30 Μαρ 2016

10 μύθοι για τον αυτισμό

1. Ο αυτισμός οφείλεται σε κακή ανατροφή

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι γονείς αυτιστικών παιδιών έρχονται αντιμέτωποι με την αυστηρή κριτική τρίτων, οι οποίοι τους θεωρούν υπεύθυνους για την περίεργη συμπεριφορά των παιδιών τους. Τα άτομα αυτά δεν κατανοούν τη βιολογική φύση του αυτισμού, με αποτέλεσμα να πιστεύουν ότι τα αυτιστικά παιδιά έχουν απλά περίεργη και αντικοινωνική συμπεριφορά, λόγω ελλιπούς ή κακής ανατροφής από τους γονείς. Φυσικά αυτό δεν ισχύει, καθώς ο αυτισμός είναι μια διαταραχή με βιολογικό υπόβαθρο, όπως έχουν αποδείξει εκατοντάδες έρευνες των τελευταίων δεκαετιών[1][2][3] .

2. Ο αυτισμός είναι απλά μια φάση που περνάει το παιδί

Όπως είπαμε ήδη και πιο πάνω, ο αυτισμός έχει βιολογικό υπόβαθρο και υπάρχουν ενδείξεις κληρονομικότητας. Οπότε, μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι τα αυτιστικά παιδιά δεν περνάνε απλά μια «φάση» η οποία θα περάσει με το χρόνο, αλλά αντίθετα θα ζουν σε όλη τους τη ζωή με τα αυτιστικά στοιχεία. Φυσικά, τα παιδιά μπορούν να μάθουν να διαχειρίζονται τα χαρακτηριστικά της διαταραχής και να βελτιώσουν την αυτοεξυπηρέτησή και τις κοινωνικές δεξιότητές τους, και κατά συνέπεια να έχουν μια πιο «φυσιολογική» εικόνα σε βάθος χρόνου[4] .

3. Ο αυτισμός οφείλεται στα παιδικά εμβόλια

Παρά την έντονη διάδοση φημών, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, από πλήθος «εναλλακτικών» πηγών ενημέρωσης ότι ο αυτισμός σχετίζεται με τον παιδικό εμβολιασμό και συγκεκριμένα με τα επίπεδα υδραργύρου στα εμβόλια, η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχουν έρευνες που να αποδεικνύουν κάτι τέτοιο. Μάλιστα η παραπληροφόρηση ώθησε την επιστημονική κοινότητα να κάνει έρευνες για την πιθανή συσχέτιση μεταξύ αυτισμού και εμβολιασμού οι οποίες προς το παρόν δείχνουν ότι αυτή η εικασία δεν έχει απολύτως καμία επιστημονική βάση[5] . Άλλωστε εάν βρεθεί μια τέτοια συσχέτιση, οι επιστήμονες θα είναι οι πρώτοι που θα την αξιοποιήσουν προς την αντιμετώπιση των διαταραχών του φάσματος του αυτισμού.

4. Ο αυτισμός είναι μία ενιαία διαταραχή και όλοι οι αυτιστικοί συμπεριφέρονται το ίδιο

Ο αυτισμός δεν είναι μία ενιαία διαταραχή. Κάθε άτομο με αυτισμό έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά και γι’ αυτό οι ειδικοί δεν μιλούν μεταξύ τους για «αυτισμό», αλλά για διαταραχές στο «φάσμα του αυτισμού». Υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά και κατά συνέπεια διάφορα διαγνωστικά κριτήρια σχετιζόμενα με τον αυτισμό και γι’ αυτό μιλάμε για ένα «φάσμα», από το οποίο άλλα χαρακτηριστικά είναι παρόντα στο ένα άτομο και άλλα σε ένα άλλο[6] .

