03 Ιούν

Οι επιπτώσεις του πολέμου στα προσφυγόπουλα της Συρίας

Ο πόλεμος στη Συρία κρατάει εδώ και περίπου 5 χρόνια. Εξαιτίας των εσωτερικών συγκρούσεων, της πολιτικής κρίσης, των βομβαρδισμών, των τρομοκρατικών ενεργειών αλλά και της πλήρης καταστροφής του κοινωνικού, παραγωγικού και εμπορικού ιστού της χώρας περισσότερα από 4 εκατομμύρια Σύριοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους  Read More

25 Μαΐ

Σχιζοφρένεια, επικινδυνότητα και εγκληματικότητα: Αλήθεια ή κοινωνικά κατασκευασμένος μύθος;

Το όριο που χωρίζει την ψυχική υγεία και τη ψυχική ασθένεια είναι πραγματικά πολύ μικρό και πολύ δύσκολο για να προσδιορίσει κάνεις πότε πραγματικά θεωρείται υγιής ή όχι, από πού αρχίζει και που σταματά. Στο παρελθόν τα ψυχικά ασθενείς άτομα θεωρούνταν δαιμονισμένα και τους έκαιγαν κυριολεκτικά στην πυρά. Σήμερα, έχουν αλλάξει τα κριτήρια σχετικά με το ποιος θεωρείται υγιής ή όχι, αλλά ακόμα και σε αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο το πώς το αντιλαμβάνεται η κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα ως κριτήριο παθολογίας χρησιμοποιείται η «απόκλιση της συμπεριφοράς από το κοινωνικό μέτρο ή πρότυπο»[1] και με αυτό το πρότυπο καθορίζεται αποκλίνουσα ή φυσιολογική.

Αυτό όμως, φαίνεται ότι διαφέρει ανάλογα σε πιο πολιτισμικό πλαίσιο ζει κανείς και τι αντιλήψεις υπάρχουν γύρω από αυτό διότι, είναι η κοινωνία που θέτει τους συγκεκριμένους κανόνες και αυτή αποφασίζει τι θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό ή όχι. Για παράδειγμα, το να βλέπει το άτομο οράματα ή να ακούει φωνές, για κάποιες αφρικάνικες φυλές δηλώνει εξαιρετικά χαρισματικό άτομο («ο μάγος της φυλής»). Ωστόσο, για τα δεδομένα του δικού μας πολιτισμικού πλαισίου και ιδεολογίας, το πιο πάνω είναι ένα κύριο σύμπτωμα μιας σοβαρής διαταραχής που ονομάζεται σχιζοφρένεια και συνεπώς το άτομο βεβαίως δεν θα θεωρείτο χαρισματικό και άξιο σεβασμού από τους γύρω του αλλά διαταραγμένο.

Σύμφωνα με το DSM-IV τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας είναι οι «παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένη ομιλία (π.χ. συχνός εκτροχιασμός ή ασυναρτησία) , σοβαρά αποδιοργανωμένη ή κατατονική συμπεριφορά, αρνητικά συμπτώματα (συναισθηματική ισοπέδωση, αλογία, έλλειψη βούλησης)»[2] . Η σχιζοφρένεια ανήκει στις ψυχωτικές διαταραχές, όπου λόγω της διαταραχής το άτομο παραμορφώνει τη πραγματικότητα με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν λανθασμένες αντιλήψεις και να οδηγηθεί σε ψευδαισθήσεις.

