21 Απρ 2016

Τα τρία κοστούμια των σχέσεων

Στην αρχή της ερωτικής μας ζωής, οι άνθρωποι, φέρουμε την περιουσία της ψυχής μας απείραχτη· ανέγγιχτη από οποιονδήποτε άλλο παρά ημών, έτοιμη να επενδυθεί σε εκείνον που θα επιλέξουμε. Η λέξη επένδυση, εδώ, κρύβει μεγαλύτερη σημασία από όσο φανερώνει η πρώτη ανάγνωσή της καθώς – με μία ασυνείδητη κυριολεξία – αφορά το ντύσιμο του εκλεκτού μας με το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο, το οποίο, όμως, είναι στις δικές μας διαστάσεις… Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν προσπαθήσουμε να το εφαρμόσουμε στον άλλο και πώς επηρεάζει την “αναπνοή” του κάτι το οποίο ενδεχομένως τον στενεύει;

Για αρχή, καλό είναι να δούμε τι περιέχει το “ενδυματολόγιο” αυτό, που κουβαλάμε, και πόσο αποπνιχτικά καθιστά τα πράγματα για εμάς τους ίδιους. Μέσα σε αυτό, λοιπόν, εδρεύουν τρία κοστούμια…  Το πρώτο ονομάζεται εξιδανίκευση και είναι το πιο καλοσιδερωμένο απ’ όλα… Με μία απαράβατη επιμέλεια, τόσο καθαρό που μας αντικατοπτρίζει αλαβάστρινους και απερίγραπτα όμορφους. Αυτή είναι και η ανάγκη μας όταν το φοράμε στο άλλο… Να καθρεφτιστούμε επάνω του ιδανικοί και να νιώσουμε όπως θα θέλαμε να είχαμε νιώσει στην παιδική μας ηλικία. Αγαπημένοι, δηλαδή, από ένα ιδανικό πλάσμα.

Σύντομα, όμως, διαπιστώνουμε πως το κοστούμι αυτό μας εμποδίζει από το να νιώσουμε το δέρμα που στεγάζεται κάτω του και – ως εκ τούτου – να έχουμε μία βαθιά επαφή με τον σύντροφό μας. Βλέπετε, το κοστούμι αυτό, στην εσωτερική του τσέπη, έχει αυτό που ονομάζουμε έρωτα και αυτό δημιουργεί μία άηχη υπόσχεση… Έτσι, δημιουργούμε σταδιακά, επάνω του, μικρές αμυχές καθώς η λαχτάρα μας πλέον αφορά το άδραγμα της έννοιας τούτης, στην ελπίδα μας να τη βιώσουμε στον μέγιστο βαθμό. Χρειάζεται, όμως, μεγάλη προσοχή στο πως θα απογδύσουμε τον άλλο καθώς τότε, το ψύχος της πραγματικότητας, θα μας επιβάλει να βγάλουμε από την ντουλάπα μας, και να του φορέσουμε το δεύτερο κοστούμι…

Το δεύτερο κοστούμι ονομάζεται μεταβίβαση και είναι ραμμένο από ένα υλικό που θυμίζει το βέλκρο. Εκείνη την κολλώδη επιφάνεια που συγκρατεί οτιδήποτε έρθει σε επαφή μαζί της· οτιδήποτε την αγγίξει. Έτσι, οποιαδήποτε συμπεριφορά του συντρόφου μας, που μας θυμίζει συμπεριφορές που είχαμε υφισταθεί στην αρχή της ζωής μας, μπολιάζεται και με τα ανάλογα συναισθήματα… Το κοστούμι αυτό παγιδεύει το θυμό μας, τη θλίψη, ή την αμφιθυμία μας επάνω στο πρόσωπο που το φορά με αποτέλεσμα να θάβεται κάτω από αυτό και να ξεχνάμε πολλές φορές σε ποιον απευθυνόμαστε. Η ένταση των συναισθημάτων μας, σαν επιδέξιος γλύπτης, το σμιλεύει στη μορφή των πρωτόλειων φιγούρων της ζωής μας που μας πλήγωσαν ή μας πόνεσαν. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που φοράμε στον άλλο το κοστούμι αυτό, αυτή είναι η ανάγκη μας… Να αποβάλλουμε τον συσσωρευμένο θυμό και να επικρατήσουμε στις φιγούρες εκείνες που κάποτε υπήρξαμε πολύ αδύναμοι να αντιδράσουμε.

Το τρίτο κοστούμι ονομάζεται προβολή και μοιάζει να έχει δεκάδες τσέπες ραμμένες επάνω του. Σε κάθε μία από αυτές τοποθετούμε επιθυμίες, ιδιότητες ή και συναισθήματα, τα οποία αφαιρούμε από επάνω μας, καθώς μας είναι επίπονο να παραδεχτούμε ότι είναι δικά μας. Έτσι, τα αποδίδουμε στον άλλο και τον κρίνουμε που τα φέρει, καθώς μας είναι πιο εύκολο να λιδορήσουμε κάποιον άλλο παρά τον εαυτό μας… Εκείνα, βέβαια, προσθέτουν βάρος στο κοστούμι κάνοντας τον να φαντάζει απειλητικός, με τον όγκο του, με αποτέλεσμα να καταλήξουμε να τον αντιμαχόμαστε. Να τον απωθούμε και να προσπαθούμε να τον καθηλώσουμε προσθέτοντας όλο και περισσότερα από τα μεμπτά του χαρακτήρα μας.

