18 Ιούν

Προσφυγιά και Ψυχικές Διαταραχές

Ο αριθμός των προσφύγων παγκοσμίως έχει αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια, καθώς οι εμπόλεμες ζώνες έχουν αυξηθεί σημαντικά. Κάθε μέρα 34.000 άνθρωποι αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους λόγω συγκρούσεων ή παράνομης εκδίωξης τους.

Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις του ΟΗΕ, συνολικά 65.300.000 άνθρωποι παγκοσμίως έχουν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τις εστίες τους λόγω εμπόλεμης σύρραξης στην πατρίδα τους, γενοκτονία ή το φόβο παράνομης δίωξης λόγω πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων. Από αυτούς τα 21.300.000 άτομα θεωρούνται επισήμως πρόσφυγες, ενώ ένας πληθυσμός όσο περίπου η Ελλάδα (10.000.000) είναι άτομα δίχως απολύτως καμία υπηκοότητα, καθώς κανένα κράτος δεν τους αναγνωρίζει ως υπηκόους του. Οι περισσότεροι εκτοπισμένοι βρίσκονται στη Μέση Ανατολή και τη βόρεια Αφρική (39%) και την υποσαχάρια Αφρική (29%), ενώ σημαντικά μικρότερο ποσοστό προσφύγων βρίσκεται στην Ασία (14%), την Αμερική (12%) και την Ευρώπη (6%)[1].

Επίσημα στατιστικά από τον ΟΗΕ για τους πρόσφυγες. Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.

Επίσημα στατιστικά από τον ΟΗΕ για τους πρόσφυγες. Ελεύθερη μετάφραση από τον αρθρογράφο.

Δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια λόγω της εμπόλεμης κατάστασης στην Συρία και το Ιράκ, η Τουρκία είναι η χώρα που φιλοξενεί τους περισσότερους αλλοεθνείς πρόσφυγες παγκοσμίως (2.500.000) από τις γειτονικές της χώρες, με το Πακιστάν, το Λίβανο και την Ιορδανία να ακολουθούν.

Για να πάρουμε μια γεύση από τη ζωή των προσφύγων, αρκεί να φανταστούμε τον εαυτό μας να προσπαθούμε να σώσουμε εμάς και τις οικογένειές μας ενώ λίγα χιλιόμετρα μακριά πέφτουν ρουκέτες και καμικάζι ανατινάζονται καθημερινά. Φανταστείτε τους τρομοκράτες του ΙΚΙΛ να αποκεφαλίζουν μπροστά σας συγγενείς σας, ακόμη τα ίδια σας τα παιδιά, να σας κάνουν δούλες και να βιάζεστε καθημερινά ή να σας κρατάνε αιχμαλώτους σε ένα δωμάτιο από το οποίο κατά καιρούς επιλέγουν κάποιους για να τους εκτελέσουν δημόσια με σταύρωση, αποκεφαλισμό, κάψιμο και ότι πιο άρρωστο μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Ας φανταστούμε τους εαυτούς μας να διασχίζουν τα σύνορα με τα πόδια μετά από πολλές ημέρες περπατήματος, να συνεχίζουν ένα πολύμηνο ταξίδι προς τη θάλασσα, να μπαίνουν σε φουσκωτές βάρκες αφού εχουν δώσει τη μισή τους περιουσία σε δουλέμπορους και αφού θαλασσοπαλέψουν και ορισμένοι χάσουν συγγενείς στη θάλασσα, να μένουν επί μήνες ή και χρόνια σε μια σκηνή.

Σκεφτείτε να είστε μόνος με κάποιο παιδί σας, χωρίς τον/την σύντροφό σας οι οποίοι μπορεί να είναι πρόσφυγες σε άλλη χώρα. Να αναγκάζεστε να επιβιώσετε με ελεημοσύνη από ΜΚΟ, τις κυβερνήσεις και τον ΟΗΕ. Να μην γνωρίζετε πότε θα φύγετε από εκεί και να μην μπορείτε να σχεδιάσετε το μέλλον σας, πολύ απλά γιατί δεν έχετε καμία επιλογή. Φανταστείτε να φοβάστε να βγείτε από τον καταυλισμό σας γιατί κάποιοι από τους ντόπιους σας έχουν απειλήσει γιατί «είστε ξένοι και να πάτε από εκεί που ήρθατε για να πολεμήσετε» ή «γιατί ήρθατε για να τους πάρετε τις δουλειές». Φανταστείτε να είστε εγκλωβισμένοι επί μήνες σε έναν καταυλισμό και να μην μπορείτε να βγείτε γιατί αν φύγετε από εκεί υπάρχει κίνδυνος να σκοτωθείτε από μια σύρραξη που μπορεί να συμβαίνει μερικές δεκάδες χιλιόμετρα παρακάτω και να μην ξέρετε εάν ποτέ αυτή η σύρραξη θα πλησιάσει στον καταυλισμό και αναγκαστείτε και πάλι να εγκαταλείψετε μαζικά το μέρος στο οποίο μένετε.

