03 Φεβ 2019

Θεωρία του Δεσμού: Σύντομη ανασκόπηση της ζωής του John Bowlby

Η Θεωρία του Δεσμού είναι μια από τις πιο βασικές θεωρίες αναπτυξιακής ψυχολογίας η οποία αναπτύχθηκε από τον John Bowlby και εμπλουτίστηκε από τη Mary Ainsworth.

Πρόκειται για μία θεωρία αναπτυξιακής ψυχολογίας η οποία αξιοποιεί έννοιες από την ηθολογία, την εξελικτική θεωρία αλλά και φυσικά την ψυχανάλυση. Στον πυρήνα της θεωρίας, όπως θα δούμε αναλυτικά και στα επόμενα κείμενα που θα ακολουθήσουν, βρίσκεται η ύπαρξη και η διατήρηση μιας σχέσης δεσμού μεταξύ του παιδιού και του φροντιστή του, συνήθως τη μητέρα.

Σκοπός μου με το αφιέρωμα αυτό είναι η παρουσίαση των βασικών ιδεών της Θεωρίας του Δεσμού, όπως αυτή τη συνέλαβε το John Bowlby, αλλά και η συζήτηση τόσο του αντίκτυπου της θεωρίας στην αντίληψή μας για την ανθρώπινη ανάπτυξη, όσο και η χρήση των εννοιών της σήμερα για την αντιμετώπιση προβλημάτων συμπεριφοράς παιδιών και εφήβων. Δεδομένου ότι ο John Bowlby ανέπτυσσε τη θεωρία του με την θεωρητική υποστήριξη από την Mary Ainsworth, είναι αναπόφευκτη η αναφορά σε στοιχεία που πρόσθεσε η Ainsworth στο όλο θεωρητικό οικοδόμημα.

Πριν προχωρήσουμε όμως στην παρουσίαση της θεωρίας, θεωρώ εξαιρετικά χρήσιμο να γίνει μια σύντομη αναφορά σε κάποια βιογραφικά στοιχεία της ζωής του John Bowlby αλλά και στις θεωρητικές επιρροές του, ώστε να κατανοήσουμε το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η θεωρία του δεσμού. Καθώς το αφιέρωμα είναι αρκετά μεγάλο, θα δημοσιευτεί σε 3 διαφορετικά posts, με το κάθε ένα να εστιάζει σε κάτι διαφορετικό. Το πρώτο, που διαβάζετε τώρα παρουσιάζει μία βιογραφική ανασκόπηση για να γνωρίσουμε τον John Bowlby. Το δεύτερο θα παρουσιάσει τα βασικά σημεία της θεωρίας του δεσμού, ενώ το τρίτο και τελευταίο θα συνδέσει τη θεωρία του δεσμού με την ανάπτυξη δυσκολιών συμπεριφοράς και ψυχοπαθολογίας σε παιδιά και ενήλικες, κάνοντας μία σύντομη αναφορά και στο πένθος μέσα στα πλαίσια του δεσμού.

John Bowlby: Βιογραφικά στοιχεία

Ο πατέρας του Bowbly, Sir Anthony Bowlby ήταν χειρουργός του βασιλιά Γεωργίου του 5ου του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατά τη διάρκεια του Α Παγκοσμίου Πολέμου ο Bowlby και τα αδέρφια του έβλεπαν ελάχιστες φορές το χρόνο τον πατέρα τους ο οποίος πολεμούσε στο πλευρό της Γαλλίας.
[φωτο: wikimedia]

Ο John Bowlby γεννήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου 1907 στο Λονδίνο. Ο πατέρας του ήταν ο υποστράτηγος Sir Anthony Bowlby, χειρουργός του βασιλιά Γεωργίου του 5ου του Ηνωμένου Βασιλείου. Η μητέρα του ήταν ή May Mostin, κόρη μιας ευκατάστατης αρχοντικής οικογένειας στην Ουαλία. Ο John Bowlby ήταν το 4ο από τα 6 παιδιά της οικογένειας. Πρώτες ήταν οι δύο μεγαλύτερες αδερφές του, Winnie και Marion, έπειτα ακολουθούσε ο αδερφός του Tony με τον οποίο είχαν μόλις 13 μήνες διαφορά και τέλος ο μικρότερος αδερφός του Jim και η αδερφή του η Evelyn.

