16 Αυγ 2015

Εργασία και ψυχική υγεία

Τι σχέση έχει η προσωπικότητά μας με το επάγγελμά μας; Οι περισσότεροι θα απαντούσαν πως είναι αλληλένδετα και θα έλεγαν πως επιλέγουμε το επάγγελμά μας, βάσει της προσωπικότητάς μας. Και μάλλον θα είχανε δίκιο, καθώς πολλές έρευνες έχουν βρει θετική συσχέτιση μεταξύ επαγγελμάτων και συγκεκριμένων τύπων προσωπικότητας. Για παράδειγμα, άτομα πιο εξωστρεφή τείνουν να καταλήγουν σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με δημόσιες σχέσεις και επικοινωνία με τρίτους, ενώ πιο εσωστρεφή άτομα τείνουν να επιλέγουν επαγγέλματα που δεν απαιτούν συχνή αλληλεπίδραση με άλλα άτομα. Και αυτό είναι κάτι αναμενόμενο, καθώς ο εσωστρεφής κουράζεται και δεν αποδίδει όσο θα ήθελε όταν βρίσκεται με τρίτους, ενώ αντίστοιχα ο εξωστρεφής κουράζεται και δεν αποδίδει όταν υπάρχει έλλειψη αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα.

Μάλιστα, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, δεν είναι σπάνιο νέοι να επισκέπτονται ειδικούς σύμβουλους εργασίας οι οποίοι αναλύοντας τα ενδιαφέροντα και την προσωπικότητα του ατόμου, του δίνουν μια λίστα με επιλογές στις οποίες έχει αυξημένη πιθανότητα μιας επιτυχούς καριέρας[1] .

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει όμως όταν σκεφτόμαστε την θετική συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων στυλ προσωπικότητας και επαγγελματικών επιλογών είναι σε ποιο βαθμό η ενασχόληση με ένα επάγγελμα (από επιλογή, τυχαία ή από ανάγκη) διαμορφώνει και την προσωπικότητά μας. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ότι υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση και σε αυτό το επίπεδο.

Σκεφτείτε έναν πωλητή ο οποίος έχει να κάνει καθημερινά με πολλές προσωπικότητες με τις οποίες προσπαθεί να αλληλοεπιδράσει με έναν τρόπο ώστε να τους πείσει για την αγορά ενός προϊόντος. Είναι λογικό ότι μετά από κάποια χρόνια εργασίας ο πωλητής θα συμπεριφέρεται πιο χειριστικά με τους άλλους, ενώ θα έχει αναπτύξει και τις κοινωνικές του δεξιότητες. Ή ας σκεφτούμε το παράδειγμα ενός δικαστή, ο οποίος είναι συνέχεια καχύποπτος απέναντι στους κατηγορούμενος, προσπαθώντας να ανακαλύψει εάν και σε ποιο βαθμό είναι ένοχοι. Σίγουρα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο δικαστής σε βάθος χρόνου θα είναι καχύποπτος απέναντι σε όλους, ακόμη και στην προσωπική του ζωή. Τέλος, ας αναλογιστούμε το παράδειγμα ενός ατόμου που στον εργασιακό του τομέα απαιτείται πολύ αναλυτικός τρόπος σκέψης για την επίλυση προβλημάτων (π.χ. μηχανικός ή προγραμματιστής). Όταν αυτό το άτομο καθημερινά «ασκείται» στο να προσπαθεί να δει ένα πρόβλημα από πολλές διαφορετικές γωνίες ώστε να καταφέρει να το επιλύσει, είναι λογικό να αναμένουμε ότι και στα καθημερινά του προβλήματα θα ακολουθεί παρόμοιο μεθοδικό και αναλυτικό τρόπο επίλυσης των προβλημάτων του, λαμβάνοντας υπόψη πολλές οπτικές αυτού που το απασχολεί.

Τομείς ψυχολογικών χαρακτηριστικών

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά ψυχολογικών προφίλ που μπορούν να συνδιαμορφωθούν βάσει της εργασίας μας.

Υπομονετικότητα – Ανυπομονησία

Μια βασική αρχή σε πολλούς τομείς εργασίας είναι η υπομονή. Όταν δουλεύεις σε κάτι στο οποίο δεν θα δεις άμεσα αποτελέσματα, αλλά, αντίθετα, απαιτείται χρόνος μέχρι να γευτείς τους καρπούς της εργασίας σου, τότε μαθαίνεις να είσαι υπομονετικός. Εάν κάποιος εργάζεται στο «εδώ και τώρα» (π.χ. γιατρός στα επείγοντα, πωλητής, πιλότος) δεν χρειάζεται να περιμένει για να επιτύχει τους στόχους του. Αυτοί επιτυγχάνονται σχετικά γρήγορα (στα παραδείγματά μας: όταν θα σωθεί μια ζωή, όταν γίνει η πώληση ή όταν προσγειωθεί το αεροπλάνο με επιτυχία σε λίγες ώρες).