5. Τα άτομα με αυτισμό έχουν ιδιαίτερες ικανότητες

Συνήθως η εικόνα που δείχνουν τα ΜΜΕ και οι κινηματογραφικές ταινίες για τα άτομα με σύνδρομο στο φάσμα του αυτισμού είναι πως έχουν κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες, συνήθως σχετιζόμενες με απομνημόνευση ή μαθηματικές ικανότητες. Πράγματι, υπήρξαν πάρα πολλά παραδείγματα ανθρώπων με κάποια μορφή αυτισμού οι οποίοι διέπρεψαν στον επιστημονικό τους τομέα. Αυτό υποδεικνύει ότι ο αυτισμός δεν επηρεάζει νοητικά το άτομο και ότι με τη σωστή στήριξη από το περιβάλλον και τις κατάλληλες ευκαιρίες μπορεί να ανακαλύψει και να ενισχύσει τις νοητικές του ικανότητες. Όμως, αυτά τα παραδείγματα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ δεν αποδεικνύουν ότι όλα τα άτομα με αυτισμό έχουν ιδιαίτερες ικανότητες. Αυτά τα παραδείγματα είναι η εξαίρεση και όχι ο κανόνας. Όπως οι διάνοιες ανάμεσα στα άτομα δίχως αυτισμό είναι ελάχιστο ποσοστό του πληθυσμού, αντίστοιχα ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις αυτιστικών ατόμων με τόσο ιδιαίτερες ικανότητες. Όπως και με τον υπόλοιπο πληθυσμό, το νοητικό πηλίκο των αυτιστικών ατόμων κυμαίνεται από τα χαμηλά έως και τα πιο υψηλά επίπεδα[7] .

6. Τα αυτιστικά άτομα δεν αναπτύσσουν λεκτικές ικανότητες

Υπάρχει η εντύπωση σε πολλούς ότι ο αυτισμός σχετίζεται με περιορισμένες λεκτικές ικανότητες ή παντελή έλλειψη αυτών. Αυτό φυσικά δεν ισχύει. Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις όπου ο αυτισμός συνυπάρχει -ή έχει εσφαλμένα διαγνωσθεί- με ξεχωριστές λεκτικές ή νοητικές διαταραχές, τα άτομα με αυτισμό αναπτύσσουν κανονικά το λόγο τους. Η αντίληψη ότι δεν έχουν λεκτικές ικανότητες ίσως να προέρχεται από το γεγονός ότι ο αυτισμός σχετίζεται με δυσκολίες στην επικοινωνία με τρίτους, κάτι που ως αποτέλεσμα έχει μερικές φορές τα αυτιστικά άτομα να μην μιλάνε εύκολα, ιδιαίτερα με αγνώστους[8] .

7. Τα άτομα με αυτισμό δεν έχουν ενσυναίσθηση

Λόγω των μειωμένων κοινωνικών δεξιοτήτων, πολλοί πιστεύουν ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν μειωμένη ικανότητα να αντιλαμβάνονται τα συναισθήματα των άλλων και να συμμετέχουν συναισθηματικά σε αυτά που συμβαίνουν γύρω τους. Η αλήθεια είναι ότι ο αυτισμός δεν συνεπάγεται μειωμένες συναισθηματικές ικανότητες. Αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι τα άτομα με αυτισμό έχουν ανάγκη να αγαπήσουν και να αγαπηθούν και γενικότερα να επενδύσουν συναισθηματικά, όπως όλοι μας. Για να το καταφέρουν αυτό όμως, μερικές φορές χρειάζονται ειδική υποστήριξη ώστε να μπορέσουν να διαχειριστούν τις μειωμένες κοινωνικές τους δεξιότητες οι οποίες είναι το ουσιαστικό εμπόδιο για μια καλύτερη συναισθηματική επικοινωνία με τους γύρω τους[9] .

8. Τα αυτιστικά άτομα δεν μπορούν να δημιουργήσουν σταθερές ή και ουσιαστικές σχέσεις με τους γύρω τους

Παρόλο που ο αυτισμός σχετίζεται με μειωμένες κοινωνικές δεξιότητες, αυτό δεν σημαίνει ότι τα αυτιστικά άτομα δεν είναι σε θέση να δημιουργήσουν βαθιές σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους στο περιβάλλον τους. Όπως είπαμε ήδη, έχουν ανάγκη για σχέσεις όπως όλοι μας και οι περισσότεροι καταφέρνουν να τις αναπτύξουν ικανοποιητικά. Φυσικά, μπορούν να δυσκολευτούν περισσότερο από άλλα άτομα δίχως αυτισμό, αλλά αυτό σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να το καταφέρουν[10] . Ο αριθμός βεβαίως των σχέσεων μπορεί να είναι μικρότερος, αλλά αυτές παραμένουν υπαρκτές!

