22 Απρ 2018

Κακοποίηση και παραμέληση στην παιδική ηλικία

Η κακοποίηση και παραμέληση παιδιών είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο συναντάται σε όλο τον κόσμο και μελετάται από πολλά επιστημονικά πεδία. Ως εκ τούτου υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί ορισμοί ανάλογα με την οπτική γωνία του εκάστοτε επιστημονικού κλάδου αλλά και τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της υπό εξέταση κοινωνίας.

Κάτι που ορίζεται ως ιδιαίτερα κακοποιητικό από ψυχολογικής απόψεως μπορεί από νομικής απόψεως να μην είναι κάτι μεμπτό ή οι πολιτισμικές διαφορές ανάμεσα σε δύο κουλτούρες να καθιστούν την πράξη κακοποιητική στη μία αλλά όχι απαραίτητα κακοποιητική ή τουλάχιστον κακοποιητική στον ίδιο βαθμό και στη δεύτερη κουλτούρα.

Καταρχήν θα πρέπει να κατανοήσουμε τις διαφορές ανάμεσα στους δύο όρους καθώς δεν ταυτίζονται. Ένας γενικός και ευρύτερα αποδεκτός ορισμός για την κακοποίηση είναι πως περιγράφει μια εσκεμμένη πράξη ενός γονέα ή ενός φροντιστή παιδιού η οποία βλάπτει το παιδί σε ψυχολογικό ή/και σωματικό επίπεδο. Από την άλλη πλευρά, η παραμέληση αναφέρεται στην αποτυχία ενός γονέα ή ενός φροντιστή να καλύψει τις βασικές βιολογικές και ψυχολογικές ανάγκες ενός παιδιού[1] . Επομένως βλέπουμε πως η βασική διαφορά ανάμεσα στις δύο τραυματικές συμπεριφορές είναι ο βαθμός στον οποίο η συμπεριφορά του γονέα είναι εσκεμένη ή ακούσια. Ένας γονιός ο οποίος δεν δίνει τροφή στο παιδί του ως τιμωρία είναι εμφανώς κακοποιητικός, ενώ ένας ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται ότι το παιδί του πεινάει ώστε να του δώσει να φάει είναι παραμελητικός, παρόλο που το αποτέλεσμα και στις δύο περιπτώσεις είναι το ίδιο. Τα κίνητρα των φροντιστών και γενικότερα οι παράμετροι που επηρεάζουν άμεσα ή έμμεσα την εμφάνιση κακοποιητικής ή παραμελητικής συμπεριφοράς είναι σημαντικά, καθώς καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το είδος της υποστήριξης που μπορεί να δοθεί στους γονείς και το οικογενειακό σύστημα ευρύτερα για την εξυγίανση της συμπεριφοράς των φροντιστών.

Οι βασικές κατηγορίες κακοποίησης είναι κυρίως η σωματική, η σεξουαλική και η ψυχολογική, καθεμία από τις οποίες ορίζεται βάσει της φύσεως της βλάβης που προκαλούν στο παιδί-θύμα. Φυσικά όλες οι μορφές κακοποίησης συνδέονται μεταξύ τους και η εμφάνιση της μίας δεν αποκλείει την ύπαρξη και μιας δεύτερης ή τρίτης κακοποιητικής συμπεριφοράς. Για παράδειγμα, ένα παιδί που έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά, εννοείται πως ταυτόχρονα έχει κακοποιηθεί και ψυχολογικά και πολύ πιθανώς και σωματικά σε περίπτωση βιασμού ή άλλης φυσικής επιβολής. Επιπλέον, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι το παιδί μπορεί να κακοποιείται ή να παραμελείται ήδη ως έμβρυο, εάν οι γονείς το βλάπτουν μέσω άμεσης άσκησης φυσικής βίας ή χρήσης ουσιών, ακούσια ή εκούσια.