Όπως αναφέρει ο Jeremy Holmes σε μια λεπτομερή παράθεση της βιογραφίας του Bowlby[1] λόγω της μικρής διαφοράς ηλικίας με τον Tony, υπήρχε έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των δύο αδερφών, παρότι ήταν και καλοί φίλοι. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός πως ο μικρότερος αδερφός του, ο Jim, είχε κάποια καθυστερημένη ανάπτυξη, κάτι που τράβηξε το ενδιαφέρον του John, ο οποίος προσπαθούσε με κάθε τρόπο να βοηθάει τον αδερφό του. Από την γέννηση της μεγαλύτερής αδερφής του John, την ανατροφή των παιδιών την είχε αναλάβει μια νταντά, η Nanny Friend.

Η μητέρα τους είχε επαφή με τα παιδιά ελάχιστες ώρες κάθε ημέρα, συνήθως τα πρωινά όπου έπαιρνε μια αναφορά από την νταντά και αργά το απόγευμα όταν τα παιδιά κατέβαιναν στο καθιστικό όπου μερικές φορές περνούσαν χρόνο μαζί διαβάζοντάς τους κάποιο βιβλίο. Ο John και τα αδέρφια του, έβλεπαν τον πατέρα τους λίγο μέσα στην εβδομάδα, συνήθως τις Κυριακές για να πάνε στην Εκκλησία. Όταν ξέσπασε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος το 1914 πήγε στην Γαλλία ώστε να υπηρετήσει στον Στρατό ως ιατρός. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τα παιδιά να βλέπουν τον πατέρα τους ακόμη πιο αραιά, συνήθως λίγες φορές κάθε έτος.

Από την ηλικία των 7 ετών, όταν ξέσπασε ο πόλεμος, ο John Bowlby και ο μεγαλύτερος αδερφός του πήγαν σε οικοτροφείο, ώστε να αποφύγουν τους βομβαρδισμούς. Έμειναν εκεί σε όλα τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια, έως να τελειώσουν το σχολείο. Αργότερα ο John περιέγραφε την εμπειρία του από το οικοτροφείο με ιδιαίτερα μελανά χρώματα, καθώς υπήρχε ιδιαίτερη αυστηρότητα στον τρόπο διδασκαλίας και διαπαιδαγώγησης.
Ο John Bowlby στην ηλικία των 18 ετών ξεκίνησε τις σπουδές του στην ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Cambridge. Πήρε το πτυχίο της Ιατρικής το 1933 και αμέσως μετά διορίστηκε στο Child Guidance Clinic στο Λονδίνο. Το 1937 ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή του ως αναλυτής και άρχισε την εκπαίδευσή του στην ανάλυση παιδιών υπό την εποπτεία της Melanie Klein.

Ο Bowlby, βασιζόμενος στην εμπειρία του στην Child Guidance Clinic, παρατήρησε ότι η Klein δεν έδινε αρκετή σημασία στον ρόλο που διαδραματίζει το περιβάλλον της παιδικής ηλικίας στην πρόκληση των ψυχικών διαταραχών. Αυτή η διαφορά απόψεων με την Klein ήταν η αιτία αντιπαραθέσεων αλλά ταυτόχρονα και εσωτερικών ζυμώσεων για τον Bowlby, ο οποίος άρχισε να έρχεται πιο κοντά με άλλους ειδικούς ψυχικής υγείας οι οποίοι, ακριβώς όπως και ο Bowlby, ενώ είχαν επηρεαστεί θετικά και εκτιμούσαν το γενικότερο ψυχαναλυτικό κίνημα, κρατούσαν ταυτόχρονα μια κριτική ματιά προς αυτό, ιδίως όσον αφορά την ελάχιστη βαρύτητα που έδιναν στο περιβάλλον και τα εξωτερικά ερεθίσματα στη διαμόρφωση του ψυχισμού.

