13 Απρ 2016

Τα δίγλωσσα παιδιά παρουσιάζουν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα στις περιοχές που σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές διεργασίες

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό το οποίο έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, οι αποστάσεις έχουν μικρύνει και οι λαοί έχουν έρθει πιο κοντά. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας έχουν αυξηθεί οι μεικτοί γάμοι μεταξύ αλλοεθνών και κατά συνέπεια και αλλόγλωσσων αλλά επίσης έχει αυξηθεί και η μεταναστευτική ροή, με οικογένειες ομοεθνών να διαμένουν μόνιμα ως μετανάστες σε μια άλλη χώρα στην οποία κάνουν και την οικογένειά τους.

Έτσι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι σχεδόν εκ γενετής δίγλωσσοι. Είτε οι γονείς τους μιλάνε σε δύο μητρικές γλώσσες στο σπίτι, είτε τα παιδιά μιλάνε μία γλώσσα στο σπίτι και άλλη μία εκτός σπιτιού, ανάλογα με τη χώρα στην οποία μεγαλώνουν. Ήδη υπάρχει ένας μεγάλος όγκος ερευνών που υποστηρίζουν ότι οι γλωσσική ανάπτυξη των δίγλωσσων και πολύγλωσσων παιδιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα μονόγλωσσα παιδιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις πολύγλωσσων παιδιών υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση στην έναρξη της ομιλίας (αν και αυτό δεν είναι ο κανόνας), αλλά στη συνέχεια οι γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών αυτών είναι πιο ανεπτυγμένες, καθώς παρατηρείται ότι κατακτούν πιο εύκολα γλωσσικούς, γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι σχετικά απλός. Καθώς τα δίγλωσσα και πολύγλωσσα παιδιά έρχονται σε επαφή με περισσότερες από μία γλώσσες, πρέπει να κατακτήσουν διπλό (ή και τριπλό σε κάποιες περιπτώσεις) λεξιλόγιο, διαφορετικούς γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες κτλ. Όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, και γι’ αυτό ίσως να υπάρχει η μικρή καθυστέρηση στην έναρξη ομιλίας. Όταν όμως τα παιδιά αυτά κατακτήσουν τις απαραίτητες γλωσσικές ικανότητες, είναι σε θέση να κατανοούν βαθύτερα τη δομή των γλωσσών και κατά συνέπεια να κατακτούν ταχύτερα όποιους νέους γλωσσικούς κανόνες καλούνται να μάθουν.

Πέρα από τις ανεπτυγμένες γλωσσικές δεξιότητες, η πολυγλωσσία φαίνεται πως σχετίζεται και με την ευρύτερη ανάπτυξη των γνωστικών δεξιοτήτων. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον έδειξε πως ήδη από την ηλικία των 11 μηνών –πριν δηλαδή τα παιδιά αρχίσουν να μιλάνε- υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις ανώτερες εκτελεστικές διαδικασίες μεταξύ πολύγλωσσων/δίγλωσσων και μονόγλωσσων παιδιών, ενώ οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζονται και σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας[1] .

Όλοι μας μπορούμε να αντιληφθούμε και να ξεχωρίσουμε μεταξύ τους ήχους διαφόρων ξένων γλωσσών κατά τους πρώτους μήνες της ζωής μας. Πρόκειται για ένα στάδιο κατά το οποίο μπορούμε πολύ πιο εύκολα να αρχίσουμε να μαθαίνουμε μια δεύτερη γλώσσα. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, ενώ τα μονόγλωσσα παιδιά παύουν να μπορούν να διαχωρίσουν ήχους μιας νέας γλώσσας μετά την ηλικία των 10 μηνών, τα δίγλωσσα παιδιά συνεχίζουν να έχουν ανοιχτούς τους «ακουστικούς» τους ορίζοντες.

