16 Φεβ

Το φαινόμενο της απάθειας του θεατή

Ήταν 3.15 πμ της 13ης Μαρτίου 1964, όταν μία γυναίκα επέστρεφε από τη δουλειά στο μπαρ της και πάρκαρε το αυτοκίνητό της μπροστά από το σύμπλεγμα κατοικιών στο οποίο έμενε στη Νέα Υόρκη. Βγήκε από το αυτοκίνητό της και κινήθηκε προς την είσοδο του σπιτιού της που απείχε μόλις 30 μέτρα από το πάρκινγκ. Ένας άγνωστος άνδρας εμφανίστηκε πίσω της και άρχισε να την κυνηγάει. Η Catherine Genovese, όπως ήταν το όνομα της νεαρής γυναίκας, άρχισε να τρέχει προς την είσοδο φωνάζοντας για βοήθεια. Ο άνδρας όμως την πρόλαβε λίγο πριν της είσοδο και της κατάφερε δύο μαχαιριές στην πλάτη. Η κοπέλα ούρλιαζε για βοήθεια φωνάζοντας πως την έχουν μαχαιρώσει.

Ένας γείτονας άκουσε τις φωνές, βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε προς τον κακοποιό «Φύγε και άσε ήσυχη την κοπέλα», αναγκάζοντας τον άνδρα να το βάλει στα πόδια, ενώ η Genovese σύρθηκε προς την είσοδό της με όση δύναμη της είχε απομείνει. Λίγα λεπτά αργότερα ο δράστης επέστρεψε στο θύμα του και συνέχισε να της επιτίθεται με μανία. Συνολικά η κοπέλα βασανίστηκε πάνω από 45 λεπτά πριν ένας άλλος γείτονας βγει να δει τι συμβαίνει και καλέσει την αστυνομία και ασθενοφόρο. Η Genovese πέθανε κατά τη μεταφορά της στο νοσοκομείο.

Αυτή η ιστορία θα ήταν μια ιδιαίτερα τραγική ιστορία δολοφονίας μετά ληστείας, αλλά έμεινε στην ιστορία για έναν απλό λόγο. Υπολογίζεται πως πάνω από 30 άτομα άκουσαν την κοπέλα να καλεί σε βοήθεια, αλλά κανένας δεν την βοήθησε ή δεν ειδοποίησε έγκαιρα τις αρχές, με αποτέλεσμα η κοπέλα να βασανιστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να χάσει τη ζωή της. Η συγκεκριμένη ιστορία έδωσε την αφορμή στους κοινωνικούς ψυχολόγους να δημιουργήσουν μία νέα έννοια: το φαινόμενο του θεατή (bystander effect).

Σύμφωνα με αυτό το φαινόμενο, όσοι περισσότεροι είναι θεατές σε ένα τραγικό γεγονός, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες να βοηθήσουν τον συνάνθρωπό τους. Μεγάλες και ιστορικές έρευνες έχουν μελετήσει επανειλημμένα το συγκεκριμένο φαινόμενο και επιπλέον έχει επαναληφθεί και άλλες φορές στην εγκληματολογική ιστορία. Πλέον θεωρείται ως ένα από τα πιο ευρέως εδραιωμένα κοινωνικά φαινόμενα.

Πως είναι όμως δυνατόν να βλέπεις τον συνάνθρωπό σου να υποφέρει και να μην κάνεις τίποτα; Με μια πρώτη σκέψη, μας φαίνεται αδιανόητη η λογική πίσω από αυτό το φαινόμενο. Θα περίμενε κανείς ότι όσο αυξάνονται οι μάρτυρες ενός συνανθρώπου μας που χρειάζεται επειγόντως βοήθεια, τόσο θα έπρεπε να αυξάνεται και η πιθανότητα κάποιος να βοηθήσει ή να καλέσει για βοήθεια τις αρχές. Γιατί η πραγματικότητα διαφέρει τόσο από αυτό που αναμένουμε;