Με αφετηρία τα πιο πάνω γεννιούνται δυο μεγάλα ερωτήματα. Η σχιζοφρένεια μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο σε ένα βιαιο έγκλημα; Τα άτομα που πάσχουν από Σχιζοφρένεια είναι πραγματικά επικίνδυνα; Ο ασθενής έχει κάποιες φανταστικές ιδέες που του προκαλούν καχυποψία και φόβο, οπότε η βίαιη συμπεριφορά μπορεί να χρησιμοποιείται ως άμυνα από το άτομο απέναντι στις παράλογες και μη αλήθες πεποιθήσεις του. Όταν το άτομο βιώνει τόσο πραγματικά αυτές τις ψευδαισθήσεις και νιώθει το αίσθημα απειλής μέσω αυτών, απομονώνεται κοινωνικά με αποτέλεσμα τα δίκτυα που δημιουργούνται από την κοινωνική επαφή να είναι περιορισμένα και να βοηθούν στην ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς.

Η προσωπικότητα φυσικά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για τη συσχέτιση της σχιζοφρένειας με την εγκληματικότητα. Δεν είναι όλοι οι ασθενείς το ίδιο όπως άλλωστε δεν είναι κανένας άλλος άνθρωπος ίδιος με κάποιον άλλο. Ένας σχιζοφρενής που πιστεύει ότι είναι ένας επιστήμονας και θα αλλάξει τον κόσμο και ένας άλλος που εκδηλώνει επικίνδυνη συμπεριφορά, ενώ πάσχουν και οι δυο από την ίδια ψυχική ασθένεια διαφέρουν ως προς τη συμπεριφορά, το πώς αντιλαμβάνονται και φυσικά την προσωπικότητα. «Τα προϋπάρχοντα στοιχεία της προσωπικότητας παίζουν ρόλο ανασταλτικό ή αντίθετα ευοδωτικό στην εκδήλωση της βιαιότητας» και η καλύτερη κατανόηση της βίας από ψυχικά ασθενείς γίνεται απαντώντας κάποια ερωτήματα όπως «Τι είδους άνθρωποι , σε τι είδους καταστάσεις, με τι ποιότητα κοινωνικών σχέσεων και σε ποια φάση της ζωής και της νόσου τους και ακόμη περισσότερο, εναντίον ποιών είναι δυνατόν να εμπλακούν σε επικίνδυνες συμπεριφορές;» (Αλεβιζόπουλος, 2015, σ. 29).

Ένας άλλος πολύ σημαντικός παράγοντας για την επικινδυνότητα είναι η κατάχρηση ουσιών. Η σχιζοφρένεια μπορεί να συνδέεται με τη βία, αλλά ο «συνδυασμός με την κατάχρηση ουσιών είναι αυτός που πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο εκδήλωσης βίας»[3] .

Ωστόσο, το ποσοστό κίνδυνου για εκδήλωση βιαιότητας ή εγκληματικής συμπεριφοράς από τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι πολύ κοντά με το ποσοστό κινδύνου των ατόμων που δεν πάσχουν από μια ψυχική διαταραχή αλλά είναι χρήστες ουσιών. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι το πολύ σημαντικό ποσοστό του 40% των σχιζοφρενών κάνει χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και πολλοί σχιζοφρενείς κατά τη διάρκεια της τέλεσης μιας βίαιης πράξης βρίσκονται υπό την επήρεια κάποιας ψυχοδραστικής ουσίας και συνεπώς αυξάνεται η επικινδυνότητα. Ένα άτομο το οποίο πάσχει από σχιζοφρένεια η κύρια συμπτωματολογία της πάθησης του περιστρέφεται γύρω από τις ψευδαισθήσεις, που τον καθιστά πιο ευάλωτο στο αίσθημα της απειλής. Έπειτα, οι διάφορες ουσίες, είναι γνωστό ότι μπορεί να σου δημιουργήσουν κάποιες ψευδαισθήσεις , όποτε η χρήση ουσιών επιδεινώνει την κατάσταση του ατόμου σε συνθήκες όπου βρίσκεται κάτω από την επήρεια ουσιών.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας για την εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς από σχιζοφρενή άτομα είναι η οικογένεια και τα κοντινά άτομα. Συγκεκριμένα οι σχέσεις και οι κοινωνικές εμπειρίες, η εκδήλωση συναισθημάτων από τα μέλη της οικογένειας μέσω της έντονης κριτικής, την υπερεμπλοκή στη ζωή του ατόμου αλλά και με την ύπαρξη ενδοοικογενειακής επιθετικότητα ή βίας συσχετίζονται με την αύξηση των βίαιων συμπεριφορών από τα σχιζοφρενή άτομα. Επίσης, η έκθεση στη βία οποιασδήποτε μορφής, είτε αυτή είναι σωματική, είτε σεξουαλική ή ψυχολογική κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, είναι ένας από τους παράγοντες που βοηθά στο να εκδηλώσει το άτομο μεταγενέστερο στάδιο βίαιη συμπεριφορά. Τα πιο συχνά θύματα βίαιης συμπεριφοράς από ένα άτομο που πάσχει από σχιζοφρένεια είναι περισσότερο άτομα από το περιβάλλον του, άτομα που γνωρίζει ή που μένει μαζί τους[4] .

