26 Ιούν 2016

Γιατί το να μιλάμε λειτουργεί θεραπευτικά;

Όταν εκφράζουμε με λόγο όσα σκεφτόμαστε, όταν μπαίνουμε στην διαδικασία να κάνουμε λόγο αυτά που αισθανόμαστε, αυτομάτως δημιουργείται μία ψυχολογική απόσταση από αυτά που έχουμε πει, που μας επιτρέπει να ακούσουμε τον εαυτό μας αλλιώς. Δημιουργείται ένας χώρος μεταξύ αυτού που μας συμβαίνει και του λόγου που μας δίνει την δυνατότητα να κάνουμε κάτι με αυτό. Τόσο η ψυχική διαδικασία στην οποία μπαίνουμε για να εκφράσουμε το βίωμά μας, όσο και το άκουσμα του λόγου μας, μεταμορφώνουν αυτό που υπήρχε μέσα μας. Όταν το μέσα μας βγαίνει έξω μας, μέσω του λόγου, αισθανόμαστε πως έχουμε μία δύναμη πάνω του, πως μπορούμε κατ’ αρχάς να το ορίσουμε, να το κάνουμε συγκεκριμένο – από ασαφές που είναι όταν δεν έχει ειπωθεί-, έτσι το καταλαβαίνουμε καλύτερα, το προσεγγίζουμε με μία πιο ξεκάθαρη ματιά, μπορούμε, στην συνέχεια, να το επεξεργαστούμε, να σκεφτούμε τί θέλουμε να κάνουμε με αυτό. Ποτέ αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν σκεπτόμαστε μόνοι μας, ή αν δυνατά μιλούσαμε χωρίς ακροατή. Επίσης, το να μιλάμε σε κάποιον δεν είναι αρκετό από μόνο του για μας βοηθήσει.

Θεραπευτικό φαίνεται πως είναι το να μιλάμε σε κάποιον που δεν μας γνωρίζει από πριν, που δεν περιμένει από εμάς τίποτα, που είναι ουδέτερος, που ενδιαφέρεται να ακούσει παρά να μιλήσει και να πει την γνώμη του. Στην ουσία, ο θεραπευτής είναι εκπαιδευμένος στο να ακούει με τέτοιον τρόπο ώστε να βοηθάει τον θεραπευόμενο να καταλάβει τον εαυτό του. Αυτός ο τρόπος λέγεται ενεργητική ακρόαση και έχει ιδιότητες όπως: απόλυτη συγκέντρωση και προσοχή όχι μόνο στο τί λέει ο θεραπευόμενος, αλλά και στο πώς το λέει και την ικανότητα να επαναδιατυπώνει τα όσα άκουσε ή/και κατάλαβε, να καθρεφτίσει το συναίσθημα του.

Το να προσπαθούμε να εκφράσουμε λεκτικά αυτά που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε, να ακούμε τον εαυτό μας να τα διατυπώνει, να ακούγονται αυτά από κάποιον που ακούει ενεργητικά, προσφέροντας με την ουδέτερη στάση του μία νέα, φρέσκια οπτική, λειτουργεί θεραπευτικά. Ουσιαστικά, αυτή η διαδικασία μας προσφέρει έναν νέο τρόπο να συνδιαλεγόμαστε με το πρόβλημα μας, αλλάζει τον εσωτερικό μας διάλογο, το πώς μιλάμε στον εαυτό μας. Αρχίζουμε να κατανοούμε τον εαυτό μας αντί να τον κρίνουμε, δοκιμάζουμε νέους τρόπους ερμηνείας και αντίληψης των σχέσεων μας που πριν δεν είχαμε.

Εισαγωγική Εικόνα

16 Ιούλ 2013

Χρειάζομαι Ψυχοθεραπεία;

Αυτή είναι μία ερώτηση που την απαντάς ο ίδιος και κανείς άλλος για εσένα, ειδικός ή μη. Είναι μία επιλογή που υπάρχει και είσαι ελεύθερος/η να την αξιοποιήσεις ή όχι. Οι άνθρωποι ζητούν βοήθεια από ειδικό όταν πλέον έχουν εξαντλήσει όλες τις δικές τους δυνάμεις, έχουν ζητήσει τις συμβουλές και την στήριξη των φίλων, έχουν δοκιμάσει κάθε διαθέσιμο τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων τους, ή έστω, αυτών που αντιλαμβάνονται οι ίδιοι ως προβλήματα. Πολλές φορές ζητούν βοήθεια από ψυχολόγο, αφού πρώτα έχουν επισκεφθεί και ψυχίατρο. Είναι η ύστατη προσπάθειά τους.

