09 Αυγ 2015

Διασχιστικές Διαταραχές (Διασχιστική Αμνησία, Φυγή και Αποπροσωποποίηση)

Οι διασχιστικές διαταραχές[1] (άλλως παλαιότερα αποσυνδετική υστερία) συνιστούν ένα εντυπωσιακό είδος νευρώσεων, που χαρακτηρίζεται από κάποια διαταραχή στην ταυτότητα ή συνείδηση εαυτού του ατόμου. Αυτό σημαίνει πως το άτομο χάνει, με κάποιον από τους ποικίλους τρόπους έκφανσης της διαταραχής, την ικανότητα να διατηρήσει μια ενιαία ή αρτιμελής προσωπικότητα. Η αποσύνδεση εντοπίζεται είτε με τη μορφή αμνησίας (διασχιστική αμνησία, παλιότερα ψυχογενής αμνησία), είτε με τη διάσχιση της προσωπικότητας, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως ανάληψη νέας ταυτότητας και φυγής (διασχιστική φυγή, παλαιότερα ψυχογενής φυγή) ή ως εναλλαγή μεταξύ διαφόρων “προσωπικοτήτων” στο ίδιο άτομο (διασχιστική διαταραχή ταυτότητας (παλαιότερα διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας). Τέλος, η διάσχιση μπορεί να λάβει τη μορφή αποστασιοποίησης από τον εαυτό του, οπότε γίνεται λόγος για αποπροσωποποίηση ή να λάβει μια μορφή που μολονότι συνιστά διάσχιση, δεν μπορεί να αναχθεί σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες (διασχιστική διαταραχή μη-προσδιοριζόμενη αλλιώς).

Οι διασχιστικές διαταραχές αποδίδονται γενικά στην πίεση που προκαλεί η ύπαρξη ενός ισχυρού και παρατεταμένου άγχους. Η ψυχική σύγκρουση που προκαλείται συνήθως από κάποιο ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός ή κατάσταση έχει ως επακόλουθο την εκδήλωση τέτοιων συμπτωμάτων, ως μία προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία. Τα συμπτώματα είναι κατά κανόνα προσωρινά, και εφόσον διατηρείται η αγχώδης κατάσταση, επαναληπτικά και δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια (π.χ. αμνησία εξαιτίας κάποιου χτυπήματος στο κεφάλι) . Ωστόσο, με την ομαλοποίηση της ζωής του αρρώστου, παύουν και γενικά δεν προκαλούν κάποια μόνιμη βλάβη.

Λόγω του ότι το σύμπτωμα συνδέεται με την αντιμετώπιση της αγχώδους κατάστασης, ο άρρωστος, όπως συμβαίνει και με τη μετατρεπτική υστερία, δεν νιώθει να ενοχλείται. Εμφανίζεται έτσι η παρατηρούμενη στις υστερικές διαταραχές “μακάρια αδιαφορία” (belle indifference[2] ). Επακόλουθο είναι ο άρρωστος να έχει ελάχιστη προθυμία για ψυχιατρική βοήθεια, και για τον λόγο αυτό προτιμάται μια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία και χορήγηση ψυχοφαρμάκων για την αντιμετώπιση του άγχους.

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή και την αποπροσωποποίηση (την διασχιστική διαταραχή ταυτότητας την είδαμε σε άλλο άρθρο).

Η διασχιστική αμνησία (πρώην ψυχογενής αμνησία) χαρακτηρίζεται από μια απώλεια σημαντικών πληροφοριών (όπως π.χ. το όνομα, οικογένεια, επάγγελμα) και γεγονότων, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως απλή λησμοσύνη (όπως π.χ. όταν κάποιος δεν μπορεί να θυμηθεί κάποιες πληροφορίες επειδή ήταν αφηρημένος). Η αμνησία συνήθως περιλαμβάνει και οφείλεται σε ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός (ως επί το πλείστον πολεμικές μάχες, φυσικές καταστροφές, σεξουαλική κακοποίηση, απόπειρες αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας). Λόγω του ανυπόφορου του γεγονότος, το άτομο αντιδρά χάνοντας αναμνήσεις του εαυτού του, οι οποίες μπορεί να έχουν μικρή ή μεγάλη έκταση.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν πέντε ευρεία σχήματα απώλειας μνήμης σε αυτή τη διαταραχή. Συνηθέστερη μορφή είναι η περιγεγραμμένη (εντοπισμένη) αμνησία, η οποία χαρακτηρίζεται από αδυναμία μνημονικής ανάκλησης όλων των γεγονότων μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, που καλύπτει συνήθως όλη την τραυματική εμπειρία μέχρι και λίγες ημέρες έπειτα (π.χ. σε μια σεισμική καταστροφή που το άτομο χάνει όλη την οικογένειά του, δεν θυμάται τίποτα από το γεγονός μέχρι να περάσουν μερικές ημέρες). Μια άλλη μορφή είναι η εκλεκτική αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά ορισμένα αλλά όχι όλα τα γεγονότα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, διατηρώντας στη μνήμη του ορισμένα τμήματά της (π.χ. σε μια σεξουαλική κακοποίηση, το άτομο θυμάται το μέρος που συνέβη ή τη διαδρομή που διέφυγε αλλά όχι το πρόσωπο ή την ταυτότητα του δράστη). Πιο σπάνιες μορφές είναι η γενικευμένη αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα σχετικά με τη ζωή του (πλήρης αδυναμία μνημονικής ανάκλησης), η συνεχής αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα από μία στιγμή και έπειτα, μέχρι το παρόν, και η συστηματοποιημένη αμνησία, όπου το άτομο δεν μπορεί να ανακαλέσει πληροφορίες που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία (π.χ. πληροφορίες σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση). Οι τρεις τελευταίες μορφές ενδέχεται να συσχετίζονται και με άλλες μορφές διασχιστικής διαταραχής.