Οπτιμισμός ή πεσιμισμός

Όταν η εργασία μας έχει να κάνει με ευχάριστες καταστάσεις (ή τουλάχιστον άμεσα δεν έχει να κάνει με δυσάρεστες), τότε τείνουμε να είμαστε πιο οπτιμιστές. Σκεφτείτε ένα άτομο το οποίο ασχολείται με άσχημες πλευρές της ζωής ή βλέπει συνεχώς πόνο και άγχος στην εργασιακή του καθημερινότητα (π.χ. πυροσβέστης, νοσοκόμος, ψυχοθεραπευτής). Αυτό το άτομο έχει αυξημένες πιθανότητες να είναι λιγότερο οπτιμιστής ή τουλάχιστον να λαμβάνει υπόψη του περισσότερο και την κακή πλευρά της ζωής σε σχέση με κάποιον που συνήθως έχει να κάνει με πιο ευχάριστες καταστάσεις (π.χ. διακοσμητής, κοσμηματοπώλης, μαιευτήρας).

Καχυποψία ή εμπιστοσύνη

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα παράμετρος σε μια εργασία που αναφέραμε ήδη είναι ο βαθμός στον οποίο το άτομο έχει να κάνει με ειλικρινείς στάσεις συνανθρώπων του ή όχι. Για παράδειγμα κάποιος ο οποίος ασχολείται με την αποκάλυψη σκανδάλων ή απατών (π.χ. δημοσιογράφος, αστυνομικός, ασφαλιστής) είναι λογικό να τείνει να είναι πιο καχύποπτος σε σχέση με κάποιον που έρχεται αντιμέτωπος με ειλικρινείς στάσεις ανθρώπων ή δεν τον απασχολεί καν κάτι τέτοιο γιατί το επάγγελμά του είναι τεχνικό (π.χ. ψυχοθεραπευτής, δάσκαλος, τεχνίτης).

Άγχος ή ηρεμία

Επαγγελματίες σε θέσεις που δεν απαιτούν συνεχή εγρήγορση και η επαγγελματική τους εξέλιξη είναι προκαθορισμένη συνήθως από τα χρόνια εμπειρίας (π.χ. δάσκαλοι, πιλότοι, δημόσιοι υπάλληλοι) είναι λογικό να έχουν λιγότερο άγχος σε σχέση με όσους ασχολούνται με καριέρες όπου πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση και η επαγγελματική εξέλιξη βασίζεται σε τυχαία γεγονότα, γνωριμίες ή στον υψηλό βαθμό επιτυχίας τους στην παρούσα θέση εργασίας (π.χ. δημοσιογράφοι, πολιτικοί).

Η θέση εργασίας διαμορφώνει την προσωπικότητά μας

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν, καθώς η λίστα των ψυχολογικών χαρακτηριστικών που επηρεάζονται από τη δουλειά μας είναι σχεδόν άπειρη. Και είναι λογικό, εάν σκεφτούμε ότι η εργασία μας είναι κάτι στο οποίο εμπλεκόμαστε σχεδόν το ένα τρίτο της ημέρας μας. Μιλάμε για πολλές ώρες ενασχόλησης σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, με συγκεκριμένους ανθρώπους και κανόνες συμπεριφοράς. Όπως η οικογένειά μας μας διαμορφώνει κυρίως όταν είμαστε μικροί, έτσι και η δουλειά μας συνεχίζει να μας διαμορφώνει (σε μικρότερο βεβαίως βαθμό) όταν ενηλικιωνόμαστε.

Πέρα από τη συνεχή επίδραση στην προσωπικότητά μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εργασιακή μας ζωή έχει πολύ μεγάλο αντίκτυπο και στην ψυχική μας υγεία ευρύτερα[2] . Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι το εργασιακό άγχος επηρεάζει περίπου το 1/3 των εργαζομένων στη Δύση, με τις επιπτώσεις του να είναι πολλές: κακή διάθεση, αντίκτυπο στις φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, ανάπτυξη σωματόμορφων διαταραχών, επιβάρυνση της σωματικής μας υγείας[3][4]. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να διαχωρίζουμε την εργασία από το υπόλοιπο της καθημερινότητάς μας. Όσα προβλήματα αντιμετωπίζουμε στην εργασία, συνεχίζουμε να τα κουβαλάμε και μετά τη λήξη του οκταώρου και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει πλήρης και σαφής διαχωρισμός, όσο μεγάλη προσπάθεια και εάν καταβάλουμε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Career Choice and Career Development: Using the MBTI and Myers Briggs Personality Type []
  2. WHO: “Mental health and work: Impact, issues and good practices”[pdf] []
  3. APA: “Coping with stress at work” []
  4. Why We Should Stop Stressing at Work []
09 Αυγ 2015