Η παραπληροφόρηση και η ισχυρή επίδραση που ασκούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στις μέρες μας είναι κάτι που συμβαίνει έντονα καθημερινά. Για αυτό το λόγο δημιουργούνται κάποιοι μύθοι και ταμπού για πολλά θέματα. Σε αυτή τη περίπτωση μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα τηλεοπτικά προγράμματα, το διαδίκτυο, οι ταινίες κ.α. παρουσιάζουν τους ψυχικά ασθενείς ως βίαιους. Σύμφωνα με τον Thio (2008) τα άτομα που πάσχουν από μια ψυχική ασθένεια, είναι πιο επιρρεπής στην βία όσο αφορά τον ίδιο τους τον εαυτό, παρά άλλα άτομα.

Επίσης, οι παράγοντες επικινδυνότητας που οδηγούν ένα άτομο σε μια βίαιη συμπεριφορά είναι ίδιοι με αυτούς τους παράγοντες που οδηγούν σε εκδήλωση βιαιότητας και τα άτομα που δεν πάσχουν από μια ψυχική ασθένεια . Για παράδειγμα ένα τραυματικό ιστορικό υπόβαθρο, όπως τα οικογενειακά προβλήματα, η σωματική ή η λεκτική βία που μπορεί να υπέστη το άτομο, η ήδη προβατική συμπεριφορά από μέρους του πριν την εκδήλωση της διαταραχής όπως και η ήδη υπάρχουσα αντικοινωνική προσωπικότητα, η ελλιπής ψυχαγωγική δραστηριότητα και η χρήση.

Αυτοί οι παράγοντες, μπορούν να οδηγήσουν το οποιοδήποτε «υγιές» άτομο σε μια εγκληματική πράξη, πιο συγκεκριμένα, εάν ένα άτομο υπήρξε θύμα οικογενειακής βίας είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να εκδηλώνει βία σε άλλα άτομα. Ο κάθε ένας παράγοντας που αναφέρθηκε πιο πάνω σε κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να έχει βοηθητικό ρόλο σε όλους τους ανθρώπους όσον αφορά την εγκληματικότητα και τη βιαιότητα. Συνεπώς, το ιστορικό του ατόμου, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη κατανόηση της βίαιης συμπεριφοράς και της εγκληματικότητας.