Συνοψίζοντας, αυτό που πραγματικά φανερώνει το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο είναι η ανάγκη μας να αφομοιώσουμε τον άλλο· να τον σταθμίσουμε στα βιώματα μας, να τον κάνουμε αντιληπτό μέσα από την πορεία της δικής μας εμπειρίας αντί να δώσουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας να βιώσει τη διαφορετικότητά του ανεπεξέργαστη. Ο, σαφώς, μονομερής τρόπος που μάθαμε να αποδεχόμαστε τον άλλο – η ομοιότητα – έγινε προστάτης μας από την απειλή της ανομοιογένειας, καθώς θεωρούμε πως οι άνθρωποι που σχετίζονται χαρακτηρίζονται από την ομοιοτυπία ενός μίγματος δύο υλικών. Η αλήθεια είναι, όμως, πως περισσότερο χαρμάνι από χοντροκομμένα κομμάτια θυμίζει, του οποίου η γεύση κρύβει τόσο την “μυρωδιά” του καθενός όσο και την επίγευση των δύο…

Μπορεί, λοιπόν, το κοστούμι της εξιδανίκευσης να φαντάζει όμορφο και πολλά υποσχόμενο… Μπορεί το κοστούμι της μεταβίβασης να φαντάζει εκτονωτικό… Μπορεί εκείνο της προβολής να μοιάζει απελευθερωτικό… Είναι, όμως, η γύμνια που απαιτείται από δύο σώματα και όχι η ένδυση, για να άγουν το ηλεκτρικό φορτίο και να χτυπήσει τους συναισθηματικούς κάλυκες της ψυχής, βάζοντας σε λειτουργία το μηχανισμό της αγάπης…

Εισαγωγική Φωτογραφία

13 Σεπ 2015

Ο προσωπικός μας μύθος

Πόσο μας αρέσει να βρίσκουμε τη λειτουργία των πραγμάτων… Τον μηχανισμό πίσω από το κάθε τι. Να κατανοούμε τι είναι αυτό που κάνει το ρολόι να χτυπά ή από πού προήλθε κάτι που μας εκπλήσσει. Μας γοητεύουν οι αρχές και τα ξεκινήματα καθώς νιώθουμε ότι αν μάθουμε την προέλευση από κάτι τότε θα το καταλάβουμε πλήρως. Σαν να λαμβάνουμε μέρος σε μία αρχέγονη αναζήτηση για την απάντηση στο πως ξεκίνησαν όλα. Που εδρεύει, όμως, αυτή μας η “περιέργεια” για την απαρχή των πραγμάτων; Περιέργεια που εκφράζεται μέσα από ερωτήματα:

Πως φτάσαμε εδώ που είμαστε;” ή “γιατί κάνω αυτό που κάνω;”

Ή σε κάθε νέο που συναντάμε, σε κάθε τι που έρχεται στο δρόμο μας και μας δημιουργεί αυτό το κινητήριο μείγμα ενθουσιασμού και φόβου;

H περιέργειά μας, λοιπόν, πηγάζει από την ανάγκη μας να εξηγήσουμε την συμπεριφορά μας ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουμε συνειδητά! Να κατανοήσουμε το γιατί κάνουμε ό,τι κάνουμε με τον τρόπο που το κάνουμε. Γιατί οδηγούμαστε σε επαναλαμβανόμενα μοτίβα συμπεριφορών ή τι μας εμποδίζει από το να αλλάξουμε.

Αν κλείσουμε τα μάτια και προσπαθήσουμε να γυρίσουμε πίσω, στην παιδική μας ηλικία, πόσο πίσω μπορούμε να πάμε; Από πότε θυμόμαστε τον εαυτό μας και – πιο σημαντικά – ποια είναι η πρώτη ανάμνηση που έχουμε; Ο λόγος είναι ότι βάση αυτής της ανάμνησης ο καθένας έχτισε το «σχέδιο ζωής» του. Τον τρόπο που αντιδρά στις δυσκολίες, τον τρόπο που εκφράζει τα συναισθήματά του, τον τρόπο που βάζει στόχους και τον τρόπο που διαχειρίζεται τις καταστάσεις. Λες και όλη η ζωή είναι ένας χάρτης που όταν είναι διπλωμένος σχηματίζει εκείνη την πρώτη ανάμνηση ενώ ξεδιπλώνοντας τον, η κάθε φιγούρα της ανάμνησης, εκείνης, παίρνει τη θέση της στον προσωπικό μας “αστερισμό”.

