08 Φεβ

Κοινωνική συμμόρφωση: όλοι είμαστε κομφορμιστές

Πολύ συχνά οι ψυχολόγοι λέμε ότι υπάρχουν διαφορές στον τρόπο που οι άνθρωποι από ανατολικές και δυτικές κοινωνίες αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους και τις σχέσεις που αναπτύσσουν με το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Συγκεκριμένα, οι δυτικές κουλτούρες δίνουν έμφαση στις ατομικές ικανότητες, ωθούν τα άτομα να είναι ξεχωριστά και να διαφέρουν από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο, με αποτέλεσμα να γίνονται πιο ανταγωνιστικά. Αντίθετα, οι ανατολίτικες κουλτούρες δίνουν έμφαση στην έννοια της κοινότητας, ωθούν τα άτομα να αναπτύσσουν στενές σχέσεις με τους υπολοίπους και να ακολουθούν πιστά τις κοινωνικές νόρμες, διαφοροποιώντας στο ελάχιστον την συμπεριφορά τους σε σχέση με το κοινωνικό σύνολο και τις κοινωνικές επιταγές.

Μπορεί η Δύση να δίνει έμφαση στην ατομικότητα, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ταυτόχρονα δεν λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη τις απόψεις των υπολοίπων. Έχουμε την ανάγκη να γίνουμε δέκτες αποδοχής από τις κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουμε και φυσικά να έχουμε όσο το δυνατόν λιγότερες συγκρούσεις. Πόσο μακριά όμως μπορεί να φτάσει η ανάγκη μας για αποδοχή; Αν κρίνουμε από τα αποτελέσματα του κλασικού πειράματος του Asch στα μέσα της δεκαετίας του 1950, τότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή η ανάγκη είναι μεγαλύτερη από ότι περιμένουν οι περισσότεροι.

Ο Asch ήταν ένας από τους πιο σημαντικούς κοινωνικούς ψυχολόγους του αιώνα που μας πέρασε, ο οποίος, ζώντας μετά το τέλος του Β’ ΠΠ και εν μέσω του Ψυχρού Πολέμου, είχε έντονους προβληματισμούς σχετικά με την επίδραση της κοινωνικής πίεσης στη συμπεριφορά του ατόμου. Οι άνθρωποι φαίνονται ελεύθεροι και έχουν την πεποίθηση ότι λειτουργούν αυτόνομα, αλλά ο Asch πίστευε ότι όλα αυτά είναι μια ψευδαίσθηση. Για να ελέγξει την υπόθεσή του σχεδίασε ένα πολύ απλό και ταυτόχρονα εξαιρετικά ευφυές πείραμα. Οι συμμετέχοντες καλούνταν να λάβουν μέρος σε ένα πείραμα το οποίο υποτίθεται ότι σκοπό είχε να ελέγξει την οπτική αντίληψή τους. Στην πιο κλασική μορφή του πειράματος οι συμμετέχοντες καθόντουσαν μαζί με άλλα άτομα σε μια αίθουσα και κοιτούσαν μια σειρά από κάρτες που έδειχναν 3 γραμμές, τις οποίες έπρεπε να συγκρίνουν (Με ποια γραμμή της κάρτας Β είναι ίση η γραμμή της κάρτας Α, βλ. Εικόνα 1). Τα υπόλοιπα άτομα στην πραγματικότητα ήταν βοηθοί του πειραματιστή και σε συγκεκριμένες ερωτήσεις έδιναν εσκεμμένα λανθασμένες απαντήσεις. Στο κλασικό πείραμα οι κρυφοί βοηθοί έδιναν πρώτοι τις απαντήσεις τους, ώστε να ασκηθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πίεση στον συμμετέχοντα και να συμμορφωθεί με τις επιταγές των υπολοίπων.

Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Εικόνα 1: Παράδειγμα σύγκρισης από το πείραμα του Asch

Όπως βλέπουμε και από το παράδειγμα της Εικόνας 1, οι ερωτήσεις-παγίδα ήταν αρκετά εύκολες και οι απάντηση στο ερώτημα ποια γραμμή της δεύτερης κάρτας είναι ίση με τη γραμμή της πρώτης κάρτας θα λέγαμε ότι ήταν τουλάχιστον οφθαλμοφανής. Μάλιστα, όταν οι συμμετέχοντες λάμβαναν μέρος στο πείραμα ατομικά (χωρίς άλλους συμμετέχοντες-βοηθούς στο χώρο), οι σωστές απαντήσεις έφταναν το 99%. Αυτό που πρόσεξε όμως ο Asch ήταν πως όταν οι συμμετέχοντες έδιναν τις απαντήσεις ομαδικά με τον τρόπο που περιγράψαμε πιο πάνω, τότε το ποσοστό σωστών απαντήσεων έπεφτε σημαντικά. Ενώ στις πρώτες ερωτήσεις-παγίδα οι συμμετέχοντες έδιναν τις σωστές απαντήσεις, καθώς προχωρούσαν οι ερωτήσεις και οι βοηθοί έδιναν λανθασμένες απαντήσεις, έτειναν να συμφωνούν όλο και περισσότερο με την ομάδα, πηγαίνοντας αντίθετα στις προσωπικές τους αντιλήψεις. Εκτιμήθηκε ότι έως και 75% των συμμετεχόντων συμφώνησε τουλάχιστον μία φορά με την λανθασμένη άποψη της ομάδας, ενώ το 37% συμφώνησε πλήρως με την ομάδα!

Τι συνέβη όμως; Πως γίνεται κάποιος να βλέπει κάτι με τα ίδια του τα μάτια και να δηλώνει κάτι διαφορετικό; Η απάντηση είναι απλά: η πίεση της ομάδας. Ακόμη και για απλές δραστηριότητες και αποφάσεις που έχουν μηδενικό αντίκτυπο για εμάς (όπως η απάντηση σε ένα πείραμα με αγνώστους) τείνουμε να πηγαίνουμε με τα νερά της ομάδας για να αποφύγουμε τις συγκρούσεις και να μην διαφοροποιηθούμε από την ομάδα[1] . Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι όταν οι βοηθοί άνηκαν στο ίδιο φύλο ή/και φυλή με τον συμμετέχοντα, τότε η υποταγή στην ομάδα αυξανόταν κι άλλο, κάτι το οποίο μας οδηγεί σε μια ακόμη παράμετρο που φαίνεται να παίζει ρόλο σε αυτές τις περιπτώσεις: το πόσο κοντά αισθανόμαστε την ομάδα η οποία μας ασκεί την πίεση. Όσο πιο όμοια χαρακτηριστικά έχουμε, τόσο λιγότερο θέλουμε να διαφέρουμε από τους υπολοίπους της ομάδας, είτε αυτή είναι μια ομάδα 3-4 ατόμων, είτε 100, είτε ένα ολόκληρο έθνος.

Ένας παράγοντας όμως μπορεί να μειώσει δραματικά την επίδραση της ομάδας πάνω μας: η ανωνυμία! Όταν οι συμμετέχοντες του πειράματος καλούνταν να δώσουν γραπτή απάντηση και όχι προφορική ενώπιον όλων, ακόμη και όταν γνώριζαν τις απαντήσεις των υπολοίπων, υπέκυπταν σημαντικά λιγότερο. Ο λόγος ήταν ότι δεν χρειαζόταν να γίνει φανερή η αντίθεση της άποψής τους με την άποψη της πλειοψηφίας, οπότε αυξανόταν η αίσθηση ελευθερίας. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να το συγκρατήσουμε, καθώς η ανωνυμία αποτελεί θεμέλιο λίθο στις ψηφοφορίες των σύγχρονων δημοκρατιών ακριβώς για τη διασφάλιση της ελευθερίας της άποψης και της μείωσης των συγκρούσεων των ατόμων της μειοψηφίας με τα άτομα της πλειοψηφίας.

Η τάση να υποκύπτουμε στην πλειοψηφία φαίνεται πως σε μεγάλο βαθμό έχει γενετική βάση. Ακόμη και μικρά παιδιά 3-4 ετών τείνουν να συμφωνούν με την πλειοψηφία των συνομηλίκων τους, όταν οι απόψεις τους έρχονται σε σύγκρουση με την ομάδα[2] . Αυτό όμως δεν συμβαίνει στα παιδιά με διαγνωσμένο αυτισμό[3]. Αντίθετα, αυτά τα παιδιά τείνουν να μην δίνουν σημασία στις επιταγές της ομάδας και επιμένουν στην προσωπική τους άποψη, όσο αντιδημοφιλής και εάν είναι αυτή. Αυτό το εύρημα υπογραμμίζει τον ρόλο που παίζουν οι γενετικοί παράγοντας και η «καλωδίωση» του εγκεφάλου στην ανάπτυξη της κοινωνικής γνώσης και της ανάγκης του «ανήκειν», στην οποία οφείλεται η ανάγκη για όσο το δυνατόν λιγότερες προστριβές με την πλειοψηφία της κοινωνίας.