Σε αυτήν την αντιμετώπιση βέβαια, καθοριστικό ρόλο παίζει ο τρόπος που η ελληνική κοινωνία ακόμα βλέπει το επάγγελμα του ψυχολόγου, και την ψυχοθεραπεία. Δυστυχώς, ακόμα, αν και έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια, δεν είναι εξοικειωμένη με την ιδέα πως όπως πας σε έναν παθολόγο γιατρό όταν αρρωστήσεις, έτσι πας και σε ένα ψυχολόγο όταν δεν αισθάνεσαι καλά ή αντιμετωπίζεις δυσκολίες στην ζωή σου. Ακόμα δηλαδή, θεωρείται πως πρέπει κάποιος να έχει φτάσει σε πολύ «σοβαρή κατάσταση» για να απευθυνθεί σε ειδικό, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Όταν η κατάσταση του ατόμου είναι πολύ σοβαρή, δηλαδή ο ίδιος δεν έχει πια τα ψυχικά αποθέματα να δουλέψει με τον εαυτό του, τότε η φαρμακευτική αγωγή ίσως είναι απαραίτητη και έτσι θα παραπεμφθεί σε ψυχίατρο. Αντιθέτως, από την ψυχοθεραπεία μπορούν να ωφεληθούν περισσότερο εκείνοι που δεν αντιμετωπίζουν σοβαρή ψυχοπαθολογία, και είναι ικανοί να παρατηρήσουν τον εαυτό τους. Οι πιο ψυχικά ανθεκτικοί και υγιείς συνήθως απευθύνονται σε ψυχολόγους.

Το αν κάποιος χρειάζεται ψυχοθεραπεία έχει να κάνει με το κατά πόσο το θέμα του δυσχεραίνει την ζωή του και την λειτουργικότητά του. Λειτουργικότητα ορίζουμε την ικανότητα του ατόμου να προσαρμόζεται σε νέες καταστάσεις ή αλλαγές, να δημιουργεί ικανοποιητικές σχέσεις αγάπης και εμπιστοσύνης, να εργάζεται παραγωγικά, να ευχαριστιέται την ζωή του. Αυτά όλα είναι υποκειμενικά και δεν τα ορίζει κάποιος κανόνας. Κάποιοι ζητούν βοήθεια όταν οι ψυχικές τους αντοχές έχουν καταρρεύσει και δεν βλέπουν διέξοδο, όταν προβλήματα υγείας ή ψυχοσωματικά συμπτώματα τους κρούουν τον κώδωνα και δεν μπορούν να κλείσουν τα αυτιά. Κάποιοι άλλοι, νιώθουν πως για κάποιον λόγο επαναλαμβάνουν λάθη και αδυνατούν να σπάσουν τον φαύλο κύκλο και έτσι ζητούν βοήθεια. Άλλοι έχοντας την ανάγκη να γνωρίσουν καλύτερα τον εαυτό τους, κινητοποιούνται από την διαδικασία της ψυχοθεραπείας, χωρίς να βιώνουν σημαντική έκπτωση στην λειτουργικότητά τους.

Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχει κάποιος που θα πει ότι χρειάζεσαι ή δεν χρειάζεσαι ψυχοθεραπεία, καθώς εσύ ο ίδιος είσαι μόνο που μπορείς να κρίνεις αν κάτι είναι πρόβλημα για ‘σένα, αν είσαι έτοιμος/η να το αντιμετωπίσεις, αν θες να αλλάξεις την σχέση σου με αυτό. Σημαντικός παράγοντας είναι και ο χρόνος, η στιγμή που ο καθένας θα νιώσει ότι έχει έρθει η ώρα να αναλάβει δράση. Και αυτό επίσης, είναι κάτι το οποίο κρίνεις ο ίδιος αφού εσύ είσαι αυτός που χρειάζεσαι το κίνητρο για να αντέξεις την διαδρομή προς την γνώση του εαυτού σου και την αλλαγή. Το να αντιμετωπίσεις την ζωή σου και τον εαυτό σου ευθέως χρειάζεται θάρρος και τόλμη. Χρειάζεται λοιπόν κάποιος ψυχοθεραπεία όταν προσπαθεί να αλλάξει και να βελτιώσει την ζωή του, και οι προσπάθειές του έχουν φτάσει σε ένα τέλμα, το οποίο δεν μπορεί να υπερβεί. Μαζί με τον θεραπευτή σου θα ανοίξετε νέους δρόμους που ίσως μέχρι τώρα δεν ήταν στην διάθεσή σου.