Ας επιχειρήσουμε να το κάνουμε περισσότερο κατανοητό μέσα από ένα παράδειγμα… Κάποιος, μπόρεσε να εντοπίσει την πρώτη του ανάμνηση γύρω στα 5 του χρόνια. Αφορούσε τον ίδιο και τον αδερφό του να παίζουν στην κουζίνα με ό,τι μπορούσαν να βρουν. Ο πατέρας τους βρισκόταν λίγο παραπέρα και ασχολούταν με το να επισκευάζει το νεροχύτη. Τα δύο παιδιά άδραξαν την ευκαιρία με τον απασχολημένο πατέρα και ξεκίνησαν να παίζουν με τα εργαλεία του ώσπου ο μικρός πρωταγωνιστής μας τραυματίστηκε με ένα από αυτά. Αντιδρώντας στο κλάμα και τις φωνές του τρομαγμένου παιδιού, ο πατέρας, άφησε ό,τι είχε καταπιαστεί και έτρεξε να το βοηθήσει. Έπλυνε την πληγή του με νερό, του απολύμανε και έδεσε το χέρι του και – παραδόξως – δεν του έβαλε τις φωνές!

Που βρίσκεται το παιδί της ιστορίας μας σήμερα; Κάνει τη δουλειά που προορίστηκε να κάνει ενώ κάθε φορά που βρίσκεται δίπλα από κάτι – ενδεχομένως – επικίνδυνο που μπορεί να τον πληγώσει σωματικά νιώθει μία εσωτερική περιέργεια να το εξερευνήσει! Το ευτυχές, όμως, είναι ότι ο πατέρας του είναι ακόμα εκεί μαζί του… Τον κουβαλάει μέσα του με την μορφή όλων των φιγούρων σημασίας (ως γιατρό, δικηγόρο, σύμβουλο κ.ο.κ.) και αυτό του δημιουργεί μία εσωτερική ησυχία και ασφάλεια. Νιώθει πως ό,τι κι αν συμβεί ο “πατέρας” του θα είναι εκεί να τον βοηθήσει όπως τότε, στα 5 του χρόνια.

Πως γίνεται, όμως, αυτή η πρώτη ανάμνηση να προδίκασε την συναισθηματική του εξέλιξή ως άνθρωπο; Αναλογιστείτε… Σε αυτή την ανάμνηση ποιο ήταν το κυρίαρχο συναίσθημα; Υπερίσχυσε ο φόβος στον τραυματισμό ή η ελπίδα στην ανταπόκριση του πατέρα; Υπήρχε συνεργασία μεταξύ των χαρακτήρων της ανάμνησης ή ο καθένας έδραττε ανεξάρτητα; Όλα αυτά είναι ικανά να χαλκέψουν τον τρόπο με τον οποίο ο πρωταγωνιστής μας αντιμετωπίζει τις καταστάσεις. Τον τρόπο με τον οποίο υπερπηδά τα εμπόδια και θέτει στόχους. Η εσωτερικευμένη φιγούρα του πατέρα – σωτήρα παραμένει εκεί για να ανατρέξει ακόμα και στην ενήλική ζωή του. Νιώθει, λοιπόν, τη σιγουριά να επιχειρήσει κάτι χωρίς τον φόβο της εγκατάλειψης – αν πληγωθεί – και αυτό, πιθανότατα, να τον καθιστά περισσότερο δραστήριο στη ζωή του… Περισσότερο ενεργό και να του αποδίδει έναν εξερευνητικό ή ακόμα και ηγετικό ρόλο.

Πολλές φορές, λοιπόν, όταν έχουμε ανάγκη να διεκδικήσουμε νέα πράγματα ή πρόσωπα μα αποθαρρύνουμε τον εαυτό μας από το να το κάνει, μπορεί να ευθύνεται η κατευθυντήρια εικόνα μας. Σε αντίθεση με τον πρωταγωνιστή της ιστορίας μας μπορεί ο πατέρας ή μητέρα “σωτήρας” να έλειπε από την εικόνα κάνοντας, έτσι, το τίμημα της αποτυχίας αβάσταχτο για εμάς. Ίσως, λοιπόν, στην απογοήτευση μιας ερωτικής απόπειρας ή ενός εργασιακού εγχειρήματος να προστίθεται η απογοήτευση για το πρόσωπο που δεν ήρθε “τότε” να μας σώσει αναβιώνοντας μας αυτή την παράλειψη κάθε δεδομένη φορά.

Ας προσπαθήσουμε με τη σειρά μας να ανακαλέσουμε την παλαιότερη ανάμνησή μας. Αυτή που εντοπίζεται γύρω στα 5 έτη της ζωής μας. Αυτή που δόμησε το σχέδιο ζωής μας. Δεν χρειάζεται να επαληθεύσουμε τη μνήμη μας ρωτώντας άλλους κι αυτό γιατί δεν παίζει σημασία πόσο ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αυτή η ανάμνηση αλλά η ερμηνεία που της δώσαμε. Εκείνη, μπορεί να γεννήθηκε σε μικρή ηλικία όμως συνέχισε να πλάθεται για αρκετό καιρό ώσπου πήρε την τελική μορφή της και αποτέλεσε τον προσωπικό μας μύθο. Ας μην ξεχνάμε όμως… Η κατευθυντήρια εικόνα είναι μόνο το εξώφυλλο από το κουτί με το παζλ της ζωής μας. Ένα παζλ του οποίου τα κομμάτια μπορούν να ενωθούν με όποιο τρόπο επιλέξουμε και να συνθέσουν το μεγαλύτερο έργο μας. Το μόνο που χρειάζεται είναι δύναμη να ανοίξουμε το κουτί…

