07 Φεβ

Μπορεί ο αυτισμός να οφείλεται σε υπεράριθμες εγκεφαλικές διασυνδέσεις;

Ο αυτισμός είναι μία από τις αναπτυξιακές διαταραχές που εν πολλοίς παραμένει μυστήριο για την επιστημονική κοινότητα. Read More

03 Απρ

Οι συνέπειες της έλλειψης μητρικής αγάπης

Η μητέρα , συνδέθηκε, με την πηγή της απόλυτης αγάπης, αυτοθυσίας , ανιδιοτέλειας, προσφοράς. Η μορφή της η ίδια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για εκατομμύρια τραγούδια, ποιήματα, βιβλία. Όμως, η πραγματικότητα έχει δείξει ότι πολλές φορές οι ίδιες οι μητέρες όχι μόνο δεν προσφέρουν αγάπη και ασφάλεια, αλλά μπορούν να δημιουργήσουν τεράστιες συναισθηματικές ελλείψεις και πληγές στα ίδια τους τα παιδιά, ειδικά τις κόρες. Η έλλειψη μητρικής αγάπης πολλές φορές έχει αρνητικά επακόλουθα στην ψυχή των παιδιών, τα οποία ίσως και να τους οδηγήσουν σε ασταθείς και ανισομερείς σχέσεις και στη διάρκεια της ενήλικης ζωής του. Τα παιδιά που μεγάλωσαν με μία μητέρα που μπορεί να τα κατέκρινε και να μην τα αγαπούσε , μπορεί να φτάσουν στο σημείο να θεωρούν και τον ίδιο τον εαυτό τους ανάξιο για εκτίμηση και αγάπη. Μπορούμε να αναφέρουμε πολλές από τις αρνητικές στην ψυχή των παιδιών, απόρροια της έλλειψης μητρικής αγάπης:

  • Το άτομο μαθαίνει να μην αγαπάει και το ίδιο τον εαυτό του. Μέσα στο μυαλό του παιδιού υπάρχει πάντα η φωνή της μητέρας που το θεωρούσε άσχημο, ανίκανο, ανάξιο. Επειδή ως παιδιά η εντύπωση που θα σχηματίσουμε για τον εαυτό μας οφείλεται κυρίως στο πώς μας βλέπουν οι γονείς μας, ένα παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει , μαθαίνει και το ίδιο να πιστεύει ότι δεν του αξίζει η αγάπη.
  • Το παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει, τις περισσότερες φορές συνάπτει σχέσεις ( φιλικές, συναισθηματικές, επαγγελματικές) , στις οποίες πολλές φορές αντιμετωπίζεται και ως υποδεέστερο. Επειδή έχει πιστέψει ότι δεν αξίζει εκτίμηση και αγάπη , δε διεκδικεί την αγάπη και το σεβασμό που του αξίζει, επειδή δεν πιστεύει ότι το δικαιούται.
  • Ένα παιδί που έζησε με μία μητέρα που δεν το αγάπησε, τείνει να γίνεται περισσότερο ευαίσθητο στην παραμέληση των άλλων. Αν ένας άνθρωπος μεγάλωσε με μία μητέρα που να το αποδέχτηκε και να το αγάπησε, μπορεί οι άσχημες ή απορριπτικές συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων να ενισχύσουν μέσα την πεποίθηση για την αναξιότητά του.
  • Η έλλειψη της μητρικής αγάπης συνδέεται πολλές φορές με το γεγονός ότι το παιδί πλέον ως ενήλικας δεν ανοίγεται με μεγάλη ευκολία στο να δημιουργήσει εύκολα σχέσεις, αντιμετωπίζοντας με βεβαιότητα από την αρχή όλες τις σχέσεις ως μη αξιόπιστες. Αυτό απορρέει από την πεποίθηση ότι το ίδιο θα εγκαταλειφθεί λόγω αναξιότητας.