Η ψυχοθεραπεία είναι μία συναρπαστική διαδρομή σε πλευρές του εαυτού και της ζωής που μέχρι τώρα δεν είχαμε γνωρίσει. Πολλές φορές λειτουργεί ανακουφιστικά, άλλες αναστατώνει, άλλες πονάει και δυσκολεύει, αλλά πάνω από όλα σε ανταμείβει και σε δικαιώνει. Το να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του και να αναλαμβάνει την ευθύνη της ζωής του είναι τα πολυτιμότερα αγαθά που η ζωή μπορεί να δωρίσει, απλά δεν τα παρέχει άνευ κόπου και πόνου. Όποιος εμπλέκεται σοβαρά στο ταξίδι της ψυχοθεραπείας γνωρίζει πολύ καλά πως είναι από τα σημαντικότερα της ζωής του.

Εισαγωγική Φωτογραφία

20 Φεβ 2013

Τι είναι η Υπαρξιακή Ψυχοθεραπεία;

Η υπαρξιακή προσέγγιση στην ψυχοθεραπεία είναι η αρχαιότερη ίσως των προσεγγίσεων, καθώς έχει προκύψει από συγγραφείς και λόγιους φιλοσόφους αλλά και ψυχοθεραπευτές που χρησιμοποίησαν τον πλούτο της φιλοσοφικής σκέψης σχετικά με τον άνθρωπο και την ζωή του για να βοηθήσουν την θεραπεία του. Γνωστοί εκπρόσωποι της προσέγγισης αυτής και του υπαρξισμού είναι ο Ι. Υαλομ, η Έμμυ Βαν Ντόρζεν, ο Νίτσε, ο Σαρτρ, ο Ρόλο Μέη, ο Εριχ Φρομ, ο Μάρτιν Χάιντεγκερ, ο Κίρκεγκωρ και πολλοί άλλοι.

Η φιλοσοφία πρώτη, ως επιστήμη των επιστημών, ασχολήθηκε με τα καίρια ζητήματα που αφορούν τον άνθρωπο όπως ο θάνατος, η φύση της πνευματικότητας του ανθρώπου, η υποκειμενικότητα της αντίληψης της πραγματικότητας, το νόημα και ο σκοπός της ζωής, η ελευθερία της βούλησης, η ατομική ευθύνη, οι αξίες, και πολλά άλλα. Καθώς οι ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις αναπτύσσονταν και η εμπειρία στην ψυχοθεραπεία εμπλουτιζόταν, διαπιστώθηκε πως τα θέματα αυτά τείνουν τελικά να καθορίζουν την στάση του κάθε ένα μας απέναντι στην ζωή, τις σχέσεις μας με τους άλλους αλλά και με τον εαυτό μας. Όποιοι και να είναι οι λόγοι για τους οποίους καταλήγουμε να δυσκολευόμαστε στην διαχείριση της ζωής μας, αυτό που τελικά έχει σημασία είναι η θέλησή μας για αλλαγή (που έχει να κάνει με τις προσωπικές μας αξίες), η ικανότητά μας ή πεποίθησή μας ότι υπάρχει ελεύθερη βούληση (και άρα δεν αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας σαν έρμαιο των περιστάσεων, νιώθοντας αδικημένοι από την ζωή) και τέλος, η ευθύνη που αναλαμβάνουμε για την ζωή μας (και άρα και για την ψυχοθεραπεία μας).

Η υπαρξιακή ψυχοθεραπεία λοιπόν, είναι μία διαδρομή κατά την οποία ο θεραπευόμενος, με τη βοήθεια του θεραπευτή του, ξεκαθαρίζει τις πεποιθήσεις του, ηθικές, ιδεολογικές, ψυχικές, εκφράζει και αναγνωρίζει τα συναισθήματά του, εμπλουτίζει το αντιληπτικό του πεδίο και το εύρος των εμπειριών του, καταπολεμά τους φόβους του, έρχεται σε επαφή με τον αυθεντικό του εαυτό, τον οποίο σιγά σιγά τολμά να αποκαλύψει και στον κόσμο και το κοινωνικό του περιβάλλον. Όταν μιλάμε για αυθεντικότητα στην υπαρξιακή προσέγγιση, εννοούμε την πρόθεσή μας να ζούμε βάσει των πεποιθήσεων και αξιών μας και σε συμφωνία με τα πραγματικά συναισθήματα, τις προτεραιότητές και ανάγκες μας. Όταν κάποιος ζει αυθεντικά, ζει σκόπιμα, δηλαδή με συνείδηση του εαυτού του, της ευθύνης του, των περιορισμών και της δύναμής του.

