16 Μαρ 2008

Σχιζοφρένεια: μια μνημονική δυσλειτουργία;

Η σχιζοφρένεια συνεχίζει να έχει στραμμένα τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά και να κεντρίζει το επιστημονικό ενδιαφέρον για πάνω από 100 χρόνια όπου και επίσημα κατηγοριοποιήθηκε ως ξεχωριστή διαταραχή (ήταν από τις πρώτες ανεξάρτητες διαταραχές, μιας και για αιώνες ο μόνος όρος που υπήρχε ήταν η «τρέλα»). Αυτό το ενδιαφέρον δεν πηγάζει μόνο από την υπερβολικά αρνητική προβολή της από τα ΜΜΕ, στα οποία εμφανίζεται ως η ψυχική νόσος των δολοφόνων, αλλά και από την πολύπλοκη φύση της διαταραχής αυτής, η οποία φαίνεται πως επηρεάζει πολλά διαφορετικά εγκεφαλικά κέντρα.

Μία από τις πιο σημαντικές ανακαλύψεις ήταν πως η σχιζοφρένεια σχετίζεται άμεσα και με την δυσλειτουργία μιας μικρής περιοχής του εγκεφάλου, του ιππόκαμπου. Ο ιππόκαμπος -μεταξύ άλλων- είναι υπεύθυνος και για την οργάνωση της ανθρώπινης μνήμης. Και εκεί ακριβώς, σε αυτό το μικρό σημείο του εγκεφάλου, φαίνεται πως συνδέεται η σχιζοφρένεια με την μνήμη μας.

Μια πρόσφατη έρευνα έδειξε πως τα άτομα με σχιζοφρένεια χρησιμοποιούν διαφορετικές εγκεφαλικές περιοχές για να επεξεργαστούν πληροφορίες με την βραχύχρονη μνήμη τους. Συνήθως τα άτομα που υποφέρουν από σχιζοφρένεια έχουν προβλήματα με την μνήμη τους, καθώς δεν μπορούν να ανακαλέσουν ορθά γεγονότα του παρελθόντος και -κυρίως- παρουσιάζουν προβλήματα στην δημιουργία νέων μνημών.Η συγκεκριμένη έρευνα του Πανεπιστημίου του Nashville, στις ΗΠΑ, έδειξε ότι ενώ άτομα του κανονικού μέσου πληθυσμού χρησιμοποιούν περιοχές του δεξιού ημισφαιρίου για να θυμηθούν συγκεκριμένες τοποθεσίες, οι σχιζοφρενείς χρησιμοποιούν περιοχές και από τα δύο ημισφαίρια. Αυτό δεν πρέπει να μας ξενίζει, αν αναλογιστούμε πως δεδομένου πως υπάρχει πρόβλημα στον ιππόκαμπο, ο εγκέφαλος των σχιζοφρενών προσπαθεί να καλύψει το κενό αξιοποιώντας άλλες περιοχές του εγκεφάλου. Μερικοί ίσως θυμάστε την αναφορά που κάναμε στην εκπληκτική ικανότητα του εγκεφάλου που ονομάζουμε «πλαστικότητα», όπου ο εγκέφαλος συνεχίζει να αναπτύσσεται και να αξιοποιεί νέες περιοχές τόσο κατά την διάρκεια της ανάπτυξής του, όσο και σε περιπτώσεις βλάβης/τραυματισμού.

Επιπλέον η ίδια έρευνα έδειξε πως υπάρχει και μια ακόμη διαφορά μεταξύ των υγιών ατόμων και των σχιζοφρενών, όσον αφορά τις μνημονικές ικανότητες. Όταν οι ερευνητές σκάναραν τους εγκεφάλους των υποκειμένων τους κατά τη διάρκεια εσφαλμένων ανακλήσεων από τη μνήμη (τα άτομα δεν μπορούσαν να ανακαλέσουν σωστά την τοποθεσία) πρόσεξαν πως τα άτομα του μέσου πληθυσμού είχαν χαμηλή αυτοπεποίθηση όσον αφορά τις απαντήσεις τους και ταυτόχρονα οι περιοχές που ήταν ενεργές κατά την διάρκεια σωστών ανακλήσεων, πλέον ήταν ανενεργές. Υπάρχει δηλαδή κάτι σαν «βιολογικός διακόπτης» στον εγκέφαλο ο οποίος ενεργοποιείται και απενεργοποιείται ανάλογα με το αν πράγματι ανακαλούμε κάτι από την μνήμη μας ή όχι.