Επιπλέον, καθώς για τις ανάγκες της έρευνας, αξιοποιήθηκε η τεχνική MEG (Magnetoencephalography / μαγνητοεγκεφαλογραφία), οι επιστήμονες ήταν σε θέση να δουν τις ακριβείς εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνταν κατά τη διάρκεια που τα παιδιά άκουγαν παρόμοιους ήχους από διαφορετικές γλώσσες. Τα μονόγλωσσα παιδιά είχαν σημαντικά χαμηλότερη εγκεφαλική δραστηριότητα στις πρόσθιες εγκεφαλικές περιοχές, οι οποίες σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές δεξιότητες. Αυτό συνέβη, σύμφωνα πάντα με την ερμηνεία των ερευνητών, διότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσουν παρόμοιους ήχους (π.χ. ba/ da/), εν αντιθέσει με τα δίγλωσσα παιδιά, επομένως δεν απαιτούνταν κάποια επιπλέον εγκεφαλική δραστηριότητα για να επεξεργαστεί περεταίρω τις ακουστικές πληροφορίες.

Βίντεο από τη συγκεκριμένη έρευνα

Η συγκεκριμένη έρευνα έρχεται να προστεθεί στις εκατοντάδες έρευνες που μελετούν την πολυγλωσσία και διαφοροποιήσεις που προκαλεί στον τρόπο που σκεφτόμαστε, μιλάμε αλλά και λειτουργούμε[2] . Τα πλεονεκτήματα της πολυγλωσσίας, ιδιαίτερα όταν αυτή ξεκινήσει από μικρή ηλικία φαίνεται πως είναι αρκετά, τόσο σε σχέση με τη γλωσσική όσο και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ramírez, N. F., Ramírez, R. R., Clarke, M., Taulu, S., & Kuhl, P. K. (2016). Speech discrimination in 11-month-old bilingual and monolingual infants: A magnetoencephalography study. Developmental Science Dev Sci. doi:10.1111/desc.12427 []
  2. Edwards, J. (2012). Multilingualism: Understanding linguistic diversity. London: Continuum International Pub. Group. []
30 Μαρ 2016

10 μύθοι για τον αυτισμό

1. Ο αυτισμός οφείλεται σε κακή ανατροφή

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γονείς αυτιστικών παιδιών έρχονται αντιμέτωποι με την αυστηρή κριτική τρίτων, οι οποίοι τους θεωρούν υπεύθυνους για την περίεργη συμπεριφορά των παιδιών τους. Τα άτομα αυτά δεν κατανοούν τη βιολογική φύση του αυτισμού, με αποτέλεσμα να πιστεύουν ότι τα αυτιστικά παιδιά έχουν απλά περίεργη και αντικοινωνική συμπεριφορά, λόγω ελλιπούς ή κακής ανατροφής από τους γονείς. Φυσικά αυτό δεν ισχύει, καθώς ο αυτισμός είναι μια διαταραχή με βιολογικό υπόβαθρο, όπως έχουν αποδείξει εκατοντάδες έρευνες των τελευταίων δεκαετιών[1][2][3] .

2. Ο αυτισμός είναι απλά μια φάση που περνάει το παιδί

Όπως είπαμε ήδη και πιο πάνω, ο αυτισμός έχει βιολογικό υπόβαθρο και υπάρχουν ενδείξεις κληρονομικότητας. Οπότε, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι τα αυτιστικά παιδιά δεν περνάνε απλά μια «φάση» η οποία θα περάσει με το χρόνο, αλλά αντίθετα θα ζουν σε όλη τους τη ζωή με τα αυτιστικά στοιχεία. Φυσικά, τα παιδιά μπορούν να μάθουν να διαχειρίζονται τα χαρακτηριστικά της διαταραχής και να βελτιώσουν την αυτοεξυπηρέτησή και τις κοινωνικές δεξιότητές τους, και κατά συνέπεια να έχουν μια πιο «φυσιολογική» εικόνα σε βάθος χρόνου[4] .