Αν έχετε περάσει δύσκολα στην παιδική σας ηλικία ή δεν έχετε αγαπηθεί όσο θα είχατε ανάγκη, τότε είναι καιρός να την αφήσετε πίσω σας. Ένα δύσκολο και χωρίς αγάπη παρελθόν δεν πρέπει να μπορεί να αποτρέψει το ευτυχισμένο μέλλον σας. Οφείλετε να αγκαλιάσετε τον εαυτό σας και να μην αφήσετε το οτιδήποτε να δηλητηριάζει τη σκέψη και να σας πείθει για την αναξιότητά σας. – ακόμα και αν αυτό αφορά τη μητέρα σας.

Εισαγωγική Εικόνα

13 Απρ

Τα δίγλωσσα παιδιά παρουσιάζουν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα στις περιοχές που σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές διεργασίες

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό το οποίο έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, οι αποστάσεις έχουν μικρύνει και οι λαοί έχουν έρθει πιο κοντά. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας έχουν αυξηθεί οι μεικτοί γάμοι μεταξύ αλλοεθνών και κατά συνέπεια και αλλόγλωσσων αλλά επίσης έχει αυξηθεί και η μεταναστευτική ροή, με οικογένειες ομοεθνών να διαμένουν μόνιμα ως μετανάστες σε μια άλλη χώρα στην οποία κάνουν και την οικογένειά τους.

Έτσι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι σχεδόν εκ γενετής δίγλωσσοι. Είτε οι γονείς τους μιλάνε σε δύο μητρικές γλώσσες στο σπίτι, είτε τα παιδιά μιλάνε μία γλώσσα στο σπίτι και άλλη μία εκτός σπιτιού, ανάλογα με τη χώρα στην οποία μεγαλώνουν. Ήδη υπάρχει ένας μεγάλος όγκος ερευνών που υποστηρίζουν ότι οι γλωσσική ανάπτυξη των δίγλωσσων και πολύγλωσσων παιδιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα μονόγλωσσα παιδιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις πολύγλωσσων παιδιών υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση στην έναρξη της ομιλίας (αν και αυτό δεν είναι ο κανόνας), αλλά στη συνέχεια οι γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών αυτών είναι πιο ανεπτυγμένες, καθώς παρατηρείται ότι κατακτούν πιο εύκολα γλωσσικούς, γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι σχετικά απλός. Καθώς τα δίγλωσσα και πολύγλωσσα παιδιά έρχονται σε επαφή με περισσότερες από μία γλώσσες, πρέπει να κατακτήσουν διπλό (ή και τριπλό σε κάποιες περιπτώσεις) λεξιλόγιο, διαφορετικούς γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες κτλ. Όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, και γι’ αυτό ίσως να υπάρχει η μικρή καθυστέρηση στην έναρξη ομιλίας. Όταν όμως τα παιδιά αυτά κατακτήσουν τις απαραίτητες γλωσσικές ικανότητες, είναι σε θέση να κατανοούν βαθύτερα τη δομή των γλωσσών και κατά συνέπεια να κατακτούν ταχύτερα όποιους νέους γλωσσικούς κανόνες καλούνται να μάθουν.

Πέρα από τις ανεπτυγμένες γλωσσικές δεξιότητες, η πολυγλωσσία φαίνεται πως σχετίζεται και με την ευρύτερη ανάπτυξη των γνωστικών δεξιοτήτων. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον έδειξε πως ήδη από την ηλικία των 11 μηνών –πριν δηλαδή τα παιδιά αρχίσουν να μιλάνε- υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις ανώτερες εκτελεστικές διαδικασίες μεταξύ πολύγλωσσων/δίγλωσσων και μονόγλωσσων παιδιών, ενώ οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζονται και σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας[1] .