Αυτός ο «διακόπτης» όμως φαίνεται πως δεν υπάρχει στα άτομα με σχιζοφρένεια. Συγκεκριμένα, οι σχιζοφρενείς δεν παρουσίασαν καμία διαφορά στην ενεργοποίηση του εγκεφάλου κατά την διάρκεια λανθασμένων ανακλήσεων. Ήταν δηλαδή σαν ο εγκέφαλος να «θεωρούσε» ότι πράγματι ανασύρει κάτι που είναι αποθηκευμένο στην μνήμη. Αποτέλεσμα αυτού ήταν φυσικά οι σχιζοφρενείς να δηλώνουν πεπεισμένοι για το ορθό της ανάκλησής τους.

Αυτός ο μικρός διακόπτης ίσως τελικά είναι το κλειδί για την προσέγγιση της σχιζοφρένειας σε βιολογικό επίπεδο, μιας και μπορεί να εξηγήσει ίσως τα σοβαρότερα συμπτώματα της σχιζοφρένειας, αυτά των ψευδαισθήσεων και των παραισθήσεων. Στην καθημερινότητά μας ερχόμαστε αντιμέτωποι με χιλιάδες ερεθίσματα τα οποία ο εγκέφαλός μας καλείται να αναλύσει, να κατηγοριοποιήσει ή και να συνδυάσει. Όταν οι σχιζοφρενείς κάνουν έναν έλεγχο για το αν είδαν ή άκουσαν κάτι, ο εγκέφαλος -έχοντας χαλασμένο τον «βιολογικό διακόπτη» του- αυτόματα θεωρεί πως πράγματι είδε ή άκουσε κάτι. Αποτέλεσμα αυτού είναι οι σχιζοφρενείς να βλέπουν και να ακούν πράγματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.

Η μνήμη είναι η μαγική αυτή ικανότητα των κυττάρων η οποία μας επιτρέπει να είμαστε αυτό που είμαστε, να έχουμε αυτογνωσία και να ενεργούμε λαμβάνοντας υπόψη τις εμπειρίες μας. Όταν ένα τόσο σημαντικό εργαλείο του νευρικού μας συστήματος φαίνεται να δυσλειτουργεί, αυτόματα δημιουργεί προβλήματα σε όλο μας το είναι. Ίσως η πιο σοβαρή μορφή τέτοιων προβλημάτων -από άποψη κοινωνική συμπεριφοράς- είναι τελικά η σχιζοφρένεια.

Πηγές/Περισσότερες Πληροφορίες

BBC: Schizophrenia memory differences

27 Φεβ 2008

Διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς

Ο όρος «αποκλίνουσα συμπεριφορά» απασχολεί την ψυχιατρική κοινότητα εδώ και πολλά χρόνια, ιδιαίτερα μετά την έκδοση ειδικών εγχειριδίων για την ψυχική υγεία (DSM, ICD) τα οποία προσπάθησαν να δώσουν επαρκείς ορισμούς για την αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Παρόλο που οι ορισμοί αυτοί χρησιμοποιούνται κατά κόρον μέχρι σήμερα- με διάφορες προσθαφαιρέσεις- ακόμη παραμένουν στο επίκεντρο της προσοχής τόσο των ειδικών ψυχικής υγείας, όσο και διάφορων κοινωνικών φορέων, λόγω της κοινωνικής διάστασης του θέματος.

Όλα τα ευρέως γνωστά εγχειρίδια ψυχικής υγείας συμφωνούν πάνω-κάτω πως ως αποκλίνουσα συμπεριφορά (ψυχική διαταραχή) ορίζεται η συμπεριφορά που:

  1. αποκλίνει από την αναμενόμενη συμπεριφορά της κοινωνικής ομάδας του ατόμου
  2. δημιουργεί προσωπική δυσφορία ή ανικανότητα στο άτομο (π.χ. δεν μπορεί να αυτοεξυπηρετηθεί για τις βασικές του ανάγκες).
  3. θέτει σε κίνδυνο την ψυχική ή σωματική υγεία του ατόμου (ή των γύρω του).

Για να οριστεί μια συμπεριφορά (σε κλινικό επίπεδο) ως αποκλίνουσα θα πρέπει να παρουσιάζει όλα (ή σχεδόν όλα) τα παραπάνω χαρακτηριστικά. Προσωπικά θεωρώ πως ο παραπάνω ορισμός είναι αρκετά ικανοποιητικός και καταφέρνει να συγκεντρώσει όλα τα χαρακτηριστικά που αποδίδουμε σε τέτοιου είδους συμπεριφορές, αλλά και να τις ξεχωρίσει από παρόμοιες συμπεριφορές που όμως δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αποκλίνουσες. Ταυτόχρονα όμως παρουσιάζει και ελλείψεις και αναγκάζει -ορθώς κατ’ εμέ- τους λειτουργούς ψυχικής υγείας να αποφασίσουν με γνώμονα την εμπειρία και την γενικότερη εικόνα του ατόμου.