Η αμνησία είναι συνήθως παροδική, και ειδικά εφόσον δεν είναι χρόνια, επανέρχεται ξαφνικά, ύστερα από κάποιες εβδομάδες μέχρι κάποιους μήνες. Για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται συνήθως θεραπευτική επέμβαση. Σε περίπτωση που η αμνησία είναι γενική, ο άρρωστος αποπροσανατολίζεται, μην μπορώντας να προσδιορίσει το ποιος ή πού είναι, και επικρατεί μια σύγχυση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια άσκοπη περιπλάνηση. Στο στάδιο αυτό, αδυνατεί να αναγνωρίσει συγγενικά πρόσωπα, ενώ οικεία πρόσωπα και αντικείμενα δεν τον βοηθούν να θυμηθεί και ο ίδιος έχει επίγνωση της αμνησίας του.

Άλλη μορφή διασχιστικής διαταραχής είναι η διασχιστική φυγή (πρώην ψυχογενής φυγή). Ξαφνικά ένα άτομο αφήνει πίσω την οικογένεια και την εργασία του, και ξεκινά ένα απροσδόκητο ταξίδι μακριά από τον τόπο του. Το άτομο δεν θυμάται το παρελθόν του αλλά σε αντίθεση με τη διασχιστική αμνησία έχει μια αίσθηση προορισμού (και όχι άσκοπης περιπλάνησης), και μολονότι συνήθως υπάρχει σύγχυση της ταυτότητας, ενδέχεται να λάβει μια εξ ολοκλήρου νέα ταυτότητα (με μερική ή ολική απόρριψη της παλιάς και των κοινωνικών της σχέσεων). Η νέα αυτή ταυτότητα είναι πιο εξωστρεφής, με λιγότερες αναστολές και πιο ζωντανή. Το άτομο μπορεί να εμφανισθεί με νέο όνομα, προέλευση, επάγγελμα και να δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις. Η συμπεριφορά του δεν μαρτυρά την ύπαρξη μιας διαταραχής και για αυτό μπορεί να συνεχίσει στη νέα του ζωή για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις η διάρκεια είναι μικρή, οι κοινωνικές σχέσεις αποφεύγονται και το άτομο δεν αποκτά νέα ολοκληρωμένη ταυτότητα. Η ανάνηψη είναι όσο ξαφνική όσο ήταν και η εμφάνιση της διαταραχής. Για αυτό και πάλι δεν ακολουθείται συνήθως κάποια θεραπεία. Όπως και τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή μπορεί να προκαλέσει ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός, παρόμοιο με αυτά που αναφέρθηκαν.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η διασχιστική φυγή είναι ένας μερικός συνδυασμός της διασχιστικής αμνησίας και της διασχιστικής διαταραχής ταυτότητας, καθώς αφενός το άτομο απολύει τη μνήμη του παρελθόντος (γενικευμένη μορφή διασχιστικής αμνησίας) και αφετέρου δημιουργεί και υιοθετεί μια άλλη ταυτότητα, πιο απελευθερωμένη από ότι η προηγούμενη (δεύτερη ταυτότητα, η οποία δεν εναλλάσσεται αλλά είναι παροδική).

Τέλος, υπάρχει και η διασχιστική διαταραχή αποπροσωποποίησης. Η διαταραχή αυτή σχετίζεται με την αντίληψη και συνίσταται σε μια απότομη αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Το άτομο νιώθει αποξενωμένο από τον εαυτό του, σαν ένας εξωτερικός παρατηρητής και μπορεί να έχει το συναίσθημα ότι μέλη του σώματός του, συνήθως τα χέρια ή τα πόδια, έχουν μεγαλώσει ή μικρύνει. Μπορεί να αισθάνεται το σώμα του σαν ξένο, ότι κινείται σαν αυτόματο[3] ή σαν να βρίσκεται μέσα σε όνειρο.

Στο ίδιο πλαίσιο αλλά με διαφορετικό το αντικείμενο της διαταραχής είναι η αποκαλούμενη αποπραγματοποίηση. Επίκεντρο εδώ της αποξένωσης είναι ο εξωτερικός κόσμος και μπορεί να εκδηλωθεί ως αντικείμενα που αλλάζουν σχήμα ή μέγεθος, πρόσωπα που δείχνουν πεθαμένα ή ότι λειτουργούν αυτόματα, δημιουργώντας μια αίσθηση μη πραγματικού του περιβάλλοντος. Ακόμη, η διαταραχή μπορεί να αναφέρεται στην αίσθηση του χρόνου, με ηπιότερα και συνηθέστερα συμπτώματα τα ντεζά βυ και ντεζά βεκύ, όπου δίνεται η εντύπωση πως κάτι που βλέπει ή ζει το άτομο έχει συμβεί κάποτε στο παρελθόν. Η διαταραχή αυτή συμβαίνει συχνότερα σε νεαρές ηλικίες.