Διάχυση ευθύνης

Ένας βασικός λόγος που ο αυξημένος αριθμός μαρτύρων μιας κακομεταχείρισης δεν αυξάνει την πιθανότητα παρέμβασης είναι αρκετά απλός: η διάχυση της ευθύνης. Όσο περισσότερα άτομα βρίσκονται αντιμέτωπα με μία μεγάλη ευθύνη (π.χ. να καλέσουν την αστυνομία), τόσο μικραίνει η ατομική ευθύνη. Σκεφτείτε το σαν ένα μπουκάλι με νερό το οποίο μοιράζεται η ίδια ποσότητα νερού σε έναν αριθμό ποτηριών. Όσο λιγότερα είναι τα ποτήρια (οι μάρτυρες, στην περίπτωσή μας), τόσο περισσότερο νερό (η ευθύνη) αναλογεί στο κάθε ένα. Με απλά λόγια, όταν υπάρχουν πολλά άτομα σε μια σκηνή εγκλήματος, σκεφτόμαστε ότι κάποιος άλλος θα παρέμβει ή έχει ενημερώσει ήδη τις Αρχές. Πλήθος ερευνών με κοινωνικά πειράματα πάνω στο φαινόμενο του θεατή έχουν δείξει μια σταθερή αρνητική σχέση μεταξύ πιθανότητας παρέμβασης και αριθμού μαρτύρων.

Έπειτα, υπάρχει και το φαινόμενο της μίμησης. Όσο περισσότερα άτομα δεν αντιδρούν σε μια κατάσταση (ενδεχομένως λόγω της διάχυσης ευθύνης που αναφέραμε προηγουμένως) τόσο αυξάνεται η πιθανότητα και εμείς να μην αντιδράσουμε, καθώς σκεφτόμαστε πως για να μην αντιδράσει κανένας, μάλλον το περιστατικό είναι ήσσονος σημασίας. Έτσι, ανακυκλώνεται η απραξία, έως ότου βεβαίως κάποιος κάνει την αρχή και αντιδράσει, αυξάνοντας την εμπλοκή και των υπολοίπων μαρτύρων.

Γνώση του πώς να βοηθήσουμε χωρίς αρνητικές συνέπειες

Μερικές φορές το φαινόμενο του θεατή οφείλεται σε πιο απλές εξηγήσεις. Για παράδειγμα, μία έρευνα του 2013[1] πάνω στο συγκεκριμένο φαινόμενο βρήκε πως σε μερικές περιπτώσεις οι μάρτυρες δεν βοηθούν όχι επειδή δεν θέλουν να βοηθήσουν, αλλά γιατί πολύ απλά δεν ξέρουν πώς να βοηθήσουν χωρίς να κάνουν τα πράγματα χειρότερα για το άτομο που χρειάζεται βοήθεια ή ακόμη και για τους ίδιους (εάν κινδυνεύει και η δική τους ακεραιότητα). Για παράδειγμα, εάν κάποιος ξυλοκοπηθεί άγρια και αφεθεί στο δρόμο λιπόθυμος, μπορεί να μην πλησιάσουμε να βοηθήσουμε γιατί δεν έχουμε γνώση του πώς να προσφέρουμε τις πρώτες βοήθειες, ενώ ταυτόχρονα «παγώνουμε», μήπως και αυτός που επιτέθηκε στο άτομο προσπαθήσει να ξυλοκοπήσει και εμάς.

Βεβαίως όσο πιο «απλή» είναι μια κατάσταση και όσο μικρότερο ρίσκο παίρνουμε προσφέροντας βοήθεια, τόσο πιο πιθανό είναι να βοηθήσουμε. Για να το κατανοήσουμε, στο παράδειγμα του ξυλοδαρμού που ανέφερα παραπάνω ας αντιπαραθέσουμε ένα παράδειγμα όπου κάποιος γλιστράει στο δρόμο και σπάει το χέρι του. Αυτή η κατάσταση είναι πιο απλή και με λιγότερο ρίσκο, καθώς δεν κινδυνεύει ούτε η σωματική μας ακεραιότητα, ούτε άμεσα η ακεραιότητα του ατόμου με τη βοήθεια που θα προσφέρουμε (αρκεί να μην κουνήσουμε απότομα το σπασμένο χέρι!). Βλέπουμε δηλαδή ότι σε τέτοιες περιπτώσεις που δεν περιμένουμε ιδιαίτερες αρνητικές συνέπειες από την εμπλοκή μας με τον συνάνθρωπό μας που χρειάζεται βοήθεια, παρατηρείται αυξημένη πιθανότητα για παροχής βοήθειας.