Εισαγωγική εικόνα

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Adler, A. (1982). Pattern of Life, Chicago: Adler School of Professional
  • Adler, A. (2010). Understanding Human Nature, United States of America: Martino Fine Books
  • Adler, A. & Brett, C. (2009). Understanding Life, Oxford: Oneworld Publications
  • Ansbacher, H., L. & Ansabacher, R., R. (1964). The Individual Psychology of Alfred Adler, New York: Harper Perennial
  • Langs, R., J. (1977). Classics in Psychoanalytic Technique, UK: Jason Aronson

25 Μαΐ 2015

Eίναι η ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία;

Πολλές φορές, όταν κάποιος αναφέρει ότι ξεκίνησε ψυχοθεραπεία, μία από τις πιο άμεσες απαντήσεις που δέχεται, είναι: “Κάνεις ψυχανάλυση, δηλαδη!” Ακόμη, μία από τις πιο συνήθεις φράσεις του καιρού είναι η: “Πρέπει να κάνω μία ψυχανάλυση!” Αλλά είναι η ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία; Είναι οι δύο, αυτές, έννοιες ταυτόσημες ή πρόκειται για μία κοινή παρερμηνεία;

Η αλήθεια, είναι ότι η ψυχανάλυση είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις προσεγγίσεις τις ψυχοθεραπείας καθώς άγγιξε τομείς που καμία άλλη προσέγγιση δεν είχε αγγίξει μέχρι τότε και έδωσε νέες διαστάσεις στην ερμηνεία της παθολογίας της ψυχής. Παρόλα αυτά, η ψυχανάλυση, αποτελεί μία μόνο από τις διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος στην προσπάθειά του να καταλάβει και ενδεχόμενος να αλλάξει στοιχεία του εαυτού του.

Η ψυχανάλυση ανάμεσα από άλλες προσεγγίσεις

Η ψυχανάλυση ανάμεσα από άλλες προσεγγίσεις

Γιατί, όμως, επικρατεί η ταύτιση του όρου ψυχοθεραπεία με τον όρο ψυχανάλυση; Και τι το διαφορετικό προτείνει η ψυχανάλυση από τις άλλες μορφές ψυχοθεραπείας;

Η ταύτιση των όρων, πιθανότατα, οφείλεται στις πολλές ψυχαναλυτικές σχολές που έχουν γεννηθεί αλλά και στον αντίκτυπο που δημιούργησε η ψυχανάλυση όταν πρωτοσυστήθηκε (1890) καθώς ο ιδρυτής της Σίγκμουντ Φρόϋντ αξιοποιώντας – σαφώς – και προϋπάρχουσες θεωρήσεις “τόλμησε” να δώσει νέες ερμηνείες σε μεγάλα ζητήματα που ταλάνιζαν την ψυχιατρική κοινότητα. Ταυτόχρονα, έφερε στο προσκήνιο τον όρο των πρώτων εμπειριών και του αντίκτυπού που ενδέχεται να έχουν στην ανάπτυξη κάποιου ενώ, παράλληλα, μίλησε για το ασυνείδητο.

Συγκεκριμένα – και πλην των άλλων συνδρομών – η ανάπτυξη ενός προσώπου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρώιμες εμπειρίες που, εκείνο, έχει στην παιδική του ηλικία. Ο λόγος για αυτό, είναι η εξέχουσα θέση που κρατούν μέσα σε κάθε παιδί οι γονείς του, των οποίων οι πράξεις και συμπεριφορές λειτουργούν ως πρότυπο. Ταυτόχρονα, ο παρθένος, ακόμα, ψυχισμός του είναι σαν “άγραφη πλάκα” με αποτέλεσμα την βαθιά εντύπωση των πρώτων του βιωμάτων τα οποία θα φέρει σε όλη του τη ζωή και ενδέχεται να το επηρεάζουν. Για παράδειγμα, κάποιος που είναι καταξιωμένος στην εργασιακή του ζωή έχοντας πολλές επαγγελματικές κατακτήσεις μπορεί να μην νιώθει την επιτυχία και να αισθάνεται, διαρκώς, ανικανοποίητος καθώς στην παιδική του ηλικία τού ασκούταν διαρκώς και επανειλημμένως δριμεία κριτική σε ότι έκανε.

Το ασυνείδητο, τώρα, αναφέρεται στις διεργασίες του νου οι οποίες συμβαίνουν χωρίς εμείς να έχουμε πλήρη και σαφή επίγνωση αλλά και σε επιθυμίες που έχουν μείνει απωθημένες. Αυτές, εκτείνονται σε μία ευρεία γκάμα όπως σκέψεις, συναισθήματα και θυμικό και είναι ικανές να επηρεάζουν την συμπεριφορά μας χωρίς να γίνονται – άμεσα – αντιληπτές από εμάς! Οι ασυνείδητες, αυτές, διεργασίες προσπαθώντας να “αναρριχηθούν” στην επιφάνεια συχνά συγκρούονται με τη συνειδητή συμπεριφορά μας έχοντας ως αποτέλεσμα συναισθηματικές αναταράξεις. Φανταστείτε ότι έχετε να πάτε σε μία υποχρέωση που δεν θέλετε αλλά πρέπει. Μπορεί να ψάχνετε αρκετή ώρα τα κλειδιά σας με αποτέλεσμα να χάσετε την υποχρέωση καθώς το ασυνείδητο μυαλό, βολικά, φρόντισε να τα “απωλέσετε”!