Συνήθως το άτομο νιώθει ότι δεν ελέγχει τις πράξεις του και γιαυτό περιέρχεται σε έναν φόβο τρέλας, παρόλο που ο άρρωστος εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο των πράξεων του και δεν αποβάλλει το λογικό του ή τον προσανατολισμό του. Ακόμη τα συμπτώματα συνοδεύονται από έντονο άγχος ή και κατάθλιψη και για τον λόγο αυτό μπορεί να χορηγηθούν και αντικαταθλιπτικά. Η πορεία της διαταραχής είναι κατά κανόνα χρόνια και χαρακτηρίζεται από εξάρσεις και υφέσεις ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής του ατόμου (π.χ. έντονο άγχος μπορεί να οδηγήσει σε εντονότερη εμφάνιση συμπτωμάτων).

Βλέπετε επίσης:

  • Πέτρος Χαρτοκόλλης, Εισαγωγή στην ψυχιατρική, δεύτερη έκδοση, εκδ. Θεμέλιο, 1989
  • Psychologia.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Iatronet.gr – Τάκης Χ. Νικόλαος, Αγγελοσοπούλου Αργυρώ, “Αποσυνδετικές (Διασχιστικές) Διαταραχές”
  • Psyhotherapia.blogspot.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Psychcentral.com – In-Depth: Understanding Dissociative Disorders

Εισαγωγική Φωτογραφία

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Εισηγητής της έννοιας της νοητικής διάσχισης υπήρξε ο Pierre Janet (19ος αιώνας). Μετέπειτα, με την διασχιστική διαταραχή που νοούνταν ως μορφή της υστερίας ασχολήθηκε και ο Freud. []
  2. Η έννοια εισήχθη από τον Σαρκώ. []
  3. Ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με το πολύ πιο ακραίο και σπάνιο φαινόμενο της αυτοσκοπίας που παρατηρείται στις σχιζοφρένειες, όπου εκεί πλέον ο άρρωστος βλέπει οπτικά τον εαυτό του σαν να είναι ένα άλλο άτομο, και το οποίο συνιστά παραίσθηση. Γενικά η αποπροσωποίηση στη διασχιστική διαταραχή διαφέρει από αυτή στις σχιζοφρένειες στο ότι στην πρώτη δεν χάνεται ο έλεγχος των πράξεων, καθώς δεν αποσυντίθεται το εγώ αλλά είναι δυστονική προς το εγώ. []
12 Απρ 2014

Κριτική στη θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner

Ανάμεσα στα πιο μυστηριώδη αντικείμενα της ψυχολογίας, η νοημοσύνη κατέχει μια εξέχουσα θέση. Η προβληματική που δημιουργεί ανευρίσκεται τόσο στην δυστοκία του ορισμού της, καθώς υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις όσον αφορά το περιεχόμενό της, όσο και από την ίδια την έννοια και το αν αυτή έχει πραγματικό νόημα ή απλώς περιγράφει μια συλλογή από διαφορετικές λειτουργίες που αλληλοσυμπληρώνονται και λειτουργούν συνδυαστικά στον βίο του ανθρώπου.

Υπάρχουν δύο απόψεις γύρω από τη φύση της νοημοσύνης. Από τη μία, είναι η άποψη που υποστηρίζει την ολότητα και ενότητα της νοημοσύνης, η λεγομένη μονοπαραγοντική θεωρία (L. Terman). Από την άλλη πλευρά είναι οι πολυπαραγοντικές θεωρίες (Spearman, Vernon, Thurstone, Sternberg και Guilford), σύμφωνα με τις οποίες η νοημοσύνη απαρτίζεται και οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, ενίοτε ανεξάρτητους μεταξύ τους. Η πιο φημισμένη πολυπαραγοντική θεωρία είναι η θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης του Howard Gardner.

Στη θεωρία αυτή, o Gardner διακρίνει τη νοημοσύνη με βάση οκτώ κριτήρια:

  • Μουσική νοημοσύνη (Ευαισθησία στον ήχο, αντίληψη στις νότες, τη μουσική)
  • Γλωσσική νοημοσύνη (Ικανότητα ανάγνωσης, γραφής, διαχείρισης των λέξεων και έκφραση μέσω αυτών),
  • Λογικομαθηματική νοημοσύνη (λογική, αφηρημένη σκέψη, ευχέρεια στους αριθμούς, κριτική σκέψη)
  • Ενδοπροσωπική νοημοσύνη (αντίληψη του εαυτού και των συναισθημάτων του, αυτογνωσία)
  • Διαπροσωπική νοημοσύνη (ικανότητα συνεργασίας με άλλους, εκτίμηση των συναισθημάτων και χαρακτηριστικών τους, ομαδικότητα)
  • Χωρική νοημοσύνη (Αντίληψη του χώρου και των διαστάσεων, γραφικές παραστάσεις)
  • Νατουραλιστική νοημοσύνη (Κατηγοριοποίηση και αξιολόγηση των χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος)
  • Κιναισθητική νοημοσύνη (έλεγχος κινήσεων των μελών του σώματος, δεξιότητα στη διαχείριση των αντικειμένων)

Ο ίδιος υποστήριξε πως οι διάφορες μορφές της νοημοσύνης είναι σχεδόν ανεξάρτητες μεταξύ τους, και γύρω από αυτήν την ιδέα δόμησε την θεωρία της πολλαπλής νοημοσύνης.