Αυτή είναι μια μικρή γεύση από τη ζωή ενός πρόσφυγα. Όλοι έχουν ζήσει κάποια, ενώ κάποιοι όλα από τα παραπάνω. Μια ζωή μέσα στον φόβο, τον πόνο, τη θλίψη, την ένταση, τη φυγή και την αβεβαιότητα. Πως θα ήμασταν εμείς εάν βρισκόμασταν στη θέση τους; Σίγουρα όχι σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Το τραυματικό παρελθόν του πολέμου, των εκτελέσεων και της αιχμαλωσίας, σε συνδυασμό με την παρατεταμένη παραμονή σε δομές φιλοξενίας που εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να προσφέρουν τις συνθήκες που απολαμβάνουμε όλοι μας στην καθημερινότητά μας αλλά και την έλλειψη ελέγχου για το μέλλον, δημιουργούν συνθήκες για την ανάπτυξη πολλαπλών ψυχικών διαταραχών, ανάλογα με τα βιώματα και την ιδιοσυγκρασία των ατόμων.

Αυτό επιβεβαιώνεται από μακροχρόνιες έρευνες των ομάδων ανακούφισης και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης προσφύγων που παρέχουν οργανωμένη βοήθεια σε εκτοπισμένους εδώ και αρκετές δεκαετίες[2][3] . Βάσει των δεδομένων αυτών, υπολογίζεται ότι 1 στους 10 πρόσφυγες αντιμετωπίζει Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (PTSD). Αυτή εκδηλώνεται με έντονους εφιάλτες, προβλήματα στον ύπνο, ψυχοσωματικά συμπτώματα όπως έλκος στομάχου, κρίσεις πανικού και γενικότερη έντονη δυσφορία.

Ένα ενδιαφέρον συμπέρασμα μετά από ανάλυση της σχετικής βιβλιογραφίας είναι ότι οι πρόσφυγες, παρόλο που έχουν ένα έντονα τραυματικό παρελθόν, στατιστικά έχουν παρόμοιους αριθμούς κλινικής κατάθλιψης με αυτούς που θα αναμέναμε από τον γενικό πληθυσμό. Μια σημαντική παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη πάντως είναι πως σε πολλές περιπτώσεις δεν είναι δυνατή η συνεχής παρακολούθηση περιπτώσεων, είτε λόγω μετακίνησης καταυλισμών, μετακόμισης προσφύγων ή αλλαγής της ομάδας που στηρίζει ψυχολογικά τους πρόσφυγες, κάτι το οποίο έχει ως αποτέλεσμα να χάνονται πολύτιμα δεδομένα και να κλονίζεται η αξιοπιστία των συμπερασμάτων για μακροχρόνιες ψυχικές παθήσεις όπως η κατάθλιψη.

Λόγω της ύπαρξης συμπτωμάτων Διαταραχής Μετατραυματικού Στρες, οι πρόσφυγες παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες κατάχρησης ουσιών (αλκοόλ, τσιγάρο, ναρκωτικά) αλλά και αυτοκτονικών ιδεασμών. Οι πρόσφυγες προσπαθούν να ξεχάσουν το παρελθόν τους και όλα όσα έχουν ζήσει, αλλά έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι πολλοί αισθάνονται και ενοχές γιατί κατάφεραν να επιβιώσουν, ενώ άλλοι συγγενείς τους όχι. Αποτέλεσμα των πολλών και συγκρουόμενων πολλές φορές συναισθημάτων είναι να στρέφονται ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό, ένα συμπέρασμα το οποίο θα πρέπει να είναι γνωστό σε όσους εργάζονται σε δομές με πρόσφυγες και ιδιαίτερα εάν εργάζονται και με εφήβους και νεολαία, άτομα τα οποία είναι ακόμη πιο πιθανό να κάνουν κακό στον εαυτό τους, λόγω φυσικής δύναμης, παρορμητικότητας αλλά και ευαισθησίας.

Προστατευτικοί παράγοντες για την ψυχική υγεία των προσφύγων φαίνεται να είναι το αίσθημα της ασφάλειας εντός του καταυλισμού, η ύπαρξη οικογένειας στο άμεσο περιβάλλον του και φυσικά η παροχή ψυχοκοινωνικής στήριξης. Γενικά, το αίσθημα της απομόνωσης αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης ψυχικών διαταραχών, όπως ακριβώς συμβαίνει και στον γενικό πληθυσμό. Διαφορές στην κουλτούρα μεταξύ της κοινότητας των προσφύγων (για παράδειγμα σε καταυλισμούς που μένουν αλλοεθνείς και αλλόθρησκοι πληθυσμοί) αλλά και μεταξύ προσφύγων και ιατρικού και ψυχοκοινωνικού προσωπικού μπορούν να σταθούν εμπόδιο στην αποτελεσματική στήριξη όσων χρήζουν ψυχολογικής στήριξης. Παράγοντες όπως οι παραπάνω θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη από το προσωπικό που καλείται να χειριστεί αυτές τις περιπτώσεις, καθώς δυσχεραίνουν τη διαδικασία εντοπισμού και στήριξης των περιπτώσεων που χρήζουν τέτοιας αντιμετώπισης[4] .