Χαρακτηριστικό της έμφασης που έδινε ο Bowlby στην στο ρόλο του περιβάλλοντος ήδη από την αρχή της καριέρας του, αποτελεί το γεγονός ότι για να γίνει μέλος της Ψυχαναλυτικής Εταιρίας με δικαίωμα ψήφου επέλεξε να παρουσιάσει μια εργασία του που ασχολείτο με την επίδραση των περιβαλλοντικών παραγόντων κατά την παιδική ηλικία στην ανάπτυξη των νευρώσεων και των νευρωτικών χαρακτήρων[2] , βασιζόμενος στην προσωπική του κλινική εμπειρία. Σε αυτή την εργασία ουσιαστικά κάνει για πρώτη φορά αναφορά στις τραυματικές συνέπειες που έχει στον ψυχισμό των παιδιών ο αναίτιος αποχωρισμός τους από τους γονείς τους και ιδιαίτερα από τη μητέρα τους.

Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου ο Bowlby κατατάχτηκε στον στρατό και υπηρέτησε με μια επίλεκτη ομάδα ψυχιάτρων, συμμετέχοντας σε μια κρατική Μονάδα Έρευνας και Εκπαίδευσης. Ταυτόχρονα εκλέχτηκε Γραμματέας Εκπαίδευσης της Ψυχαναλυτικής Εταιρίας και από τη θέση αυτή άσκησε πίεση στην Εταιρία ώστε να συμμετάσχει ενεργά στις συζητήσεις της κυβέρνησης για τη δημιουργίας ενός εθνικού συστήματος υγείας. Αποτέλεσμα της πίεσης αυτής του Bowlby και των συνεργατών του ήταν ο ίδιος να οριστεί μέλος της νομοπαρεσκευαστικής επιτροπής για την ψυχική υγεία. Μετά το τέλος του Β Παγκόσμιου Πολέμου, ο Bowlby έγινε υποδιευθυντής της κλινικής Tavistock και εκεί συμμετείχε η επίλεκτη ομάδα των ψυχιάτρων στην οποία υπηρέτησε ο Bowlby στον στρατό.

Ερχόμενος στην κλινική Tavistock του ανατέθηκε η δημιουργία και η εποπτεία της λειτουργίας μιας κλινικής αποκλειστικά για παιδιά. Εκεί ο Bowlby μελέτησε με ιδιαίτερο πάθος την ποιότητα των σχέσεων των μικρών ασθενών του με τις μητέρες τους, διενεργώντας μια πρώτη συστηματική μελέτη των επιπτώσεων του αποχωρισμού στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των μικρών παιδιών, στην οποία συμμετείχε και η μελλοντική συν-θεμελιωτής της Θεωρίας του Δεσμού, Mary Ainsworth. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι έως την εποχή εκείνη ήταν συνήθης πρακτική τα παιδιά να νοσηλεύονται μόνα τους και να επιτρέπεται στις μητέρες τους να τα επισκέπτονται μόνο κατά τις ώρες επισκεπτηρίου, κάτι στο οποίο ο Bowlby ήταν εντελώς αντίθετος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Bowlby συνεργάστηκε με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο οποίος του ζήτησε να κάνει μια αναφορά για την ψυχική υγεία των άστεγων παιδιών, κάτι που του έδωσε την ευκαιρία να έρθει σε επαφή με θεωρητικούς από όλο τον κόσμο και να συνθέσει τις πολλές και διαφορετικές προσεγγίσεις για το θέμα της ψυχικής υγείας των παιδιών στην τελική αναφορά του που εκδόθηκε από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας υπό τον τίτλο «Maternal Care and Mental Health»[3] .

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 έως και τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ο Bowbly αφιέρωσε περισσότερο χρόνο στο συγγραφικό του έργο και στην ανάπτυξη της τριλογίας Attachment and Loss[4][5][6] η οποία αποτελεί το πιο γνωστό και σημαντικό του έργο, στο οποίο καταγράφει λεπτομερώς το θεωρητικό υπόβαθρο της Θεωρίας του Δεσμού.