3. Ο αυτισμός οφείλεται στα παιδικά εμβόλια

Παρά την έντονη διάδοση φημών, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, από πλήθος «εναλλακτικών» πηγών ενημέρωσης ότι ο αυτισμός σχετίζεται με τον παιδικό εμβολιασμό και συγκεκριμένα με τα επίπεδα υδραργύρου στα εμβόλια, η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν έρευνες που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Μάλιστα η παραπληροφόρηση ώθησε την επιστημονική κοινότητα να κάνει έρευνες για την πιθανή συσχέτιση μεταξύ αυτισμού και εμβολιασμού οι οποίες προς το παρόν δείχνουν ότι αυτή η εικασία δεν έχει απολύτως καμία επιστημονική βάση[5] . Άλλωστε εάν βρεθεί μια τέτοια συσχέτιση, οι επιστήμονες θα είναι οι πρώτοι που θα την αξιοποιήσουν προς την αντιμετώπιση των διαταραχών του φάσματος του αυτισμού.

4. Ο αυτισμός είναι μία ενιαία διαταραχή και όλοι οι αυτιστικοί συμπεριφέρονται το ίδιο

Ο αυτισμός δεν είναι μία ενιαία διαταραχή. Κάθε άτομο με αυτισμό έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό οι ειδικοί δεν μιλούν μεταξύ τους για «αυτισμό», αλλά για διαταραχές στο «φάσμα του αυτισμού». Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά και κατά συνέπεια διάφορα διαγνωστικά κριτήρια σχετιζόμενα με τον αυτισμό και γι’ αυτό μιλάμε για ένα «φάσμα», από το οποίο άλλα χαρακτηριστικά είναι παρόντα στο ένα άτομο και άλλα σε ένα άλλο[6] .

5. Τα άτομα με αυτισμό έχουν ιδιαίτερες ικανότητες

Συνήθως η εικόνα που δείχνουν τα ΜΜΕ και οι κινηματογραφικές ταινίες για τα άτομα με σύνδρομο στο φάσμα του αυτισμού είναι πως έχουν κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες, συνήθως σχετιζόμενες με απομνημόνευση ή μαθηματικές ικανότητες. Πράγματι, υπήρξαν πάρα πολλά παραδείγματα ανθρώπων με κάποια μορφή αυτισμού οι οποίοι διέπρεψαν στον επιστημονικό τους τομέα. Αυτό υποδεικνύει ότι ο αυτισμός δεν επηρεάζει νοητικά το άτομο και ότι με τη σωστή στήριξη από το περιβάλλον και τις κατάλληλες ευκαιρίες μπορεί να ανακαλύψει και να ενισχύσει τις νοητικές του ικανότητες. Όμως, αυτά τα παραδείγματα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ δεν αποδεικνύουν ότι όλα τα άτομα με αυτισμό έχουν ιδιαίτερες ικανότητες. Αυτά τα παραδείγματα είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Όπως οι διάνοιες ανάμεσα στα άτομα δίχως αυτισμό είναι ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, αντίστοιχα ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις αυτιστικών ατόμων με τόσο ιδιαίτερες ικανότητες. Όπως και με τον υπόλοιπο πληθυσμό, το νοητικό πηλίκο των αυτιστικών ατόμων κυμαίνεται από τα χαμηλά έως και τα πιο υψηλά επίπεδα[7] .