Συμπερασματικά θα λέγαμε πως όσο ανεξάρτητοι και εάν νομίζουμε ότι είμαστε, στην πραγματικότητα η κοινωνία ασκεί τεράστια επιρροή πάνω στη συμπεριφορά μας, ίσως με τρόπους που δεν μπορούμε να φανταστούμε και να ελέγξουμε κάθε δεδομένη στιγμή. Η πραγματική ελευθερία έρχεται μέσα από την ανωνυμία και με το να μπορέσει η φωνή μας να ακουστεί, δίχως να ταυτοποιθούμε και να στοχοποιηθούμε για τις απόψεις μας. Βεβαίως η ανωνυμία δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως πανάκεια. Μια βόλτα στο διαδίκτυο θα μας πείσει πως η ανωνυμία εύκολα μπορεί να φτάσει στα όρια της ασυδοσίας και να επιτρέψει στα άτομα να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους, πληγώνοντας τρίτους δίχως απολύτως κανέναν λόγο. Ο κοινωνικός κομφορμισμός έχει και θετικά στοιχεία και είναι ένα από τα βασικά υλικά που κρατάνε μια κοινωνία δεμένη και επιτρέπουν την εφαρμογή κοινωνικών κανόνων για την διαιώνισή της.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Bond & Smith (1996). Culture and Conformity: A Meta-Analysis of Studies Using Asch’s (1952b, 1956) Line Judgment Task. Psychological Bulletin []
  2. Seston & Kelemen (2013). Children’s conformity when acquiring novel conventions: The case of artifacts. Journal of Cognition and Development []
  3. Yafai et al. (2013) Social Conformity and ASD: A child-friendly take on a classic stufy. Autism. [pdf] []
13 Ιούλ

Ο ρόλος των συναισθημάτων

Τα συναισθήματα παίζουν σημαντικό ρόλο συνδυαστικά με τον τρόπο που σκεφτόμαστε και συμπεριφερόμαστε. Για να κατανοήσουμε τα συναισθήματα, είναι σημαντικό να καταλάβουμε τα τρία συστατικά ενός συναισθήματος. Τα συναισθήματα μας αποτελούνται από ένα υποκειμενικό στοιχείο (το πώς βιώνουμε το συναίσθημα), ένα φυσικό (το πώς το σώμα μας αντιδρά στο συναίσθημα) και ένα εκφραστικό (το πώς συμπεριφερόμαστε σε απάντηση προς το συναίσθημα). Αυτά τα διαφορετικά στοιχεία μπορούν να διαδραματίσουν έναν ρόλο στη λειτουργία και στον σκοπό των συναισθηματικών μας αντιδράσεων.

Αλλά γιατί βιώνουμε συναισθήματα; Τι ρόλο εξυπηρετούν;

Τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να αναλάβουμε δράση. Όταν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία πρόκληση, μπορεί να νιώσουμε άγχος για το αν θα τα πάμε καλά. Λόγω αυτής της συναισθηματικής μας αντίδρασης, ίσως να είναι πιο πιθανό να παρακινηθούμε να εμπλακούμε περισσότερο, ώστε να επιτύχουμε μια πιθανή έκβαση που επιθυμούμε. Από τη στιγμή που βιώνουμε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, μας δίνεται το κίνητρο να αναλάβουμε δράση και να κάνουμε κάτι θετικό για να βελτιώσουμε τις πιθανότητές επιτυχίας μας.

Τείνουμε, επίσης, να αναλαμβάνουμε δράση προκειμένου να βιώνουμε θετικά συναισθήματα και να ελαχιστοποιούμε την πιθανότητα να νιώθουμε τα αρνητικά. Για παράδειγμα, μπορούμε να ανατρέχουμε σε κοινωνικές δραστηριότητες ή χόμπι που μας παρέχουν μια αίσθηση ευτυχίας, ικανοποίησης και ενθουσιασμού. Από την άλλη πλευρά, πιθανόν να αποφεύγουμε καταστάσεις που μπορούν δυνητικά να οδηγήσουν σε πλήξη, θλίψη ή άγχος.