Διασχιστικές Διαταραχές (Διασχιστική Αμνησία, Φυγή και Αποπροσωποποίηση)

Οι διασχιστικές διαταραχές[1] (άλλως παλαιότερα αποσυνδετική υστερία) συνιστούν ένα εντυπωσιακό είδος νευρώσεων, που χαρακτηρίζεται από κάποια διαταραχή στην ταυτότητα ή συνείδηση εαυτού του ατόμου. Αυτό σημαίνει πως το άτομο χάνει, με κάποιον από τους ποικίλους τρόπους έκφανσης της διαταραχής, την ικανότητα να διατηρήσει μια ενιαία ή αρτιμελής προσωπικότητα. Η αποσύνδεση εντοπίζεται είτε με τη μορφή αμνησίας (διασχιστική αμνησία, παλιότερα ψυχογενής αμνησία), είτε με τη διάσχιση της προσωπικότητας, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως ανάληψη νέας ταυτότητας και φυγής (διασχιστική φυγή, παλαιότερα ψυχογενής φυγή) ή ως εναλλαγή μεταξύ διαφόρων “προσωπικοτήτων” στο ίδιο άτομο (διασχιστική διαταραχή ταυτότητας (παλαιότερα διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας). Τέλος, η διάσχιση μπορεί να λάβει τη μορφή αποστασιοποίησης από τον εαυτό του, οπότε γίνεται λόγος για αποπροσωποποίηση ή να λάβει μια μορφή που μολονότι συνιστά διάσχιση, δεν μπορεί να αναχθεί σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες (διασχιστική διαταραχή μη-προσδιοριζόμενη αλλιώς).

Οι διασχιστικές διαταραχές αποδίδονται γενικά στην πίεση που προκαλεί η ύπαρξη ενός ισχυρού και παρατεταμένου άγχους. Η ψυχική σύγκρουση που προκαλείται συνήθως από κάποιο ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός ή κατάσταση έχει ως επακόλουθο την εκδήλωση τέτοιων συμπτωμάτων, ως μία προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία. Τα συμπτώματα είναι κατά κανόνα προσωρινά, και εφόσον διατηρείται η αγχώδης κατάσταση, επαναληπτικά και δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια (π.χ. αμνησία εξαιτίας κάποιου χτυπήματος στο κεφάλι) . Ωστόσο, με την ομαλοποίηση της ζωής του αρρώστου, παύουν και γενικά δεν προκαλούν κάποια μόνιμη βλάβη.

Λόγω του ότι το σύμπτωμα συνδέεται με την αντιμετώπιση της αγχώδους κατάστασης, ο άρρωστος, όπως συμβαίνει και με τη μετατρεπτική υστερία, δεν νιώθει να ενοχλείται. Εμφανίζεται έτσι η παρατηρούμενη στις υστερικές διαταραχές “μακάρια αδιαφορία” (belle indifference[2] ). Επακόλουθο είναι ο άρρωστος να έχει ελάχιστη προθυμία για ψυχιατρική βοήθεια, και για τον λόγο αυτό προτιμάται μια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία και χορήγηση ψυχοφαρμάκων για την αντιμετώπιση του άγχους.

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή και την αποπροσωποποίηση (την διασχιστική διαταραχή ταυτότητας την είδαμε σε άλλο άρθρο).