Όλοι μας μπορούμε να αντιληφθούμε και να ξεχωρίσουμε μεταξύ τους ήχους διαφόρων ξένων γλωσσών κατά τους πρώτους μήνες της ζωής μας. Πρόκειται για ένα στάδιο κατά το οποίο μπορούμε πολύ πιο εύκολα να αρχίσουμε να μαθαίνουμε μια δεύτερη γλώσσα. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, ενώ τα μονόγλωσσα παιδιά παύουν να μπορούν να διαχωρίσουν ήχους μιας νέας γλώσσας μετά την ηλικία των 10 μηνών, τα δίγλωσσα παιδιά συνεχίζουν να έχουν ανοιχτούς τους «ακουστικούς» τους ορίζοντες.

Επιπλέον, καθώς για τις ανάγκες της έρευνας, αξιοποιήθηκε η τεχνική MEG (Magnetoencephalography / μαγνητοεγκεφαλογραφία), οι επιστήμονες ήταν σε θέση να δουν τις ακριβείς εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνταν κατά τη διάρκεια που τα παιδιά άκουγαν παρόμοιους ήχους από διαφορετικές γλώσσες. Τα μονόγλωσσα παιδιά είχαν σημαντικά χαμηλότερη εγκεφαλική δραστηριότητα στις πρόσθιες εγκεφαλικές περιοχές, οι οποίες σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές δεξιότητες. Αυτό συνέβη, σύμφωνα πάντα με την ερμηνεία των ερευνητών, διότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσουν παρόμοιους ήχους (π.χ. ba/ da/), εν αντιθέσει με τα δίγλωσσα παιδιά, επομένως δεν απαιτούνταν κάποια επιπλέον εγκεφαλική δραστηριότητα για να επεξεργαστεί περεταίρω τις ακουστικές πληροφορίες.

Βίντεο από τη συγκεκριμένη έρευνα

Η συγκεκριμένη έρευνα έρχεται να προστεθεί στις εκατοντάδες έρευνες που μελετούν την πολυγλωσσία και διαφοροποιήσεις που προκαλεί στον τρόπο που σκεφτόμαστε, μιλάμε αλλά και λειτουργούμε[2] . Τα πλεονεκτήματα της πολυγλωσσίας, ιδιαίτερα όταν αυτή ξεκινήσει από μικρή ηλικία φαίνεται πως είναι αρκετά, τόσο σε σχέση με τη γλωσσική όσο και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ramírez, N. F., Ramírez, R. R., Clarke, M., Taulu, S., & Kuhl, P. K. (2016). Speech discrimination in 11-month-old bilingual and monolingual infants: A magnetoencephalography study. Developmental Science Dev Sci. doi:10.1111/desc.12427 []
  2. Edwards, J. (2012). Multilingualism: Understanding linguistic diversity. London: Continuum International Pub. Group. []
30 Μαρ

10 μύθοι για τον αυτισμό

1. Ο αυτισμός οφείλεται σε κακή ανατροφή

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γονείς αυτιστικών παιδιών έρχονται αντιμέτωποι με την αυστηρή κριτική τρίτων, οι οποίοι τους θεωρούν υπεύθυνους για την περίεργη συμπεριφορά των παιδιών τους. Τα άτομα αυτά δεν κατανοούν τη βιολογική φύση του αυτισμού, με αποτέλεσμα να πιστεύουν ότι τα αυτιστικά παιδιά έχουν απλά περίεργη και αντικοινωνική συμπεριφορά, λόγω ελλιπούς ή κακής ανατροφής από τους γονείς. Φυσικά αυτό δεν ισχύει, καθώς ο αυτισμός είναι μια διαταραχή με βιολογικό υπόβαθρο, όπως έχουν αποδείξει εκατοντάδες έρευνες των τελευταίων δεκαετιών[1][2][3] .