6. Τα αυτιστικά άτομα δεν αναπτύσσουν λεκτικές ικανότητες

Υπάρχει η εντύπωση σε πολλούς ότι ο αυτισμός σχετίζεται με περιορισμένες λεκτικές ικανότητες ή παντελή έλλειψη αυτών. Αυτό φυσικά δεν ισχύει. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπου ο αυτισμός συνυπάρχει -ή έχει εσφαλμένα διαγνωσθεί- με ξεχωριστές λεκτικές ή νοητικές διαταραχές, τα άτομα με αυτισμό αναπτύσσουν κανονικά το λόγο τους. Η αντίληψη ότι δεν έχουν λεκτικές ικανότητες ίσως να προέρχεται από το γεγονός ότι ο αυτισμός σχετίζεται με δυσκολίες στην επικοινωνία με τρίτους, κάτι που ως αποτέλεσμα έχει μερικές φορές τα αυτιστικά άτομα να μην μιλάνε εύκολα, ιδιαίτερα με αγνώστους[8] .

7. Τα άτομα με αυτισμό δεν έχουν ενσυναίσθηση

Λόγω των μειωμένων κοινωνικών δεξιοτήτων, πολλοί πιστεύουν ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν μειωμένη ικανότητα να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων και να συμμετέχουν συναισθηματικά σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Η αλήθεια είναι ότι ο αυτισμός δεν συνεπάγεται μειωμένες συναισθηματικές ικανότητες. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν ανάγκη να αγαπήσουν και να αγαπηθούν και γενικότερα να επενδύσουν συναισθηματικά, όπως όλοι μας. Για να το καταφέρουν αυτό όμως, μερικές φορές χρειάζονται ειδική υποστήριξη ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν τις μειωμένες κοινωνικές τους δεξιότητες οι οποίες είναι το ουσιαστικό εμπόδιο για μια καλύτερη συναισθηματική επικοινωνία με τους γύρω τους[9] .

8. Τα αυτιστικά άτομα δεν μπορούν να δημιουργήσουν σταθερές ή και ουσιαστικές σχέσεις με τους γύρω τους

Παρόλο που ο αυτισμός σχετίζεται με μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες, αυτό δεν σημαίνει ότι τα αυτιστικά άτομα δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν βαθιές σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους στο περιβάλλον τους. Όπως είπαμε ήδη, έχουν ανάγκη για σχέσεις όπως όλοι μας και οι περισσότεροι καταφέρνουν να τις αναπτύξουν ικανοποιητικά. Φυσικά, μπορούν να δυσκολευτούν περισσότερο από άλλα άτομα δίχως αυτισμό, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να το καταφέρουν[10] . Ο αριθμός βεβαίως των σχέσεων μπορεί να είναι μικρότερος, αλλά αυτές παραμένουν υπαρκτές!

9. Ο αυτισμός μπορεί να θεραπευτεί

Κατά καιρούς κυκλοφορούν διάφορες ανυπόστατες ειδήσεις και αναλύσεις σχετικά με «θεραπείες» για τον αυτισμό, οι οποίες περιλαμβάνουν από φαρμακοθεραπείες με περίεργα και «εναλλακτικά» σκευάσματα έως και συμπεριφορικές ή θρησκευτικές θεραπείες. Το θετικό είναι ότι η συγκεκριμένη παρανόηση δεν κυκλοφορεί ακόμη ευρέως στο ελληνικό διαδίκτυο, αλλά ο κίνδυνος να διαβάσει κανείς κάτι τέτοιο και να το πιστέψει συνεχίζει να υπάρχει. Οι έως τώρα έρευνες γύρω από τον αυτισμό έχουν καταφέρει να συλλέξουν στοιχεία για το βιολογικό και νευρολογικό υπόβαθρο της διαταραχής, αλλά δεν έφτασαν σε σημείο να αναπτύξουν κάποια θεραπευτική προσέγγιση. Αυτό το οποίο όμως γίνεται στην δουλειά που κάνει ένα αυτιστικό άτομο με τους ειδικούς ψυχικής υγείας συνήθως σχετίζεται με την ανάπτυξη στρατηγικών για την αποτελεσματικότερη διαχείριση της διαταραχής και την ανάπτυξη πολύπλευρων δεξιοτήτων, ώστε το άτομο να έχει μια όσο το δυνατόν πιο ομαλή μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή και να μπορέσει να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινότητάς του[11] .