Η διασχιστική αμνησία (πρώην ψυχογενής αμνησία) χαρακτηρίζεται από μια απώλεια σημαντικών πληροφοριών (όπως π.χ. το όνομα, οικογένεια, επάγγελμα) και γεγονότων, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως απλή λησμοσύνη (όπως π.χ. όταν κάποιος δεν μπορεί να θυμηθεί κάποιες πληροφορίες επειδή ήταν αφηρημένος). Η αμνησία συνήθως περιλαμβάνει και οφείλεται σε ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός (ως επί το πλείστον πολεμικές μάχες, φυσικές καταστροφές, σεξουαλική κακοποίηση, απόπειρες αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας). Λόγω του ανυπόφορου του γεγονότος, το άτομο αντιδρά χάνοντας αναμνήσεις του εαυτού του, οι οποίες μπορεί να έχουν μικρή ή μεγάλη έκταση.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν πέντε ευρεία σχήματα απώλειας μνήμης σε αυτή τη διαταραχή. Συνηθέστερη μορφή είναι η περιγεγραμμένη (εντοπισμένη) αμνησία, η οποία χαρακτηρίζεται από αδυναμία μνημονικής ανάκλησης όλων των γεγονότων μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, που καλύπτει συνήθως όλη την τραυματική εμπειρία μέχρι και λίγες ημέρες έπειτα (π.χ. σε μια σεισμική καταστροφή που το άτομο χάνει όλη την οικογένειά του, δεν θυμάται τίποτα από το γεγονός μέχρι να περάσουν μερικές ημέρες). Μια άλλη μορφή είναι η εκλεκτική αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά ορισμένα αλλά όχι όλα τα γεγονότα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, διατηρώντας στη μνήμη του ορισμένα τμήματά της (π.χ. σε μια σεξουαλική κακοποίηση, το άτομο θυμάται το μέρος που συνέβη ή τη διαδρομή που διέφυγε αλλά όχι το πρόσωπο ή την ταυτότητα του δράστη). Πιο σπάνιες μορφές είναι η γενικευμένη αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα σχετικά με τη ζωή του (πλήρης αδυναμία μνημονικής ανάκλησης), η συνεχής αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα από μία στιγμή και έπειτα, μέχρι το παρόν, και η συστηματοποιημένη αμνησία, όπου το άτομο δεν μπορεί να ανακαλέσει πληροφορίες που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία (π.χ. πληροφορίες σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση). Οι τρεις τελευταίες μορφές ενδέχεται να συσχετίζονται και με άλλες μορφές διασχιστικής διαταραχής.

Η αμνησία είναι συνήθως παροδική, και ειδικά εφόσον δεν είναι χρόνια, επανέρχεται ξαφνικά, ύστερα από κάποιες εβδομάδες μέχρι κάποιους μήνες. Για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται συνήθως θεραπευτική επέμβαση. Σε περίπτωση που η αμνησία είναι γενική, ο άρρωστος αποπροσανατολίζεται, μην μπορώντας να προσδιορίσει το ποιος ή πού είναι, και επικρατεί μια σύγχυση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια άσκοπη περιπλάνηση. Στο στάδιο αυτό, αδυνατεί να αναγνωρίσει συγγενικά πρόσωπα, ενώ οικεία πρόσωπα και αντικείμενα δεν τον βοηθούν να θυμηθεί και ο ίδιος έχει επίγνωση της αμνησίας του.

Άλλη μορφή διασχιστικής διαταραχής είναι η διασχιστική φυγή (πρώην ψυχογενής φυγή). Ξαφνικά ένα άτομο αφήνει πίσω την οικογένεια και την εργασία του, και ξεκινά ένα απροσδόκητο ταξίδι μακριά από τον τόπο του. Το άτομο δεν θυμάται το παρελθόν του αλλά σε αντίθεση με τη διασχιστική αμνησία έχει μια αίσθηση προορισμού (και όχι άσκοπης περιπλάνησης), και μολονότι συνήθως υπάρχει σύγχυση της ταυτότητας, ενδέχεται να λάβει μια εξ ολοκλήρου νέα ταυτότητα (με μερική ή ολική απόρριψη της παλιάς και των κοινωνικών της σχέσεων). Η νέα αυτή ταυτότητα είναι πιο εξωστρεφής, με λιγότερες αναστολές και πιο ζωντανή. Το άτομο μπορεί να εμφανισθεί με νέο όνομα, προέλευση, επάγγελμα και να δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις. Η συμπεριφορά του δεν μαρτυρά την ύπαρξη μιας διαταραχής και για αυτό μπορεί να συνεχίσει στη νέα του ζωή για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις η διάρκεια είναι μικρή, οι κοινωνικές σχέσεις αποφεύγονται και το άτομο δεν αποκτά νέα ολοκληρωμένη ταυτότητα. Η ανάνηψη είναι όσο ξαφνική όσο ήταν και η εμφάνιση της διαταραχής. Για αυτό και πάλι δεν ακολουθείται συνήθως κάποια θεραπεία. Όπως και τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή μπορεί να προκαλέσει ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός, παρόμοιο με αυτά που αναφέρθηκαν.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η διασχιστική φυγή είναι ένας μερικός συνδυασμός της διασχιστικής αμνησίας και της διασχιστικής διαταραχής ταυτότητας, καθώς αφενός το άτομο απολύει τη μνήμη του παρελθόντος (γενικευμένη μορφή διασχιστικής αμνησίας) και αφετέρου δημιουργεί και υιοθετεί μια άλλη ταυτότητα, πιο απελευθερωμένη από ότι η προηγούμενη (δεύτερη ταυτότητα, η οποία δεν εναλλάσσεται αλλά είναι παροδική).