2. Ο αυτισμός είναι απλά μια φάση που περνάει το παιδί

Όπως είπαμε ήδη και πιο πάνω, ο αυτισμός έχει βιολογικό υπόβαθρο και υπάρχουν ενδείξεις κληρονομικότητας. Οπότε, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι τα αυτιστικά παιδιά δεν περνάνε απλά μια «φάση» η οποία θα περάσει με το χρόνο, αλλά αντίθετα θα ζουν σε όλη τους τη ζωή με τα αυτιστικά στοιχεία. Φυσικά, τα παιδιά μπορούν να μάθουν να διαχειρίζονται τα χαρακτηριστικά της διαταραχής και να βελτιώσουν την αυτοεξυπηρέτησή και τις κοινωνικές δεξιότητές τους, και κατά συνέπεια να έχουν μια πιο «φυσιολογική» εικόνα σε βάθος χρόνου[4] .

3. Ο αυτισμός οφείλεται στα παιδικά εμβόλια

Παρά την έντονη διάδοση φημών, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, από πλήθος «εναλλακτικών» πηγών ενημέρωσης ότι ο αυτισμός σχετίζεται με τον παιδικό εμβολιασμό και συγκεκριμένα με τα επίπεδα υδραργύρου στα εμβόλια, η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν έρευνες που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Μάλιστα η παραπληροφόρηση ώθησε την επιστημονική κοινότητα να κάνει έρευνες για την πιθανή συσχέτιση μεταξύ αυτισμού και εμβολιασμού οι οποίες προς το παρόν δείχνουν ότι αυτή η εικασία δεν έχει απολύτως καμία επιστημονική βάση[5] . Άλλωστε εάν βρεθεί μια τέτοια συσχέτιση, οι επιστήμονες θα είναι οι πρώτοι που θα την αξιοποιήσουν προς την αντιμετώπιση των διαταραχών του φάσματος του αυτισμού.

4. Ο αυτισμός είναι μία ενιαία διαταραχή και όλοι οι αυτιστικοί συμπεριφέρονται το ίδιο

Ο αυτισμός δεν είναι μία ενιαία διαταραχή. Κάθε άτομο με αυτισμό έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό οι ειδικοί δεν μιλούν μεταξύ τους για «αυτισμό», αλλά για διαταραχές στο «φάσμα του αυτισμού». Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά και κατά συνέπεια διάφορα διαγνωστικά κριτήρια σχετιζόμενα με τον αυτισμό και γι’ αυτό μιλάμε για ένα «φάσμα», από το οποίο άλλα χαρακτηριστικά είναι παρόντα στο ένα άτομο και άλλα σε ένα άλλο[6] .

5. Τα άτομα με αυτισμό έχουν ιδιαίτερες ικανότητες

Συνήθως η εικόνα που δείχνουν τα ΜΜΕ και οι κινηματογραφικές ταινίες για τα άτομα με σύνδρομο στο φάσμα του αυτισμού είναι πως έχουν κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες, συνήθως σχετιζόμενες με απομνημόνευση ή μαθηματικές ικανότητες. Πράγματι, υπήρξαν πάρα πολλά παραδείγματα ανθρώπων με κάποια μορφή αυτισμού οι οποίοι διέπρεψαν στον επιστημονικό τους τομέα. Αυτό υποδεικνύει ότι ο αυτισμός δεν επηρεάζει νοητικά το άτομο και ότι με τη σωστή στήριξη από το περιβάλλον και τις κατάλληλες ευκαιρίες μπορεί να ανακαλύψει και να ενισχύσει τις νοητικές του ικανότητες. Όμως, αυτά τα παραδείγματα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ δεν αποδεικνύουν ότι όλα τα άτομα με αυτισμό έχουν ιδιαίτερες ικανότητες. Αυτά τα παραδείγματα είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Όπως οι διάνοιες ανάμεσα στα άτομα δίχως αυτισμό είναι ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, αντίστοιχα ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις αυτιστικών ατόμων με τόσο ιδιαίτερες ικανότητες. Όπως και με τον υπόλοιπο πληθυσμό, το νοητικό πηλίκο των αυτιστικών ατόμων κυμαίνεται από τα χαμηλά έως και τα πιο υψηλά επίπεδα[7] .