Η πολυπλοκότητα του ασυνειδήτου, εξηγείται περισσότερο αν καταλάβουμε που, αυτό, βρίσκεται και πως, ακριβώς, διαδρά με το συνειδητό. Το συνειδητό, καταρχάς, είναι η επίγνωση που έχουμε για τα πράγματα την παρούσα στιγμή. Δηλαδή, είμαστε ενήμεροι για το περιβάλλον γύρω μας, για το ότι αναπνέουμε για το αν στεκόμαστε ή καθόμαστε και ψυχαναλυτικά ονομάζεται “Eγώ”. Στο ασυνείδητο, τώρα, εδρεύουν δύο δυνάμεις. Η πρώτη ονομάζεται “Εκείνο” και αφορά τον πυρήνα όλων των ενστικτωδών ορμών οι οποίες είναι ούσες από τη γέννησή μας μέχρι σήμερα. Είναι το σπίτι των θέλω, των αναγκών και των παρορμήσεών του καθενός που σκοπό έχει την άμεση πραγμάτωση των επιθυμιών του. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό, φανταστείτε πως αν καθοδηγούμασταν μόνο από το “Εκείνο” θα μας ήταν αδιανόητο να περιμένουμε σε ένα εστιατόριο πεινασμένοι και θα αρπάζαμε το φαγητό από τα γύρω τραπέζια αδιακρίτως! Η δεύτερη δύναμη, ονομάζεται “Υπερεγώ” και περικλείει όλες τις αρχές που αποκομίσαμε από την οικογένεια και την κοινωνία στην οποία ανήκουμε αλλά και των φιγούρων που μας επηρέασαν κατά την ανάπτυξή μας. Είναι η εσωτερίκευση αυτών των αρχών η οποία μας εμποδίζει να αρπάξουμε το φαγητό από το τραπέζι του προηγούμενου παραδείγματος καθώς ξέρουμε ότι θα υπάρξουν συνέπειες!

Στάδια συνειδητότητας

Όπως είναι λογικό, οι δύο αυτές δυνάμεις – συχνά – έρχονται σε σύγκρουση αφήνοντας το “Εγώ” να παίξει το ρόλο του “διαιτητή” προσπαθώντας να ικανοποιήσει την ορμή του “Εκείνου” με τρόπο που δεν θα έχει οδυνηρές συνέπειες.

Λήψη απόφασης

Όλα αυτά, ένα μεγάλο πλήθος αναλυτών τα εξέλιξε, προσθέτοντας, προχωρώντας ή και αμφισβητώντας τα, θέτοντας τα δικά του “λιθαράκια” και δημιουργώντας τον ευρύτερο ψυχοδυναμικό πυρήνα· δηλαδή το σύνολο όλων των αναλυτικών θεωριών. Η σύγχρονη βιομηχανία του κινηματογράφου, γοητευμένη από αυτές τις έννοιες και τα “σκοτεινά” στοιχεία που τις συνόδευαν ανέδειξαν στο διηνεκές την ψυχανάλυση μέσα από ταινίες καθώς παρουσίαζαν κάθε ψυχοθεραπευτή μέσα από ένα ψυχαναλυτικό πρίσμα

Ένας ψυχαναλυτής, λοιπόν, θα βοηθήσει τον αναλυόμενο να εντοπίσει σημαντικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας καθώς επίσης και να τον καταστήσει ενήμερο για ασυνείδητα συναισθήματα τα οποία μπορεί να ευθύνονται για τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Μέσα από μία αβρή διαδικασία καθοδήγησης, όλα αυτά περνούν από τον “αόρατο” κόσμο του ασυνειδήτου στον συνειδητό και επέρχεται η συμφιλίωση με τον εαυτό μας και έπειτα η λύτρωση. Αν και μειονέκτημα της διαδικασίας αποτελεί το μήκος της ψυχαναλυτικής θεραπείας – αφού ενδέχεται να είναι μια πυκνή διαδικασία που κρατάει έως και αρκετά χρόνια – οι διαφορετικές σχολές της ψυχανάλυσης μπορούν να συστήσουν λύση καθώς διαφέρουν μεταξύ τους στον χρόνο αλλά και στον τρόπο που τη διεξάγουν.

Εν κατακλείδι, η ψυχανάλυση είναι μία, μόνο, από τις οδούς που μπορεί να επιλέξει κάποιος για να απευθυνθεί σε θέματα που τον απασχολούν και είναι ιδιαίτερα ευεργετική σε περιπτώσεις όπου χρειάζεται να αρθεί το “βάρος” της ιστορίας που, αυτός, κουβαλά και να ζήσει μία πιο πλήρη ζωή.