Τέλος, υπάρχει και η διασχιστική διαταραχή αποπροσωποποίησης. Η διαταραχή αυτή σχετίζεται με την αντίληψη και συνίσταται σε μια απότομη αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Το άτομο νιώθει αποξενωμένο από τον εαυτό του, σαν ένας εξωτερικός παρατηρητής και μπορεί να έχει το συναίσθημα ότι μέλη του σώματός του, συνήθως τα χέρια ή τα πόδια, έχουν μεγαλώσει ή μικρύνει. Μπορεί να αισθάνεται το σώμα του σαν ξένο, ότι κινείται σαν αυτόματο[3] ή σαν να βρίσκεται μέσα σε όνειρο.

Στο ίδιο πλαίσιο αλλά με διαφορετικό το αντικείμενο της διαταραχής είναι η αποκαλούμενη αποπραγματοποίηση. Επίκεντρο εδώ της αποξένωσης είναι ο εξωτερικός κόσμος και μπορεί να εκδηλωθεί ως αντικείμενα που αλλάζουν σχήμα ή μέγεθος, πρόσωπα που δείχνουν πεθαμένα ή ότι λειτουργούν αυτόματα, δημιουργώντας μια αίσθηση μη πραγματικού του περιβάλλοντος. Ακόμη, η διαταραχή μπορεί να αναφέρεται στην αίσθηση του χρόνου, με ηπιότερα και συνηθέστερα συμπτώματα τα ντεζά βυ και ντεζά βεκύ, όπου δίνεται η εντύπωση πως κάτι που βλέπει ή ζει το άτομο έχει συμβεί κάποτε στο παρελθόν. Η διαταραχή αυτή συμβαίνει συχνότερα σε νεαρές ηλικίες.

Συνήθως το άτομο νιώθει ότι δεν ελέγχει τις πράξεις του και γιαυτό περιέρχεται σε έναν φόβο τρέλας, παρόλο που ο άρρωστος εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο των πράξεων του και δεν αποβάλλει το λογικό του ή τον προσανατολισμό του. Ακόμη τα συμπτώματα συνοδεύονται από έντονο άγχος ή και κατάθλιψη και για τον λόγο αυτό μπορεί να χορηγηθούν και αντικαταθλιπτικά. Η πορεία της διαταραχής είναι κατά κανόνα χρόνια και χαρακτηρίζεται από εξάρσεις και υφέσεις ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής του ατόμου (π.χ. έντονο άγχος μπορεί να οδηγήσει σε εντονότερη εμφάνιση συμπτωμάτων).

Βλέπετε επίσης:

  • Πέτρος Χαρτοκόλλης, Εισαγωγή στην ψυχιατρική, δεύτερη έκδοση, εκδ. Θεμέλιο, 1989
  • Psychologia.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Iatronet.gr – Τάκης Χ. Νικόλαος, Αγγελοσοπούλου Αργυρώ, “Αποσυνδετικές (Διασχιστικές) Διαταραχές”
  • Psyhotherapia.blogspot.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Psychcentral.com – In-Depth: Understanding Dissociative Disorders

Εισαγωγική Φωτογραφία

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Εισηγητής της έννοιας της νοητικής διάσχισης υπήρξε ο Pierre Janet (19ος αιώνας). Μετέπειτα, με την διασχιστική διαταραχή που νοούνταν ως μορφή της υστερίας ασχολήθηκε και ο Freud. []
  2. Η έννοια εισήχθη από τον Σαρκώ. []
  3. Ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με το πολύ πιο ακραίο και σπάνιο φαινόμενο της αυτοσκοπίας που παρατηρείται στις σχιζοφρένειες, όπου εκεί πλέον ο άρρωστος βλέπει οπτικά τον εαυτό του σαν να είναι ένα άλλο άτομο, και το οποίο συνιστά παραίσθηση. Γενικά η αποπροσωποίηση στη διασχιστική διαταραχή διαφέρει από αυτή στις σχιζοφρένειες στο ότι στην πρώτη δεν χάνεται ο έλεγχος των πράξεων, καθώς δεν αποσυντίθεται το εγώ αλλά είναι δυστονική προς το εγώ. []
20 Απρ 2015

Ευφυϊα και ψυχικές διαταραχές: αυτοκαταστροφικός μονόδρομος ή εποικοδομητική (υπο όρους) αμφίδρομη σχέση;

Πριν από 2.500 χρόνια ο Αριστοτέλης υποστήριξε πως «δεν υπάρχει καμία μεγάλη ιδιοφυΐα χωρίς κάποια δόση παράνοιας». Σήμερα ο ισχυρισμός του αποδεικνύεται επιστημονικά καθώς πολυάριθμες μελέτες αποδεικνύουν πως η ευφυΐα σχετίζεται με ισχυρότερες τάσεις που αφορούν στην κατάθλιψη, στη σχιζοφρένεια και στη διπολική διαταραχή καθώς επίσης και σε εθισμούς όπως τα ναρκωτικά και το αλκοόλ. Σύμφωνα με μία μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Neuron  αυτό οφειλεται σε μία πρωτεΐνη που παράγεται στον εγκέφαλο (neuronal calcium sensor-1 protein) και η οποία έχει άμεση σύνδεση με τη μνήμη, τη δημιουργική σκέψη και με σοβαρές ψυχικές διαταραχές όπως οι παραπάνω.