6. Τα αυτιστικά άτομα δεν αναπτύσσουν λεκτικές ικανότητες

Υπάρχει η εντύπωση σε πολλούς ότι ο αυτισμός σχετίζεται με περιορισμένες λεκτικές ικανότητες ή παντελή έλλειψη αυτών. Αυτό φυσικά δεν ισχύει. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπου ο αυτισμός συνυπάρχει -ή έχει εσφαλμένα διαγνωσθεί- με ξεχωριστές λεκτικές ή νοητικές διαταραχές, τα άτομα με αυτισμό αναπτύσσουν κανονικά το λόγο τους. Η αντίληψη ότι δεν έχουν λεκτικές ικανότητες ίσως να προέρχεται από το γεγονός ότι ο αυτισμός σχετίζεται με δυσκολίες στην επικοινωνία με τρίτους, κάτι που ως αποτέλεσμα έχει μερικές φορές τα αυτιστικά άτομα να μην μιλάνε εύκολα, ιδιαίτερα με αγνώστους[8] .

7. Τα άτομα με αυτισμό δεν έχουν ενσυναίσθηση

Λόγω των μειωμένων κοινωνικών δεξιοτήτων, πολλοί πιστεύουν ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν μειωμένη ικανότητα να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων και να συμμετέχουν συναισθηματικά σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Η αλήθεια είναι ότι ο αυτισμός δεν συνεπάγεται μειωμένες συναισθηματικές ικανότητες. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν ανάγκη να αγαπήσουν και να αγαπηθούν και γενικότερα να επενδύσουν συναισθηματικά, όπως όλοι μας. Για να το καταφέρουν αυτό όμως, μερικές φορές χρειάζονται ειδική υποστήριξη ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν τις μειωμένες κοινωνικές τους δεξιότητες οι οποίες είναι το ουσιαστικό εμπόδιο για μια καλύτερη συναισθηματική επικοινωνία με τους γύρω τους[9] .

8. Τα αυτιστικά άτομα δεν μπορούν να δημιουργήσουν σταθερές ή και ουσιαστικές σχέσεις με τους γύρω τους

Παρόλο που ο αυτισμός σχετίζεται με μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες, αυτό δεν σημαίνει ότι τα αυτιστικά άτομα δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν βαθιές σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους στο περιβάλλον τους. Όπως είπαμε ήδη, έχουν ανάγκη για σχέσεις όπως όλοι μας και οι περισσότεροι καταφέρνουν να τις αναπτύξουν ικανοποιητικά. Φυσικά, μπορούν να δυσκολευτούν περισσότερο από άλλα άτομα δίχως αυτισμό, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να το καταφέρουν[10] . Ο αριθμός βεβαίως των σχέσεων μπορεί να είναι μικρότερος, αλλά αυτές παραμένουν υπαρκτές!

9. Ο αυτισμός μπορεί να θεραπευτεί

Κατά καιρούς κυκλοφορούν διάφορες ανυπόστατες ειδήσεις και αναλύσεις σχετικά με «θεραπείες» για τον αυτισμό, οι οποίες περιλαμβάνουν από φαρμακοθεραπείες με περίεργα και «εναλλακτικά» σκευάσματα έως και συμπεριφορικές ή θρησκευτικές θεραπείες. Το θετικό είναι ότι η συγκεκριμένη παρανόηση δεν κυκλοφορεί ακόμη ευρέως στο ελληνικό διαδίκτυο, αλλά ο κίνδυνος να διαβάσει κανείς κάτι τέτοιο και να το πιστέψει συνεχίζει να υπάρχει. Οι έως τώρα έρευνες γύρω από τον αυτισμό έχουν καταφέρει να συλλέξουν στοιχεία για το βιολογικό και νευρολογικό υπόβαθρο της διαταραχής, αλλά δεν έφτασαν σε σημείο να αναπτύξουν κάποια θεραπευτική προσέγγιση. Αυτό το οποίο όμως γίνεται στην δουλειά που κάνει ένα αυτιστικό άτομο με τους ειδικούς ψυχικής υγείας συνήθως σχετίζεται με την ανάπτυξη στρατηγικών για την αποτελεσματικότερη διαχείριση της διαταραχής και την ανάπτυξη πολύπλευρων δεξιοτήτων, ώστε το άτομο να έχει μια όσο το δυνατόν πιο ομαλή μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή και να μπορέσει να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινότητάς του[11] .