Ο παράγοντας της κουλτούρας

Οι κοινωνικοί ψυχολόγοι διίστανται πάνω στο ερώτημα εάν η κουλτούρα μας παίζει ρόλο στην εμφάνιση του φαινομένου του θεατή. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ότι σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι αντιδρούν με τον ίδιο τρόπο σε κάποιον συνάνθρωπό τους που χρειάζεται βοήθεια, εφόσον λάβουμε υπόψη τους παράγοντες που αναφέραμε πιο πάνω. Από την άλλη όμως, κάποιες έρευνες πάνω στο φαινόμενο του θεατή δείχνουν ότι οι πολιτισμικοί παράγοντες όχι μόνο πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του φαινομένου, αλλά πρέπει να του δίνεται και ιδιαίτερη βαρύτητα. Συγκεκριμένα, μελέτες που λαμβάνουν υπόψη πειράματα που έχουν γίνει σε διαφορετικές κουλτούρες[2] έφτασαν στο συμπέρασμα ότι όσο πιο πολύ επιβραβεύει τον ατομισμό μια κουλτούρα (π.χ. οι δυτικές κουλτούρες σε Ευρώπη και Αμερική) τόσο μικρότερη πιθανότητα υπάρχει για εμπλοκή των μαρτύρων για παροχή βοήθειας σε τυχαία θύματα μιας βίαιης ενέργειας ή κάποιου τυχαίου, κακού συμβάντος. Αντίθετα, σύμφωνα με τις ίδιες μετα-αναλύσεις, οι πιθανότητες αυξάνονται εάν το συμβάν λάβει χώρα σε μια κουλτούρα που επιβραβεύει όχι τον ατομισμό, αλλά το αίσθημα το ανήκειν σε μια κοινότητα.

Επιπλέον, πέραν του πολιτισμικού περιβάλλοντος εντός του οποίου συμβαίνει ένα περιστατικό, σημασία έχει και η ταύτιση της πολιτισμικής, κοινωνικής, φυλετικής ή άλλης ταυτότητας μεταξύ των μαρτύρων και του θύματος. Όσο πιο κοντά αισθάνονται οι μάρτυρες προς το θύμα (π.χ. ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, στην ίδια φυλή, στο ίδιο φύλο, εθνικότητα κ.α.) τόσο πιο πιθανό είναι να το βοηθήσουν[3] .

