13 Ιούλ

Ο ρόλος των συναισθημάτων

Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
  • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
  • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
  • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
  • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
04 Μαΐ

Τι είναι η Θετική Ψυχολογία;

Έχετε την τάση να βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο; Πιθανόν να έχετε ακούσει αυτήν τη ερώτηση πολλές φορές…

Σε λιγότερο από μια δεκαετία, η Θετική Ψυχολογία έχει τραβήξει την προσοχή όχι μόνο της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και του ευρύ κοινού. Ο αντίκτυπος είναι τόσο μεγάλος που κάνοντας μια αναζήτηση στο google για τον όρο «θετική ψυχολογία» βρέθηκαν περισσότερα από 419,000 αποτελέσματα! Με τον όρο «Positive Psychology» περιγράφεται ένα κίνημα έρευνας και εφαρμογής στις Νευρο-επιστήμες και την Ψυχολογία, που μελετά αυτά που ορίζονται ως «Θετικά συναισθήματα». Μελετώνται, εξίσου, και οι δεξιότητες που αναπτύσσει ο άνθρωπος βιώνοντας αυτά τα συναισθήματα, αλλά και τα επιτεύγματα που προκύπτουν από αυτές τις δεξιότητες.

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή ψυχολογία που εστιάζει στο αρνητικό και προβληματικό μέρος του ψυχικού κόσμου του ατόμου και στη θεραπεία του, η θετική ψυχολογία εστιάζεται στην προαγωγή της ευζωίας, της ευημερίας και της ικανοποίησης από τη ζωή, μέσα από την μελέτη του ρόλου των θετικών συναισθημάτων, χαρακτηριστικών, κινήτρων και ικανοτήτων των ανθρώπων. Βέβαια, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο καθώς ήδη οι ανθρωπιστικές και υπαρξιακές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στα θετικά στοιχεία του ανθρώπου, όπως την δύναμη της θέλησης, την υπευθυνότητα, την αυτενέργεια, την αυτοπραγμάτωση και την ελευθερία των επιλογών. Το κίνημα της θετικής ψυχολογίας, λοιπόν, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας την παράδοση των παραπάνω ψυχολογικών θεωριών, αναφέρεται στη σημαντικότητα των θετικών σκέψεων και συναισθημάτων και πως αυτά μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του άγχους, στην γενική υγεία και την ευημερία.

Τι είναι, όμως, ακριβώς η θετική σκέψη;

Ίσως να μπείτε στον πειρασμό να υποθέσετε ότι ταυτίζεται με το να βλέπει κάποιος τον κόσμο μέσα από χρωματιστούς “ροζ” φακούς, αγνοώντας τις αρνητικές πτυχές της ζωής ή αρνούμενος να δει ολόκληρη την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, θετική σκέψη σημαίνει ότι προσεγγίζουμε τις προκλήσεις της ζωής με μια θετική οπτική, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι αποφεύγουμε ή αγνοούμε τα άσχημα γεγονότα. Αντ’ αυτού περιλαμβάνει την αξιοποίηση των δυνητικά άσχημα καταστάσεων με το να προσπαθούμε να δούμε την καλύτερη πλευρά στους άλλους ενώ, παράλληλα, βλέπουμε τον εαυτό και τις ικανότητες μας μέσα από ένα θετικό πρίσμα.

Ένας, ακόμα, από τους στόχους της Θετικής Ψυχολογίας είναι να προωθήσει μια ευρύτερη αίσθηση της γνώσης και της συναίσθησης· να προχωράς, δηλαδή, πέρα από την καθημερινή φλυαρία του μυαλού με τις ατέλειωτες καθημερινές εργασίες και ανησυχίες που συχνά το απασχολούν, σε μια βαθύτερη αίσθηση της ίδιας σου της ύπαρξης και του αυτοσκοπού σου. Να μην αφήνεις, δηλαδή, τις αρνητικές καταστάσεις να σε εμποδίζουν από το να εξελίσσεις τον εαυτό σου.

Οι ερευνητές της Θετικής Ψυχολογίας, επιπλέον, μελετούν το ρόλο των θετικών συναισθημάτων, σκέψεων και γνώσεων στα πλαίσια της εκπαίδευσης, της μάθησης, της εργασιακής εξουθένωσης και της ψυχικής υγείας. Με αυτό τον τρόπο, το θεωρητικό υπόβαθρο των εννοιών της Θετικής Ψυχολογίας εφαρμόζεται, ακριβώς, στους τομείς που είναι υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας και διαμόρφωσης του ανθρώπινου ψυχισμού.