10. Ο αυτισμός υπάρχει μόνο κατά τις τελευταίες δεκαετίες, άρα είτε είναι μια ψεύτικη διαταραχή, είτε οφείλεται σε κάτι που κάνουμε τα τελευταία χρόνια (βλ. εμβολιασμός)

Ο αυτισμός περιεγράφηκε ως νευρολογική-συμπεριφορική διαταραχή για πρώτη φορά από τον Leo Kranner το 1943. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αυτισμός δεν προϋπήρχε. Όπως υπήρχαν και ασθένειες πολύ πριν καταγραφούν και μελετηθούν, έτσι και ο αυτισμός προϋπήρχε της πρώτης επιστημονικής του καταγραφής. Για την ακρίβεια, ήδη από τον Μεσαίωνα υπήρχαν πολλές καταγραφές συμπεριφορών ατόμων που κατά πάσα πιθανότητα είχαν αυτισμό. Επομένως ο αυτισμός μπορεί να είναι καινούργιο αντικείμενο μελέτης για την επιστημονική κοινότητα, αλλά υπήρχε ανέκαθεν στις ανθρώπινες κοινωνίες, οι οποίες άλλες φορές τον αγνοούσαν και άλλες ανέπτυσσαν εχθρική στάση απέναντί του.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Nixon, J. (2013). The Autism Spectrum in the 21st Century Exploring Psychology, Biology and Practice20131Roth, Ilona, with C. Barson, R. Hoekstra, G. Pasco, T. Whatson. The Autism Spectrum in the 21st Century Exploring Psychology, Biology and Practice . London: Jessica Kingsley 2010. , ISBN: 978‐1‐84905‐087‐6. Tizard Learning Disability Review Tizard Learning Disability Rev, 18(1), 50-51. []
  2. Randolph-Gips, M., & Srinivasan, P. (2012). Modeling autism: A systems biology approach. J Clin Bioinformatics Journal of Clinical Bioinformatics, 2(1), 17 []
  3. Gillberg, C., & Coleman, M. (2000). The biology of the autistic syndromes. London: Mac Keith Press. []
  4. Schopler, E. (n.d.). Treatment for Autism. The Research Basis for Autism Intervention, 9-24. []
  5. Taylor, L. E., Swerdfeger, A. L., & Eslick, G. D. (2014). Vaccines are not associated with autism: An evidence-based meta-analysis of case-control and cohort studies. Vaccine, 32(29), 3623-3629. []
  6. Reber, M. (2012). The autism spectrum: Scientific foundations and treatment. Cambridge: Cambridge University Press. []
  7. Farley, M. A., Mcmahon, W. M., Fombonne, E., Jenson, W. R., Miller, J., Gardner, M., . . . Coon, H. (2009). Twenty-year outcome for individuals with autism and average or near-average cognitive abilities. Autism Res Autism Research, 2(2), 109-118. []
  8. Koning, C., & Magill-Evans, J. (2001). Social and Language Skills in Adolescent Boys with Asperger Syndrome. Autism, 5(1), 23-36. []
  9. Gutstein, S. E., & Sheely, R. K. (2002). Relationship development intervention with young children: Social and emotional development activities for Asperger syndrome, autism, PDD and NDL. London: Jessica Kingsley. []
  10. Willey, L. H., & Stanford, A. (2014). Asperger Syndrome (Autism Spectrum Disorder) and Long-Term Relationships. Jessica Kingsley. []
  11. Reichow, B. (2011). Evidence-based practices and treatments for children with autism. New York: Springer Science Business Media, LLC. []