27 Σεπ 2018

Εναντιωματική συμπεριφορά στα παιδιά και τους εφήβους

Η εναντιωματική συμπεριφορά στην παιδική και εφηβική ηλικία ερμηνεύεται μέσα στα αναπτυξιακά πλαίσια, αλλά και μέσω διάφορων διαταραχών συμπεριφοράς που κάνουν την εμφάνισή τους σε αυτές τις ηλικίες. Οι δυο πιο συχνά εμφανιζόμενες διαταραχές σχετιζόμενες με ενανατιωματική συμπεριφορά είναι η Διαταραχή Διαγωγής και η Εναντιωτική-Προκλητική Διαταραχή.

Γενικά η εναντιωματική συμπεριφορά δεν είναι πάντοτε διαταραχή. Η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν μπορεί να περιγραφεί με όρους «άσπρο-μαύρο». Ένα παιδί μπορεί να εναντιώνεται στους γονείς και στον κοινωνικό του περίγυρο και αυτή η συμπεριφορά να είναι υγιής και σε φυσιολογικά πλαίσια όταν καλείται να κάνει κάτι που το ίδιο θεωρεί παράλογο ή που θα το πληγώσει, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο δεν πληγώνει κάποιον άλλο. Δεν είναι το κάθε «όχι» του παιδιού ή η παραμικρή ένδειξη βίαιης συμπεριφοράς αυτομάτως διαταραχή. Άλλωστε τα παιδιά και οι έφηβοι είναι υπό ανάπτυξη και τέτοιες συμπεριφορές είναι αναμενόμενες σε συγκεκριμένα αναπτυξιακά Πάντα λαμβάνονται υπόψη το πλαίσιο στο οποίο λαμβάνει χώρα κάτι τέτοιο. Πότε έγινε το παιδί βίαιο ή εναντιωματικό; Που εμφανίζεται αυτή η συμπεριφορά; Πόσο συχνά; Έχοντας αυτά στο νου, ας δούμε τα βασικά χαρακτηριστικά των δύο προαναφερθέντων διαταραχών.

Η Διαταραχή Διαγωγής είναι η πρώτη από τις διαταραχές η οποία συμπεριλαμβάνει την εναντιωματική συμπεριφορά στα κριτήριά της. Συγκεκριμένα, πρόκειται για μια συμπεριφορική διαταραχή η οποία μπορεί να ξεκινήσει από την παιδική ηλικία και χαρακτηρίζεται από εναντιωματική και βίαιη συμπεριφορά των παιδιών, η οποία είναι ενάντια στις κοινωνικές νόρμες ή παραβιάζει τα δικαιώματα των άλλων. Η Διαταραχή Διαγωγής μπορεί να εκφράζεται ως συστηματική επιθετική συμπεριφορά προς ανθρώπους και ζώα, καταστροφή περιουσίας τρίτων, κλοπές ή σοβαρές παραβιάσεις κανόνων που εκθέτουν το παιδί και άλλους σε κίνδυνο.

Η δεύτερη διαταραχή που σχετίζεται με την εναντιωματική συμπεριφορά είναι η Εναντιωτική – Προκλητική Διαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από συστηματική ευέξαπτη συμπεριφορά, εκδικητικότητα και συστηματική εναντίωση στους φροντιστές η οποία δεν μπορεί να αποδοθεί στο αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού ή κάποια περιβαλλοντικά αίτια που προκαλούν την συμπεριφορά αυτή. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων των προαναφερθέντων διαταραχών κρίνεται βάσει του αριθμού των πλαισίων στα οποία εμφανίζονται, ενώ συχνά παρουσιάζεται συμπτωματολογία που συμπίπτει ταυτόχρονα και στις δύο διαταραχές. Επιπλέον, η εναντιωματική συμπεριφορά εμφανίζεται σε υψηλά ποσοστά και με τη ΔΕΠΥ[1][2].

Η εναντιωματική συμπεριφορά και γενικότερα τα προβλήματα υπακοής των παιδιών είναι ένας από τους πιο συχνούς λόγους παραπομπής των παιδιών σε ειδικούς ψυχικής υγείας, τουλάχιστον όσον αφορά τις δυτικές χώρες. Η εναντιωματική συμπεριφορά γενικότερα αποτελεί μέρος της υγιούς ανάπτυξης των παιδιών και είναι αναμενόμενη ιδιαίτερα κατά την εφηβική ηλικία. Τα ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και τον βαθμό επιθετικής ή εναντιωματικής συμπεριφοράς, ενώ λόγω ακριβώς των ιδιαίτερων αναπτυξιακών σταδίων των παιδιών αλλά και των ποιοτικών διαφορών των συμπεριφορών αυτών από παιδί σε παιδί δεν είναι εύκολο να οριστεί ένα αντικειμενικό επίπεδο εναντιωματικής συμπεριφοράς πάνω από το οποίο μια συμπεριφορά μπορεί να θεωρηθεί αποκλίνουσα.