Ο Δαρβίνος πίστευε ότι τα συναισθήματα είναι προσαρμοστικός παράγοντας που επιτρέπει τόσο τους ανθρώπους, όσο και στα ζώα να επιβιώσουν και να αναπαραχθούν. Τα συναισθήματα χρησιμεύουν ώστε να λάβουμε δράση γρήγορα και να μεγιστοποιήσουμε τις πιθανότητές μας για επιβίωση και επιτυχία.

Τα συναισθήματά μας, επιπλέον, συμβάλλουν σημαντικά στις αποφάσεις που παίρνουμε. Ακόμα και σε περιπτώσεις που πιστεύουμε ότι οι αποφάσεις μας καθοδηγούνται αποκλειστικά από τη λογική και τον ορθολογισμό, τα συναισθήματα παίζουν καθοριστικό ρόλο. Η συναισθηματική νοημοσύνη ή η ικανότητά μας να κατανοούμε και να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματα, έχει αποδειχθεί ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Όταν ερχόμαστε σε επαφή με άλλους ανθρώπους, είναι σημαντικό να δώσουμε «σήματα» για να τους βοηθήσουμε να κατανοήσουν το πώς αισθανόμαστε. Αυτά τα «σήματα» μπορούν να περιλαμβάνουν τη συναισθηματική έκφραση μέσα από τη γλώσσα του σώματος, όπως οι διάφορες εκφράσεις του προσώπου που συνδέονται με τα ιδιαίτερα συναισθήματα που βιώνουμε. Όταν λέμε σε φίλους ή σε μέλη της οικογένειας ότι αισθανόμαστε χαρά, λύπη, ενθουσιασμένοι ή φοβισμένοι, τους δίνουμε σημαντικές πληροφορίες που μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιήσουν για να αναλάβουν δράση.

Ακριβώς όπως τα δικά μας συναισθήματα παρέχουν πολύτιμες πληροφορίες για τους άλλους, οι συναισθηματικές εκφράσεις των γύρω μας, μας δίνει μια πληθώρα κοινωνικών πληροφοριών. Η επικοινωνία με τους άλλους είναι ένα σημαντικό μέρος της καθημερινής μας ζωής και των σχέσεων, καθώς βοηθά να ερμηνεύουμε και να αντιδρούμε στα συναισθήματα των άλλων. Αυτό μας επιτρέπει να ανταποκριθούμε κατάλληλα και να οικοδομήσουμε βαθύτερες, πιο ουσιαστικές σχέσεις με τους φίλους μας, την οικογένεια μας και τους αγαπημένους μας.

Εν κατακλείδι, τα συναισθήματα μπορούν να μας παρακινήσουν να δράσουμε με συγκεκριμένους τρόπους και να μας δώσουν τα εργαλεία και τους πόρους που χρειαζόμαστε για να αλληλεπιδράσουμε ουσιαστικά με τον κοινωνικό μας περίγυρο.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Darwin, C. (1872). The expression of emotions in man and animas. New York: Appleton.
  • Goleman, D. (2011). Η Συναισθηματική Νοημοσύνη. Αθήνα: Πεδίο.
  • James, W. (1884). What is an emotion ?. Mind, 9, 188-205.
  • Lyons, W. (1999). The Philosophy of Cognition and Emotion. In T. Dalgleish, & M. J. Power (Eds.)(1999). A Handbook of Cognition and Emotion (21-44). Chichester: Wiley.
  • Niedenthal, P., Krauth-Greuber, S., Ric, F. (2011). Ψυχολογία του συναισθήματος. Αθήνα: Τόπος (Μοτίβο εκδοτική).
  • Παππά, Β. (2013). Η λογική των συναισθημάτων: Συναισθηματική ανάπτυξη και συναισθηματική νοημοσύνη. Αθήνα: Οκτώ.
05 Ιούλ

Η ψυχολογία της πολιτικής πόλωσης

Ζούμε ιδιαίτερες στιγμές στην χώρα μας. Τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές έχουν μόλις ανοίξει οι κάλπες για το δημοψήφισμα που θα δείξει εάν ο ελληνικός λαός θα ψηφίσει «Ναι» ή «Όχι» στην πρόταση των δανειστών της Ελλάδας (Ιούνιος 2015). Το δημοψήφισμα έχει πολλά ιδιαίτερα στοιχεία που το καθιστούν εξαιρετικά ενδιαφέρον πέρα από την προφανή πολιτική και κοινωνική του διάσταση. Και με αυτά τα στοιχεία θα ήθελα να ασχοληθώ με το άρθρο μου αυτό. Να ξεκαθαρίσω ότι το άρθρο δημοσιεύεται μετά το κλείσιμο της κάλπης, προς αποφυγή εντάσεων και ενστάσεων ότι χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο για πίεση προς τη μία ή τη δεύτερη επιλογή.