Σύμφωνα με την Barbara Fredrickson, εκπρόσωπο της θετικής ψυχολογίας, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της προσωπικής ανάπτυξης από το βίωμα θετικών συναισθημάτων είναι ότι το άτομο γεμίζει τους ψυχικούς του πόρους με ισχυρά νοητικά, κοινωνικά και συναισθηματικά εφόδια που διαρκούν στο χρόνο. Υποστηρίζει δε, ότι με τη στιγμιαία βίωση ενός θετικού συναισθήματος και τον εμπλουτισμό των πόρων μας, τροφοδοτούνται και άλλα θετικά συναισθήματα τα οποία – με τη σειρά τους – δίνουν τροφή σε ακόμα περισσότερα, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος “ψυχικής έλικας” η οποία ξετυλίγεται συνεχώς. Το όφελος είναι ότι μαζί με αυτή ξετυλίγεται και η ψυχοσύνθεση μας επιτρέποντάς μας να βιώσουμε μία ψυχική ανάταση. Έτσι, ο καθένας οχυρώνει την υγεία απέναντι σε οποιαδήποτε διαταραχή και ωριμάζει με ιδανικό τρόπο.

Συμπερασματικά, η Θετική Ψυχολογία επανέφερε στο προσκήνιο τους δύο βασικούς στόχους της Ψυχολογίας· την προώθηση της ευημερίας και ευζωίας και την αξιοποίηση των κλίσεων του ατόμου, των ιδιαίτερων δυνατοτήτων και ταλέντων του και του δυναμικού του. Η ενασχόλησή της περιλαμβάνει τις θετικές διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το νόημα της ζωής, την ψυχολογική ανθεκτικότητα, τα θετικά συναισθήματα και την συνεισφορά τους στη βελτίωση της ζωής του ατόμου. Εν ολίγοις, στοχεύει στην ποιοτική μακροζωία.

Κλείνοντας, αυτό που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι πως η χαρά και ο πόνος συνυπάρχουν στη ζωή μας, όπως συνυπάρχει το θετικό μαζί με το αρνητικό και η φωτεινή μαζί με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής. Με αυτό ως κανόνα, ακόμα και τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη για την επιβίωση μας. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι τα θετικά συναισθήματα συμβάλλουν στην εξέλιξη και την ταχύτερη απελευθέρωση μας από κάθε τι το αρνητικό. Σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις, όμως, το ευτυχές γεγονός είναι ότι η επιστήμη στρέφει την προσοχή της στο πραγματικό κίνητρο του ανθρώπου… Το συναίσθημα!

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Gable, S. & Haidt, J (2005). What (and Why) is Positive Psychology? Review of General Psychology, 9 (2), 103-110
  • Peterson, C. (2006). A Primer in Positive Psychology. New York Oxford University Press.
  • Peterson, C. (2008). What Is Positive Psychology, and What Is It Not? Psychology Today. Found online at http://www.psychologytoday.com/blog/the-good-life/200805/what-is-positive-psychology-and-what-is-it-not
  • Seligman, M. E. P. & Csikszenmihalyi, M. (2000). Positive psychology: An introduction. American Psychologist, 55, 5-14.
  • Συλλογικό, «Εισαγωγή στη Θετική Ψυχολογία», Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική), Οκτώβριος 2011
10 Μαρ

Ας γνωρίσουμε τις Αγχώδεις Διαταραχές

Οι αγχώδεις διαταραχές είναι οι πιο συχνές διαταραχές στον κόσμο σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει νιώσει άγχος. Το άγχος είναι μια κοινή αντίδραση που σε κάποιο βαθμό απαντάται στους περισσότερους ανθρώπους με τη μορφή της υπερβολικής αντίδρασης σε ήπια στρεσογόνα γεγονότα, όπως για παράδειγμα σε παραμονές εξετάσεων, σε αναμονή σημαντικών συναντήσεων κλπ. Το άγχος θεωρείται παθολογικό όταν δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου, οπότε και έχουμε κάποια αγχώδη διαταραχή.

Οι έξι βασικές αγχώδεις διαταραχές:

  • Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή: μακροχρόνιο άγχος που δεν αφορά σε κάποια συγκεκριμένη κατάσταση ή αντικείμενο
  • Διαταραχή πανικού (με ή χωρίς αγοραφοβία): εμφανίζεται ξαφνικά και απότομα και συνοδεύεται από αίσθημα επικείμενου φόβου ή καταστροφής. Συχνά ακολουθείται από τρέμουλο, ζάλη, ταχυκαρδία, φόβο και δυσκολία στην αναπνοή.
  • Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες (επίμονες σκέψεις, ιδέες, παρορμήσεις ή εικόνες) και καταναγκασμοί.
  • Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή:έντονος φόβος ταπείνωσης ή αμηχανίας σε κοινωνικές καταστάσεις.
  • Ειδικήφοβία: έντονος και επίμονος φόβος για μια συγκεκριμένη κατάσταση ή αντικείμενο
  • Διαταραχή μετα-τραυματικού στρες: άγχος από μια τραυματική εμπειρία. Επαναβίωση του τραύματος μέσα από όνειρα ή επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις του συμβάντος που ταράζουν το άτομο.