Πρέπει να υπογραμμιστεί πως η διάγνωση των διαταραχών συμπεριφοράς εναντιωματικής και αντικοινωνικής φύσεως βασίζονται σε μια φαινομενολογική προσέγγιση και περιγράφουν μια υπάρχουσα ρευστή κατάσταση δίχως να εξηγούνται τα αίτια τους. Σε πρακτικό επίπεδο και ιδιαίτερα εάν ληφθούν υπόψη οι γρήγορες αναπτυξιακές αλλαγές των παιδιών και των εφήβων, μια διαταραχή μπορεί να μην είναι παρούσα σε μια δεύτερη, μελλοντική επανεξέταση του ίδιου παιδιού[3] .

Γενικότερα, αντικοινωνικές συμπεριφορές εμφανίζονται πιο συχνά στα αγόρια παρά στα κορίτσια. Επιπλέον, τα αγόρια είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν βίαιες συμπεριφορές, ενώ αντίστοιχα τα κορίτσια να εκφράσουν συναισθηματική επιθετικότητα απέναντι σε άλλους αλλά και να στραφούν σε αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές όπως είναι η χρήση ναρκωτικών ή να αναπτύξουν επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές κατά την εφηβεία[4] .

Επιπλέον, η εναντιωματική συμπεριφορά έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά ανά ηλικία. Στην ηλικία των 3 – 7 ετών αυτή εκφράζεται μέσω ανυπακοής στις εντολές των φροντιστών, με ξεσπάσματα θυμού, καταστροφές και γενικότερα μέσω μιας προκλητικής συμπεριφοράς. Στις ηλικίες 8 – 11 ετών, τα παιδιά με εναντιωματική συμπεριφορά επιπλέον των προαναφερθέντων εμφανίζουν άλλες συμπεριφορές όπως η χρήση υβριστικών χαρακτηρισμών, οι τσακωμοί με άλλους, εκφοβισμό των πιο αδύναμων παιδιών, επιθετικότητα απέναντι σε ζώα ή ακόμη και πυρομανία. Τέλος, οι έφηβοι ηλικίας 12-17 ετών με εναντιωματική συμπεριφορά μπορεί να εμφανίσουν πιο σοβαρές αντικοινωνικές ή και παράνομες συμπεριφορές όπως η μέθη, έντονη επιθετικότητα απέναντι σε άλλα άτομα, κλοπές, βανδαλισμούς, διαρρήξεις, η εξαφάνιση από το σπίτι, η χρήση ναρκωτικών αλλά και επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές.

Ένα μικρό παιδί με εναντιωματική συμπεριφορά σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι μεγαλώνοντας θα αναπτύξει σταδιακά τις υπόλοιπες εναντιωματικές συμπεριφορές, καθώς όπως αναφέρθηκε ήδη, ένα πλήθος ατομικών χαρακτηριστικών εμπλέκονται στην ανάπτυξη, εκδήλωση αλλά και μείωση των εναντιωματικών και επιθετικών συμπεριφορών. Υπολογίζεται ότι τα μισά από τα παιδιά με εναντιωματική συμπεριφορά στα 3-7 έτη θα συνεχίσουν να έχουν εναντιωματική και επιθετική συμπεριφορά στα 8 – 11 έτη και αντίστοιχα, τα μισά από αυτά τα παιδιά 8 -11 ετών θα εμφανίσουν τα συμπτώματα που αναφέρθηκαν για τους εφήβους 12-17 ετών με εναντιωματική και επιθετική συμπεριφορά[5] .

Εισαγωγική Εικόνα

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition. Arlington, VA: American Psychiatric Association. []
  2. World Health Organization. (2016). International Statistical Classification of Diseases and Related Health Problems, ICD-10: Version 2016 []
  3. The British Psychological Society. (2013). Antisocial behaviour and conduct disorders in children and young people: Recognition, intervention and management. Leicester: The British Psychological Society []
  4. Moffitt, T. E., Arseneault, L., Jaffee, S. R., Kim-Cohen, J., Koenen, K. C., Odgers, C. L., . . . Viding, E. (2008). Research Review: DSM-V Conduct Disorder–Research Needs for an Evidence Base. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 49(1), 3-33 []
  5. Rowe, R., Maughan, B., Pickles, A., Costello, E. J., & Angold, A. (2002). The relationship between DSM-IV oppositional defiant disorder and conduct disorder: Findings from the Great Smoky Mountains Study. Journal of Child Psychology and Psychiatry, 43(3), 365-373 []