9. Ο αυτισμός μπορεί να θεραπευτεί

Κατά καιρούς κυκλοφορούν διάφορες ανυπόστατες ειδήσεις και αναλύσεις σχετικά με «θεραπείες» για τον αυτισμό, οι οποίες περιλαμβάνουν από φαρμακοθεραπείες με περίεργα και «εναλλακτικά» σκευάσματα έως και συμπεριφορικές ή θρησκευτικές θεραπείες. Το θετικό είναι ότι η συγκεκριμένη παρανόηση δεν κυκλοφορεί ακόμη ευρέως στο ελληνικό διαδίκτυο, αλλά ο κίνδυνος να διαβάσει κανείς κάτι τέτοιο και να το πιστέψει συνεχίζει να υπάρχει. Οι έως τώρα έρευνες γύρω από τον αυτισμό έχουν καταφέρει να συλλέξουν στοιχεία για το βιολογικό και νευρολογικό υπόβαθρο της διαταραχής, αλλά δεν έφτασαν σε σημείο να αναπτύξουν κάποια θεραπευτική προσέγγιση. Αυτό το οποίο όμως γίνεται στην δουλειά που κάνει ένα αυτιστικό άτομο με τους ειδικούς ψυχικής υγείας συνήθως σχετίζεται με την ανάπτυξη στρατηγικών για την αποτελεσματικότερη διαχείριση της διαταραχής και την ανάπτυξη πολύπλευρων δεξιοτήτων, ώστε το άτομο να έχει μια όσο το δυνατόν πιο ομαλή μετάβαση από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή και να μπορέσει να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις προκλήσεις της καθημερινότητάς του[11] .

10. Ο αυτισμός υπάρχει μόνο κατά τις τελευταίες δεκαετίες, άρα είτε είναι μια ψεύτικη διαταραχή, είτε οφείλεται σε κάτι που κάνουμε τα τελευταία χρόνια (βλ. εμβολιασμός)

Ο αυτισμός περιεγράφηκε ως νευρολογική-συμπεριφορική διαταραχή για πρώτη φορά από τον Leo Kranner το 1943. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο αυτισμός δεν προϋπήρχε. Όπως υπήρχαν και ασθένειες πολύ πριν καταγραφούν και μελετηθούν, έτσι και ο αυτισμός προϋπήρχε της πρώτης επιστημονικής του καταγραφής. Για την ακρίβεια, ήδη από τον Μεσαίωνα υπήρχαν πολλές καταγραφές συμπεριφορών ατόμων που κατά πάσα πιθανότητα είχαν αυτισμό. Επομένως ο αυτισμός μπορεί να είναι καινούργιο αντικείμενο μελέτης για την επιστημονική κοινότητα, αλλά υπήρχε ανέκαθεν στις ανθρώπινες κοινωνίες, οι οποίες άλλες φορές τον αγνοούσαν και άλλες ανέπτυσσαν εχθρική στάση απέναντί του.

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Nixon, J. (2013). The Autism Spectrum in the 21st Century Exploring Psychology, Biology and Practice20131Roth, Ilona, with C. Barson, R. Hoekstra, G. Pasco, T. Whatson. The Autism Spectrum in the 21st Century Exploring Psychology, Biology and Practice . London: Jessica Kingsley 2010. , ISBN: 978‐1‐84905‐087‐6. Tizard Learning Disability Review Tizard Learning Disability Rev, 18(1), 50-51. []
  2. Randolph-Gips, M., & Srinivasan, P. (2012). Modeling autism: A systems biology approach. J Clin Bioinformatics Journal of Clinical Bioinformatics, 2(1), 17 []
  3. Gillberg, C., & Coleman, M. (2000). The biology of the autistic syndromes. London: Mac Keith Press. []
  4. Schopler, E. (n.d.). Treatment for Autism. The Research Basis for Autism Intervention, 9-24. []
  5. Taylor, L. E., Swerdfeger, A. L., & Eslick, G. D. (2014). Vaccines are not associated with autism: An evidence-based meta-analysis of case-control and cohort studies. Vaccine, 32(29), 3623-3629. []
  6. Reber, M. (2012). The autism spectrum: Scientific foundations and treatment. Cambridge: Cambridge University Press. []
  7. Farley, M. A., Mcmahon, W. M., Fombonne, E., Jenson, W. R., Miller, J., Gardner, M., . . . Coon, H. (2009). Twenty-year outcome for individuals with autism and average or near-average cognitive abilities. Autism Res Autism Research, 2(2), 109-118. []
  8. Koning, C., & Magill-Evans, J. (2001). Social and Language Skills in Adolescent Boys with Asperger Syndrome. Autism, 5(1), 23-36. []
  9. Gutstein, S. E., & Sheely, R. K. (2002). Relationship development intervention with young children: Social and emotional development activities for Asperger syndrome, autism, PDD and NDL. London: Jessica Kingsley. []
  10. Willey, L. H., & Stanford, A. (2014). Asperger Syndrome (Autism Spectrum Disorder) and Long-Term Relationships. Jessica Kingsley. []
  11. Reichow, B. (2011). Evidence-based practices and treatments for children with autism. New York: Springer Science Business Media, LLC. []
09 Νοέ 2015