Συμπερασματικά

Το φαινόμενο του θεατή είναι ένα από τα πιο καλά μελετημένα κοινωνικά φαινόμενα, με πλήθος ερευνητικών δεδομένων να υποστηρίζουν την ύπαρξή του σε όλες τις κουλτούρες, ενδεχομένως με διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά στην κάθε μία ξεχωριστά. Το κατά πόσο θα βοηθήσουμε ένα θύμα μιας κακής κατάστασης, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, όπως ο αριθμός των μαρτύρων, η γνώση μας για την σωστή παροχή βοήθειας, η εκτίμηση του κατά πόσο κινδυνεύουμε και εμείς οι ίδιοι εάν παρέχουμε βοήθεια στο θύμα αλλά και τα κοινά κοινωνικά χαρακτηριστικά που μοιραζόμαστε μαζί του. Είναι ένα φαινόμενο που δεν παρουσιάζει απλά επιστημονικό ενδιαφέρον αλλά και ευρύτερο, καθώς επηρεάζει τη συμπεριφορά μας στην καθημερινότητά μας και μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να αποδειχθεί κρίσιμο για την παροχή βοήθειας σε έναν συνάνθρωπό μας ο οποίος χρειάζεται επειγόντως βοήθεια. Ας το έχουμε στην άκρη του νου μας λοιπόν, ένα τύχει να βρεθούμε σε μια τέτοια κατάσταση.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Aronson, E., Wilson, T., &Akert,R. (2013). Social Psychology (8th ed.). Upper Saddle, New Jersey:Pearson Education Inc. []
  2. Pozzoli, T., Ang, R. P., & Gini, G. (2012). Bystanders’ Reactions to Bullying: A Cross-cultural Analysis of Personal Correlates Among Italian and Singaporean Students. Social Development, 21(4), 686-703. doi:10.1111/j.1467-9507.2011.00651.x Schwartz, S. H., & Gottlieb, A. (1976). Bystander reactions to a violent theft: Crime in Jerusalem. Journal Of Personality And Social Psychology, 34(6), 1188-1199. doi:10.1037/0022-3514.34.6.1188 []
  3. Levine, M., & Crowther, S. (2008). The responsive bystander: How social group membership and group size can encourage as well as inhibit bystander intervention. Journal Of Personality And Social Psychology, 95(6), 1429-1439. doi:10.1037/a0012634 []
12 Ιαν

Νευρο-εγκληματολογία: μπορούμε να προβλέψουμε την παραβατική συμπεριφορά;

Πριν από 15 περίπου χρόνια κυκλοφόρησε το Minority Report, μία ταινία που ως θέμα είχε μια φουτουριστική και δυστοπτική κοινωνία στην οποία κάποιοι αστυνομικοί μπορούσαν να προβλέψουν μέσω ενός «σκαναρίσματος» ποιος επρόκειτο να διαπράξει κάποιο έγκλημα. Έτσι, μπορούσαν να επέμβουν πριν καν συμβεί το οποιοδήποτε περιστατικό και να σώσουν αθώους πολίτες από την πιθανή βίαιη συμπεριφορά των συμπολιτών τους. Αν και φυσικά προς το παρόν η επιστήμη δεν έχει φτάσει στο σημείο να μπορούμε να προβλέπουμε με ένα σκανάρισμα και με τόσο μεγάλη ακρίβεια την συμπεριφορά των ανθρώπων, σίγουρα έχουν γίνει πολλά βήματα προς την ενσωμάτωση όλο και περισσότερων βιολογικών ερευνών στην προσπάθεια κατανόησης της βίαιης συμπεριφοράς. Αποτέλεσμα του αυξημένου ενδιαφέροντος για την σύνδεση βιολογικών καταβολών με την επιθετική/παραβατική συμπεριφορά είναι η γέννηση ενός νέου, υβριδικού, κλάδου: η νευρο-εγκληματολογία.

Η βιβλιογραφία στον κλάδο της νευρο-εγκληματολογίας είναι ακόμη περιορισμένη και κατά κόρον περιλαμβάνει άρθρα συσχέτισης διαφόρων παραγόντων με την παραβατικότητα. Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες είναι ορισμένοι βιολογικοί και γενετικοί δείκτες (επίπεδα ορμονών, επίπεδα νευροδιαβιβαστών, εγκεφαλικές ανωμαλίες, βιολογική κληρονομικότητα), περιγενετικοί παράγοντες (κατανάλωση αλκοόλ ή/και χρήση ναρκωτικών κατά την εγκυμοσύνη, ασθένειες κατά την εγκυμοσύνη, προβλήματα στη γέννα) αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες (προβλήματα στο σπίτι, βιαία πρότυπα, κοινωνικο-οικονομική κατάσταση οικογενειακού περιβάλλοντος).