Θεωρητικές επιρροές

Ο Bowlby ήταν μεγάλος θαυμαστής του Darwin. Έγραψε μάλιστα και την βιογραφία του Darwin μέσα από μία ψυχοαναλυτική ματιά.
[φωτο: Wikimedia]

Ο Bowlby επηρεάστηκε από πλήθος σημαντικών επιστημόνων από πολλούς κλάδους ώστε να ολοκληρώσει το πλαίσιο της Θεωρίας του Δεσμού. Ήταν μεγάλος θαυμαστής του Δαρβίνου και της θεωρίας της Εξέλιξης. Θαύμαζε τον Δαρβίνο τόσο για το νέο θεωρητικό πλαίσιο το οποίο έδωσε ώθηση και άνοιξε νέες οδούς στο σύνολο της επιστημονικής κοινότητας, όσο και για την προσωπικότητά του. Άλλωστε ένα από τα τελευταία βιβλία που έγραψε ο Bowlby πριν το θάνατό του ήταν η βιογραφία του Δαρβίνου μέσα από μία ψυχαναλυτική ματιά[7] . Η βασική όμως επιρροή του Bowlby ήταν σαφώς οι ψυχαναλυτικές θεωρίες της εποχής του, τις οποίες εντρύφησε κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής του ως ψυχαναλυτής.

Ο Bowlby υποστήριζε την πρακτική αποτελεσματικότητα της ψυχανάλυσης, όπως αυτή αναπτύχθηκε από τον Freud και τα ψυχαναλυτικά ρεύματα που εμφανίστηκαν μετά από αυτόν, αλλά έθετε ερωτήματα σε σχέση με την τάση της ψυχανάλυσης να εστιάζει στο φαντασιακό και να μην δίνει έμφαση στην παρατηρούμενη συμπεριφορά. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, η επόπτριά του κατά την εκπαίδευσή του στην ανάλυση παιδιών ήταν η Klein και αυτό του έδωσε την ευκαιρία να έρθει σε άμεση επαφή με το θεωρητικό και πρακτικό πλαίσιο της κλαϊνικής σχολής σκέψης. Ο Bowlby θεωρούσε πως η Klein δεν έδινε επαρκή σημασία στο περιβάλλον των παιδιών ως πηγή πρόκλησης των παρατηρούμενων διαταραχών.

Ο Bowlby επηρεάστηκε και από άλλους ψυχιάτρους της εποχής του οι οποίοι, όπως και ο ίδιος, ενώ εκτιμούσαν την πρακτικής εφαρμογή της ψυχανάλυσης, παρατηρούσαν θεωρητικά κενά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Winnicott, ο οποίος όπως και ο Bowlby δεν τάχθηκαν σε μία από τις μεγάλες ομάδες εντός της ψυχαναλυτικής εταιρίας, αυτή της Anna Freud και της Melanie Klein. Αντίθετα, και οι δύο ακολουθούν μια τρίτη ομάδα ψυχαναλυτών που επικεντρώνεται στην αντικειμενική εμπειρία των παιδιών. Ο Bowlby δεν ήταν ο πρώτος που αναφέρθηκε στην ύπαρξη μιας ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ της μητέρας και του παιδιού, πέραν του ψυχαναλυτικού πλαισίου. Οι μελέτες του Suttie που προηγήθηκαν του θεωρητικού πλαισίου του δεσμού είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ερευνών από στις οποίες ο Bowlby βρίσκει επιβεβαίωση στις πρώτες ιδέες του για τον δεσμό. Ο Suttie ασκώντας κριτική στο κυρίαρχο ψυχαναλυτικό κίνημα αναφέρθηκε πρώτος στην ύπαρξη ενός πρωτογενούς δεσμού ανάμεσα στο βρέφος και τη μητέρα το οποίο όμως δεν σχετιζόταν με τη σεξουαλικότητα[8] , μια ιδέα η οποία αργότερα θα γίνει κεντρική στη Θεωρία του Δεσμού.

Ο Bowlby είχε πολλαπλές επιρροές τόσο από τα ψυχαναλυτικά κινήματα της εποχής του, όσο και από την ηθολογία και τη θεωρία της εξέλιξης των ειδών.