Συμπτώματα:

Ψυχολογικό, στρες, τρόμος, ανησυχία, φόβος, πανικός, ευερεθισμός

Σωματικά διαταραγμένος ύπνος, πονοκέφαλοι, σφίξιμο στο στήθος, σφίξιμο στο στομάχι, ταχυκαρδία

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για να πούμε πως ένα άτομο έχει αγχώδη διαταραχή, πρέπει να πληροί τα κριτήρια που ορίζει το DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) για την καθεμιά από τις παραπάνω διαταραχές. Η αιτία που προκαλείται μια αγχώδης διαταραχή δεν είναι πλήρως γνωστή, αλλά φαίνεται πως συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες στην ανάπτυξη της, όπως είναι η χημεία του ίδιου του εγκεφάλου, η κληρονομικότητα, αλλά και το περιβάλλον.

Οι νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου βοηθούν στην μεταφορά πληροφοριών από νευρικό κύτταρο σε νευρικό κύτταρο. Εάν οι νευροδιαβιβαστές είναι εκτός ισορροπίας, οι πληροφορίες δεν μπορούν να μεταβούν κατάλληλα στον εγκέφαλο. Αυτός μπορεί να είναι ένα τρόπος που ο εγκέφαλος αντιδρά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, οδηγώντας έτσι στην ανησυχία κ το άγχος. Επίσης, μερικοί ερευνητές προτείνουν πως το οικογενειακό ιστορικό παίζει ρόλο στην αύξηση της πιθανότητας να αναπτύξει ένα άτομο αγχώδη διαταραχή. Αυτό σημαίνει ότι η τάση να αναπτυχθεί μια διαταραχή περνάει από γενιά σε γενιά. Τέλος, τραυματικά και στρεσογόνα γεγονότα, όπως μία κακομεταχείριση, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ένα διαζύγιο, η αλλαγή εργασίας ή σχολείων στην παιδική ηλικία, αλλά και η κατάχρηση ουσιών, αλκοόλ, νικοτίνης ή καφεΐνης, μπορεί είτε να οδηγήσουν σε μια αγχώδη διαταραχή, είτε να την κάνουν χειρότερη.

Είναι σημαντικό για το άτομο που πάσχει από μια αγχώδη διαταραχή να έχει ένα περιβάλλον από ανθρώπους που του παρέχουν κοινωνική, σωματική και συναισθηματική υποστήριξη. Οι περισσότεροι άνθρωποι αναρρώνουν από αυτές τις διαταραχές με την πάροδο του χρόνου αν είναι σε θέση να αποκαταστήσουν τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες τους και να λάβουν την υποστήριξη όταν χρειάζεται. Επιπλέον, με την αποφυγή που επιλέγει συνήθως το άτομο που έχει αγχώδη διαταραχή για να διαχειριστεί το άγχος, όπως για παράδειγμα με την αποφυγή καθημερινών δραστηριοτήτων, η διαχείριση αυτή έχει μόνο προσωρινό και όχι μακροχρόνιο όφελος. Χρειάζεται το άτομο να αναπτύξει δεξιότητες ώστε να αποδίδει καλά σε καταστάσεις που παράγουν άγχος. Προτείνεται, επίσης, η ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης καφεΐνης, του τσιγάρου και του ποτού, ώστε να μειωθούν οι ταχυκαρδίες και η νευρικότητα. Τέλος, χρειάζεται το άτομο να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition, Edited by American Psychiatric Association, 2013
  • Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Μάνου, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University studio press.
  • Pervin, L. A. & John, O. P. (2001). Θεωρίες προσωπικότητας: Έρευνα και εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω, Γιώργος Δαρδάνος.

 

 

 

 

05 Ιαν

Η Αξία της Αυτοεκτίμησης

Στην ψυχολογία, ο όρος αυτοεκτίμηση χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη συνολική αίσθηση ενός ατόμου της προσωπικής του αξίας και συχνά θεωρείται ως ένα χαρακτηριστικό της προσωπικότητας, το οποίο τείνει να είναι σταθερό και διαρκή. Η αυτοεκτίμηση μπορεί να περιλαμβάνει μια ποικιλία των πεποιθήσεων για τον εαυτό, όπως η εκτίμηση της εξωτερικής εμφάνισης, των πεποιθήσεων, των συναισθημάτων και των συμπεριφορών του ατόμου. Πολύ λίγη αυτοεκτίμηση μπορεί να κάνει το άτομο να νιώσει νικημένο, να πέσει σε κατάθλιψη, να κάνει κακές επιλογές, να εμπλακεί σε καταστροφικές σχέσεις, ή να αδυνατεί να ζει μέχρι το πλήρες δυναμικό του.