Ας δούμε μερικά παραδείγματα συμπεριφορών για να καταλάβουμε καλύτερα τα πιο πάνω κριτήρια.

Παράδειγμα 1ο

Ο κύριος Πασχαλίδης, κάτοικος Αθηνών, μαζεύει καθημερινά κουμπιά κάθε χρώματος και μεγέθους εδώ και πολλά χρόνια. Έχει χιλιάδες από αυτά και πρόσφατα ξεκίνησε να καλύπτει τους τοίχους ορισμένων δωματίων του σπιτιού του όχι με ταπετσαρία, αλλά με τα… κουμπιά τα οποία κολλάει σε αυτούς.

Είναι το παραπάνω παράδειγμα ένα παράδειγμα αποκλίνουσας συμπεριφοράς; Ας δούμε τα κριτήρια ένα-ένα. Η συμπεριφορά του σίγουρα αποκλίνει από την συμπεριφορά του μέσου Έλληνα/Αθηναίου. Αλλά δεν δημιουργεί δυσφορία στον κύριο Πασχαλίδη -το αντίθετο μάλιστα- ενώ την ίδια στιγμή δεν θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του ή τους γύρω του. Επομένως η συμπεριφορά του δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως κλινικώς αποκλίνουσα.

Αν όμως κάνουμε μια μικρή παραλλαγή στην ιστορία τότε όλα αλλάζουν. Τι θα απαντούσαμε στο ίδιο ερώτημα αν ξέραμε ότι ο κ. Πασχαλίδης σταμάτησε να τρώει εδώ και μία εβδομάδα επειδή δεν μπορεί να σταματήσει να κολλάει τα αγαπημένα του κουμπιά στους τοίχους; Σε αυτή την περίπτωση σαφώς θέτει σε κίνδυνο τον εαυτό του και παρουσιάζει ανικανότητα να ικανοποιήσει τις βασικές βιολογικές του ανάγκες (τροφή). Επομένως, σε αυτή την περίπτωση ο κ. Πασχαλίδης χαρακτηρίζεται από κλινικώς αποκλίνουσα συμπεριφορά και κατά πάσα πιθανότητα από Ψυχαναγκαστική Διαταραχή.

Παράδειγμα 2ο

Ο Γιάννης είναι ένας νέος που του αρέσει τα Σαββατοκύριακα να πηγαίνει σην γέφυρα Ρίου Αντιρίου και να κάνει bungee jumping. Το κάνει αυτό σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο εδώ και ένα χρόνο.

Ο Γιάννης σίγουρα κάνει κάτι που δεν είναι συνηθισμένο – υπό την έννοια ότι το 95% του πληθυσμού δεν θα δοκιμάσει ποτέ να πηδήξει από μια γέφυρα – και την ίδια στιγμή βάζει σε κίνδυνο την σωματική του υγεία. Καλύπτει λοιπόν τουλάχιστον δύο «κριτήρια» της αποκλίνουσας συμπεριφοράς. Ταυτόχρονα όμως δεν καλύπτει το δεύτερο κριτήριο, μιας και η συμπεριφορά του δεν τον εμποδίζει στην αυτοεξυπηρέτησή του και δεν του δημιουργεί καμμία προσωπική δυσφορία. Άρα εν τέλει κανένας ειδικός δεν θα τον χαρακτήριζε ως άτομο με κάποια διαταραχή στην συμπεριφορά.

Παράδειγμα 3ο

Η Ελένη -όντας βαθύτατα θρησκευόμενο άτομο- προσεύχεται και πηγαίνει στην Εκκλησία κάθε μέρα. Την ίδια στιγμή όμως χτυπάει την κόρη της και την αναγκάζει σε πολυήμερες νηστείες γιατί φοράει κοντές φούστες πάνω από το γόνατο, πράγμα που η Ελένη θεωρεί ανήθικο. Πιστεύει πως αυτές οι πράξεις της είναι θεάρεστες και νοιώθει καλά με τον εαυτό της, μιας και «βάζει την κόρη της στον δρόμο του Θεού».

Αν λάβουμε υπόψη μόνο την πρώτη πρόταση και την τελευταία πρόταση του παραδείγματός μας θα λέγαμε ότι η Ελένη μάλλον δεν παρουσιάζει καμία αποκλίνουσα συμπεριφορά, μιας και θεωρείται συνηθισμένο από την ελλαδική κουλτούρα η έκφραση της θρησκευτικής πίστης. Επίσης, η ίδια νοιώθει καλά με αυτό που κάνει, ενώ δεν παρουσιάζει κανένα πρόβλημα με την αυτοεξυπηρέτησή της. Όμως διαπιστώνουμε πρόβλημα με την συμπεριφορά της όταν ακούμε πως με την αυταρχική συμπεριφορά της βάζει σε κίνδυνο την σωματική (και ψυχική) υγεία της κόρης της. Ένας ειδικός μάλλον θα κατέτασε την Μαρία στην κατηγορία των ατόμων με αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Είναι τα κριτήρια αλάνθαστα;