Οι επιπτώσεις της κακοποίησης και της παραμέλησης μπορεί να είναι ιδιαιτέρως σοβαρές τόσο στην παιδική, την εφηβική αλλά και την ενήλικη ζωή του παιδιού. Τα παιδιά που έχουν κακοποιηθεί σεξουαλικά ή σωματικά έχουν αυξημένες πιθανότητες να παρουσιάσουν καθυστερημένη ανάπτυξη, προβλήματα προσαρμογής σε νέα περιβάλλοντα, διαχείρισης των σχέσεων με τρίτους, επεξεργασίας των συναισθημάτων τους, αλλά και αυξημένη κοινωνική απομόνωση[2][3] . Επιπλέον, η παιδική κακοποίηση έχει θετική συσχέτιση με την ανάπτυξη γνωστικών ελλειμάτων κατά την ενήλικη ζωή ανάλογα με τις νευροβιολογικές μεταβολές που έχουν προκληθεί λόγω της κακοποίησης[4] . Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως σε ιδιαίτερα ακραίες περιπτώσεις η κακοποίηση ή η παραμέληση ενός παιδιού μπορεί να επιφέρει ακόμη και το θάνατό του. Δυστυχώς όλοι μας έχουμε ακούσει περιπτώσεις κακοποίησης ή εγκληματικής παραμέλησης παιδιών γύρω μας ή έστω στην τηλεόραση.

Ακριβώς λόγω της σοβαρότητας των επιπτώσεων της παιδικής κακοποίησης και παραμέλησης τα Ηνωμένα Έθνη προχώρησαν σε σαφή διευκρίνιση στο Άρθρο 19 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων των Παιδιών[5] της υποχρέωσης των κρατών-μελών να λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα πρόληψης αλλά και να προχωρήσουν σε σχεδιασμό μηχανισμών αντιμετώπισης τέτοιων περιστατικών και υποστήριξης των παιδιών και των οικογενειών τους. Η έγκαιρη αναγνώριση των περιστατικών κακοποίησης και η κοινωνική υποστήριξη των παιδιών που έχουν υποστεί κακοποίηση ή παραμέληση και των οικογενειών τους είναι δύο σημαντικοί παράγοντες που μπορούν να μετριάσουν τις επιπτώσεις των τραυματικών αυτών γεγονότων στη ζωή του παιδιού αλλά και στη διαταραχή του οικογενειακού συστήματος[6] .

Οι διάφορες ειδικότητες που εμπλέκονται στην εκπαίδευση, την ψυχική και σωματική υγεία του παιδιού είναι αυτές που έρχονται συνήθως σε επαφή με τις πρώτες ενδείξεις κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών και είναι αυτές που οι οποίες καλούνται να συντονιστούν ώστε να προσφέρουν μια ολιστική προσέγγιση τόσο στη διερεύνηση και την καταγγελία τέτοιων περιπτώσεων αλλά και στην υποστήριξη απέναντι στο παιδί και την οικογένειά του[7][8] . Τέτοιες ειδικότητες μπορεί να είναι οι δάσκαλοι, οι γιατροί, οι γυμναστές και φυσικά οι θεραπευτές του παιδιού (ψυχολόγοι, εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές κ.α.).

Οι ψυχολόγοι συγκεκριμένα είναι υποχρεωμένοι βάσει του κώδικα δεοντολογίας του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων[9] να καταγγέλλουν περιστατικά κακοποίησης, ενώ παρόμοιες υποχρεώσεις έχει η πλειονότητα των επαγγελμάτων υγείας. Το Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού προβλέπει ανάλογες υποχρεώσεις για όλες τις εμπλεκόμενες ειδικότητες στο εκπαιδευτικό σύστημα[10] . Ο ψυχολόγος και ειδικά αυτός που εργάζεται σε σχολικό πλαίσιο είναι η ειδικότητα που είναι επιφορτισμένη με την ανίχνευση προβλημάτων σχετιζόμενων με κακοποίηση ή παραμέληση και την εκτίμηση της φύσεως και της έκτασης του προβλήματος. Ιδανικά ο ψυχολόγος οφείλει να παρέμβει σε προληπτικό επίπεδο όταν υπάρχουν ενδείξεις πιθανού κακοποιητικού περιβάλλοντος με απώτερο σκοπό τη δημιουργία ενός κλίματος συνεργασίας με το εκπαιδευτικό προσωπικό, την οικογένεια και το παιδί, αξιοποιώντας όλες τις ατομικές ικανότητες αλλά και δυναμικές του συστήματος αυτού να βελτιώσει την ανταπόκρισή του στο πρόβλημα και εάν είναι δυνατό να το εξαλείψει.