Καταρχάς, η απόλυτη διάκριση των τύπων της νοημοσύνης του Gardner, όχι μόνο σε πειραματικό επίπεδο δεν βρέθηκε συμφωνία (καθώς στα πειράματα νοημοσύνης παρατηρείται συσχετισμός των διαφόρων ειδών, όπως αυτά της γλωσσικής και της λογικομαθηματικής νοημοσύνης,  αντίθετα με τις προβλέψεις του Gardner), αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο θεωρώ πως η διάκριση είναι επιφανειακή. Και τούτο γιατί σε πολλούς, από τους φαινομενικά διαφορετικούς, «τύπους» της νοημοσύνης μπορούν να βρεθούν κοινά στοιχεία που μόνο στην έκφανσή τους, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή, διαφέρουν, δίχως να αποτελούν όμως παρασκηνιακά διαφορετικές νοητικές λειτουργίες.

Για παράδειγμα, η γλωσσική νοημοσύνη διακρίνεται για την ικανότητα στη διαχείριση των λέξεων, την χρήση πλούσιου λεξιλογίου και τη σωστή χρήση του λόγου για την έκφραση. Έχοντας την κοινή αντίληψη ότι ένα «θεωρητικό», «λογοτεχνικό» μυαλό βρίσκεται σε αντιδιαστολή από το «λογικό», ή πόσο μάλλον «μαθηματικό» μυαλό, δεν διστάζουμε να πιστέψουμε πως υπάρχει φυσικά και μια αντίστοιχη διάκριση μεταξύ των νοητικών λειτουργιών. Έτσι, μην μπορώντας να βρούμε ένα κοινό κρίκο, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι είναι διαφορετικά, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, τμήματα της νοημοσύνης.

Ας αναρωτηθούμε όμως το εξής. Μια καλή χρήση του λόγου, είναι εν τέλει, η σωστή επιλογή των λέξεων που θα αποδώσουν το προσδοκώμενο νόημα. Είναι επομένως μια διεργασία σύγκρισης, απόρριψης και επιλογής λέξεων, τις οποίες συνθέτουμε σε προτάσεις προκειμένου να εκφραστούμε. Η ίδια διεργασία συμβαίνει από την ποίηση μέχρι τη ρητορική. Ο σκοπός που θέτουμε και τις διακρίνει (την ποίηση από τη ρητορική) είναι αδιάφορος σε αυτά τα πλαίσια. Το «ζύγισμα» των λέξεων, η διαδικασία δηλαδή επιλογής των καταλλήλων, γίνεται πρώτα από όλα από την εντύπωση που έχουμε για αυτές τις λέξεις, και συνεπώς την βαρύτητα που θεωρούμε ότι θα έχουν στον δέκτη εκφράζοντάς τες. Ανακαλούμε δηλαδή τον θεωρούμενο αντίκτυπο της κάθε λέξης, όπως τον έχουμε διαμορφώσει στο νου μας μέσω της εμπειρίας. Για να δια-κρίνουμε από τη μνήμη τις λέξεις που προσδοκούμε να αποδώσουν με τη μεγαλύτερη ακρίβεια, δεν γίνεται παρά να περάσουμε στην αξιολόγηση, δηλαδή την το προαναφερθέν «ζύγισμα». Το ζύγισμα αυτό όμως δεν είναι παρά κριτική σκέψη, που δεν οφείλεται σε καμία άλλη λειτουργία πλην της λογικής, της λογικομαθηματικής κατά τον Gardner, που ο ίδιος μάλιστα κατέταξε την κριτική σκέψη στη λογικομαθηματική νοημοσύνη(βλ. παραπάνω). Η διάκριση, και συνεπώς η αξιολόγηση, αποτελούν προϊόντα της κριτικής σκέψης, που πολύ σωστά εντάσσεται στο πλαίσιο της λογικομαθηματικής, καθώς η σύγκριση δεδομένων είναι λειτουργία της λογικής, όπως και στα μαθηματικά. Η κρίση είναι μέτρηση, ζύγισμα. Επομένως, όχι μόνον η γλωσσική και η λογικομαθηματική συσχετίζονται, αλλά είναι θεωρητικά (και πρακτικά) αδύνατον ένας άνθρωπος να είναι ιδιαίτερα ικανός στη διαχείριση της γλώσσας χωρίς να έχει μια αντίστοιχη ικανότητα στη λογική. Και αυτό γιατί το συστατικό της γλώσσας, όπως είδαμε, είναι η ίδια η λογική. Είναι επομένως άτοπο να διακρίνουμε αυτά τα δύο. Στην πραγματικότητα, αν εξαιρέσουμε τη διαφοροποίηση του αντικειμένου, είναι ακριβώς οι ίδιες λειτουργίες.