Το κόστος του να είσαι το «αγαπημένο παιδί» της μαμάς

Πολλές φορές οι νέες μητέρες ακούν την κλασσική συμβουλή να μην «καλομαθαίνουν» τα παιδιά τους, να μην είναι δηλαδή υπέρ του δέοντος ελαστικές ή προστατευτικές μαζί τους. Μια νέα έρευνα του πανεπιστημίου Purdue έρχεται να επιβεβαιώσει πως το να αισθάνεται το παιδί πως είναι το «αγαπημένο» της μητέρας του δεν είναι και ό,τι πιο υγιές συναισθηματικά αλλά και ψυχολογικά για το ίδιο.

Η συναισθηματική εγγύτητα μεταξύ γονιού και παιδιού φυσικά δεν είναι κάτι αρνητικό. Αντίθετα θα λέγαμε ότι είναι κάτι θεμιτό. Φαίνεται όμως πως οι ενήλικες που δηλώνουν ότι θεωρούν πως ήταν το «αγαπημένο παιδί» της μητέρας τους, έχουν την τάση να εμφανίζουν πολύ πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με τα αδέρφια τους τα οποία δηλώνουν ότι βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη μητέρα τους ή ότι τις έχουν απογοητεύσει. Η έρευνα διεξήχθη μέσα σε μια επταετία κατά τη διάρκεια μιας πολυετούς έρευνας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη σχετικά με τις ενδοοικογενειακές διαφορές στην ανάπτυξη των παιδιών. Σε αυτή συμμετείχαν πάνω από 700 ενήλικες από 300 περίπου οικογένειες, οι οποίοι κλήθηκαν να βαθμολογήσουν την συναισθηματική εγγύτητα με τη μητέρα τους, τον βαθμό σύγκρουσης μαζί της, το πόσο περήφανη θεωρούν ότι αισθάνεται γι’ αυτούς αλλά και το πόσο απογοητευμένη.

Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα, οι ερευνητές λένε ότι οι ενήλικες της έρευνας που είχαν την αντίληψη ότι ήταν τα «αγαπημένα παιδιά» των μητέρων τους, σε μεγάλο βαθμό ανέφεραν ότι έχουν ζήσει μέσα σε ένα μη σταθερό συναισθηματικό περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να είναι φροντιστές (της μητέρας ή άλλων προσώπων στο περιβάλλον τους) και ως εκ τούτου απολάμβαναν μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα με κόστος στην ψυχική τους υγεία.

Φυσικά η συσχέτιση συναισθηματικής εγγύτητας άνευ σαφών ορίων και κακής ψυχικής υγείας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως όσα παιδιά αισθάνονται κοντά τις μητέρες τους θα αναπτύξουν συμπτώματα κατάθλιψης στο μέλλον. Απαιτούνται η συνύπαρξη μιας σειράς άλλων παραγόντων για να αναπτυχθούν τέτοια συμπτώματα στα παιδιά κατά την ενήλικη ζωή τους, όπως: ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, υπέρμετρα «ενήλικα» βάρη στα παιδιά, κακές οικογενειακές σχέσεις (κυρίως ανταγωνιστικές ή/και κακοποιητικές) με άλλα μέλη της οικογένειας (και σημαντικά τρίτα πρόσωπα), αλλά και εκτεταμένες τραυματικές εμπειρίες στην καθημερινότητα του παιδιού.

Όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βλέπουμε ότι και σε αυτό τον τομέα ισχύει το «παν μέτρον άριστον». Μια υγιής ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού απαιτεί μεταξύ άλλων μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στο άκρο της συναισθηματικής «συγχώνευσης» των γονιών με τα παιδιά τους και το άλλο άκρο της συναισθηματικής «απομάκρυνσης» των γονιών. Το παιδί έχει ανάγκη τόσο το ζωτικό του χώρο όσο και την απαραίτητη αγάπη και αποδοχή να αναπτυχθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά με έναν υγιή τρόπο.

Εισαγωγική Εικόνα

Βιβλιογραφία

13 Ιούλ 2015

Ο ρόλος των συναισθημάτων

Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
  • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
  • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
  • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
  • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
09 Ιούλ 2015

To φάσμα του αυτισμού

Ο αυτισμός ως λέξη προέρχεται από την ελληνική ρίζα “εαυτός” και είναι μια πάθηση που προβληματίζει τους επιστήμονες τα τελευταία εξήντα χρόνια. Τι είναι όμως αυτισμός;

Στην ελληνική πραγματικότητα ο αυτισμός και δύσκολα αναγνωρίζεται από το κοντινό -οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού αλλά και γενικότερα το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού δεν έχει επίγνωση της σοβαρότητας που δημιουργεί μια τέτοια πάθηση.

Οι περισσότεροι από μας θα έχουμε κάπου ακούσει έτσι γενικά για τον αυτισμό και είναι σίγουρο ότι έχουμε δει ή ακόμα συναναστραφεί κάποιο αυτιστικό άτομο. Είναι εκείνη η ήσυχη κυρία που κάθεται στο πάρκο και κουνιέται μπρος-πίσω; Είναι εκείνο το αγοράκι που συστηματικά κοροϊδεύει το παιδάκι με τα παραπανίσια κιλά και όταν αυτό του θυμώνει εκείνο συνεχίζει να το κοροϊδεύει; ή μήπως ο συνεργάτης μας στο γραφείο που ξέρει τρείς γλώσσες και είναι μέχρι “αηδίας” προσηλωμένος στη δουλειά;

Όταν μιλάμε για τον αυτισμό, αναφερόμαστε σε ένα “φάσμα” γιατί τόσο τα αίτια όσο και τα χαρακτηριστικά των ατόμων αυτών, ποικίλουν που είναι δύσκολο ένας μη ειδικός να διαχωρίσει και να ξεχωρίσει ένα άτομο με νοητική καθυστέρηση ή άλλες παρόμοιες ασθένειες από κάποιο αυτιστικό παιδί και αυτό γιατί το νοητικό επίπεδο των αυτιστικών παιδιών κυμαίνεται από τα ανώτερα επίπεδα έως τις βαρύτερες μορφές νοητικής στέρησης.

Τα κοινά χαρακτηριστικά των αυτιστικών ατόμων αν και λίγα είναι συγκεκριμένα:

  • Αντιστέκονται σε οποιαδήποτε αλλαγή
  • Δεν χρησιμοποιούν λέξεις αλλά κινήσεις
  • Γίνονται επιθετικοί με αποτέλεσμα να χτυπούν άλλους ή να τραυματιστούν οι ίδιοι
  • Δεν χρησιμοποιούν σχεδόν ποτέ βλεμματική επαφή
  • Συνδέονται πολύ με κάποια αντικείμενα ή κινήσεις και
  • Αντιδρούνε θετικά ή αρνητικά στους ήχους ,στις οσμές και στο στροβίλισμα.

Τα κυριότερα σύνδρομα που σχετίζονται με το αυτιστικό φάσμα είναι:
Κanner, Rett, Asperger και ανήκουν στην κατηγορία των Διαδεδομένων Αναπτυξιακών Διαταραχών που διαρκούν ισόβια.

Σύνδρομο Kanner

O παιδοψυχίατρος L.Kanner ήταν ο πρώτος που ασχολήθηκε με τον αυτισμό. Πολλά παιδιά που έπασχαν από αυτισμό θεωρούνταν ότι έπασχαν από πρώιμη μορφή σχιζοφρένιας ή από νοητική καθυστέρηση. Αντίθετα ο Kanner παρατήρησε ότι η επίκτητη ανικανότητα τους να σχετιστούν με το κόσμο, η έλλειψη ανάπτυξης της γλώσσας, και η στερεότυπη συμπεριφορά ήταν αυτά που τους κρατούσαν σε απόσταση από το περιβάλλον. Αυτή την κατάστασή την ονόμασε “πρώιμο βρεφικό αυτισμό” γιατί τα συμπτώματα εμφανίζονται από τη βρεφική ηλικία.