Όπως βλέπουμε τα κριτήρια πράγματι είναι αρκετά καλοί οδηγοί για να φτάσουμε σε κάποιο σχετικά ασφαλές συμπέρασμα για την συμπεριφορά ενός ατόμου. Αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να θεωρήσουμε αυτά τα κριτήρια ως τους ασφαλείς οδηγούς με τους οποίους θα φτάσουμε σε 100% ασφαλή συμπεράσματα, μιας και μπορούν να προκύψουν διάφορα ερωτήματα γύρω από αυτά.

Καταρχήν δεν είναι ξεκάθαρο τι εννοούμε όταν λέμε «κοινωνικό περίγυρο». Με αυτή την έννοια μπορούμε να περιγράψουμε την οικογένεια, την φυλή, την κοινότητα, την γενικότερη γεωγραφική περιοχή ή την χώρα του ατόμου. Σε ποιον ακριβώς «κοινωνικό περίγυρο» πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας; Κάποιος που επιμένει να καθαρίζει όπλα και να οπλοφορεί μπορεί να θεωρείται επικίνδυνος και εντελώς εκτός τόπου και χρόνου για την Αθήνα, αλλά να είναι ενας συνηθισμένος πολίτης σε κάποιο γειτονικό κράτος ή ακόμη και εντός Ελλάδας (π.χ. σε κάποια χωριά στην Κρήτη). Αν αυτός ο άνθρωπος πρέπει να αξιολογηθεί από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας σε ποια κοινωνική ομάδα θα πρέπει να στρέψει την προσοχή του; Σκεφτείτε πόσο δύσκολη γίνεται η απάντηση σε αυτό το ερώτημα σε μια εποχή όπως η σημερινή όπου η πολιτισμική παγκοσμιοποίηση έχει φέρει στον ίδιο χώρο άτομα με εντελώς διαφορετικό πολιτισμικό προφίλ.

Έπειτα τα κριτήρια μπορεί να έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους. Για παράδειγμα φανταστείτε την κυρία Ελένη του τρίτου παραδείγματος ως ισλαμίστρια στο θεοκρατικό Ιράν. Εκεί σίγουρα η κακή συμπεριφορά απέναντι στην κόρη της θεωρείται κάτι συνηθισμένο από την κοινωνία και τους νόμους της. Μάλιστα το ίδιο το κράτος επιβραβεύει τέτοιου είδους συμπεριφορές και τις προβάλλει ως πρότυπα. Παρόλα αυτά όμως η κόρη της συνεχίζει να διατρέχει κίνδυνο (κυρίως) για την σωματική της υγεία. Αν κάποιος Ιρανός ειδικός θελήσει να αξιολογήσει την ισλαμίστρια κυρία Ελένη (από κλινική πλευρά και όχι από νομική!) σε ποιο από τα δύο κριτήρια θα πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση, στο ότι η συμπεριφορά της θεωρείται κανονική για την κοινωνία της ή στο ότι συστηματικά βάζει σε κίνδυνο την υγεία της κόρης της;

Διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς

Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα με την ετικέτα «αποκλίνουσα συμπεριφορά» ή «ψυχική διαταραχή» είναι οι κοινωνικές προεκτάσεις που έχει για την ζωή του ατόμου που στιγματίζεται με αυτή, αλλά και η αμφιλεγόμενη χρήση του όρου για να χαρακτηρίσει άτομα και συμπεριφορές που απλά είναι διαφορετικές. Όπως είχαμε αναφέρει και σε προηγούμενο post, η ομοφυλοφιλία μέχρι και πριν από 30 περίπου χρόνια ήταν μια ψυχική διαταραχή, ενώ σήμερα η συντριπτική πλειοψηφία των λειτουργών ψυχικής υγείας δεν δέχονται κάτι τέτοιο. Τα άτομα όμως που τότε χαρακτηρίζονταν από αυτή την «ψυχική διαταραχή» είχαν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά με τους ομοφυλόφιλους του σήμερα. Αλλά είχαν εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση τόσο από ψυχιατρικής απόψεως (ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή κτλ), όσο και από την κοινωνία. Η μόνη διαφορά είναι το χρονικό πλαίσιο της ομοφυλοφιλικής συμπεριφοράς. Αυτό βεβαίως σημαίνει ότι κάτι που σήμερα χαρακτηρίζεται ως «αποκλίνουσα συμπεριφορά», αύριο μπορεί να αποτελεί συνηθισμένη συμπεριφορά.