Συνοψίζοντας, σαφώς, και υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της σχιζοφρένειας και της εγκληματικότητας αλλά όχι στον βαθμό που παρουσιάζεται έξω στην κοινωνία. Μέσα από τη βιβλιογραφία φαίνεται ότι η σχιζοφρένεια δεν είναι ένας μεμονωμένος παράγοντας εκδήλωσης βίας ή εγκληματικότητας αλλά σε συνδυασμό με κάποιους άλλους παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν και ένα «φυσιολογικό άτομο» . Ένα από χαρακτηριστικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας που είναι οι ψευδαισθήσεις μπορεί να καθιστούν το άτομο πιο καχύποπτο και πιο επιθετικό αλλά αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ως ένας μεμονωμένος παράγοντας γιατί παίζει ρόλο και η συνύπαρξη κοινωνικής απομόνωσης, ενδοοικογενειακής βίας οποιασδήποτε μορφής αλλά και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ατόμου. Επίσης, η χρήση ουσιών έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη διαύγεια και στη συμπεριφορά ενός φυσιολογικού ανθρώπου, πόσο μάλλον σε ένα άτομο το οποίο είναι πιο επιρρεπής στη φαντασία ακόμη και χωρίς τη χρήση των ουσιών, με αποτέλεσμα να μπορεί να διαπράξει ευκολότερα κάποιο έγκλημα. Συμπερασματικά, ένας συνδυασμός από παράγοντες μπορεί όντως να οδηγήσουν ένα άτομο με σχιζοφρένεια σε ένα βίαιο έγκλημα αλλά όχι απαραίτητα η νόσος από μόνη της. Υπάρχει ένα είδος κοινωνικού κατασκευάσματος γιατί «κατηγορείται» η ίδια η ασθένεια και όχι οι παράγοντες , οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται πάντα υπόψη για να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του θέματος.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Κοκκέβη, Ά. (Επιμ.). (2008). Η ψυχολογία στην Ιατρική Πράξη. Αθήνα: GUTENBERG. []
  2. Wenar, C., & Kerig, K. P. (2000, 1994, 1990). Εξελικτική Ψυχοπαθολογία. (Δ. Μαρκουλής, Ε. Γεωργάκα, Eds., Δ. Μαρκουλής, & Ε. Γεωργάκα, Trans.) Αθήνα: GUTENBERG. []
  3. Αλεβιζόπουλος, Γ. (2015). Δικανική Ψυχιατρική. Αθήνα: ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε. []
  4. Thio, A. (2008). Παρεκκλίνουσα Συμπεριφορά. (Χ. Τσουραμάνης, Επιμ., & Μ. Μπαρπάτση, Μεταφρ.) Αθήνα: ΕΛΛΗΝ. []
21 Μαρ

Εργασιακό άγχος

Καθώς η οικονομία προσπαθεί να ξεπεράσει την κρίση, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να διαχειριστούν τις αλλαγές με το καλύτερο αποτελεσματικό τρόπο για την επιβίωση και επέκταση τους.

Το εργασιακό άγχος έχει αναγνωριστεί ως η μεγαλύτερη πρόκληση για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων και ως αποτέλεσμα των οργανισμών που μπορούν να επηρεαστούν τόσο θετικά όσο και αρνητικά. Αρκετοί εργαζόμενοι βρίσκουν νόημα ζωής μέσα από την δουλειά τους, δημιουργούν μια ταυτότητα και κοινωνική αποδοχή ενώ πολλοί περισσότεροι εκτελούν εργασίες, νιώθουν εργασιακή ανασφάλεια, υπερφόρτωση και δεν αμοίβονται για την απόδοση τους. Το άγχος ως μονομερής παράγοντας δημιουργείτε όταν το άτομο βιώνει πιέσεις είτε από το εξωτερικό περιβάλλον είτε από τον εαυτό του. Ανάλογα με την φύση της εργασίας και τον χαρακτήρα του ατόμου η οποιαδήποτε πίεση μπορεί να λειτουργήσει ως κίνητρο, όταν όμως γίνει μη διαχειρίσιμη καταλήγει σε εργασιακό άγχος.