Επιπρόσθετα, σε έρευνες  που έλαβαν χώρα στην Αγγλία και σε Σκανδιναβικές χώρες αποδεικνύεται πως υπάρχει άρρηκτος δεσμός ανάμεσα στη διπολική διαταραχή και στις υψηλές επιδόσεις των μαθητών στο σχολείο ειδικότερα σε όσους μελετούσαν μαθηματικά, λογοτεχνία και μουσική. Αυτό άλλωστε επιβεβαιώνεται ιστορικά από αναρίθμητα παραδείγματα εξεχόντων προσωπικοτήτων του χώρου της τέχνης και των επιστημών που ταλανίστηκαν από σοβαρές ψυχικές ασθένειες κατα τη διάρκεια του πολύκροτου βίου τους όπως ο Van Gogh, ο Κερτ Κομπέιν,η Σύλβια Πλαθ, ο Έντεκα Άλαν Πόε, η Βιρτζίνια Γουλφ και χιλιάδες άλλοι. Φαίνεται λοιπόν, πως αναπτύσσεται μία αλληλοσχέση ανάμεσα στην ευφυΐα και το δημιουργικό πνεύμα κάτι ωστόσο που δεν αποτελεί τον κανόνα σύμφωνα με μία γνωστή έρευνα των Getzels και Jackson (1962), που δείχνει ότι δημιουργικοί άνθρωποι  δεν ήταν κατ’ ανάγκην και οι έχοντες την πλέον υψηλή νοημοσύνη. Αυτό το συμπέρασμα χρήζει ιδιαίτερης προσοχής καθώς σε πολλές περιπτώσεις ανθρώπων με έντονη συνύπαρξη ψυχικών ασθενειών και καλλιτεχνικής δραστηριότητας , οι πράξεις αυτοχειρίας κατέχουν υψηλό ποσοστό καθιστώντας τις πράξεις αυτοκαταστροφής ως μία πράξη ηρωισμού σε μία προσπάθεια λύτρωσης μίας βασανισμένης ιδιοφυίας. Φυσικά αυτός ο τρόπος σκέψης κρίνεται από την επιστημονική κοινότητα ως ανεδαφικός καθώς η γοητεία σε μία πράξη αυτοχειρίας είναι το ίδιο παράλογη με τη δαιμονοποίησή της αφού αναστέλλει την κατανόησή μας για σοβαρές ψυχικές διαταραχές που υποβόσκουν στις εξέχοντες καλλιτεχνικές προσωπικότητες που ενδεχομένως πολλοί από εμας έχουμε θαυμάσει.

Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι πως η κατάθλιψη ή οποιαδήποτε άλλη ψυχική διαταραχή δεν αποτελεί το εισιτήριο μίας ιδιοφυίας και κατ’επεκτάση μίας πράξης αυτοχειρίας. Η αυτοκτονία αποτελεί μία από τις σοβαρότερες εκφάνσεις των ψυχικών ασθενειών και σίγουρα δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως μία φυσιολογική ή ακόμα και ηρωική πράξη ενός ευφυούς και δημιουργικού ανθρώπου. Ένας άνθρωπος που προβαίνει σε μία τέτοια ενέργεια, κρίνεται ψυχικά διαταραγμένος και στόχος μας θα πρέπει να είναι η πρόληψη και η σωστή ενημέρωση από επιστήμονες του χώρου της Ψυχιατρικής έτσι ώστε να αντιμετωπίσουμε με τον κατάλληλο χειρισμό τέτοιες περιπτώσεις που ενδεχομένως αντιλήφθουμε στο περιβάλλον μας.