Φυσικά όμως μπορεί να ισχύσει και το αντίθετο, δηλαδή συμπεριφορές που σήμερα θεωρούνται κανονικές, μπορεί αύριο να περάσουν τα όρια της «αποκλίνουσας συμπεριφοράς» και να φτάσουν να γίνουν ακόμη και ανεξάρτητες διαταραχές. Αυτό το φαινόμενο συνηθίζεται να ονομάζεται «διαταραχοποίηση της συμπεριφοράς» και αποτελεί βασικό προβληματισμό μεταξύ των ειδικών. Κάθε χρόνο που περνάει όλο και περισσότερες συμπεριφορές χαρακτηρίζοναι ως ψυχικές διαταραχές, με αποτέλεσμα νέες διαταραχές να ξεπετάγονται σαν τα μανιτάρια. Αξίζει να αναφερθεί για παράδειγμα πως η πρώτη έκδοση του DSM περιείχε μόνο 66 γενικές ψυχικές διαταραχές, αργότερα ο αριθμός αυτός αυξήθηκε στις 100, αργότερα στις 182, έφτασε τις 256 και αργότερα τις 287 κατά την δεκαετία του 80′, και συνέχισε την ανοδική του πορεία έως και σήμερα που το DSM περιέχει σχεδόν 300 κατηγορίες ψυχικών διαταραχών.

Πολλοί εκφράζουν φόβους ότι ο αριθμός αυτός θα συνεχίσει να αυξάνεται στο μέλλον. Φυσικά κάποιος μπορεί να φέρει ως επιχείρημα την ραγδαία εξέλιξη της τεχνολογίας στις νευροεπιστήμες η οποία επιτρέπει την συγκεκριμενοποίηση και διαφοροποίηση των διαφόρων αιτιών κάποια διαταραχής με αποτέλεσμα την δημιουργία νέων κατηγοριών.

Όπως και να έχει, παραμένει γεγονός πως σίγουρα η έννοια της ψυχικής διαταραχής χρησιμοποιήθηκε κατά καιρούς για πολιτικούς και ίσως ακόμη και για οικονομικούς λόγους (περισσότερες διαταραχές=περισσότεροι πιθανοί πελάτες) και πως οι σύγχρονες επιστήμες που επικεντρώνονται στην ψυχική υγεία θα πρέπει να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα το θέμα της διαταραχοποίησης της συμπεριφοράς, παίρνοντας αποστάσεις από τα διάφορα συμφέροντα που επηρεάζουν τις εξελίξεις στον χώρο.

Πηγές:
Εικόνα #1: julkastro

20 Φεβ 2008

Κινηματογράφος και Ψυχιατρική

Χάρη στο σχόλιο του φίλτατου Διγέλαδου έμαθα πως ο κινηματογράφος Τριανόν διοργανώνει σχεδόν έναν ολόκληρο μήνα προβολών ταινιών που σχετίζονται με την Ψυχιατρική και συγκεκριμένα την αντιμετώπιση των ψυχικά πασχόντων από την κοινωνία. Οι προβολές ξεκίνησαν ήδη από τις 9 Φεβρουαρίου, με την ταινία «Αποστροφή» (1965) και συνεχίστηκαν με την ταινία «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη» (1961) του Bergman, στις 16 Φεβρουαρίου.

Στα πλαίσια αυτού του ειδικού αφιερώματος θα προβληθούν δύο ακόμη ταινίες:

Στο τέλος κάθε προβολής θα ακολουθήσει παρουσίαση/συζήτηση από ειδικούς εισηγητές (ψυχιάτρους, ψυχοθεραπευτές) σχετικά με το τι είναι μια ψυχική νόσος, ποια προβλήματα αντιμετωπίζουν οι ψυχικά πάσχοντες, πως πρέπει να τους αντιμετωπίζει ο περίγυρός τους και πως μπορούμε να τους βοηθήσουμε.

Ακολουθουν τα trailers των ταινιών «Η διπλανή πόρτα» και «Sybil«.
Read More

24 Ιαν 2008

Ομοφυλοφιλία και Ψυχολογία

Η ομοφυλοφιλία είναι μια συμπεριφορά που έχει γίνει αντικείμενο μεγάλης διαμάχης κατά τη διάρκεια σχεδόν όλου του περασμένου αιώνα έως και σήμερα. Ίσως γιατί -όπως κάθε αποκλίνουσα συμπεριφορά- έχει το στοιχείο του ξένου, του διαφορετικού, του «άλλου» που αυτόματα ταυτίζεται με την απειλή και τον κίνδυνο. Τα τελευταία χρόνια η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από την φύση της ομοφυλοφιλίας. Γεννιόμαστε ομοφυλόφιλοι ή γινόμαστε; Προσωπικά δεν μπορώ να κατανοήσω τον λόγο που υπάρχει τόσο μεγάλο ενδιαφέρον -δεν αναφέρομαι στο επιστημονικό ενδιαφέρον- για τα αίτια της ομοφυλοφιλίας. Όπως και να έχει αυτή παραμένει μια κατάσταση, μια ροπή, μια επιλογή ή μια ανάγκη ενός ανθρώπου και άσχετα από το που πηγάζει είναι ευθύνη όλων μας να την σεβαστούμε.