Αναφορικά με μελέτη που έχει διεξαχθεί το 2005 από τον ερευνητή Ε. Χάρλι σε 27 χώρες της Ε.Ε, τα αποτελέσματα παρουσίασαν το 22,3% των εργαζομένων να έχουν συμπτώματα που προκαλούνται από το άγχος. Ένας σημαντικός παράγοντας στον αριθμό χαμένων ημερών εργασίας που έφθασε τα 10,4 εκατομμύρια το 2012. Λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση του Δ.Ο.Ε «το εργασιακό άγχος κοστίζει μόνο στην αμερικάνικη βιομηχανία 200 δισ. δολάρια σε απώλεια παραγωγικότητας, ασθένειες και πρόωρους θανάτους» μπορούμε να εκλάβουμε το εργασιακό άγχος ώς ψυχική ασθένεια. Ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα άγχους εμφανίζονται σε εργαζομένους όπου ο μηνιαίος μισθός συμπεριλαμβάνει μπόνους και ποσοστά.

Συμπτώματα εργασιακού άγχους

Σημαντικός παράγοντας για την υγεία του ατόμου είναι η πρόληψη των φυσικών συμπτωμάτων, δηλαδή οι αντιδράσεις του άγχους στο σώμα μας όπου συμπεριλαμβάνουν ημικρανίες, πόνους στην πλάτη, ταχυπαλμία, κόπωση, δύσπνοια ή απώλεια βάρους. Η συναισθηματική κατάσταση του ατόμου δημιουργεί αισθήματα απαισιοδοξίας, κατάθλιψης και αίσθηση νευρικότητας ενώ σε αρκετές περιπτώσεις η συμπεριφορά του ατόμου μπορεί να εκδηλώσει τάσεις υπνηλίας, κοινωνική απόσυρση και νευρικές συνήθειες όπως δάγκωμα νυχιών. Τα γνωστικά συμπτώματα συμπεριλαμβάνουν αρνητική σκέψη, προβλήματα μνήμης, απώλεια αντικειμενικότητας και αδυναμία συγκέντρωσης που μειώνουν σε μεγάλο βαθμό την ώθηση παραγωγικότητας.

Αντιμετώπιση

Το άτομο που βιώνει το εργασιακό άγχος μπορεί να βελτιώσει την διαχείριση χρόνου, την τμηματοποιήση εργασιών, να ακολουθήσει μια ισορροπημένη διατροφή πλούσια σε βιταμίνες και να δημιουργήσει ελεύθερο χρόνο για φυσική άσκηση έχοντας ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου. Οι οργανισμοί που εργοδοτούν προσωπικό έχουν την ευχέρεια να σημειώσουν ένα αριθμό οργανωτικών αλλαγών για να αποτρέψουν την ανάπτυξη και επιδείνωση των επιπέδων άγχους στους εργαζομένους. Οι οργανωτικές αλλαγές μπορεί να συμπεριλαμβάνουν την βελτίωση εξοπλισμού, την ξεκάθαρη περιγραφή των καθηκόντων, παροχή κινήτρων, παροχή ευκαιριών για κοινωνική αλληλεπίδραση , εκπαιδευση των εργαζομένων και εργασιακή ασφάλεια.

Τα προγράμματα διαχείρισης προαγωγής υγείας που χρησιμοποιούνται σήμερα σε αρκετές χώρες ενισχύουν την αυτονομία, την κοινωνική υποστήριξη, την δικαιοσύνη και την μείωση ψυχοκοινωνικών παραγόντων που αφορούν το άγχος. Ο συνδυασμός τεχνικών για μείωση εργασιακού άγχους και μείωση ψυχολογικής πίεσης έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματικός στην βελτίωση της παραγωγικότητας και ψυχικής υγείας του εργαζομένου.

Εισαγωγική Εικόνα

13 Νοέ

Η κατάθλιψη στην παιδική ηλικία

Έχετε παρατηρήσει ότι το παιδί σας είναι συνεχώς σκεφτικό, θλιμμένο και χωρίς ιδιαίτερη όρεξη για να κάνει πράγματα που πιο παλιά το ευχαριστούσαν; Η ερώτηση αυτή βασανίζει αρκετούς γονείς στη σύγχρονη εποχή που ζούμε. Δυστυχώς, η κατάθλιψη στη παιδική ηλικία έχει πάψει να θεωρείται σπάνια την τελευταία δεκαετία. Το 2014 στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής καταγράφηκαν 2.8 εκατομμύρια έφηβοι ηλικίας 12-17 ετών οι οποίοι είχαν τουλάχιστον ένα καταθλιπτικό επεισόδιο τον τελευταίο χρόνο. Στην Κύπρο ακόμη δεν έχει καθοριστεί το ποσοστό παιδικής κατάθλιψης το οποίο εκτιμάται σε χαμηλά αλλά ευμετάβλητα επίπεδα.