Αυτό που ίσως έχουμε προσέξει οι περισσότεροι είναι κάτι προφανές που δημιουργεί κάθε εθνική ψηφοφορία: πόλωση. Όσο πλησιάζει η ώρα της κάλπης, τόσο περισσότερο αυξάνεται η πόλωση. Τι εννοούμε όμως με τον όρο «πόλωση»; Το ευρετήριο όρων ψυχολογίας του PsychCentral μας δίνει έναν σύντομο και περιεκτικό ορισμό[1] :

Η ομαδική πόλωση είναι ένα φαινόμενο κατά το οποίο οι επιλογές και οι γνώμες των ατόμων μέσα στα πλαίσια μιας ομάδας τείνουν να γίνουν πιο ακραίες σε σχέση με τις πραγματικές, προσωπικές απόψεις των ατόμων που απαρτίζουν την ομάδα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η πόλωση δημιουργείται όχι σε ατομικό, αλλά σε ομαδικό επίπεδο. Η δυναμική της ομάδας τείνει να πιέζει το άτομο να λάβει όλο και πιο ακραίες θέσεις σε σχέση με τη θέση που υπερασπίζεται. Στο δημοψήφισμα λοιπόν, αν κάποιος ο οποίος έτεινε αρχικά προς τη μία απάντηση βρεθεί σε περιβάλλον με άλλους που τείνουν επίσης προς την ίδια απάντηση, σταδιακά θα καταλήξουν σε όλο και πιο σκληρή υποστήριξη της άποψης αυτής, παραμερίζοντας ενδεχομένως πτυχές της στάσης τους που αρχικά δεν τους άρεσαν. Για παράδειγμα, πολλοί υποστηρικτές του Ναι ή του Όχι τείνουν να παραμερίζουν ή να στρογγυλεύουν τις αρνητικές συνέπειες της κατάστασης στην οποία θα βρεθούμε εάν δώσουμε αυτή την απάντηση στο δημοψήφισμα.

Το κλίμα πόλωσης είναι κάτι που χτίζεται σταδιακά και απαιτεί χρόνο. Παρόλα αυτά όμως παρατηρούμε ότι στην περίπτωση του δημοψηφίσματος όπου η χρονική περίοδος προετοιμασίας και ενημέρωσης γύρω από τις συνέπειες του Ναι και του Όχι ήταν εξαιρετικά μικρή, κατάφερε ήδη να δημιουργηθεί ένα κλίμα πόλωσης. Αυτό οφείλεται ενδεχομένως στην κρισιμότητα που οι περισσότεροι βλέπουν στο ερώτημα του δημοψηφίσματος. Όσο πιο σοβαρές κρίνονται οι συνέπειες της μίας ή της άλλης απάντησης, τόσο αυξάνεται το αίσθημα της απειλής σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο και επομένως η πόλωση.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι πριν από λίγους μήνες είχαμε παρακολουθήσει ένα επίσης κρίσιμο δημοψήφισμα στη Σκωτία, το οποίο διαπραγματευόταν την ανεξαρτησία ή όχι της χώρας από το Ηνωμένο Βασίλειο. Στην περίπτωση αυτή οι πολίτες, με διαφορά 10% (45%-55%) αποφάσισαν να παραμείνουν στο Η.Β. Εκ των υστέρων αναλύσεις έδειξαν ότι κρίσιμος παράγοντας για την τελική απόφαση ήταν η απειλή που αισθάνθηκαν πολλοί Σκωτσέζοι σε περίπτωση που άλλαζε το status quo της χώρας τους. Υπήρχαν πλήθος αναλύσεων σχετικά με τις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες της ανεξαρτησίας της Σκωτίας για τους πολίτες της. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την τελευταία στιγμή πολλοί πολίτες να ψηφίσουν κατά της ανεξαρτησίας, ενώ στην ουσία ήταν υπέρ.