10. Ο αυτισμός υπάρχει μόνο κατά τις τελευταίες δεκαετίες, άρα είτε είναι μια ψεύτικη διαταραχή, είτε οφείλεται σε κάτι που κάνουμε τα τελευταία χρόνια (βλ. εμβολιασμός)

Ο αυτισμός περιεγράφηκε ως νευρολογική-συμπεριφορική διαταραχή για πρώτη φορά από τον Leo Kranner το 1943. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αυτισμός δεν προϋπήρχε. Όπως υπήρχαν και ασθένειες πολύ πριν καταγραφούν και μελετηθούν, έτσι και ο αυτισμός προϋπήρχε της πρώτης επιστημονικής του καταγραφής. Για την ακρίβεια, ήδη από τον Μεσαίωνα υπήρχαν πολλές καταγραφές συμπεριφορών ατόμων που κατά πάσα πιθανότητα είχαν αυτισμό. Επομένως ο αυτισμός μπορεί να είναι καινούργιο αντικείμενο μελέτης για την επιστημονική κοινότητα, αλλά υπήρχε ανέκαθεν στις ανθρώπινες κοινωνίες, οι οποίες άλλες φορές τον αγνοούσαν και άλλες ανέπτυσσαν εχθρική στάση απέναντί του.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Nixon, J. (2013). The Autism Spectrum in the 21st Century Exploring Psychology, Biology and Practice20131Roth, Ilona, with C. Barson, R. Hoekstra, G. Pasco, T. Whatson. The Autism Spectrum in the 21st Century Exploring Psychology, Biology and Practice . London: Jessica Kingsley 2010. , ISBN: 978‐1‐84905‐087‐6. Tizard Learning Disability Review Tizard Learning Disability Rev, 18(1), 50-51. []
  2. Randolph-Gips, M., & Srinivasan, P. (2012). Modeling autism: A systems biology approach. J Clin Bioinformatics Journal of Clinical Bioinformatics, 2(1), 17 []
  3. Gillberg, C., & Coleman, M. (2000). The biology of the autistic syndromes. London: Mac Keith Press. []
  4. Schopler, E. (n.d.). Treatment for Autism. The Research Basis for Autism Intervention, 9-24. []
  5. Taylor, L. E., Swerdfeger, A. L., & Eslick, G. D. (2014). Vaccines are not associated with autism: An evidence-based meta-analysis of case-control and cohort studies. Vaccine, 32(29), 3623-3629. []
  6. Reber, M. (2012). The autism spectrum: Scientific foundations and treatment. Cambridge: Cambridge University Press. []
  7. Farley, M. A., Mcmahon, W. M., Fombonne, E., Jenson, W. R., Miller, J., Gardner, M., . . . Coon, H. (2009). Twenty-year outcome for individuals with autism and average or near-average cognitive abilities. Autism Res Autism Research, 2(2), 109-118. []
  8. Koning, C., & Magill-Evans, J. (2001). Social and Language Skills in Adolescent Boys with Asperger Syndrome. Autism, 5(1), 23-36. []
  9. Gutstein, S. E., & Sheely, R. K. (2002). Relationship development intervention with young children: Social and emotional development activities for Asperger syndrome, autism, PDD and NDL. London: Jessica Kingsley. []
  10. Willey, L. H., & Stanford, A. (2014). Asperger Syndrome (Autism Spectrum Disorder) and Long-Term Relationships. Jessica Kingsley. []
  11. Reichow, B. (2011). Evidence-based practices and treatments for children with autism. New York: Springer Science Business Media, LLC. []
09 Νοέ 2015

Το κόστος του να είσαι το «αγαπημένο παιδί» της μαμάς

Πολλές φορές οι νέες μητέρες ακούν την κλασσική συμβουλή να μην «καλομαθαίνουν» τα παιδιά τους, να μην είναι δηλαδή υπέρ του δέοντος ελαστικές ή προστατευτικές μαζί τους. Μια νέα έρευνα του πανεπιστημίου Purdue έρχεται να επιβεβαιώσει πως το να αισθάνεται το παιδί πως είναι το «αγαπημένο» της μητέρας του δεν είναι και ό,τι πιο υγιές συναισθηματικά αλλά και ψυχολογικά για το ίδιο.