Τι είναι η κατάθλιψη και πως εκδηλώνεται στα παιδιά;

Σύμφωνα με το διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο για τις ψυχικές διαταραχές, το παιδί βιώνει μια καταθλιπτική διάθεση στο μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, σε καθημερινή βάση. Συχνά το παιδί αναφέρεται στα αρνητικά συναισθήματα που νιώθει. Παράλληλα, το παιδί αρνείται να συμμετάσχει σε ενδιαφέροντα ή δραστηριότητες που στο παρελθόν του άρεσαν. Αλλαγές εμφανίζονται επίσης στο σωματικό βάρος και στην όρεξη για φαγητό, τα οποία μπορεί να μειωθούν ή να αυξηθούν δραματικά. Η αϋπνία ή η υπερυπνία εμφανίζονται καθημερινά στο παιδί χωρίς ιδιαίτερο λόγο ενώ μπορεί να παρατηρηθεί έντονη κινητικότητα ή το αντίθετο. Συνήθως τα παιδιά με κατάθλιψη νιώθουν κουρασμένα, ανάξια και ενοχικά, είναι αναποφάσιστα και δεν μπορούν να συγκεντρωθούν εύκολα. Οι σκέψεις θανάτου και αυτοκτονίας μπορεί να εκφραστούν περισσότερο από κάποιο  έφηβο που βιώνει ένα καταθλιπτικό επεισόδιο. Είναι σημαντικό για τους γονείς να προσέξουν και να βεβαιωθούν ότι η κατάσταση αυτή δεν προέρχεται από την παρενέργεια κάποιου φαρμάκου ή μιας γενετικής σωματικής κατάστασης όπως ο υποθυρεοειδισμός. Τα πιο πάνω συμπτώματα θα πρέπει να υπάρχουν για τουλάχιστον 3 χρόνια για τα παιδιά και 2 χρόνια για τους έφηβους, για να μπορεί να δοθεί η διάγνωση της κατάθλιψης.

Σχέσεις γονέων και παιδιών

Σύμφωνα με ένα σπουδαίο ερευνητή ονόματι, John Bowlby,  «η αγάπη της μητέρας για το νήπιο και το παιδί είναι σημαντικός παράγοντας για τη ψυχική του υγεία όσο είναι οι βιταμίνες και οι πρωτεΐνες για τη σωματική του υγεία.» Εντούτοις, και η μορφή του πατέρα θεωρείται άκρως ουσιαστική για την ανάπτυξη υγιών συναισθηματικών δεσμών με το παιδί. Οι σχέσεις αγάπης και τρυφερότητας ανάμεσα στους γονείς και στο παιδί, επηρεάζουν άμεσα την διαμόρφωση της προσωπικότητας του παιδιού και αποτελούν ένα βασικό μοχλό της θετικής ψυχικής ανάπτυξης του. Διάφορα ευρήματα από επιστημονικές έρευνες καταδεικνύουν ότι τα άτομα με κατάθλιψη είχαν εισπράξει χαμηλού επιπέδου πατρική ενασχόληση και μητρική υπερπροστασία κατά τα παιδικά τους χρόνια. Έχει παρατηρηθεί ότι τα παιδιά με διαταραχή κατάθλιψης έχουν φτωχές διαπροσωπικές σχέσεις με τους γονείς τους, τα αδέρφια τους και τον κοινωνικό τους περίγυρο. Όπως λέμε συχνά στο κλάδο της εκπαιδευτικής ψυχολογίας η ψυχική ευεξία των παιδιών εξαρτάται από τη ψυχική ευεξία των γονέων. Για αυτό το λόγο θα πρέπει όλοι οι γονείς να κινητοποιηθούν όσο αφορά αρχικά την προσωπική τους ψυχική κατάσταση και κατ’ επέκταση την ψυχική ισορροπία των παιδιών τους.