Το προσφυγικό ανέκαθεν ήταν και παραμένει ένα πρόβλημα που έχει πολλές πτυχές σε κοινωνικό επίπεδο (π.χ. κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές) αλλά και σε προσωπικό επίπεδο (π.χ. σωματική υγεία, ψυχική υγεία, εκπαίδευση). Οι περισσότεροι οργανισμοί ασχολούνται με την ανακούφιση των προσφύγων σε επίπεδο σωματικής υγείας, φιλοξενίας σε δομές, κάλυψης βασικών αναγκών αλλά και πολιτικής παρέμβασης για την επίλυση εμπόλεμων συγκρούσεων. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε πως πίσω από τα νούμερα της προσφυγιάς κρύβονται άνθρωποι και προσωπικές ιστορίες πόνου. Η παροχή ψυχοκοινωνικής στήριξης, ιδιαίτερα των ευπαθών ομάδων, ανάμεσα στους εκτοπισμένους πληθυσμούς θα πρέπει να είναι πολύ υψηλά στην ατζέντα όλων όσων ασχολούνται με αυτό το πρόβλημα. Η αδιαφορία για την κάλυψη και αυτών των αναγκών είναι μόνο η αρχή ενός ντόμινο που μπορεί να δημιουργήσει πολλαπλά προβλήματα στην διαχείριση των προσφυγικών πληθυσμών και την ουσιαστική στήριξή τους.

Εικόνες

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Επίσημα στατιστικά ΟΗΕ για τους πρόσφυγες και τους εκτοπισμένους []
  2. Talbott, J. (2007). Prevalence of serious mental disorder in 7000 refugees resettled in western countries: A systematic review. Yearbook of Psychiatry and Applied Mental Health, 2007, 150-151. doi:10.1016/s0084-3970(08)70448-1 []
  3. Jong, J. T., Komproe, I. H., & Ommeren, M. V. (2003). Common mental disorders in postconflict settings. The Lancet, 361(9375), 2128-2130. doi:10.1016/s0140-6736(03)13692-6 []
  4. Bhui, K., Craig, T., Mohamud, S., Warfa, N., Stansfeld, S. A., Thornicroft, G., Mccrone, P. (2006). Mental disorders among Somali refugees. Social Psychiatry and Psychiatric Epidemiology Soc Psychiat Epidemiol, 41(5), 400-408. doi:10.1007/s00127-006-0043-5 []
09 Νοέ

Το κόστος του να είσαι το «αγαπημένο παιδί» της μαμάς

Πολλές φορές οι νέες μητέρες ακούν την κλασσική συμβουλή να μην «καλομαθαίνουν» τα παιδιά τους, να μην είναι δηλαδή υπέρ του δέοντος ελαστικές ή προστατευτικές μαζί τους. Μια νέα έρευνα του πανεπιστημίου Purdue έρχεται να επιβεβαιώσει πως το να αισθάνεται το παιδί πως είναι το «αγαπημένο» της μητέρας του δεν είναι και ό,τι πιο υγιές συναισθηματικά αλλά και ψυχολογικά για το ίδιο.

Η συναισθηματική εγγύτητα μεταξύ γονιού και παιδιού φυσικά δεν είναι κάτι αρνητικό. Αντίθετα θα λέγαμε ότι είναι κάτι θεμιτό. Φαίνεται όμως πως οι ενήλικες που δηλώνουν ότι θεωρούν πως ήταν το «αγαπημένο παιδί» της μητέρας τους, έχουν την τάση να εμφανίζουν πολύ πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης σε σχέση με τα αδέρφια τους τα οποία δηλώνουν ότι βρίσκονταν σε σύγκρουση με τη μητέρα τους ή ότι τις έχουν απογοητεύσει. Η έρευνα διεξήχθη μέσα σε μια επταετία κατά τη διάρκεια μιας πολυετούς έρευνας που βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη σχετικά με τις ενδοοικογενειακές διαφορές στην ανάπτυξη των παιδιών. Σε αυτή συμμετείχαν πάνω από 700 ενήλικες από 300 περίπου οικογένειες, οι οποίοι κλήθηκαν να βαθμολογήσουν την συναισθηματική εγγύτητα με τη μητέρα τους, τον βαθμό σύγκρουσης μαζί της, το πόσο περήφανη θεωρούν ότι αισθάνεται γι’ αυτούς αλλά και το πόσο απογοητευμένη.

Σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσουν τα αποτελέσματα, οι ερευνητές λένε ότι οι ενήλικες της έρευνας που είχαν την αντίληψη ότι ήταν τα «αγαπημένα παιδιά» των μητέρων τους, σε μεγάλο βαθμό ανέφεραν ότι έχουν ζήσει μέσα σε ένα μη σταθερό συναισθηματικό περιβάλλον, στο οποίο έπρεπε να είναι φροντιστές (της μητέρας ή άλλων προσώπων στο περιβάλλον τους) και ως εκ τούτου απολάμβαναν μεγαλύτερη συναισθηματική εγγύτητα με κόστος στην ψυχική τους υγεία.

Φυσικά η συσχέτιση συναισθηματικής εγγύτητας άνευ σαφών ορίων και κακής ψυχικής υγείας δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως όσα παιδιά αισθάνονται κοντά τις μητέρες τους θα αναπτύξουν συμπτώματα κατάθλιψης στο μέλλον. Απαιτούνται η συνύπαρξη μιας σειράς άλλων παραγόντων για να αναπτυχθούν τέτοια συμπτώματα στα παιδιά κατά την ενήλικη ζωή τους, όπως: ασταθές οικογενειακό περιβάλλον, υπέρμετρα «ενήλικα» βάρη στα παιδιά, κακές οικογενειακές σχέσεις (κυρίως ανταγωνιστικές ή/και κακοποιητικές) με άλλα μέλη της οικογένειας (και σημαντικά τρίτα πρόσωπα), αλλά και εκτεταμένες τραυματικές εμπειρίες στην καθημερινότητα του παιδιού.

Όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, βλέπουμε ότι και σε αυτό τον τομέα ισχύει το «παν μέτρον άριστον». Μια υγιής ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού απαιτεί μεταξύ άλλων μια υγιή ισορροπία ανάμεσα στο άκρο της συναισθηματικής «συγχώνευσης» των γονιών με τα παιδιά τους και το άλλο άκρο της συναισθηματικής «απομάκρυνσης» των γονιών. Το παιδί έχει ανάγκη τόσο το ζωτικό του χώρο όσο και την απαραίτητη αγάπη και αποδοχή να αναπτυχθεί συναισθηματικά και ψυχολογικά με έναν υγιή τρόπο.

Εισαγωγική Εικόνα

Βιβλιογραφία

16 Αυγ

Εργασία και ψυχική υγεία

Τι σχέση έχει η προσωπικότητά μας με το επάγγελμά μας; Οι περισσότεροι θα απαντούσαν πως είναι αλληλένδετα και θα έλεγαν πως επιλέγουμε το επάγγελμά μας, βάσει της προσωπικότητάς μας. Και μάλλον θα είχανε δίκιο, καθώς πολλές έρευνες έχουν βρει θετική συσχέτιση μεταξύ επαγγελμάτων και συγκεκριμένων τύπων προσωπικότητας. Για παράδειγμα, άτομα πιο εξωστρεφή τείνουν να καταλήγουν σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με δημόσιες σχέσεις και επικοινωνία με τρίτους, ενώ πιο εσωστρεφή άτομα τείνουν να επιλέγουν επαγγέλματα που δεν απαιτούν συχνή αλληλεπίδραση με άλλα άτομα. Και αυτό είναι κάτι αναμενόμενο, καθώς ο εσωστρεφής κουράζεται και δεν αποδίδει όσο θα ήθελε όταν βρίσκεται με τρίτους, ενώ αντίστοιχα ο εξωστρεφής κουράζεται και δεν αποδίδει όταν υπάρχει έλλειψη αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα.

Μάλιστα, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, δεν είναι σπάνιο νέοι να επισκέπτονται ειδικούς σύμβουλους εργασίας οι οποίοι αναλύοντας τα ενδιαφέροντα και την προσωπικότητα του ατόμου, του δίνουν μια λίστα με επιλογές στις οποίες έχει αυξημένη πιθανότητα μιας επιτυχούς καριέρας[1] .

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει όμως όταν σκεφτόμαστε την θετική συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων στυλ προσωπικότητας και επαγγελματικών επιλογών είναι σε ποιο βαθμό η ενασχόληση με ένα επάγγελμα (από επιλογή, τυχαία ή από ανάγκη) διαμορφώνει και την προσωπικότητά μας. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ότι υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση και σε αυτό το επίπεδο.

Σκεφτείτε έναν πωλητή ο οποίος έχει να κάνει καθημερινά με πολλές προσωπικότητες με τις οποίες προσπαθεί να αλληλοεπιδράσει με έναν τρόπο ώστε να τους πείσει για την αγορά ενός προϊόντος. Είναι λογικό ότι μετά από κάποια χρόνια εργασίας ο πωλητής θα συμπεριφέρεται πιο χειριστικά με τους άλλους, ενώ θα έχει αναπτύξει και τις κοινωνικές του δεξιότητες. Ή ας σκεφτούμε το παράδειγμα ενός δικαστή, ο οποίος είναι συνέχεια καχύποπτος απέναντι στους κατηγορούμενος, προσπαθώντας να ανακαλύψει εάν και σε ποιο βαθμό είναι ένοχοι. Σίγουρα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο δικαστής σε βάθος χρόνου θα είναι καχύποπτος απέναντι σε όλους, ακόμη και στην προσωπική του ζωή. Τέλος, ας αναλογιστούμε το παράδειγμα ενός ατόμου που στον εργασιακό του τομέα απαιτείται πολύ αναλυτικός τρόπος σκέψης για την επίλυση προβλημάτων (π.χ. μηχανικός ή προγραμματιστής). Όταν αυτό το άτομο καθημερινά «ασκείται» στο να προσπαθεί να δει ένα πρόβλημα από πολλές διαφορετικές γωνίες ώστε να καταφέρει να το επιλύσει, είναι λογικό να αναμένουμε ότι και στα καθημερινά του προβλήματα θα ακολουθεί παρόμοιο μεθοδικό και αναλυτικό τρόπο επίλυσης των προβλημάτων του, λαμβάνοντας υπόψη πολλές οπτικές αυτού που το απασχολεί.