Η συναισθηματική εγγύτητα μεταξύ γονιού και παιδιού φυσικά δεν είναι κάτι αρνητικό. Αντίθετα θα λέγαμε ότι είναι κάτι θεμιτό. Φαίνεται όμως πως οι ενήλικες που δηλώνουν ότι θεωρούν πως ήταν το «αγαπημένο παιδί» της μητέρας τους, έχουν την τάση να εμφανίζουν πολύ πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με τα αδέρφια τους τα οποία δηλώνουν ότι βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη μητέρα τους ή ότι τις έχουν απογοητεύσει. Η έρευνα διεξήχθη μέσα σε μια επταετία κατά τη διάρκεια μιας πολυετούς έρευνας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη σχετικά με τις ενδοοικογενειακές διαφορές στην ανάπτυξη των παιδιών. Σε αυτή συμμετείχαν πάνω από 700 ενήλικες από 300 περίπου οικογένειες, οι οποίοι κλήθηκαν να βαθμολογήσουν την συναισθηματική εγγύτητα με τη μητέρα τους, τον βαθμό σύγκρουσης μαζί της, το πόσο περήφανη θεωρούν ότι αισθάνεται γι’ αυτούς αλλά και το πόσο απογοητευμένη.

Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα, οι ερευνητές λένε ότι οι ενήλικες της έρευνας που είχαν την αντίληψη ότι ήταν τα «αγαπημένα παιδιά» των μητέρων τους, σε μεγάλο βαθμό ανέφεραν ότι έχουν ζήσει μέσα σε ένα μη σταθερό συναισθηματικό περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να είναι φροντιστές (της μητέρας ή άλλων προσώπων στο περιβάλλον τους) και ως εκ τούτου απολάμβαναν μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα με κόστος στην ψυχική τους υγεία.

Φυσικά η συσχέτιση συναισθηματικής εγγύτητας άνευ σαφών ορίων και κακής ψυχικής υγείας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως όσα παιδιά αισθάνονται κοντά τις μητέρες τους θα αναπτύξουν συμπτώματα κατάθλιψης στο μέλλον. Απαιτούνται η συνύπαρξη μιας σειράς άλλων παραγόντων για να αναπτυχθούν τέτοια συμπτώματα στα παιδιά κατά την ενήλικη ζωή τους, όπως: ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, υπέρμετρα «ενήλικα» βάρη στα παιδιά, κακές οικογενειακές σχέσεις (κυρίως ανταγωνιστικές ή/και κακοποιητικές) με άλλα μέλη της οικογένειας (και σημαντικά τρίτα πρόσωπα), αλλά και εκτεταμένες τραυματικές εμπειρίες στην καθημερινότητα του παιδιού.

Όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βλέπουμε ότι και σε αυτό τον τομέα ισχύει το «παν μέτρον άριστον». Μια υγιής ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού απαιτεί μεταξύ άλλων μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στο άκρο της συναισθηματικής «συγχώνευσης» των γονιών με τα παιδιά τους και το άλλο άκρο της συναισθηματικής «απομάκρυνσης» των γονιών. Το παιδί έχει ανάγκη τόσο το ζωτικό του χώρο όσο και την απαραίτητη αγάπη και αποδοχή να αναπτυχθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά με έναν υγιή τρόπο.

Εισαγωγική Εικόνα

Βιβλιογραφία

13 Ιούλ 2015

Ο ρόλος των συναισθημάτων

Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
  • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
  • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
  • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
  • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.