Σύμφωνα με έναν ορισμό (Braden, 1969), υπάρχουν τρία βασικά συστατικά της αυτοεκτίμησης:

  • Η αυτοεκτίμηση είναι μία ουσιαστικήανθρώπινη ανάγκη, ζωτικής σημασίας για την επιβίωση και φυσιολογική, υγιή ανάπτυξη.
  • Η αυτοεκτίμηση προκύπτει αυτόματα με βάση τις πεποιθήσεις και τη συνείδηση του ατόμου.
  • Η αυτοεκτίμηση εμφανίζεται σε συνδυασμό με τις σκέψεις, τις συμπεριφορές, τα συναισθήματα και τις ενέργειες του ατόμου.

Η ανάγκη για αυτοεκτίμηση παίζει σημαντικό ρόλο στην ιεραρχία των αναγκών (πυραμίδα του Maslow) του ψυχολόγου A. Maslow, η οποία απεικονίζει την αυτοεκτίμηση ως ένα από τα βασικά ανθρώπινα κίνητρα. O Maslow πρότεινε ότι οι άνθρωποι χρειάζονται τόσο την εκτίμηση από τους άλλους ανθρώπους, όσο και τον εσωτερικό αυτο-σεβασμό. Και οι δύο αυτές ανάγκες θα πρέπει να πληρούνται, ώστε το άτομο να αναπτυχθεί και να επιτύχει την αυτοπραγμάτωση. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αυτοεκτίμηση είναι μια έννοια διαφορετική από την αυτο-αποτελεσματικότητα, η οποία περιλαμβάνει την πίστη στις μελλοντικές ενέργειες, τις επιδόσεις ή τις ικανότητες.

Μεταξύ των παραγόντων που επηρεάζουν την αυτοεκτίμηση είναι γενετικοί παράγοντες που βοηθούν στη διαμόρφωση της συνολικής προσωπικότητας και που μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο. Συχνά όμως είναι οι εμπειρίες μας που αποτελούν τη βάση για τη συνολική αυτοεκτίμηση. Όσοι λαμβάνουν συστηματικά υπερβολικά κριτική ή αρνητικές εκτιμήσεις από τους φροντιστές, τα μέλη της οικογένειας και τους φίλους, για παράδειγμα, κατά πάσα πιθανότητα θα αντιμετωπίζουν προβλήματα με χαμηλή αυτοεκτίμηση. Σύμφωνα με τον Bucay, η αυτοεκτίμηση διδάσκεται στα παιδιά με δύο μηχανισμούς: ο πρώτος είναι των γονιών μας με την προσοχή και τις φροντίδες, ο δεύτερος πιο ανεπαίσθητος αλλά εξίσου καθοριστικός, εξαρτάται από το ίδιο επίπεδο αυτοεκτίμησής που δείχνουν να έχουν οι ίδιοι οι γονείς. Αυτός ο δεύτερος μηχανισμός μπορείς να ονομαστεί «αυτοεκτίμηση μέσω μίμησης» και μεταδίδεται στο παιδί όταν αυτό αντιληφθεί πως οι ίδιοι οι γονείς του και η οικογένεια που έχουν δημιουργήσει διαθέτει αυτοεκτίμηση.

Αυτό που χρειάζεται είναι να δώσουμε εμείς την αποδοχή στον εαυτό μας, αντί να την ζητάμε από το περιβάλλον μας. Μια καλή και υγιή αυτοεκτίμηση έχει ως αποτέλεσμα να αισθανόμαστε καλά για αυτό που είμαστε, να αναγνωρίζουμε και εκτιμάμε τη δική μας αξία και να είμαστε υπερήφανοι για τις ικανότητες και τα επιτεύγματά μας. Έτσι, θα είμαστε σε θέση να αναγνωρίζουμε ότι ενώ έχουμε ελαττώματα, αυτά δεν έχουν παράλογα μεγάλο ρόλο στη ζωή μας ή την αυτο-εικόνα μας. Φυσικά, επίπεδα αυτοεκτίμησης σε ακραία υψηλά -όπως και χαμηλά- μπορεί να είναι επιζήμια. Το ιδανικό, λοιπόν, είναι να βρεθεί μια ισορροπία κάπου στη μέση, δηλαδή, μια ρεαλιστική, αλλά θετική άποψη του εαυτού μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  • Branden, N. (1969). Τhe psychology of self-esteem. New York: Bantam.
  • Bucay, J. (2011). Να σου πω μια ιστορία. Αθήνα: Όπερα.
  • Bucay, J. (2013). Από την αυτοεκτίμηση στον εγωισμό. Αθήνα: Όπερα.
  • Maslow A.H. (1987). Motivation and Personality (3rd ed.). New York: Harper & Row.