Φωτογραφίες

  • Εισαγωγική Φωτογραφία: face and soul, by geralt
  • Σχεδιαγράμματα: Ιάκωβος Σιανούδης

Βιβλιογραφία

  • Freud, S. & Hall, G., S. (2011). A General Introduction to Psychoanalysis, New York: Horace Liveright
  • Freud, S. (1996). VORLESUNGEN ZUR EINFUHRUNG IN DIE PSYCHOANALYSE [Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση], (Λ., Αναγνώστου, Μεταφρ.), Αθήνα: Επίκουρος
  • Lacan, J., Miller, J., A. & Sheridan, A. (1998). The Four Fundamental Concepts of Psychoanalysis (Vol. Book XI), U.S.A: W. W. Norton & Company
  • Malcolm, J. (1982). Psychoanalysis: The Impossible Profession, New York: Vintage
  • McWilliams, N. (2004). Psychoanalytic Psychotherapy: A Practitioner’s Guide, New York: The Guilford Press
  • Reich, W. (2013). Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 2. Η θεωρία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα, (Ν., Σιδέρης, Μεταφρ.), Αθήνα: Καστανιώτη
  • Safran, J., D. (2012). Psychoanalysis and Psychoanalytic Therapies, U.S.A: American Psychological Association
  • Stafordd, D. (2014). Τι είπε στ’ Αλήθεια ο Φρόϊντ, (Γ. Σιδέρης, Μεταφρ.), Αθήνα: Μεταίχμιο
  • Vegetti – Finzi, S. (2006). Storia della Psicoanalisi, [Ιστορία της ψυχανάλυσης], (Γ., Καπράλος, Μεταφρ.), Αθήνα : Νοόγραμμα Εκδοτική
  • Γιαννάκουλας, Α. (2007). Το Ψυχοδυναμικό Counseling, Aθήνα: Καστανιώτης
29 Απρ 2015

Αυτοεκτίμηση και σχέση με τους γονείς: Είναι αλληλένδετα;

Όλοι, κλεισμένο σε ένα συρτάρι ή στρυμωγμένο σε κάποιο ράφι, έχουμε κάτι πολύτιμο για εμάς μα αδιάφορο για τους άλλους. Για κάποιους είναι ένα ρολόι, για άλλους ένα γράμμα, ένα κειμήλιο ή μια φωτογραφία και ούτε οι καλύτεροι εκτιμητές δεν μπορούν να κοστολογήσουν την αξία του ακριβέστερα από εμάς. Αυτό το απόκτημα – που με τη συνειρμική του δύναμη το κάνει τόσο ξεχωριστό και πολύτιμο – είναι που μας θυμίζει ότι το πραγματικά πολύτιμο εκτιμάται μέσα από το βίωμα και όχι μέσα από τη θεωρία· ακριβώς, όπως και ο εαυτός κάποιου! Το πόσο εκτιμούμε τον εαυτό μας, λοιπόν, γιατί να έχει να κάνει με το πόσο μας εκτιμούν οι άλλοι;

Η πρώτη ερώτηση, εδώ, οφείλει να είναι τι είναι η εκτίμηση στον εαυτό ή αυτο-εκτίμηση. Πολύ απλά, είναι ο καθρέφτης που κοιταζόμαστε και βλέπουμε πόσο αξιολογούμε τον εαυτό μας σχετικά με το πόσο θεωρούμε ότι αξίζουμε! Από αυτό τον καθρέφτη πηγάζουν τα πιστεύω που συνηγορούν ή καταδικάζουν ότι θα τα καταφέρουμε ή ότι είμαστε ικανοί και άξιοι. Μαζί με αυτά, ξεπηδούν και τα συναισθήματα της υπερηφάνειας, του θριάμβου, της απογοήτευσης ή της ντροπής. Πως, όμως, χτίζεται η αυτο-εκτίμησή μας;

Μα, φυσικά, μέσα από τα πρώτα χρόνια της ζωή μας! Στην ποιότητα των πρώτων σχέσεων που σχηματίζουμε, στις ακαδημαϊκές μας επιδόσεις και στις κοινωνικές μας εμπειρίες και αυτό γιατί η αποδοχή που βιώνουμε ανεβάζει την εσωτερική μας αξία. Για παράδειγμα η δύναμη που πηγάζει από τη φιλία… Οι υγιείς σχέσεις με τους φίλους μας μάς κάνουν να νιώθουμε ότι αξίζουμε. Είναι εκεί για εμάς, μας ακούνε, μας παρηγορούν, μας βοηθούν! Για να καταφέρουμε να φτάσουμε εκεί, όμως, πρέπει πρώτα να έχουμε νιώσει ανάλογα μέσα από τη σχέση που δημιουργήσαμε με τις πρώτες φιγούρες της ζωής μας… Τους γονείς μας. Για αυτό, θα μιλήσουμε για τον πρώτο δεσμό που αποκτούμε κατά τον ερχομό μας στον κόσμο, το δεσμό προσκόλλησης.

