω μας. Θέλουμε να αισθανόμαστε μέλη μιας ομάδας , επιθυμούμε να νοιάζονται οι άλλοι για εμάς αλλά φυσικά έχουμε την ανάγκη αντίστοιχα και εμείς να φροντίζουμε τρίτους. Το αίσθημα του ανήκειν μπορεί να καλλιεργηθεί σε πολλά επίπεδα και σε πολλές ομάδες: φίλοι, σχολική κοινότητα, οικογένεια κτλ. Δεν αρκεί απλά να είμαστε αυτόνομοι και επαρκείς, αλλά χρειάζεται να αισθανόμαστε και τη συναισθηματική σύνδεση με άλλους που θεωρούμε και μας θεωρούν σημαντικούς.

Οι 3 αυτές ανάγκες δεν αναπτύσσονται ξέχωρα η μία από την άλλη. Αντίθετα, αναπτύσσονται ταυτόχρονα και αλληλεπιδρώντας η μία με την άλλη με έναν κυκλικό τρόπο. Εξασφαλίζοντας το αίσθημα του ανήκειν, αποκτούμε ένα αίσθημα ασφάλειας το οποίο μας επιτρέπει να αναλάβουμε πρωτοβουλίες σε ένα αυτόνομο πλαίσιο. Εάν μέσα από την αυτόνομη δράση μας δούμε θετικά αποτελέσματα και επιτύχουμε τους στόχους που έχουμε θέσει, τότε έρχεται το αίσθημα της επάρκειας, το οποίο κάνει πιο πιθανό να γίνουμε δεκτοί από τους άλλους. Κάπως έτσι η πλήρωση της μίας ανάγκης οδηγεί στην πλήρωση της επόμενης.

Βλέποντας τη θεωρία αυτή στα πλαίσια του σχολείου, διαπιστώνουμε ότι πολύ σημαντικό ρόλο παίζει το περιβάλλον του παιδιού, καθώς ιδιαίτερα στις πιο μικρές ηλικίες είναι αυτό το οποίο καθορίζει τα όρια, δίνει ξεκάθαρα τα ερεθίσματα και καθοδηγεί το παιδί (ή όχι) σε αισθήματα αυτονομίας και επάρκειας. Αυτό το οποίο είναι σημαντικό να θυμόμαστε από την θεωρία του αυτοπροσδιορισμού είναι την ανάγκη να δίνουμε στα παιδιά έργα τα οποία τους διεγείρουν το ενδιαφέρον και τα οποία είναι δύσκολα μεν, αλλά επιτεύξιμα βάσει των ικανοτήτων και της προηγούμενης γνώσης του παιδιού. Για να γίνει αυτό, είναι καλό το παιδί να έχει την επιλογή για το έργο με το οποίο θα ασχοληθεί, ώστε έτσι να επιλέξει αυτό που είναι πιο κοντά στα δικά του προσωπικά ενδιαφέροντα. Ενθαρρύνουμε το παιδί να αγαπήσει την μάθηση αυτή καθ’ αυτή και όχι να βλέπει την μαθησιακή διαδικασία απλά ως ένα μέσο για να πάρει καλούς βαθμούς και να ικανοποιήσει τους γονείς του ή να ξεχωρίσει από τους συνομηλίκους τους.

Η ανατροφοδότηση που πρέπει να δίνεται στο παιδί δεν πρέπει να έχει αξιολογητικό χαρακτήρα απέναντι στις ικανότητές του, αλλά αντίθετα να επικεντρώνεται εποικοδομητικά στις στρατηγικές που ακολούθησε για να λύσει ένα πρόβλημα ή να ολοκληρώσει μια διαδικασία. Φυσικά είναι σημαντικό να ξέρουμε την πρόοδο που έκανε ένας μαθητής, αλλά η αξιολόγηση αυτή θα πρέπει να γίνεται βάσει της δικής του προόδου και όχι βάσει της προόδου των υπολοίπων συμμαθητών του. Ένας μαθητής ο οποίος έχει μεγάλα κενά ενδεχομένως να παραμείνει από τους πιο «αδύναμους» μαθητές σε επίπεδο τάξης στο τέλος μιας σχολικής χρονιάς, αλλά μέσα από την προσωπική του προσπάθεια και μεθοδικότητα μπορεί να έχει καταφέρει να καλύψει πολλά από τα κενά του. Αυτό πρέπει να του αναγνωριστεί ως πρόοδος και προσωπικό του επίτευγμα.

Φυσικά, η θεωρία του αυτοπροσδιορισμού δεν είναι παρά ένα από τα πολλά θεωρητικά πλαίσια στην ψυχολογία κινήτρων. Παρόλα αυτά καταφέρνει να φέρει κοντά τα κίνητρα και την ανάπτυξη της προσωπικότητας, πλαισιώνοντας τες με ένα οικολογικό μοντέλο που λαμβάνει υπόψη όχι απλά το άτομο ως μονάδα, αλλά και το κοινωνικό του πλαίσιο. Υπό αυτή τη σκοπιά, αποτελεί ένα καλό έναυσμα για να δούμε ορισμένα σύνθετα μαθησιακά φαινόμενα υπό ένα πολύπλευρο πρίσμα, ενώ οι πρακτικές εφαρμογές της θεωρίας μπορούν να αξιοποιηθούν ποικιλοτρόπως τόσο από εκπαιδευτικούς όσο και από γονείς στο σπίτι.

Εισαγωγική Εικόνα

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ολοκληρώσει την θεωρητική του εκπαίδευση στην Γνωστική – Αναλυτική Ψυχοθεραπεία και έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με θέματα όπως την σωματική και τη ψυχοσυναισθηματική κακοποίηση γυναικών-θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, τη συμβουλευτική και ψυχολογική στήριξη ευαίσθητων κοινωνικών ομάδων αλλά και με τη συμβουλευτική στήριξη και ενημέρωση γονέων και εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Αυτό το διάστημα ασχολείται με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη προσφυγικών ομάδων, ενώ είναι μεταπτυχιακός φοιτητής Σχολικής Ψυχολογίας στο ΑΠΘ. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Deci, E. L., Vallerand, R. J., Pelletier, L. G., & Ryan, R. M. (1991). Motivation and education: The self-determination perspective. Educational psychologist, 3-4(26), 325-346. []
  2. Deci, E. L., & Ryan, R. (2000). The “what” and “why” of goal pursuits: Human needs and the self-determination of behaviour. Psychological Inquiry, 11, 227-268 []
  3. Γωνίδα, Ε. (2012). Κίνητρα και μάθηση: ο ρόλος της οικογένειας και του σχολείου. Στο: Χ. Χατζηχρήστου & Μπεζεβέγκη. Η., Θέματα ανάπτυξης και προσαρμογής των παιδιών στην οικογένεια και στο σχολείο (σελ. 130 – 171). Αθήνα: Πεδίο []