Αξίζει να σημειωθεί πως η οπτική γωνία με την οποία βλέπουμε τέτοιες καταστάσεις διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο καθώς οδηγεί πολλούς ανθρώπους στο να χρησιμοποιούν τις ταμπέλες του «άρρωστου», του «καταθλιπτικού», του «προβληματικού» κ.ά τις οποίες μακροπρόθεσμα θα υιοθετήσει και ο ίδιος ο πάσχων οδηγώντας τον συχνά σε προβληματικές εσωτερικεύσεις που λειτουργούν ανασταλτικά στην προσπάθεια ανάρρωσής του. Η παιδεία, οι αντιλήψεις και το πνευματικό επίπεδο της κοινωνίας καθώς και η η επιστημονική πρόοδος σε θέματα ψυχικής υγείας της κάθε χώρας ασφαλώς διαδραματίζει βαρυσήμαντο ρόλο στην υιοθέτηση τέτοιων απόψεων.

Εν κατακλείδι, η αλληλοσχέση δημιουργικότητας, ευφυίας και ψυχικών διαταραχών είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη και δεδομένου οτι η αυτοχειρία ή οποιαδήποτε άλλη πράξη αυτοκαταστροφής αποτελούν τις σοβαρότερες εκφάνσεις αυτών των διαταραχών, δεν θα πρέπει να θεωρούνται σε καμία περίπτωση ως μία δικαιολογημένη ή «φυσιολογική» αντίδραση λύτρωσης υπο το μανδύα της «βασανισμένης ιδιοφυίας». Κρίνεται αναπόδραστη αναγκαιότητα η συνειδητοποίηση εκ μέρους του πάσχοντος αλλά και του περιβάλλοντός του, πως οποιαδήποτε ψυχική ασθένεια δεν αποτελεί αντικείμενο ντροπής, τύψεων ή κατωτερότητας γι’αυτό και η αποδοχή της διαφορετικότητας του ατόμου καθώς και η ορθολογική αντιμετώπιση της συμπτωματολογίας του, θα αποτελέσουν το εναρκτήριο λάκτισμα στην προσπάθεια απελευθέρωσης από τους δαίμονες που αποδομούν την ψυχική του ισορροπία. Στόχος καθίσταται η πρόληψη και η σωστή ενημέρωση από επιστήμονες της Ψυχιατρικής σε θέματα ψυχικής υγείας. Η οποιαδήποτε ακραία αντιμετώπιση των ψυχικών ασθενειών αποτελεί τροχοπέδη στην προσπάθεια παροχής βοήθειας σε ανθρώπους που πραγματικά χρειάζονται την στήριξη και την επιστημονική αρωγή μας.Με αυτή την ασφαλιστική δικλείδα, άνθρωποι με ιδιάιτερη ευφυία που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν κάποια διαταραχή θα μπορέσουν να εκφράσουν εποικοδομητικά το μεγαλείο του ταλέντου τους. Ίσως τελικά αυτή η ανάγκη έκφρασης του ιδιαίτερου ψυχισμού τους και η απόδραση από την επίπονη πραγματικότητα είναι που ωθούν αυτά τα άτομα στην ενασχόλησή τους με τον κόσμο των τεχνών και των επιστημών καθιστώντας τους ιδιαίτερα επιτυχημένους στο αντικείμενο που επιλέγουν. Αυτό φυσικά αποτελεί προσωπική άποψη και δεν αποδεικνύεται με επιστημονικές μελέτες.

Εισαγωγική Εικόνα

10 Μαρ 2015

Ας γνωρίσουμε τις Αγχώδεις Διαταραχές

Οι αγχώδεις διαταραχές είναι οι πιο συχνές διαταραχές στον κόσμο σύμφωνα με έρευνα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει νιώσει άγχος. Το άγχος είναι μια κοινή αντίδραση που σε κάποιο βαθμό απαντάται στους περισσότερους ανθρώπους με τη μορφή της υπερβολικής αντίδρασης σε ήπια στρεσογόνα γεγονότα, όπως για παράδειγμα σε παραμονές εξετάσεων, σε αναμονή σημαντικών συναντήσεων κλπ. Το άγχος θεωρείται παθολογικό όταν δημιουργεί προβλήματα στην καθημερινή λειτουργικότητα του ατόμου, οπότε και έχουμε κάποια αγχώδη διαταραχή.

Οι έξι βασικές αγχώδεις διαταραχές:

  • Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή: μακροχρόνιο άγχος που δεν αφορά σε κάποια συγκεκριμένη κατάσταση ή αντικείμενο
  • Διαταραχή πανικού (με ή χωρίς αγοραφοβία): εμφανίζεται ξαφνικά και απότομα και συνοδεύεται από αίσθημα επικείμενου φόβου ή καταστροφής. Συχνά ακολουθείται από τρέμουλο, ζάλη, ταχυκαρδία, φόβο και δυσκολία στην αναπνοή.
  • Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή: επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες (επίμονες σκέψεις, ιδέες, παρορμήσεις ή εικόνες) και καταναγκασμοί.
  • Κοινωνική Αγχώδης Διαταραχή:έντονος φόβος ταπείνωσης ή αμηχανίας σε κοινωνικές καταστάσεις.
  • Ειδικήφοβία: έντονος και επίμονος φόβος για μια συγκεκριμένη κατάσταση ή αντικείμενο
  • Διαταραχή μετα-τραυματικού στρες: άγχος από μια τραυματική εμπειρία. Επαναβίωση του τραύματος μέσα από όνειρα ή επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις του συμβάντος που ταράζουν το άτομο.