Ο δεσμός προσκόλλησης δεν είναι τίποτε άλλο από έναν βαθύ, διαρκή και ανθεκτικό, συναισθηματικό, δεσμό που ενώνει ένα πρόσωπο με ένα άλλο στο πέρασμα του χρόνου. Σκεφτείτε το δεσμό προσκόλλησης, λοιπόν, ως μία αόρατη κλωστή, ένα νήμα – αν θέλετε – μεταξύ ανθρωπίνων όντων. Στην παιδική ηλικία, λοιπόν – που όλα ξεκινούν για το δεσμό αυτό – τα παιδιά αναζητούν την εγγύτητα με τη φιγούρα που τον έχουν σχηματίσει (συνήθως οι γονείς) όταν νιώθουν αναστάτωση ή απειλή. Ο ενήλικας, είθισται να απαντά με ευαισθησία στην ανάγκη, αυτή, και με αυτή τη διαδικασία αναπτύσσεται η σχέση γονέα – παιδιού που επηρεάζει την μετέπειτα εξέλιξή του. Βλέπετε, η μητέρα ενός βρέφους παρέχει σε εκείνο κάτι πολύ πιο σημαντικό από τροφή ή νερό – που μπορεί να το παρέχει ο οποιοσδήποτε, στην τελική… Του παρέχει συναισθηματική ασφάλεια! Κάτι εξίσου απαραίτητο όχι μόνο για την βιολογική αλλά και για την κοινωνική μας επιβίωση.

Αυτός ο δεσμός, λοιπόν, αναπτύσσεται – σε τι άλλο; – σε στάδια! Έτσι, μέχρι τους 3 μήνες μας, είμαστε προγραμματισμένοι να προσκολληθούμε σε οποιονδήποτε άνθρωπο είναι κοντά μας. Έπειτα, αρχίζουμε να εκδηλώνουμε την προτίμησή μας σε κάποιον, συγκεκριμένα, αλλά δεχόμαστε φροντίδα και από τους υπόλοιπους ενώ μετά τους 7 μήνες, ζητάμε αποκλειστικά από εκείνον που προτιμήσαμε ασφάλεια, προστασία και ευδαιμονία ενώ – ταυτόχρονα – ξεκινούμε να φοβόμαστε τους αγνώστους και να στενοχωριόμαστε όταν αποχωριζόμαστε το αγαπημένο μας πρόσωπο. Το ωραίο, εδώ, είναι ότι ο δεσμός αυτός δεν σχηματίζεται με το πρόσωπο που – απλά – πέρασε τον περισσότερο χρόνο με το βρέφος αλλά με εκείνο που ανταποκρίθηκε ακριβέστερα στις ανάγκες του!

Σας θυμίζει κάτι μέχρι στιγμής; Κάπως έτσι δεν είναι και οι ενήλικες σχέσεις μας με τους ανθρώπους; Οι ρομαντικές μας σχέσεις, οι φιλικές ή οι επαγγελματικές; Με ποιον ερχόμαστε το περισσότερο κοντά; Ποιον αναζητούμε και με ποιον αισθανόμαστε καλύτερα; Μα, με αυτόν που νιώθουμε την ασφάλεια της μητέρας και το ζεστό της χάδι ή το ευήκοων αυτί της ώστε να επικοινωνήσουμε την ανάγκη μας! Και αφού οι δεσμοί που σχηματίζουμε χαλκεύουν – μεταξύ άλλων – την αυτό-εκτίμησή μας, πως πιστεύετε ότι θα ήταν αυτοί χωρίς έναν ασφαλή δεσμό προσκόλλησης; Με μία λέξη… Εύθραυστοι!

Η ασφαλής προσκόλληση στο δεσμό αυτό, λοιπόν, οδηγεί σε μεγαλύτερη αυτό-εκτίμηση αλλά πως; Πρώτα απ’ όλα με την χωρίς προυπόθεση αγάπη! Αυτό αναπτύσσει μία σταθερή έννοια σε εμάς ότι κάποιος μας νοιάζεται και μας σέβεται και έτσι, ακριβώς, έπειτα νιώθουμε οι ίδιοι σεβασμό για τον εαυτό μας. Αλλά τι είναι ασφαλής προσκόλληση, τέλος πάντων; Είναι το συναίσθημα που έχουμε όταν ξέρουμε πως όταν αντιμετωπίσουμε πρόβλημα και χρειαστεί να ανατρέξουμε στους γονείς μας εκείνοι θα είναι εκεί να απαλύνουν τον πόνο μας ή την αναστάτωση. Μεγαλώνοντας οι φιγούρες αυτές των γονιών εσωτερικεύονται μαζί με τις συμπεριφορές τους. Έτσι, κάθε φορά που μας αναστατώνει κάτι ανατρέχουμε στο εσωτερικό μας “ευρετήριο” και η παρηγορητική ή ενθαρρυντική συμπεριφορά τους είναι εκεί να μας καθησυχάσει και να μας παρουσιάσει πιο επαρκείς!