Η επιλογή του αντικειμένου τώρα, δεν οφείλεται στη νοημοσύνη αυτή καθ’ αυτή, αλλά είναι απόρροια εμπειριών, καθώς επιλέγουμε να χρησιμοποιούμε το νου μας σε αυτά που μας τραβούν την προσοχή, ή μέσα από ένα οποιοδήποτε σύστημα αξιών που θέτουμε, θεωρούμε προτιμότερο να ασχοληθούμε. Ένας ικανός γλωσσολόγος ή ομιλητής, για παράδειγμα, θα αναρωτιόνταν κανείς, γιατί δεν είναι και μαθηματικός; Η παραπλανητική αυτή σκέψη δεν πρέπει να καθοδηγεί το συλλογισμό μας. Το γεγονός ότι ένας ικανός ομιλητής δεν είναι και ειδήμων σε αυτά που θεωρούμε «ασχολίες τις λογικής», δεν σημαίνει ότι θα ήταν πραγματικά ανίκανος σε αυτές. Μέσα στην πολύπλοκη πραγματικότητα, είναι ισχυρό ενδεχόμενο πως για κάποιους λόγους, είτε δεν επέλεξε τέτοιες ασχολίες, ώστε να επιδείξει και εκεί ικανότητες (π.χ. δεν υπήρξαν τα κατάλληλα ερεθίσματα), είτε επέλεξε άλλες απομακρύνοντας τον εαυτό του από τις πρώτες (ακολουθώντας ακαδημαϊκή σπουδή, επαγγελματικές προοπτικές, κ.λπ., δεν υπήρχε κίνητρο για άλλη ασχολία). Είναι εξάλλου γνωστό πως υπήρχαν ερεθίσματα από νεαρή ηλικία, εξωτερικά από αυτά που λαμβάνει ο κάθε άνθρωπος από την κοινωνία (ιδιαίτερα φερ’ ειπείν την εκπαίδευση, που συχνά λειτουργεί μάλλον αποτρεπτικά). Είναι το ενδιαφέρον πολλές φορές, που καθορίζει τις ασχολίες, και όχι η νοημοσύνη, η οποία βέβαια είναι αυτή που τις θεμελιώνει, τις αναπτύσσει και τις αναδεικνύει (μια πυξίδα και ένα βιβλίο γεωμετρίας για τον Αϊνστάιν, μια επίδειξη ηλεκτρισμού στο λύκειο για τον Τέσλα, κ.λπ. Σίγουρα τα ερεθίσματα αυτά δεν είναι καθοριστικά. Είναι όμως ενδιαφέρον που διατηρούνται στη μνήμη αυτών των ανθρώπων, ώστε να τα αφηγηθούν στον κόσμο μετά από πολλά χρόνια..).

Επίσης, η θεωρία του Gardner δεν είναι μια θεωρία που μελετά την νοημοσύνη ως ψυχολογικό φαινόμενο. Είναι μια απαρίθμηση των εκδηλώσεων της νοημοσύνης, μια λίστα που ολοένα και εμπλουτίζεται από μεταγενέστερους. Ικανότητες όπως χορός, μουσική, γλώσσα, είναι απλώς εκφάνσεις της ευφυΐας του ανθρώπου, και δεν ταυτίζονται με αυτήν. Μπορεί να υπάρχει ποικιλία εκφάνσεων, αλίμονο όμως αν θεωρούμε ότι η καθεμία αποτελεί ξεχωριστή, ανεξάρτητη όπως υποστηρίζει ο Gardner, μορφή νοημοσύνης. Βλέπουμε έτσι πως στα κριτήρια αυτά προστίθενται και άλλα (όπως υπαρξιακή νοημοσύνη). Αντί για μια θεωρία που εξηγεί το νόημα της νοημοσύνης, έχουμε μια καταγραφεί των εκδηλώσεών της στην καθημερινή ζωή, και θεωρώντας ακόμη χειρότερα ότι οι εκδηλώσεις αυτές αποτελούν και γνήσιες μορφές της νοημοσύνης.

Τέλος, δεν γίνεται διάκριση μεταξύ ικανότητας και νοημοσύνης (όπως επισήμαναν οι  Robert J. SternbergEysenck,  και Scarr). Έτσι, ο τραγουδιστής θεωρείται πως έχει μουσική νοημοσύνη, ενώ στην πραγματικότητα είναι ενδεχομένως η χροιά της φωνής του, που για βιολογικά αίτια, τον καθιστούν ευχάριστο στο άκουσμα, και όχι απευθείας μια ιδιαίτερη ικανότητα του νου. Το ίδιο ισχύει και για τα στοιχεία του χαρακτήρα. Έτσι, κάποιος μπορεί να μην εκτιμά τα συναισθήματα των άλλων, όχι απαραίτητα επειδή υστερεί σε αυτό νοητικά, αλλά επειδή αδιαφορεί ή είναι εγωκεντρικό, χαρακτηριστικά που πιθανώς να οφείλονται στις εμπειρίες του (π.χ. στην αγωγή που του δόθηκε).

Η προσπάθεια της ψυχολογικής σκέψης οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να στρέφεται στην εύρεση του μίτου μέσω του οποίου συνδέονται οι εκφάνσεις των ψυχικών λειτουργιών του ατόμου, και όχι στην απλή καταγραφή τους. Το κατόρθωμα βρίσκεται στην αναζήτηση των αρχών, μέσω των οποίων μπορούν να περιγραφούν τα πολυποίκιλα ψυχολογικά φαινόμενα. Το ίδιο πιστεύω πως πρέπει να γίνει και με τη νοημοσύνη. Ειδάλλως, μένουμε στάσιμοι στα όσα μας προβάλλονται, αγνοώντας το προσκήνιο πίσω από το οποίο προέρχεται το εκάστοτε μυστήριο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

08 Απρ 2014

Υστερικές διαταραχές: Η μετατρεπτική υστερία

Η λέξη «υστερία», όταν ακούγεται σήμερα, φέρνει συχνά στο νου την εξής εικόνα: μια γυναίκα εκτός ελέγχου, να ουρλιάζει και να παραφέρεται σε έντονα συναισθήματα πανικού ή οργής. Μολονότι περιέχει στοιχεία αλήθειας, θα ήταν συνετό να αποσυνδεθεί αυτή η εικόνα από την υστερία, όπως χρησιμοποιείται ο όρος στην ψυχολογία.