Τομείς ψυχολογικών χαρακτηριστικών

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά ψυχολογικών προφίλ που μπορούν να συνδιαμορφωθούν βάσει της εργασίας μας.

Υπομονετικότητα – Ανυπομονησία

Μια βασική αρχή σε πολλούς τομείς εργασίας είναι η υπομονή. Όταν δουλεύεις σε κάτι στο οποίο δεν θα δεις άμεσα αποτελέσματα, αλλά, αντίθετα, απαιτείται χρόνος μέχρι να γευτείς τους καρπούς της εργασίας σου, τότε μαθαίνεις να είσαι υπομονετικός. Εάν κάποιος εργάζεται στο «εδώ και τώρα» (π.χ. γιατρός στα επείγοντα, πωλητής, πιλότος) δεν χρειάζεται να περιμένει για να επιτύχει τους στόχους του. Αυτοί επιτυγχάνονται σχετικά γρήγορα (στα παραδείγματά μας: όταν θα σωθεί μια ζωή, όταν γίνει η πώληση ή όταν προσγειωθεί το αεροπλάνο με επιτυχία σε λίγες ώρες).

Οπτιμισμός ή πεσιμισμός

Όταν η εργασία μας έχει να κάνει με ευχάριστες καταστάσεις (ή τουλάχιστον άμεσα δεν έχει να κάνει με δυσάρεστες), τότε τείνουμε να είμαστε πιο οπτιμιστές. Σκεφτείτε ένα άτομο το οποίο ασχολείται με άσχημες πλευρές της ζωής ή βλέπει συνεχώς πόνο και άγχος στην εργασιακή του καθημερινότητα (π.χ. πυροσβέστης, νοσοκόμος, ψυχοθεραπευτής). Αυτό το άτομο έχει αυξημένες πιθανότητες να είναι λιγότερο οπτιμιστής ή τουλάχιστον να λαμβάνει υπόψη του περισσότερο και την κακή πλευρά της ζωής σε σχέση με κάποιον που συνήθως έχει να κάνει με πιο ευχάριστες καταστάσεις (π.χ. διακοσμητής, κοσμηματοπώλης, μαιευτήρας).

Καχυποψία ή εμπιστοσύνη

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα παράμετρος σε μια εργασία που αναφέραμε ήδη είναι ο βαθμός στον οποίο το άτομο έχει να κάνει με ειλικρινείς στάσεις συνανθρώπων του ή όχι. Για παράδειγμα κάποιος ο οποίος ασχολείται με την αποκάλυψη σκανδάλων ή απατών (π.χ. δημοσιογράφος, αστυνομικός, ασφαλιστής) είναι λογικό να τείνει να είναι πιο καχύποπτος σε σχέση με κάποιον που έρχεται αντιμέτωπος με ειλικρινείς στάσεις ανθρώπων ή δεν τον απασχολεί καν κάτι τέτοιο γιατί το επάγγελμά του είναι τεχνικό (π.χ. ψυχοθεραπευτής, δάσκαλος, τεχνίτης).

Άγχος ή ηρεμία

Επαγγελματίες σε θέσεις που δεν απαιτούν συνεχή εγρήγορση και η επαγγελματική τους εξέλιξη είναι προκαθορισμένη συνήθως από τα χρόνια εμπειρίας (π.χ. δάσκαλοι, πιλότοι, δημόσιοι υπάλληλοι) είναι λογικό να έχουν λιγότερο άγχος σε σχέση με όσους ασχολούνται με καριέρες όπου πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση και η επαγγελματική εξέλιξη βασίζεται σε τυχαία γεγονότα, γνωριμίες ή στον υψηλό βαθμό επιτυχίας τους στην παρούσα θέση εργασίας (π.χ. δημοσιογράφοι, πολιτικοί).