Ιδανικός κόσμος όμως δεν υπάρχει και σίγουρα ένας ειδικός δεν μπορεί να λύσει ένα τόσο σοβαρό πρόβλημα μόνος του. Το θέμα της παιδικής κακοποίησης και παραμέλησης είναι πολύ μεγάλο και πολυδιάστατο για να μπορέσει να αναλυθεί σε μερικές γραμμές και παραμένει  ένα θέμα που ξεφεύγει από το ατομικό επίπεδο και αγγίζει ξεκάθαρα ολόκληρες κοινωνίες οι οποίες καλούνται να δουν αντικειμενικά την έκταση της κακοποίησης, ξεφεύγοντας σε κάποιες περιπτώσεις από αντιλήψεις του παρελθόντος που ορισμένες φορές κανονικοποιούσαν την κακοποιητική συμπεριφορά. Η βία είναι ένας κύκλος που επαναλαμβάνεται αέναα έως ότου βρεθούν οι κατάλληλες συνθήκες και τα πρόσωπα κλειδιά που θα σπάσουν αυτό τον κύκλο. Και αυτό αποτελεί ευθύνη όλων μας.

Εισαγωγική Εικόνα

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. McCoy, M., & Keen, S. (2014). Child abuse and neglect. New York: Psychology Press, Taylor & Francis Group []
  2. Trickett, P. K., & McBride-Chang, C. (1995). The developmental impact of different forms of child abuse and neglect. Developmental Review, 15(3), 311-337 []
  3. Young, J. C., & Widom, C. S. (2014). Long-term effects of child abuse and neglect on emotion processing in adulthood. Child Abuse & Neglect, 38(8), 1369–1381. https://doi.org/10.1016/j.chiabu.2014.03.008 []
  4. Gould, F., Clarke, J., Heim, C., Harvey, P. D., Majer, M., & Nemeroff, C. B. (2012). The effects of child abuse and neglect on cognitive functioning in adulthood. Journal of Psychiatric Research, 46(4), 500–506. https://doi.org/10.1016/j.jpsychires.2012.01.005 []
  5. United Nations (1989). Convention on the Rights of the Child. Retrieved March 16th, 2018 from http://www.ohchr.org/EN/ProfessionalInterest/Pages/CRC.aspx []
  6. Sperry, D. M., & Widom, C. S. (2013). Child abuse and neglect, social support, and psychopathology in adulthood: A prospective investigation. Child Abuse & Neglect, 37(6), 415–425. https://doi.org/10.1016/j.chiabu.2013.02.006 []
  7. Dombrowski, S. C., & Gischlar, K. L. (2006). Supporting school professionals through the establishment of a school district policy on child maltreatment. Education, 127(2). []
  8. Woods, K., Bond, C., Tyldesley, K., Farrell, P., & Humphrey, N. (2011). The role of school psychologists in child protection and safeguarding. School Psychology International, 32(4), 361–376. https://doi.org/10.1177/0143034311406812 []
  9. Σύλλογος Ελλήνων Ψυχολόγων (2010). Κώδικας Δεοντολογίας Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων. Retrieved March 16th, 2018 from http://www.seps.gr/index.php/2010-02-22-13-13-38/2010-02-22-13-47-11/2010-07-15-20-31-19 []
  10. Ινστιτούτο Υγείας του Παιδιού (2013). Πρωτόκολλο Διερεύνησης, Διάγνωσης και Διαχείρισης Περιστατικών Κακοποίησης και Παραμέλησης Παιδιών. Retrieved March 16th, 2018 from http://www.ich-mhsw.gr/sites/default/files/Πρωτόκολλο Διαχείρισης ΚαΠα-Π.pdf []