Ακόμα, οι αξίες των γονιών που μας φρόντισαν εσωτερικεύονται – επίσης – και μας υπερασπίζονται όταν βρισκόμαστε υπό αντίξοες συνθήκες. Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι είμαστε οπλισμένοι με το θάρρος να τις αλλάξουμε, να τις προσαρμόσουμε ή να τις αποτάξουμε – εντελώς – κάνοντάς μας πιο ευπροσάρμοστους και ανοιχτούς σε νέες συνθήκες. Για να συνδεθούμε και με το αρχικό μας ερώτημα, τώρα,… Γιατί το πόσο εκτιμούμε τον εαυτό μας, έχει να κάνει με το πόσο μας εκτιμούν οι άλλοι; Αυτό απαντάται με τον ίδιο τρόπο που γινόμαστε και οι ίδιοι ευπροσάρμοστοι… Με το να είμαστε ανοιχτοί στην κριτική! Για την ακρίβεια, μπορούμε να δεχτούμε μη κολακευτικά σχόλια και να τα διαχειριστούμε καταλλήλως καθώς δεν προβάλουμε πάνω σε αυτούς τα πρόσωπα που ζητούσαμε την αποδοχή τους όταν ήμασταν μικροί· τους γονείς μας. Και αυτό, γιατί μας αποδέχτηκαν τότε και – πλέον – δεν νιώθουμε την ανάγκη να μας εκτιμήσει ο καθένας για να εκτιμήσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.

Η εκτίμηση που έδειξαν στην ανάγκη του συναισθήματός μας, τότε, εσωτερικεύεται – ομοίως – και μας κάνει να μην ντρεπόμαστε για αυτό αλλά να εκτιμούμε τον εαυτό που το παρήγαγε – δηλαδή, τον εαυτό μας! Η εμπιστοσύνη που επέδειξαν στην κρίση μας και η υπομονή στα λάθη μας μας οπλίζει με το θάρρος να εκφράσουμε τη γνώμη μας· να μιλήσουμε, δηλαδή, με την εσωτερική μας φωνή. Τέλος, η αναγνώριση που μας έδωσαν μας βοηθάει στο πιο σημαντικό… Αναγνωρίζω τον άλλο σημαίνει τον βλέπω ως ξεχωριστή και ολοκληρωμένη οντότητα απέναντί μου. Έτσι, βλέπει και το αναπτυσσόμενο παιδί σιγά σιγά τον εαυτό του. Αναγνωρίζοντας μας για αυτό που είμαστε μας βοηθάει να το αποδεχτούμε… Να αποδεχτούμε τον εαυτό μας και να οπλιστούμε με το θάρρος της αξίας μας.

Για να το ενστερνιστούμε λίγο καλύτερα ας πούμε όλοι από μία φράση που έχει αρνητική χροιά για τον εαυτό μας. Για παράδειγμα “Είμαι μεγάλος πια…” Βλέπετε, αυτή δεν είναι ολόκληρη η φράση που μας στενοχωρεί παρά μόνο η μισή! Υπάρχει πάντα συνέχεια όπως “Είμαι μεγάλος πια για να με αγαπήσει κάποιος, για να βρω δουλειά, για να ξεκινήσω χορό κ.ο.κ.” Αυτό αντικατοπτρίζει όχι το ότι είμαι μεγάλος αλλά την ουσία του· την ερμηνεία που του έχουμε δώσει… Το ότι δεν νιώθω ικανός αρκετά για να ξεκινήσω το χόμπι μου ή να βρω δουλειά. Το ότι δεν εκτιμώ αρκετά τον εαυτό μου για να με εκτιμήσει κάποιος άλλος ή να με αγαπήσει.

Μέσα από όλα αυτά, λοιπόν, καταλαβαίνουμε πως τα πρώτα βιώματά μας ζωγραφίζουν την μετέπειτα αξιολόγηση του εαυτού μας στην ενήλικη ζωή μας ή της ανάγκες μας να μας αναγνωρίσουνε όλοι και να μας εκτιμήσουν. Ένας ασφαλής δεσμός προσκόλλησης χαλκεύει την αυτό-εκτίμησή μας και παγιώνει έννοιες όπως υπερηφάνεια, θρίαμβος, πίστη, εκτίμηση και αγάπη στον εαυτό. Αν παρόλα αυτά δεν νιώθουμε αρκετά ενδυναμωμένοι αρκεί να εντοπίσουμε τα πρώτα βιώματα που μας απογοήτευσαν και να τα βγάλουμε από μέσα μας κάνοντας εμάς τους ίδιους κυβερνήτες του εαυτού μας και όχι εκείνα.

Εισαγωγική Εικόνα

Ενδεικτική βιβλιογραφία

  • Branden, N. (2001). The Psychology if Self-Esteem, London: John Wiley & Sons
  • Coleman – Curtis, R. (1991). The Relational Self, New York: The Guilford Press
  • Fonagy, P. (2001). Attachment Theory and Psychoanalysis, New York: Other Press
  • Glick, R., A. & Meyers, D., I. (1993). Masochism: Current Psychoanalytic Perspectives, New York: Routledge
  • Holmes, J. (1993). John Bowlby & Attachment Theory, New York: Routledge
  • Horowitz, M. (2014). Identity and the New Psychoanalytic Explorations of Self-organization, New York: Routledge