Σε αυτό το post δεν θα εστιάσω στις έρευνες που γίνονται γύρω από τα αίτια της ομοφυλοφιλίας, αλλά στην σχέση αυτής της «αποκλίνουσας» σεξουαλικής συμπεριφοράς με την Ψυχολογία.

Πριν ξεκινήσουμε όμως θα ήταν χρήσιμο, όπως πάντα, να δώσουμε έναν ορισμό στον όρο που μας ενδιαφέρει. Πως ορίζεται η ομοφυλοφιλία; Καταρχήν η λέξη προφανώς και είναι ελληνική και προέρχεται από την σύνθεση τριών λέξεων: «όμοιος», «φύλο» και «φίλος». Κυριολεκτικά λοιπόν σημαίνει «αυτός που είναι φίλος του ίδιου φύλου». Για μια ακόμη φορά όμως (όπως είχαμε αναφέρει και στην περίπτωση της «παιδοφιλίας»), η λέξη «φίλος» δεν νοείται με την έννοια που την χρησιμοποιούμε σήμερα, αλλά με την έννοια του «εραστής». Οπότε φτάνουμε και στον τελικό ορισμό της ομοφυλοφιλίας η οποία ορίζεται ως την σεξουαλική έλξη ή συμπεριφορά ενός ατόμου που έχει ως αποδέκτη άτομο του ίδιου φύλου. Δύο σημαντικές διευκρινήσεις είναι πως:
α) Μιλάμε όχι μόνο για συμπεριφορά, αλλά ακόμη και για σεξουαλική έλξη, αλλά…
β) Για να χαρακτηριστεί κάποιος ως ομοφυλόφιλος θα πρέπει να έχει συνεχιζόμενες τέτοιου είδους συμπεριφορές (ή σκέψεις/ορμές στην περίπτωση της έλξης). Οπότε ο φόβος των περισσοτέρων (ανδρών κυρίως) ότι αν τυχόν τους περάσει από το μυαλό η παραμικρή ομοφυλοφιλική σκέψη/εικόνα, τότε αυτόματα αυτό σημαίνει ότι έχουν … αλλάξει σεξουαλική ταυτότητα, προφανώς και δεν στέκει.
γ) Παρόλο που μας ενδιαφέρει η ανθρώπινη σεξουαλική δραστηριότητα, ωστόσο είναι χρήσιμο να πούμε πως η ομοφυλοφιλία συναντάται γενικότερα στο ζωικό βασίλειο. Πολλοί μάλιστα πιστεύουν ότι η ομοφυλοφιλία αποτελεί εξελικτικό μηχανισμό του ανθρώπινου είδους (έλεγχος της υπεργεννητικότητας).

Φυσικά η έντονη σχέση που είχε η επιστήμη και η θρησκεία είχε αφήσει τα σημάδια της πάνω στο θέμα της ομοφυλοφιλίας, αφού θεωρείται αμαρτία σε θρησκευτικό επίπεδο, η ομοφυλοφιλία μεταφράστηκε αυτόματα σε παθολογία σε ιατρικό (και αργότερα ψυχιατρικό) επίπεδο. Αυτή η ρετσινιά έμελλε να ακολουθεί τους ομοφυλόφιλους τουλάχιστον ως τα τέλη του 19ου αιώνα, όπου άρχισαν σιγά-σιγά να ακούγονται και νέες -επιστημονικές και μη- απόψεις πάνω στο θέμα.

Ο Φρόιντ και η ομοφυλοφιλία

Από τους πρώτους που μίλησαν για την ομοφυλοφιλία ήταν και ο πατέρας της ψυχοδυναμικής θεωρίας, Σ. Φρόιντ. ο Φρόιντ πίστευε ότι η ομοφυλοφιλία δεν είναι έμφυτη, αλλά αποτελεί αποτέλεσμα συγκεκριμένων ψυχολογικών ενεργειών κατά την παιδική ηλικία. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την θεωρία του, ο καθοριστικός παράγοντας για να γίνει κάποιος ομοφυλόφιλος αποτελεί η «φάση πολύ ισχυρής αλλά σύντομης δυνατής συσχέτισης του παιδιού με κάποια γυναίκα». Η γυναίκα αυτή προφανώς είναι η μητέρα του παιδιού ή οποιαδήποτε θηλυκή (-μητρική) φιγούρα ήταν παρούσα τόσο έντονα στην παιδική ηλικία του ατόμου. Ύστερα από αυτή τη φάση ενασχόλησης η κυρίαρχη θηλυκή φιγούρα χάνεται και μαζί με αυτή χάνεται και το Αντικείμενο του παιδιού. Έτσι – πάντα σύμφωνα με τον Φρόιντ- το Εγώ αντικειμενικοποιεί τον ίδιο του τον εαυτό μετατρέποντάς τον στην φιγούρα αυτή. Άλλος καθοριστικός παράγοντας είναι η έντονη απουσία του πατέρα η οποία σύμφωνα με τον Φρόιντ «δεν είναι απίθανο να οδηγήσει στην ίδια ψυχολογική αποτύπωση».