Η υστερία κατατάσσεται στις νευρωτικές διαταραχές, και αποτέλεσε σημείο ενδιαφέροντος από πανάρχαια χρόνια. Ο Ιπποκράτης τη θεώρησε ως μια σωματική διαταραχή συνδεόμενη με τη γυναικεία σεξουαλικότητα, και πράγματι η διαταραχή αυτή θεωρούνταν για πολύ καιρό ασθένεια του γυναικείου φύλλου. Ο δε όρος «υστερία» προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «υστέρα», που σημαίνει «μήτρα», καταδεικνύοντας τη στενή σχέση που πίστευαν πως είχε με τη γυναίκα. Αντίθετη άποψη προέβαλλε ο Φρόυντ, σημειώνοντας πως η υστερική διαταραχή μπορεί να εμφανιστεί και σε άνδρες.

Ο Καρλ Γιουνκγ, στο βιβλίο του «Αναλυτική Ψυχολογία», παραπέμπει το εξής περιστατικό: «Θυμάμαι μια νέα γυναίκα που έπασχε από οξεία υστερία, σαν επακόλουθο ενός ξαφνικού τρόμου. Είχε πάει σε μια βραδινή διασκέδαση και τα μεσάνυχτα γύριζε στο σπίτι της με τη συντροφιά πολλών γνωστών της, όταν μια άμαξα τους πλησίασε από πίσω σε πλήρη τριποδισμό. Οι άλλοι παραμέρισαν, αλλά αυτή, σαν μαγεμένη από τον τρόμο, έμεινε στη μέση του δρόμου και έτρεχε μπροστά από τα άλογα. Ο αμαξάς χτυπούσε το μαστίγιό του και έβριζε, χωρίς όμως αποτέλεσμα, γιατί η νέα έτρεχε στη μέση του δρόμου, που οδηγούσε σε μια γέφυρα. Εκεί οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν, και για να αποφύγει να πατηθεί από τα άλογα, θα είχε στην απελπισία της πηδήσει στο ποτάμι, αν δεν την είχαν βοηθήσει οι διαβάτες. Τώρα η ίδια αυτή νέα συνέβη θα βρεθεί κατά τύχη στην Πετρούπολη, στα αιματηρά γεγονότα της 22ας Ιανουαρίου σε αυτόν τον ίδιο δρόμο που ξεκαθάρισε ο στρατός με πυκνούς πυροβολισμούς. Ολόγυρά της έπεφταν νεκροί ή τραυματίες. Αυτή, εν τούτοις, ολότελα ήρεμη και με πνευματική διαύγεια, ανακάλυψε μια πόρτα που έβγαζε σε μια αυλή από την οποία ξέφυγε σε ένα άλλο δρόμο. Οι τρομακτικές αυτές στιγμές δεν της προκάλεσαν καμιά περαιτέρω ενόχληση. Αισθάνονταν ύστερα πολύ καλά – πολύ καλύτερα μάλιστα από ότι συνήθως»[1] .

Η υστερική διαταραχή διακρίνεται σε αποσυνδετική και μετατρεπτική. Η αποσυνδετική διαταραχή είναι η πλέον επονομαζόμενη διασχιστική, και χαρακτηρίζεται από διαταραχή στη συνείδηση του εαυτού ή της ταυτότητας του ατόμου. Η δε μετατρεπτική υστερία (την οποία θα αναλύσουμε στο παρόν άρθρο), χαρακτηρίζεται από «ακούσια απώλεια κάποιας σωματικής ή αισθητηριακής λειτουργίας, συμπτώματα που δίνουν την εντύπωση νευρολογικής διαταραχής»[2] . Συγκεκριμένα, υπάρχουν επεισόδια σύγχυσης ή απώλειας συνειδήσεως, γενικοί σπασμοί και άναρθρες κραυγές, που είναι δύσκολο να διακριθούν από τις αντίστοιχες της επιληψίας. Επίσης, εκδηλώσεις της είναι η παράλυση μέλους του σώματος, το οποίο συνήθως είναι το χέρι, που έρχεται σε αντίθεση με την ανατομική διάταξη της περιοχής και παρουσιάζεται η κινητήρια ή αισθητήρια διαταραχή (η κλασική αναισθησία του γαντιού), η τύφλωση (ολική ή μερική) κ.λπ., ενώ σπανιότερα εμφανίζεται ως διαταραχή το αυτόνομου νευρικού συστήματος, με συμπτώματα όπως αυτό της ναυτίας.

Μολονότι η επιλογή συγκεκριμένου συμπτώματος είναι ακούσια, έχει γίνει αποδεκτό από την επιστημονική θεωρία ότι δεν είναι τυχαία, αλλά έχει ένα συμβολικό χαρακτήρα, μια εκδήλωση της εσωτερικής διαμάχης του ασθενούς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση που απέναντι στην απαγορευμένη επιθυμία αυνανισμού, το χέρι με το οποίο ο άρρωστος αυνανίζονταν παραλύει. Η παρεμπόδιση αυτή είναι καθώς φαίνεται επιθυμητή από τον άρρωστο, ο οποίος εμφανίζεται παραδόξως ξέγνοιαστος για την όλη κατάσταση, αδιαφορώντας για το συμβάν ή περιγράφοντάς το χαμογελώντας, δίνοντας την εντύπωση του επονομαζόμενου από το Σαρκώ «belle indifference» (=μακάρια αδιαφορία) .