Συμπτώματα:

Ψυχολογικό, στρες, τρόμος, ανησυχία, φόβος, πανικός, ευερεθισμός

Σωματικά διαταραγμένος ύπνος, πονοκέφαλοι, σφίξιμο στο στήθος, σφίξιμο στο στομάχι, ταχυκαρδία

Σε αυτό το σημείο, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι για να πούμε πως ένα άτομο έχει αγχώδη διαταραχή, πρέπει να πληροί τα κριτήρια που ορίζει το DSM (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders) για την καθεμιά από τις παραπάνω διαταραχές. Η αιτία που προκαλείται μια αγχώδης διαταραχή δεν είναι πλήρως γνωστή, αλλά φαίνεται πως συμβάλλουν αρκετοί παράγοντες στην ανάπτυξη της, όπως είναι η χημεία του ίδιου του εγκεφάλου, η κληρονομικότητα, αλλά και το περιβάλλον.

Οι νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου βοηθούν στην μεταφορά πληροφοριών από νευρικό κύτταρο σε νευρικό κύτταρο. Εάν οι νευροδιαβιβαστές είναι εκτός ισορροπίας, οι πληροφορίες δεν μπορούν να μεταβούν κατάλληλα στον εγκέφαλο. Αυτός μπορεί να είναι ένα τρόπος που ο εγκέφαλος αντιδρά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, οδηγώντας έτσι στην ανησυχία κ το άγχος. Επίσης, μερικοί ερευνητές προτείνουν πως το οικογενειακό ιστορικό παίζει ρόλο στην αύξηση της πιθανότητας να αναπτύξει ένα άτομο αγχώδη διαταραχή. Αυτό σημαίνει ότι η τάση να αναπτυχθεί μια διαταραχή περνάει από γενιά σε γενιά. Τέλος, τραυματικά και στρεσογόνα γεγονότα, όπως μία κακομεταχείριση, ο θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου, ένα διαζύγιο, η αλλαγή εργασίας ή σχολείων στην παιδική ηλικία, αλλά και η κατάχρηση ουσιών, αλκοόλ, νικοτίνης ή καφεΐνης, μπορεί είτε να οδηγήσουν σε μια αγχώδη διαταραχή, είτε να την κάνουν χειρότερη.

Είναι σημαντικό για το άτομο που πάσχει από μια αγχώδη διαταραχή να έχει ένα περιβάλλον από ανθρώπους που του παρέχουν κοινωνική, σωματική και συναισθηματική υποστήριξη. Οι περισσότεροι άνθρωποι αναρρώνουν από αυτές τις διαταραχές με την πάροδο του χρόνου αν είναι σε θέση να αποκαταστήσουν τις βασικές ανθρώπινες ανάγκες τους και να λάβουν την υποστήριξη όταν χρειάζεται. Επιπλέον, με την αποφυγή που επιλέγει συνήθως το άτομο που έχει αγχώδη διαταραχή για να διαχειριστεί το άγχος, όπως για παράδειγμα με την αποφυγή καθημερινών δραστηριοτήτων, η διαχείριση αυτή έχει μόνο προσωρινό και όχι μακροχρόνιο όφελος. Χρειάζεται το άτομο να αναπτύξει δεξιότητες ώστε να αποδίδει καλά σε καταστάσεις που παράγουν άγχος. Προτείνεται, επίσης, η ελαχιστοποίηση της κατανάλωσης καφεΐνης, του τσιγάρου και του ποτού, ώστε να μειωθούν οι ταχυκαρδίες και η νευρικότητα. Τέλος, χρειάζεται το άτομο να αναζητήσει επαγγελματική βοήθεια από κάποιον ειδικό ψυχικής υγείας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition, Edited by American Psychiatric Association, 2013
  • Μαλικιώση – Λοΐζου, Μ. (1999). Συμβουλευτική Ψυχολογία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Μάνου, Ν. (1997). Βασικά στοιχεία κλινικής ψυχιατρικής. Θεσσαλονίκη: University studio press.
  • Pervin, L. A. & John, O. P. (2001). Θεωρίες προσωπικότητας: Έρευνα και εφαρμογές. Αθήνα: Τυπωθήτω, Γιώργος Δαρδάνος.