Η θέση εργασίας διαμορφώνει την προσωπικότητά μας

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν, καθώς η λίστα των ψυχολογικών χαρακτηριστικών που επηρεάζονται από τη δουλειά μας είναι σχεδόν άπειρη. Και είναι λογικό, εάν σκεφτούμε ότι η εργασία μας είναι κάτι στο οποίο εμπλεκόμαστε σχεδόν το ένα τρίτο της ημέρας μας. Μιλάμε για πολλές ώρες ενασχόλησης σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, με συγκεκριμένους ανθρώπους και κανόνες συμπεριφοράς. Όπως η οικογένειά μας μας διαμορφώνει κυρίως όταν είμαστε μικροί, έτσι και η δουλειά μας συνεχίζει να μας διαμορφώνει (σε μικρότερο βεβαίως βαθμό) όταν ενηλικιωνόμαστε.

Πέρα από τη συνεχή επίδραση στην προσωπικότητά μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εργασιακή μας ζωή έχει πολύ μεγάλο αντίκτυπο και στην ψυχική μας υγεία ευρύτερα[2] . Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι το εργασιακό άγχος επηρεάζει περίπου το 1/3 των εργαζομένων στη Δύση, με τις επιπτώσεις του να είναι πολλές: κακή διάθεση, αντίκτυπο στις φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, ανάπτυξη σωματόμορφων διαταραχών, επιβάρυνση της σωματικής μας υγείας[3][4]. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να διαχωρίζουμε την εργασία από το υπόλοιπο της καθημερινότητάς μας. Όσα προβλήματα αντιμετωπίζουμε στην εργασία, συνεχίζουμε να τα κουβαλάμε και μετά τη λήξη του οκταώρου και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει πλήρης και σαφής διαχωρισμός, όσο μεγάλη προσπάθεια και εάν καταβάλουμε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Career Choice and Career Development: Using the MBTI and Myers Briggs Personality Type []
  2. WHO: “Mental health and work: Impact, issues and good practices”[pdf] []
  3. APA: “Coping with stress at work” []
  4. Why We Should Stop Stressing at Work []
09 Αυγ

Διασχιστικές Διαταραχές (Διασχιστική Αμνησία, Φυγή και Αποπροσωποποίηση)

Οι διασχιστικές διαταραχές[1] (άλλως παλαιότερα αποσυνδετική υστερία) συνιστούν ένα εντυπωσιακό είδος νευρώσεων, που χαρακτηρίζεται από κάποια διαταραχή στην ταυτότητα ή συνείδηση εαυτού του ατόμου. Αυτό σημαίνει πως το άτομο χάνει, με κάποιον από τους ποικίλους τρόπους έκφανσης της διαταραχής, την ικανότητα να διατηρήσει μια ενιαία ή αρτιμελής προσωπικότητα. Η αποσύνδεση εντοπίζεται είτε με τη μορφή αμνησίας (διασχιστική αμνησία, παλιότερα ψυχογενής αμνησία), είτε με τη διάσχιση της προσωπικότητας, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως ανάληψη νέας ταυτότητας και φυγής (διασχιστική φυγή, παλαιότερα ψυχογενής φυγή) ή ως εναλλαγή μεταξύ διαφόρων “προσωπικοτήτων” στο ίδιο άτομο (διασχιστική διαταραχή ταυτότητας (παλαιότερα διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας). Τέλος, η διάσχιση μπορεί να λάβει τη μορφή αποστασιοποίησης από τον εαυτό του, οπότε γίνεται λόγος για αποπροσωποποίηση ή να λάβει μια μορφή που μολονότι συνιστά διάσχιση, δεν μπορεί να αναχθεί σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες (διασχιστική διαταραχή μη-προσδιοριζόμενη αλλιώς).

Οι διασχιστικές διαταραχές αποδίδονται γενικά στην πίεση που προκαλεί η ύπαρξη ενός ισχυρού και παρατεταμένου άγχους. Η ψυχική σύγκρουση που προκαλείται συνήθως από κάποιο ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός ή κατάσταση έχει ως επακόλουθο την εκδήλωση τέτοιων συμπτωμάτων, ως μία προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία. Τα συμπτώματα είναι κατά κανόνα προσωρινά, και εφόσον διατηρείται η αγχώδης κατάσταση, επαναληπτικά και δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια (π.χ. αμνησία εξαιτίας κάποιου χτυπήματος στο κεφάλι) . Ωστόσο, με την ομαλοποίηση της ζωής του αρρώστου, παύουν και γενικά δεν προκαλούν κάποια μόνιμη βλάβη.

Λόγω του ότι το σύμπτωμα συνδέεται με την αντιμετώπιση της αγχώδους κατάστασης, ο άρρωστος, όπως συμβαίνει και με τη μετατρεπτική υστερία, δεν νιώθει να ενοχλείται. Εμφανίζεται έτσι η παρατηρούμενη στις υστερικές διαταραχές “μακάρια αδιαφορία” (belle indifference[2] ). Επακόλουθο είναι ο άρρωστος να έχει ελάχιστη προθυμία για ψυχιατρική βοήθεια, και για τον λόγο αυτό προτιμάται μια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία και χορήγηση ψυχοφαρμάκων για την αντιμετώπιση του άγχους.