Φυσικά ο Φρόιντ αναφέρθηκε κυρίως στην ανδρική ομοφυλοφιλία, αφήνοντας την εξήγηση της γυναικείας ομοφυλοφιλίας στην γενικότερη θεωρία του (η οποία φυσικά κρίνεται άκρως φαλλοκρατική και γι’ αυτό μερικοί μεταφροϋδικοί ψυχολόγοι προσπάθησαν να την αλλάξουν).

Τέλος, αξίζει να αναφερθεί το βάθος που έδωσε ο Φρόιντ στην ομοφυλόφιλη σχέση, το οποίο είναι πρωτάκουστο ως σκέψη για πολλούς ακόμη και σήμερα, πόσο μάλλον 100 χρόνια πριν. Σύμφωνα λοιπόν με τον πατέρα της Ψυχανάλυσης, μια ομοφυλόφιλη σχέση δεν είναι απλά μια ερωτική επαφή μεταξύ δύο ανδρών με την οποία ικανοποιούν τις σεξουαλικές ορμές τους. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό, μιας και εμπλέκει μια βαθύτερη συναισθηματική και ψυχολογική σύνδεση των δύο ατόμων, όπως ακριβώς μιλάμε και για τις ετεροφυλόφιλες σχέσεις. Φυσικά η οπτική γωνία από την οποία έβλεπε τις ομοφυλόφιλες σχέσεις ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν των ετεροφυλόφιλων σχέσεων, αλλά σε γενικές γραμμές μπορούμε να πούμε ότι ο Φρόιντ εξέφρασε αρκετά προοδευτικές ιδέες για την εποχή του. Μάλιστα μερικοί μεταφροϋδικοί ψυχαναλυτές κατηγορήθηκαν για την αυστηρή, άδικη και ίσως και «αντιεπιστημονική» τους εμμονή εναντίον της ομοφυλοφιλίας. Ένα καλό παράδειγμα είναι ο δεύτερος πιο γνωστός ψυχοδυναμικός ψυχολόγος, ο Γιούνκ, ο οποίος σε αρκετά σημεία στα γραπτά του αφήνει να εννοηθεί ότι οι ομοφυλόφιλοι έχουν συγκεκριμένα αρνητικά χαρακτηριστικά λόγω ακριβώς της σεξουαλικής τους προτίμησης.

Όπως και να έχει οι ψυχοδυναμικοί ψυχολόγοι παραμένουν μέχρι και σήμερα το κύριο σώμα «κατηγόρων» εναντίον της ομοφυλοφιλίας.

Η ομοφυλοφιλία και ο Αμερικανικός Σύνδεσμος Ψυχιατρικής

Η ομοφυλοφιλία αρχικά είχε καταχωρηθεί ως ψυχική διαταραχή στο επίσημο διαγνωστικό εγχειρίδιο (DSM) του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχιατρικής (APA). Στα τέλη της δεκαετίας του 60′ και κατά τις αρχές της δεκαετίας του 70′, ο APA αναγκάστηκε αν αλλάξει τακτική για δύο κυρίως λόγους: λόγω των κοινωνικών ζυμώσεων που είχαν ξεκινήσει οι οποίες έδειχναν μια πιο αποδεκτική διάθεση απέναντι στην ομοφυλοφιλία, αλλά και φυσικά λόγω των έντονων  πιέσεων πολλών μελών του APA, τα οποία είχαν έντονες διαφωνίες με την αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας ως ψυχική διαταραχή. Έτσι, το DSM-ΙΙ κυκλοφόρησε μη έχοντας την ομοφυλοφιλία στις σεξουαλικές διαταραχές. Στη θέση της όμως μπήκε μια γενικότερη σεξουαλική διαταραχή, αυτή του «Διαταραγμένου Σεξουαλικού Προσανατολισμού» (Sexual Orientation Disturbance). Αυτό αποτέλεσε ένα ορόσημο για την αντιμετώπιση της ομοφυλοφιλίας από την επίσημη ψυχιατρική, μιας και έθεσε τα θεμέλια για έναν νέο τρόπο σκέψης γύρω από αυτή την αποκλίνουσα συμπεριφορά.