Ο Bowlby έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τις σύγχρονες έρευνες εκείνης της εποχής πάνω στην ηθολογία. Όντας βαθιά επηρεασμένος από την Θεωρία της Εξέλιξης των ειδών του Darwin και φυσικά την ψυχαναλυτική θεωρία όπως αυτή ξεκίνησε από τον Freud και αργότερα εξελίχθηκε μέσω πολλών πιο σύγχρονων θεωρητικών, ο Bowlby θεώρησε πως το ανθρώπινο είδος μοιράζεται κοινούς μηχανισμούς ανάπτυξης με άλλα είδη και οι μηχανισμοί αυτοί είναι βασικοί τόσο για την επιβίωση όσο και για την αναπτυξιακή και εξελικτική πορεία του κάθε οργανισμού. Έδειξε ενδιαφέρον για την εργασία του Lorenz στην ηθολογία και συγκεκριμένα για το μηχανισμό αποτύπωσης όπως μελετήθηκε σε πτηνά[9] , αλλά και στα πειράματα του Harlow σε πιθήκους με θέμα την μελέτη της συμπεριφοράς των νεογέννητων και πιο συγκεκριμένα τη δημιουργία μιας σχέσης εξάρτησης με τη μητέρα τους[10] . Πατώντας πάνω στην ψυχανάλυση και στην ηθολογία, ο Bowlby κατάφερε να βρει τις βάσεις που χρειαζόταν για να επιχειρήσει να οικοδομήσει ένα νέο θεωρητικό πλαίσιο για να εξηγήσει τις συνέπειες που παρατήρησε πως έχει η διακοπή ή η αποστέρηση των σχέσεων μεταξύ των βρεφών και των βασικών φροντιστών τους.

Το ψυχαναλυτικό πλαίσιο της εποχής του Bowlby ερμήνευε τη δημιουργία και την διακοπή του συνδέσμου μητέρας – παιδιού υπό το πρίσμα των ενορμήσεων και των αντικειμενικότροπων σχέσεων. Η ερμηνεία της σχέσης αυτής από τη θεωρητική ματιά των ενορμήσεων, όπως αυτή εκφράστηκε ήδη από τον Freud, βλέπει τη σχέση αυτή μέσα από το μηχανισμό της συσώρευσης και απελευθέρωσης της ψυχικής ενέργειας. Το βρέφος συσωρεύει ψυχική ενέργεια έχοντας την ανάγκη να τραφεί και η μητέρα μέσω του θηλασμού επιτρέπει την απελευθέρωσή της. Εάν η μητέρα δεν είναι διαθέσιμη, η λίμπιντο συνεχίζει να συσωρεύεται και δημιουργείται άγχος στο βρέφος. Σταδιακά το βρέφος συνδεεται με τη μητέρα μέσω αυτού του μηχανισμού. Η θεώρηση της σχέσης μητέρας-παιδιού υπό την σκοπιά των αντικειμενικότροπων σχέσεων βλέπει ως πηγή άγχους όχι τη συσώρευση της ψυχικής ενέργειας, αλλά την απώλεια της μητέρας, του αντικειμένου που επιτρέπει την απελευθέρωσή της. Πιο συγκεκριμένα, η Klein, που θεωρείται η βασική εκπρόσωπος της θεώρησης των αντικειμενικότροπων σχέσεων, σημείωνε πως το παιδί συνδέεται βιολογικά και ψυχολογικά με τη μητέρα του ήδη από τη στιγμή της γέννησής του μέσω του θηλασμού. Η μητέρα έχει έναν «καλό μαστό» όταν ικανοποιεί τις ανάγκες του παιδιού και έναν «κακό μαστό» όταν δεν τις ικανοποιεί και στον οποίο αποδίδονται όλες οι αποτυχίες τόσο από πλευράς της μητέρας όσο και από πλευράς του παιδιού.

Η τριλογία του Bowlby «Attachment and Loss» αποτελεί το προϊόν εργασίας 2 δεκαετιών και περιγράφει λεπτομερώς τη θεωρία του δεσμού.