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή και την αποπροσωποποίηση (την διασχιστική διαταραχή ταυτότητας την είδαμε σε άλλο άρθρο).

Η διασχιστική αμνησία (πρώην ψυχογενής αμνησία) χαρακτηρίζεται από μια απώλεια σημαντικών πληροφοριών (όπως π.χ. το όνομα, οικογένεια, επάγγελμα) και γεγονότων, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως απλή λησμοσύνη (όπως π.χ. όταν κάποιος δεν μπορεί να θυμηθεί κάποιες πληροφορίες επειδή ήταν αφηρημένος). Η αμνησία συνήθως περιλαμβάνει και οφείλεται σε ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός (ως επί το πλείστον πολεμικές μάχες, φυσικές καταστροφές, σεξουαλική κακοποίηση, απόπειρες αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας). Λόγω του ανυπόφορου του γεγονότος, το άτομο αντιδρά χάνοντας αναμνήσεις του εαυτού του, οι οποίες μπορεί να έχουν μικρή ή μεγάλη έκταση.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν πέντε ευρεία σχήματα απώλειας μνήμης σε αυτή τη διαταραχή. Συνηθέστερη μορφή είναι η περιγεγραμμένη (εντοπισμένη) αμνησία, η οποία χαρακτηρίζεται από αδυναμία μνημονικής ανάκλησης όλων των γεγονότων μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, που καλύπτει συνήθως όλη την τραυματική εμπειρία μέχρι και λίγες ημέρες έπειτα (π.χ. σε μια σεισμική καταστροφή που το άτομο χάνει όλη την οικογένειά του, δεν θυμάται τίποτα από το γεγονός μέχρι να περάσουν μερικές ημέρες). Μια άλλη μορφή είναι η εκλεκτική αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά ορισμένα αλλά όχι όλα τα γεγονότα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, διατηρώντας στη μνήμη του ορισμένα τμήματά της (π.χ. σε μια σεξουαλική κακοποίηση, το άτομο θυμάται το μέρος που συνέβη ή τη διαδρομή που διέφυγε αλλά όχι το πρόσωπο ή την ταυτότητα του δράστη). Πιο σπάνιες μορφές είναι η γενικευμένη αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα σχετικά με τη ζωή του (πλήρης αδυναμία μνημονικής ανάκλησης), η συνεχής αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα από μία στιγμή και έπειτα, μέχρι το παρόν, και η συστηματοποιημένη αμνησία, όπου το άτομο δεν μπορεί να ανακαλέσει πληροφορίες που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία (π.χ. πληροφορίες σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση). Οι τρεις τελευταίες μορφές ενδέχεται να συσχετίζονται και με άλλες μορφές διασχιστικής διαταραχής.

Η αμνησία είναι συνήθως παροδική, και ειδικά εφόσον δεν είναι χρόνια, επανέρχεται ξαφνικά, ύστερα από κάποιες εβδομάδες μέχρι κάποιους μήνες. Για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται συνήθως θεραπευτική επέμβαση. Σε περίπτωση που η αμνησία είναι γενική, ο άρρωστος αποπροσανατολίζεται, μην μπορώντας να προσδιορίσει το ποιος ή πού είναι, και επικρατεί μια σύγχυση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια άσκοπη περιπλάνηση. Στο στάδιο αυτό, αδυνατεί να αναγνωρίσει συγγενικά πρόσωπα, ενώ οικεία πρόσωπα και αντικείμενα δεν τον βοηθούν να θυμηθεί και ο ίδιος έχει επίγνωση της αμνησίας του.

Άλλη μορφή διασχιστικής διαταραχής είναι η διασχιστική φυγή (πρώην ψυχογενής φυγή). Ξαφνικά ένα άτομο αφήνει πίσω την οικογένεια και την εργασία του, και ξεκινά ένα απροσδόκητο ταξίδι μακριά από τον τόπο του. Το άτομο δεν θυμάται το παρελθόν του αλλά σε αντίθεση με τη διασχιστική αμνησία έχει μια αίσθηση προορισμού (και όχι άσκοπης περιπλάνησης), και μολονότι συνήθως υπάρχει σύγχυση της ταυτότητας, ενδέχεται να λάβει μια εξ ολοκλήρου νέα ταυτότητα (με μερική ή ολική απόρριψη της παλιάς και των κοινωνικών της σχέσεων). Η νέα αυτή ταυτότητα είναι πιο εξωστρεφής, με λιγότερες αναστολές και πιο ζωντανή. Το άτομο μπορεί να εμφανισθεί με νέο όνομα, προέλευση, επάγγελμα και να δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις. Η συμπεριφορά του δεν μαρτυρά την ύπαρξη μιας διαταραχής και για αυτό μπορεί να συνεχίσει στη νέα του ζωή για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις η διάρκεια είναι μικρή, οι κοινωνικές σχέσεις αποφεύγονται και το άτομο δεν αποκτά νέα ολοκληρωμένη ταυτότητα. Η ανάνηψη είναι όσο ξαφνική όσο ήταν και η εμφάνιση της διαταραχής. Για αυτό και πάλι δεν ακολουθείται συνήθως κάποια θεραπεία. Όπως και τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή μπορεί να προκαλέσει ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός, παρόμοιο με αυτά που αναφέρθηκαν.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η διασχιστική φυγή είναι ένας μερικός συνδυασμός της διασχιστικής αμνησίας και της διασχιστικής διαταραχής ταυτότητας, καθώς αφενός το άτομο απολύει τη μνήμη του παρελθόντος (γενικευμένη μορφή διασχιστικής αμνησίας) και αφετέρου δημιουργεί και υιοθετεί μια άλλη ταυτότητα, πιο απελευθερωμένη από ότι η προηγούμενη (δεύτερη ταυτότητα, η οποία δεν εναλλάσσεται αλλά είναι παροδική).