Η συμπεριφορά αυτή αποτελεί ένδειξη πως τα αίτια βρίσκονται σε ένα αγχωτικό γεγονός. Με την εξωτερίκευση («μετατροπή») του εσωτερικού άγχους σε μια φαινομενικά σωματική πάθηση, ο άρρωστος απαλλάσσεται από το βάρος και παράλληλα τιμωρεί τον εαυτό του. Η μεγάλη συχνότητα στις γυναίκες αιτιολογείται και από το λεγόμενο δευτερογενές όφελος της διαταραχής, που είναι η ιδιαίτερη προσοχή και φροντίδα των άλλων που επιτυγχάνεται. Η προστασία και η μέριμνα του ασθενούς δημιουργούν για αυτόν ένα ευχάριστο περιβάλλον, γεγονός που δυσκολεύει περαιτέρω τη θεραπεία. Όπως συμβαίνει με τις περισσότερες νευρώσεις, η αίτια αναζητείται σε τραυματικές εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, που έχουν απωθηθεί στα ασυνείδητα τμήματα του νου.

Είναι εξίσου χαρακτηριστικό πως οι σπασμωδικές κινήσεις που εμφανίζονται στην υστερία, εν αντιθέσει με την επιληψία, δεν προκαλούν τραυματισμό. Συμβαίνουν σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο που τις καθιστά ασφαλείς, όπως όταν (ο ασθενής) βρίσκεται κοντά σε μια μαλακή επιφάνεια (π.χ. καναπές) και υπό την παρουσία τρίτου προσώπου. Είναι χαρακτηριστικό πως στην ασθένεια αυτή υπάρχει μεγάλη ανάγκη για την ύπαρξη ενός προστατευτικού προσώπου επιφορτισμένου με τον ρόλο του πατέρα, από το οποίο μπορεί να εξαρτάται. Τούτο συμβαίνει με μεγαλύτερη συχνότητα στις γυναίκες, και ίσως εξηγεί κατά ένα μέρος και το ευπαθές των γυναικών προς αυτή την διαταραχή, ενώ δεν λείπει από τη θεωρία η άποψη πως τούτο οφείλεται στο οιδιπόδειο σύμπλεγμα.

Συγκεκριμένα, η μετατρεπτική υστερία εμφανίζεται κυρίως σε κοπέλες νεαρής ηλικίας, χαριτωμένης και θελκτικής προσωπικότητας. Είναι συνήθως εύπιστες και εμφανίζουν έντονη θηλυκότητα, σε «ένα κράμα σεμνότητας και διάχυτου ερωτισμού».

Τέλος, η θεραπεία περιλαμβάνει χρήση ψυχοφαρμάκων, για την κάλυψη ψυχωτικών κρίσεων (σχιζοφρενικής ή καταθλιπτικής μορφής), και ιδίως με την ψυχανάλυση. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην αντιμετώπιση του περιβάλλοντος, το οποίο πρέπει να συμπαραστέκεται στον ασθενή με κατανόηση και υπομονή, αποφεύγοντας όμως το δευτερογενές όφελος της αγχώδους προσοχής.

Εισαγωγική εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Γιουνκγ Κ., Αναλυτική Ψυχολογία, εκδ. ΓΚΟΒΟΣΤΗΣ []
  2. Χαρτοκόλλης Π., Εισαγωγή στην Ψυχιατρική, Εκδ. Θεμέλειο, δεύτερη έκδοση αναθεωρημένη, 1989 []
01 Μαρ 2014

Η διασχιστική διαταραχή ταυτότητας

Ένας διστακτικός και φοβισμένος νεαρός κάθεται απέναντι από τον ανακριτή. Εκείνος, με την επιβλητικότητά και τη ρητορεία του, τού επιτίθεται ψυχολογικά προσπαθώντας να του αποσπάσει την αλήθεια, να τον κάνει να παραδεχτεί πως είναι αυτός ο δολοφόνος. Τρέμοντας και τραυλίζοντας ο νεαρός το αρνείται, και, ενώ ο ανακριτής συνεχίζει ακόμα πιο έντονα να τον πιέζει… ξεσπά. Ο φοβισμένος νεαρός μεταμορφώνεται σε έναν επιθετικό, ευέξαπτο και θρασύ άνθρωπο, που ορμά στον ανακριτή έτοιμος να τον σκοτώσει….

Ο κινηματογράφος έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές τη διαταραχή αυτή προκειμένου να στήσει ένα ενδιαφέρον σκηνικό, στο οποίο ο εγκληματίας και το θύμα συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα (π.χ. Primal Fear).

Η διασχιστική διαταραχή της ταυτότητας (dissociative identity disorder (DID)) ανήκει στις διασχιστικές διαταραχές, οι οποίες έχουν γενικά να κάνουν με διαταραχές στις οποίες εντοπίζεται μια διάσπαση στις λειτουργίες όπως αυτές της μνήμης, της αντίληψης του περιβάλλοντος, της συνείδησης και της ταυτότητας. Διακρίνονται έτσι σε πέντε είδη: διασχιστική μνήμη, διασχιστική φυγή, διασχιστική διαταραχή ταυτότητας, διασχιστική αποπροσωποποίηση και διασχιστική διαταραχή μη προσδιοριζόμενη αλλιώς (δηλαδή που έχει τα χαρακτηριστικά της διασχιστικής διαταραχής αλλά δεν εμπίπτει απόλυτα σε μία από τις προηγούμενες κατηγορίες). Στο άρθρο αυτό θα ασχοληθούμε με τη διασχιστική διαταραχή της ταυτότητας.