Ο Bowlby έβλεπε τη χρησιμότητα αυτών των θεωρητικών μοντέλων, αλλά άσκησε κριτική και στις δύο θεωρήσεις για τη σχέση μητέρας-παιδιού καθώς πίστευε ότι ο δεσμός δεν είναι ένα δευτερεύον προϊόν των ενστίκτων και της ανάγκης του παιδιού για επιβίωση ή εκτόνωσης της ψυχικής του ενέργειας. Αντίθετα, έβλεπε το δεσμό ως ένα πρωτεύον ψυχολογικό μηχανισμό με τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Κατάφερε να εξηγήσει τον μηχανισμό δημιουργίας δεσμού, εισάγοντας στοιχεία από την εξέλιξη και τη βιολογία, επεκτείνοντας ταυτόχρονα τα ψυχοδυναμικά μοντέλα στα σημεία που θεωρούσε ότι υστερούσαν. Μία σημαντική διαφορά της θεωρίας δεσμού σε σχέση με ψυχαναλυτικά μοντέλα της εποχής του Bowlby είναι πως αυτά τα μοντέλα συνδέουν τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας ενήλικας με την παιδική του ηλικία, αλλά η σύνδεση αυτή γίνεται στο επίπεδο των συμβόλων και δίνουν μικρή έμφαση στην αντικειμενική εμπειρία κατά την παιδική ηλικία. Αυτή η αντικειμενική εμπειρία για το θεωρητικό πλαίσιο του Bowlby είναι ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη μιας υγιούς προσωπικότητας ή μιας μελλοντικής ψυχοπαθολογίας. Αυτή η διαφοροποίηση του Bowlby από τα σύγχρονα ψυχαναλυτικά μοντέλα ήταν ο βασικός λόγος των ψυχρών σχέσεων που είχε με τους βασικούς θεωρητικούς της ψυχανάλυσης όπως η Anna Freud και η Melanie Klein. Τόσο η Anna Freud όσο και η Melanie Klein θεωρούσαν ότι ο Bowbly αγκάλιαζε ιδιαίτερα έννοιες και όρους που ήταν πιο κοντά στον συμπεριφορισμό παρά στην ψυχανάλυση.

Έχοντας δει την προσωπική ιστορία του Bowlby, τις θεωρητικές του διαδρομές, τις βασικές του επιρροές και την κριτική που δέχτηκε από σημαντικούς συναδέλφους του, είμαστε έτοιμοι να δούμε τα βασικά στοιχεία της θεωρίας του δεσμού.

Αφιέρωμα στη θεωρία του δεσμού 1/4
25%

Διαβάστε και τα υπόλοιπα άρθρα του αφιερώματος στη Θεωρία του Δεσμού:

  1. Σύντομη ανασκόπηση της ζωής του John Bowlby
  2. Γενικό θεωρητικό πλαίσιο
  3. Προβλήματα συμπεριφοράς και ψυχοπαθολογία
  4. Η Θεωρία του Δεσμού και το Πένθος

Author: Δημήτρης Αγοραστός

Ψυχολόγος και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος στις νευροσυμπεριφορικές επιστήμες. Ολοκληρώνει το μεταπτυχιακό του στη Σχολική Ψυχολογία. Έχει ασχοληθεί ερευνητικά με θέματα όπως την έκφραση των ανθρωπίνων συναισθημάτων, την ενσυναίσθηση, την ανάπτυξη μαθησιακών διαταραχών και την διασύνδεση υπολογιστή-εγκεφάλου για τετραπληγικούς ασθενείς. Έχει ασχοληθεί επαγγελματικά και εθελοντικά με την ψυχοκοινωνική υποστήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων. Είναι ο διαχειριστής και ο κύριος αρθρογράφος του Ψυχολογείν.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Holmes, J. (2009). Ο John Bowlby και η Θεωρία του Δεσμού. (Ι. Αθανασίου & Α. Αθανασίου, Μτφ.). Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα. (Original work published 1993) []
  2. Bowlby, J. (1940). The influence of early environment in the development of neurosis and neurotic character. The International Journal of Psychoanalysis, 21, 154–178 []
  3. Bowlby, J. (1951). Maternal care and mental health (τ. 2). World Health Organization Geneva. []
  4. Bowlby, J. (1969). Attachment (τ. 1). New York: Basic Books []
  5. Bowlby, J. (1973). Seperation, Anxiety and Anger (τ. 2). New York: Basic Books. []
  6. Bowlby, J. (1980). Loss, attachment and depression (2nd ed). New York: Basic Books. []
  7. Bowlby, J. (1991). Charles Darwin: a new life. London: Pimlico []
  8. Suttie, I. D. (2014). The Origins Of Love And Hate. Hoboken: Taylor and Francis. Ανακτήθηκε από http://public.eblib.com/choice/publicfullrecord.aspx?p=1717643 []
  9. Lorenz, K. Z. (1937). The Companion in the Bird’s World. The Auk, 54(3), 245–273. https://doi.org/10.2307/4078077 []
  10. Harlow, H. F. (1958). The nature of love. American psychologist, 13, 673–685 []