Τέλος, υπάρχει και η διασχιστική διαταραχή αποπροσωποποίησης. Η διαταραχή αυτή σχετίζεται με την αντίληψη και συνίσταται σε μια απότομη αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Το άτομο νιώθει αποξενωμένο από τον εαυτό του, σαν ένας εξωτερικός παρατηρητής και μπορεί να έχει το συναίσθημα ότι μέλη του σώματός του, συνήθως τα χέρια ή τα πόδια, έχουν μεγαλώσει ή μικρύνει. Μπορεί να αισθάνεται το σώμα του σαν ξένο, ότι κινείται σαν αυτόματο[3] ή σαν να βρίσκεται μέσα σε όνειρο.

Στο ίδιο πλαίσιο αλλά με διαφορετικό το αντικείμενο της διαταραχής είναι η αποκαλούμενη αποπραγματοποίηση. Επίκεντρο εδώ της αποξένωσης είναι ο εξωτερικός κόσμος και μπορεί να εκδηλωθεί ως αντικείμενα που αλλάζουν σχήμα ή μέγεθος, πρόσωπα που δείχνουν πεθαμένα ή ότι λειτουργούν αυτόματα, δημιουργώντας μια αίσθηση μη πραγματικού του περιβάλλοντος. Ακόμη, η διαταραχή μπορεί να αναφέρεται στην αίσθηση του χρόνου, με ηπιότερα και συνηθέστερα συμπτώματα τα ντεζά βυ και ντεζά βεκύ, όπου δίνεται η εντύπωση πως κάτι που βλέπει ή ζει το άτομο έχει συμβεί κάποτε στο παρελθόν. Η διαταραχή αυτή συμβαίνει συχνότερα σε νεαρές ηλικίες.

Συνήθως το άτομο νιώθει ότι δεν ελέγχει τις πράξεις του και γιαυτό περιέρχεται σε έναν φόβο τρέλας, παρόλο που ο άρρωστος εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο των πράξεων του και δεν αποβάλλει το λογικό του ή τον προσανατολισμό του. Ακόμη τα συμπτώματα συνοδεύονται από έντονο άγχος ή και κατάθλιψη και για τον λόγο αυτό μπορεί να χορηγηθούν και αντικαταθλιπτικά. Η πορεία της διαταραχής είναι κατά κανόνα χρόνια και χαρακτηρίζεται από εξάρσεις και υφέσεις ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής του ατόμου (π.χ. έντονο άγχος μπορεί να οδηγήσει σε εντονότερη εμφάνιση συμπτωμάτων).

Βλέπετε επίσης:

  • Πέτρος Χαρτοκόλλης, Εισαγωγή στην ψυχιατρική, δεύτερη έκδοση, εκδ. Θεμέλιο, 1989
  • Psychologia.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Iatronet.gr – Τάκης Χ. Νικόλαος, Αγγελοσοπούλου Αργυρώ, “Αποσυνδετικές (Διασχιστικές) Διαταραχές”
  • Psyhotherapia.blogspot.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Psychcentral.com – In-Depth: Understanding Dissociative Disorders

Εισαγωγική Φωτογραφία

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Εισηγητής της έννοιας της νοητικής διάσχισης υπήρξε ο Pierre Janet (19ος αιώνας). Μετέπειτα, με την διασχιστική διαταραχή που νοούνταν ως μορφή της υστερίας ασχολήθηκε και ο Freud. []
  2. Η έννοια εισήχθη από τον Σαρκώ. []
  3. Ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με το πολύ πιο ακραίο και σπάνιο φαινόμενο της αυτοσκοπίας που παρατηρείται στις σχιζοφρένειες, όπου εκεί πλέον ο άρρωστος βλέπει οπτικά τον εαυτό του σαν να είναι ένα άλλο άτομο, και το οποίο συνιστά παραίσθηση. Γενικά η αποπροσωποίηση στη διασχιστική διαταραχή διαφέρει από αυτή στις σχιζοφρένειες στο ότι στην πρώτη δεν χάνεται ο έλεγχος των πράξεων, καθώς δεν αποσυντίθεται το εγώ αλλά είναι δυστονική προς το εγώ. []