Σύνδρομο Rett

To συγκεκριμένο σύνδρομο πήρε το όνομα του από το γιατρό Α.Rett το 1966, οφείλεται σε μετάλλαξη γονιδίων στο έμβρυο, συναντάται κυρίως στα κορίτσια και είναι σοβαρή νευρολογική διαταραχή που προκαλεί σωματική και νοητική αναπηρία.
Κάποια από τα χαρακτηριστικά που μπορεί να παρατηρήσει κάποιος με τη πρώτη ματιά είναι:

  • Απραξία
  • Στερεότυπες κινήσεις των χεριών
  • Μη κανονική αναπνοή και διαταραχή στο μάσημα της τροφής.

Σύνδρομο Αsperger

Πήρε το όνομα του από τον γιατρό H.Asperger ο οποίος το κατατάσσει στο ψηλότερο σημείο της βαθμίδας του αυτιστικού φάσματος, διότι τα συμπτώματα του είναι πιο ελαφριάς μορφής.

Τα άτομα που πάσχουν από αυτό το σύνδρομο δυσκολεύονται να “διαβάσουν” τα μη λεκτικά σήματα δηλ. τις εκφράσεις του προσώπου των οικείων τους με αποτέλεσμα να μη μπορούν να συνάψουν και να κρατήσουν κοινωνικές σχέσεις, αφού δεν είναι σε θέση να καταλάβουν τις ανάγκες τους, παρόλα αυτά τα άτομα με Asperger είναι λειτουργικά και έχουν :

  • Υψηλό δείκτη νοημοσύνης
  • Αξιοπιστία και επιμονή (στο εργασιακό κομμάτι)
  • Καλή μνήμη για γεγονότα ,αριθμούς και ημερομηνίες
  • Πολύ καλή και ακριβής χρήση της γλώσσας
  • Ειλικρίνεια και δικαιοσύνη αφού δεν μπορούν να υποκριθούν
  • Κοινωνικοί απολαμβάνουν την επαφή με άλλα άτομα.

Στον αντίποδα οι λόγοι που προκαλούν τη μειωμένη επικοινωνία με του γύρω τους είναι:

  • Δεν αναγνωρίζουν και γι’ αυτό δεν εφαρμόζουν τους κοινωνικούς κανόνες
  • Δεν μπορούν να κατανοήσουν διάφορα σχήματα λόγου ή μεταφορικές εκφράσεις
  • Παρουσιάζουν εμμονή με τη ρουτίνα και γι’ αυτό δε μπορούν να δεχτούν και να προσαρμοστούν σε αλλαγές.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι οι αλλαγές που έγιναν τα τελευταία χρόνια στη κοινωνία έφεραν στο προσκήνιο την αύξηση των ατόμων με Αsperger,και αυτό γιατί ενώ παλιότερα τα άτομα αυτά είχαν την αποδοχή ,τον σεβασμό αλλά και πολύ καλές επιδόσεις στο σχολείο ,σήμερα αυτό έχει αλλάξει αφού και το επίπεδο στα σχολεία έχει γίνει πιο απαιτητικό αλλά και οι μέθοδοι διδασκαλίας δεν δίνουν τόση έμφαση στην απομνημόνευση ,έτσι αυτά τα άτομα πλέον να δυσκολεύονται.

Κλείνοντας, θα ήταν καλό η ελληνική κοινωνία να αλλάξει την οπτική της και να σταματήσει να βάζει αβίαστα ετικέτες σε συμπεριφορές ατόμων και κυρίως παιδιών πίσω από αυτές μπορεί να κρύβονται σοβαρές παθήσεις. Θα ήταν λοιπόν πιο ωφέλιμο να μαθαίναμε ως γονείς, ως εκπαιδευτικοί ,ως κοντινό περιβάλλον να αναγνωρίζουμε τα “σημάδια” ώστε έγκαιρα να γίνει η κατάλληλη παρέμβαση προς όφελος πάντα του παιδιού.

Εισαγωγική Εικόνα