Πως μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την διαταραχή κατάθλιψης στα παιδιά;

Όπως πολύ σοφά έχει ειπωθεί σε βάθος χρόνου, η ανίχνευση και η γνώση μιας κατάστασης είναι το πρώτο και βασικό βήμα για την αντιμετώπιση της. Για αυτό το λόγο, οι γονείς θα πρέπει να είναι σε θέση να παρατηρήσουν την συμπεριφορά του παιδιού τους και να ανιχνεύσουν πιθανά συμπτώματα της διαταραχής. Και η παραμικρή υποψία θα πρέπει να τους θέσει σε κινητοποίηση για να συμβουλευθούν ένα ειδικό ψυχικής υγείας. Ωστόσο, συνήθως παρέχεται ένα κράμα θεραπευτικών παρεμβάσεων για να βοηθηθεί το παιδί. Οι θεραπευτικές παρεμβάσεις περιλαμβάνουν:

  • Ψυχοθεραπεία: Ατομική ψυχοθεραπεία με το παιδί για να αναγνωρίσει τα αισθήματα θλίψης που το διακατέχουν και για να ενισχυθεί η αυτοπεποίθηση του, η αυτοεκτίμηση και η εμπιστοσύνη του προς τον εαυτό του.
  • Οικογενειακή ψυχοθεραπεία κατά τη διάρκεια της οποίας αποθαρρύνεται η απόρριψη και οι συγκρούσεις και ενισχύονται η συμπάθεια, η στοργή και η ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των μελών μιας οικογένειας με παιδί με κατάθλιψη.
  • Ψυχοφαρμακευτική αγωγή η οποία χορηγείται μόνο σε σοβαρές περιπτώσεις κατάθλιψης και πάντοτε σε συνδυασμό με ψυχοθεραπεία.

Χρήσιμες συμβουλές για τους γονείς

  • Προσπαθήστε να μπείτε στη θέση του παιδιού σας για να κατανοήσετε το πώς νιώθει.
  • Ακούστε το και ενθαρρύνετε το να εκφράσει τα συναισθήματα του χωρίς ενοχές.
  • Αποδεχτείτε τον τρόπο σκέψης τους και δείξτε του την αποδοχή και την αγάπη σας.
  • Ενημερωθείτε για την παιδική κατάθλιψη και αποταθείτε σε ένα ειδικό ψυχικής υγείας εάν πιστεύετε ότι δεν είναι μόνο μια σύντομη κακοδιαθεσία του παιδιού.
  • Συζητήστε το θέμα με το σχολείο και τον εκπαιδευτικό του παιδιού ώστε να το βοηθήσει κατά τη διάρκεια της σχολικής μέρας.
  • Μην το πιέζετε να κάνει πράγματα που δεν θέλει αλλά αντιθέτως προσπαθήστε να του δημιουργήσετε ενθουσιασμό ή έστω περιέργεια για να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα.
  • Σε θέματα κανόνων ή υποχρεώσεων θα ήταν χρήσιμο να διατηρήσετε τις προσδοκίες σας και να το βοηθήσετε να συμμορφωθεί όπως: « Ξέρω πως δεν έχεις όρεξη, αλλά χρειάζεται να κάνεις τα μαθήματα σου.»
  • Σε περίπτωση που το παιδί θέσει το θέμα του θανάτου ή της αυτοκτονίας, καλό θα ήταν να απευθυνθείτε άμεσα σε  κάποιο ειδικό ψυχικής υγείας.

Εισαγωγική Φωτογραφία