Η πολιτική πόλωση βεβαίως δεν παρατηρείται μόνο στις περιπτώσεις δημοψηφισμάτων τα οποία εκ των πραγμάτων χωρίζουν τους ψηφοφόρους σε δύο κατηγορίες (Ναι ή Όχι), αλλά ακόμη και στις βουλευτικές εκλογές. Αυτός είναι και ο λόγος που στις περισσότερες δημοκρατίες του κόσμου υπάρχουν δύο κυρίαρχα κόμματα που παλεύουν για την εξουσία. Ο δικομματισμός γεννιέται και θρέφεται μέσα από την κοινωνική πόλωση. Σύμφωνα με μια έρευνα που μελέτησε την αντίληψη της κομματικής πόλωσης και τους παράγοντες της στις ΗΠΑ, υπάρχουν 3 βασικά στοιχεία που πρέπει να λάβουμε υπόψη όταν μελετούμε το συγκεκριμένο φαινόμενο[2] .

Πρώτον, σημαντικός παράγοντας είναι οι αντιλήψεις μας για την «αντίπαλη ομάδα». Όσο πιο εννοποιημένους θεωρούμε τους πολιτικούς μας αντιπάλους, τόσο πιο πιθανό είναι να εγκαταλείψουμε τις αρχικές μας πολιτικές θέσεις, να έρθει πόλωση και να συνασπιστούμε με μια ομάδα που θεωρούμε ότι είναι πιο κοντά σε εμάς και είναι το αντίπαλο δέος για τους πολιτικούς μας αντιπάλους. Για τα ελληνικά δεδομένα, φανταστείτε την μεγάλη εκροή ψηφοφόρων προς τον ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες 2 εκλογικές αναμετρήσεις. Δεν ασπάστηκαν ξαφνικά όλοι τις πολιτικές αρχές του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απλά συνασπίστηκαν εκεί απέναντι στην Ν.Δ.

Δεύτερος σημαντικός παράγοντας είναι η αυτοαντίληψή μας. Όσο πιο κεντρική είναι η πολιτική μας στάση για την προσωπική μας ταυτότητα, τόσο πιο πολωμένη μπορεί να γίνει. Με άλλα λόγια, αυτοί οι οποίοι θεωρούν την κομματική τους ταυτότητα ή πολιτική τους τοποθέτηση ως βασικό στοιχείο της προσωπικότητάς τους, είναι δύσκολο να μετακινηθούν από τις θέσεις τους γιατί πολύ απλά είναι σαν να χάνουν ένα κομμάτι του εαυτού τους.

Τρίτος παράγοντας της κομματικής πόλωσης είναι φυσικά οι προσωπικές μας αντιλήψεις. Όσο πιο ακραίες είναι εκ φύσεως οι προσωπικές μας αντιλήψεις, τόσο πιο ακραία θα είναι και η πολιτική μας θέση στο τέλος. Ένας εκ φύσεως ακραίος συνομιλητής είναι λογικό ότι δύσκολα θα μετακινηθεί από τις θέσεις του, καθώς τον εκφράζουν ειλικρινώς.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η πόλωση είναι ένα φαινόμενο που εμφανίζεται ποικιλοτρόπως και σε πολλές διαφορετικές περιπτώσεις. Οι υποστηρικτές ενός κόμματος ή μίας στάσης σε ένα δημοψήφισμα δεν είναι απαραίτητα μια ομοιογενής ομάδα, αλλά με το πέρασμα του χρόνου και ενώ πλησιάζει η ώρα της κάλπης ομογενοποιούνται μέσα από μια διαδικασία δυναμική που λαμβάνει υπόψη την αυτοαντίληψη και την αντίληψη της ομοιογένειας και της δύναμης της αντίπαλης πολιτικής θέσης. Πρόκειται για έναν κυκλικό μηχανισμό: όσο πιο ομοιογενείς θεωρούμε τους άλλους, τόσο πιο πολύ ομογενοποιούμαστε εμείς και όσο πιο πολύ ομογενοποιούμαστε εμείς, τόσο πιο πολύ ομογενοποιείται και ο πολιτικός αντίπαλος, οδηγώντας σε μια πλήρως διχασμένη εικόνα του εκλογικού σώματος.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. PsychCentral: «Group Polarization» []
  2. Westfall et al. (2015). Perceiving Political Polarization in the  United States: Party Identity Strength  and Attitude Extremity Exacerbate the  Perceived Partisan Divide, Perspectives on Psychological Science 2015, Vol. 10(2) 145 –158 [pdf] []