Η διασχιστική διαταραχή της ταυτότητας, η οποία αποκαλούνταν διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων πριν από το 1994, αναφέρεται στην ύπαρξη μέσα στο άτομο διαφορετικών, συχνά αντιφατικών, προσωπικοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνουν τον έλεγχο εναλλάξ και μπορεί να είναι ενήμερες ή όχι της ύπαρξης άλλων προσωπικοτήτων. Ο αριθμός των διαφορετικών προσωπικοτήτων, κάθε μία από τις οποίες χαρακτηρίζεται ως «alter», μπορεί να είναι από δύο έως και εκατοντάδες.

Ως προσωπικότητα εννοούμε τον σταθερό τρόπο και τύπο αντίληψης και τις σκέψεις και σχέσεις που έχουμε για το περιβάλλον και τον εαυτό μας, όπως αυτές εκδηλώνονται σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εναλλακτική προσωπικότητα του ατόμου που πάσχει από DID είναι συνήθως αντιφατική της άλλης. Έτσι, είναι συχνό την ντροπαλή και διστακτική προσωπικότητα να διαδέχεται μια απελευθερωμένη και τολμηρή. Η διαφοροποίηση των προσωπικοτήτων αυτών δεν περιορίζεται μόνο στη συμπεριφορά αλλά και στη μνήμη. Χαρακτηριστικό φαινόμενο της διαταραχής είναι τα κενά μνήμης του πάσχοντος, τα οποία συμβαίνουν όταν εναλλάσσεται η μία προσωπικότητα της άλλης. Έτσι, είναι πιθανό το ένα «alter» να αγνοεί γεγονότα που συνέβησαν σε ένα άλλο «alter».

Η διαταραχή αυτή είναι κοινώς αποδεκτό ότι συνδέεται με καταπιεσμένες αναμνήσεις παιδικής κακοποίησης, ιδίως δε σεξουαλικής. Αναφερόμενος στους πάσχοντες από DID, ο φιλόσοφος Daniel Dennett σημειώνει: «…υπάρχουν πλέον άφθονες αποδείξεις ότι δεν είναι μερικές ή εκατοντάδες, αλλά χιλιάδες οι διαγνωσμένες περιπτώσεις διαταραχής πολλαπλώς προσωπικοτήτων σήμερα, και ότι σχεδόν πάντα οφείλει την ύπαρξή της σε εκτεταμένη παιδική κακοποίηση, συνήθως σεξουαλική, και αηδιαστικής σφοδρότητας.» Επίσης, εμφανίζεται κατά μεγαλύτερο ποσοστό στις γυναίκες, και συνήθως υπάρχει οικογενειακό ιστορικό.

Η εμφάνιση των συμπτωμάτων της διαταραχής αυτής, που γίνεται εμφανής κυρίως στην εφηβεία, συμβαίνει απότομα, συνήθως όταν το άτομο βρεθεί σε αγχώδεις καταστάσεις, καταστάσεις ψυχοκοινωνικού στρες, οπότε και ανακύπτει ένας εναλλακτικός, πλαστός εαυτός, προτιμότερος να τις αντιμετωπίσει. Οι προσωπικότητες, όπως προείπαμε, μπορεί να μην αντιλαμβάνονται η μία την ύπαρξη της άλλης ή και να συγκρούονται, να πασχίζουν για τον έλεγχο, να προκαλούν ψευδαισθήσεις και να ακούγονται σαν «φωνές» που δίνουν εντολές.

Οι προσωπικότητες αυτές δίδουν διαφορετικά ονόματα στον εαυτό τους, μαζί με τα διαφορετικά χαρακτηριστικά (αντίληψη, συμπεριφορά, μνήμη), και μπορούν ακόμα να αναφέρουν διαφορετικό φύλο, καταγωγή ή ηλικία (η οποία είναι συνήθως μικρότερη της πραγματικής).

Αξίζει να σημειώσουμε την άποψη του ψυχολόγου Νίκου. Π. Σπανού, ο οποίος ισχυρίζεται ότι καταπιεσμένες αναμνήσεις παιδικής κακοποίησης και η διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας είναι «κοινωνικές δομές θεσμοθετημένες, εγκαθιδρυμένες, νομιμοποιημένες, και συντηρούνται μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης». Υποστηρίζει δηλαδή πως η διαταραχή, ως διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας, είναι προϊόν της συνεργασίας ιατρού και ασθενή, αποτέλεσμα της κοινωνικής αντίληψης ότι το άτομο πάσχει από διαφορετικές προσωπικότητες, οι οποίες τροφοδοτούνται από τον ιατρό που το αντιμετωπίζει ως τέτοιο και «εφευρίσκει» για το λόγο αυτό και τη θεραπεία. Αμφισβητεί την ύπαρξη ενός εαυτού, όπως τον θέλει η κοινωνία,  χωρίς όμως να απορρίπτει την ύπαρξη είτε της DID είτε του εαυτού.

Όσον αφορά τη θεραπεία της διαταραχής αυτής, δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδος. Χρησιμοποιείται η ύπνωση και η συνέντευξη αμυτάλης προκειμένου να προσεγγιστούν οι προσωπικότητες, ενώ το έργω της θεραπείας αναλαμβάνει η μακρόχρονη ψυχοθεραπεία (μπορεί, με εντατικές συνεδρίες να διαρκέσει από 3 έως και 6 χρόνια). Η φαρμακευτική αγωγή στοχεύει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της διαταραχής (κατάθλιψη, άγχος) και για το λόγο αυτό χορηγούνται αντικαταθλιπτικά.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

Εισαγωγική Φωτογραφία