Σε τι διαφέρει η υπαρξιακή προσέγγιση από τις υπόλοιπες;

Μία σημαντική διαφορά της υπαρξιακής ψυχοθεραπείας είναι ότι θεωρεί το παρελθόν σημαντικό παράγοντα στην διαμόρφωση του ανθρώπου, αλλά όχι καθοριστικό. Ο τρόπος που μεγαλώσαμε λοιπόν έχει επηρεάσει αυτό που είμαστε τώρα, αλλά ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να επιλέξει τον βαθμό στον οποίο αυτό θα γίνει, χωρίς να μπορεί να απαλλαγεί ολοκληρωτικά από αυτό, αλλά ούτε και ντετερμινιστικά να έχει καθοριστεί με αμετάκλητο τρόπο. Το ότι μπορούμε να αποκτήσουμε επίγνωση του εαυτού και του περιβάλλοντός μας μάς καθιστά υπεύθυνους για τις όποιες επιλογές κάνουμε σχετικά με την εξέλιξή μας.

Η υπαρξιακή προσέγγιση λοιπόν, εστιάζει στο ότι είμαστε πάντα ελεύθεροι, στα πλαίσια των περιοριστικών παραγόντων (όπως η χώρα, η οικονομική και πολιτισμική κατάσταση, κ.α.), να επιλέξουμε τους τρόπους που θα ασκήσουμε την βούλησή μας. Επιλογή θεωρείται και η μη επιλογή, και άρα είμαστε υπεύθυνοι και για αυτήν. Στα πλαίσια αυτής της λογικής, το άτομο θεωρείται πάντα ικανό, στις όποιες συνθήκες, να ζήσει, από την στιγμή που το αποφασίσει, κατά τον τρόπο που επιθυμεί για τον εαυτό του. Ο υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής θα βοηθήσει σε αυτήν την κατεύθυνση, καθώς το εγχείρημα αυτό χρειάζεται κόπο, τόλμη αλλά και συμπαράσταση.

Επίσης, η υπαρξιακή προσέγγιση, σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες, αποφεύγει να χρησιμοποιεί ψυχοπαθολογικούς όρους προκειμένου να περιγράψει την ανθρώπινη κατάσταση. Θεωρούμε λοιπόν, πως αυτά που ονομάζουμε «διαταραχές» είναι καταστάσεις σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, που αναπόφευκτα αγωνιά και άγχεται για το τέλος, την αρχή αλλά και το νόημα της ζωής. Ο τρόπος που βιώνουμε τις δυσκολίες της ζωής είναι αυτός που θέλουμε να κατανοήσουμε στην υπαρξιακή ψυχοθεραπεία. Έτσι λοιπόν, δεν μας ενδιαφέρει το όνομα της «διαταραχής» αλλά ο τρόπος που ο κάθε μοναδικός άνθρωπος βιώνει την ζωή του και αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της. Οι δυσκολίες αυτές είναι πανανθρώπινες και απόλυτα κατανοητές όταν ειδωθούν υπό το πρίσμα της πολυπλοκότητας της ζωής και του ανθρώπου.

Ο υπαρξιακός θεραπευτής, είναι ειδικά εκπαιδευμένος και ευαισθητοποιημένος στα θέματα που αφορούν τον άνθρωπο και την ζωή του, και παραμερίζοντας τις προσωπικές του πεποιθήσεις, προσπαθεί να διευκολύνει τον θεραπευόμενο στην προσπάθειά του να γνωρίσει το μοναδικό εαυτό του, να βελτιώσει τις σχέσεις του με τους ανθρώπους, να αντιμετωπίσει τις όποιες δυσκολίες του, να ανακαλύψει τα δυνατά του σημεία, και να πραγματώσει το δυναμικό του. Έτσι λοιπόν, οι άνθρωποι που αναζητούν την εξέλιξη και αυτοβελτίωσή τους, που βλέπουν τα προβλήματα ως προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες, μπορούν να επωφεληθούν σημαντικά από την υπαρξιακή ψυχοθεραπεία.

Ο θεραπευτής δεν έχει έτοιμες απαντήσεις και συνταγές, ούτε πρόκειται να επιλέξει για εσένα την ζωή που θα ζήσεις. Ο θεραπευτής θα σε βοηθήσει στην δύσκολη διαδρομή της αναζήτησής σου, όποια και να είναι αυτή, ώστε να μπορέσεις να το κάνεις αυτό μόνος σου στο μέλλον. Θα σου φωτίσει περιοχές που για ‘σένα είναι ακόμα σκοτεινές, θα σου ανοίξει νέους δρόμους να περπατήσεις, και θα είναι δίπλα σου όταν θα σκοντάφτεις. Η σχέση σου με τον υπαρξιακό θεραπευτή είναι αυθεντική και στηρίζεται στον σεβασμό και την εμπιστοσύνη. Μέσα από την σχέση σου μαζί του θα καταφέρεις να επιτύχεις όσα τώρα νιώθεις πως δυσκολεύεσαι. Η δική σου θέληση είναι το βασικότερο εργαλείο σου. Για τα υπόλοιπα θα φροντίσει ο θεραπευτής σου.

Εισαγωγική Φωτογραφία