Όμως λίγα χρόνια αργότερα -και συγκεκριμένα το 1980- η νέα έκδοση του DSM (η τρίτη) περιείχε μια νέα διαταραχή η οποία στιγμάτιζε για άλλη μια φορά την ομοφυλοφιλία. Η διαταραχή είχε την ονομασία «Εγω-δυστονική ομοφυλοφιλία» (ego-dystonic homosexuality) και τα χαρακτηριστικά της ήταν:
1)Επίμονη έλλειψη ετεροφυλοφιλικής σεξουαλικής διέγερσης την οποία ο ασθενής βιώνει ως εμπόδιο για την έναρξη ή την διατήρηση μιας επιθυμητής ετεροσεξουαλικής σχέσης.
2)Συνεχιζόμενο άγχος από την επίμονη, ανεπιθύμητη ομοφυλοφιλική σεξουαλική διέγερση.

Το πρόβλημα με την συγκεκριμένη διαταραχή δεν ήταν τα χαρακτηριστικά της, τα οποία πράγματι μπορούν να μεταφραστούν σε διαταραχή, αλλά με το γεγονός ότι η συγκεκριμένη διαταραχή αναφερόταν αποκλειστικά στους ομοφυλόφιλους. Δεν υπήρχε δηλαδή κάποια αντίστοιχη ψυχική διαταραχή για τις ανεπιθύμητες ετεροφυλόφιλες σχέσεις, υπονοώντας ότι αυτές δεν μπορούν να υπάρχουν, υπόθεση που πλέον έχει καταρριφθεί αν αναλογιστούμε τον μεγάλο αριθμό ατόμων με ομοφυλοφιλικές τάσεις που προσπαθούν να μείνουν σε μια ετεροφυλοφιλική σχέση λόγω κοινωνικής πίεσης.

Το οριστικό τέλος της διαταραχοποίησης της ομοφυλοφιλίας δόθηκε έξι χρόνια αργότερα, όταν με την ανανεωμένη τρίτη έκδοση του DSM ο APA αφαίρεσε εντελώς την ομοφυλοφιλία από τον κατάλογο των σεξουαλικών διαταραχών, αντικαθιστώντας την «εγω-δυστονική ομοφυλοφιλία» και πάλι με μια γενικότερη διαταραχή όπου το άτομο (ομοφυλόφιλο ή ετεροφυλόφιλο) νιώθει έντονο άγχος για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

Η ομοφυλοφιλία σήμερα

Σήμερα, μετά από πολλές παγκόσμιες προσπάθειες συζήτησης του θέματος και εξοικείωσης των κοινωνιών με την ομοφυλοφιλία, το στίγμα κατά της ομοφυλοφιλίας όσο πάει γίνεται και λιγότερο έντονο και σε μερικές χώρες της Δύσης τείνει να εκλείψει. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και σε επαγγελματικό επίπεδο μεταξύ των θεραπευτών. Οι περισσότεροι πρακτικοί ψυχικής υγείας δεν θεωρούν σε καμία περίπτωση την ομοφυλοφιλία διαταραχή και τους ομοφυλόφιλους «ανώμαλους». Φυσικά αυτό ισχύει κυρίως για τις δυτικού τύπου κοινωνίες, καθώς είναι δύσκολο να υπάρξουν στοιχεία για άλλες χώρες όπου η ομοφυλοφιλία (εκτός από ανωμαλία ή αμαρτία) θεωρείται και ποινικό αδίκημα το οποίο μπορεί να τιμωρηθεί μέχρι και με την θανατική ποινή! Είναι πρακτικά αδύνατο ένας λειτουργός ψυχικής υγείας να υπερασπιστεί ανοιχτά τους ομοφυλόφιλους, από τη στιγμή που η πράξη της ομοφυλοφιλίας ισοδυναμεί με έγκλημα.

Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα στον τρόπο που οι επιστήμονες προσεγγίζουν το θέμα της ομοφυλοφιλίας είναι η μεγάλη γκάμα εργαλείων που έχουμε στην διάθεσή μας για να εξετάσουμε το φαινόμενο από πολλές διαφορετικές σκοπιές: ψυχικά αίτια, βιολογικά αίτια, κοινωνικά αίτια κτλ. Σε αυτό βοήθησε πολύ το κίνημα των προηγούμενων δεκαετιών το οποίο έδωσε την ευκαιρία στους ομοφυλόφιλους να βγουν προς τα έξω και να πάψουν να κρύβονται και να προσποιούνται, γεγονός που έκανε την πρόσβαση σε αυτές τις ομάδες πολύ ευκολότερη.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

[Photo by Orin Optiglot]