Γενετικοί Παράγοντες

Έρευνες με ομοζυγωτικά και διζυγωτικά δίδυμα αδέρφια που χωρίστηκαν κατά τη γέννα και μεγάλωσαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα μας επιτρέπουν να δούμε την επίδραση που έχουν οι γενετικοί παράγοντες[1] . Εάν δύο δίδυμα αδέρφια αναπτύξουν την ίδια παραβατική συμπεριφορά, παρόλο που έχουν μεγαλώσει σε δύο εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συμπεριφορά επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από γενετικούς παράγοντες. Οι μέχρι τώρα έρευνες διδύμων για την επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά (δύο παράγοντες που σχετίζονται με την εγκληματικότητα) δείχνουν πως σε γενικά πλαίσια οι γενετικοί παράγοντες επηρεάζουν την εμφάνιση επιθετικότητας σε ποσοστό 40%-60%. Από την άλλη πλευρά, γενετικές έρευνες σε επίπεδο ανάλυσης συγκεκριμένων γονιδίων, δεν έχουν καταλήξει στην ταυτοποίηση γονιδίων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά. Αυτή η έλλειψη ευρημάτων περιπλέκει ακόμη περισσότερο το ερώτημα εάν γεννιόμαστε επιθετικοί και αυτό στο οποίο καταλήγουν οι επιστήμονες έως τώρα είναι πως μάλλον η αλληλεπίδραση μεταξύ ολόκληρων ομάδων –και όχι συγκεκριμένων- γονιδίων είναι αυτή η οποία μπορεί να προκαλεί την επιθετική συμπεριφορά στα επίπεδα του 40%-60% που αναφέραμε προηγουμένως. Είναι σαν να μιλάμε για ένα «κοκτέιλ» γονιδίων για την επιθετική συμπεριφορά, το οποίο αποτελείται από πολλά και διαφορετικά γονίδια. Δεν αρκεί η ύπαρξη των «συστατικών» του «κοκτέιλ», αλλά πρέπει να «αναμιχθούν» μεταξύ τους με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα.

Περιγενετικοί παράγοντες

Μια σειρά από περιγενετικούς παράγοντες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της γέννας ή των πρώτων ημερών της ζωής των παιδιών έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς κατά την ενηλικίωση. Επιπλοκές στη γέννα, υποσιτισμός κατά τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης αλλά και εγκατάλειψη ή/και κακοποίηση του βρέφους ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής είναι μερικοί από τους παράγοντες που έχουν βρεθεί πως είναι κοινά στοιχεία στα ιστορικά των ατόμων με επιθετική συμπεριφορά. Πιο συγκεκριμένα, η κατανάλωση αλκοόλ και χρήση νικοτίνης κατά την εγκυμοσύνη έχει βρεθεί πως σχετίζεται θετικά με την ανάπτυξη παιδικής επιθετικότητας. Μια άλλη ουσία η οποία έχει βρεθεί στο επίκεντρο πολλών μελετών είναι ο μόλυβδος, καθώς πλήθος ερευνητών έχουν βρει συσχετισμό μεταξύ των υψηλών επιπέδων μολύβδου στο σώμα της μητέρας κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης και της παραβατικής συμπεριφοράς του παιδιού όταν ενηλικιωθεί[2] . Φαίνεται πως το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όπου αρχίζουν να σχηματίζονται το νευρολογικό σύστημα και τα όργανα του παιδιού, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η κακή διατροφή της μητέρας σε αυτή τη φάση της εγκυμοσύνης αυξάνει κατά 2 φορές την πιθανότητα το παιδί να έχει αντικοινωνική συμπεριφορά κατά την εφηβική και ενήλικη ζωή του.

Τα περιγενετικά προβλήματα σχετίζονται πιο συχνά με νευρολογικά προβλήματα, παιδική επιθετικότητα και παραβατική συμπεριφορά ως ενήλικες, όταν έρχονται σε συνδυασμό με ένα κακό περιβάλλον ανατροφής. Φαίνεται δηλαδή πως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς είναι ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά τους, τα πρότυπα που τους δίνουν, τα συστήματα αμοιβών-ποινών που αξιοποιούν, αλλά και φυσικά η γενικότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση που μπορεί να επιβαρύνει γονείς και παιδιά στην καθημερινότητά τους.

Επίπεδα ορμονών και νευροδιαβιβαστών

Οι ορμόνες είναι φυσικές ουσίες που απελευθερώνει το σώμα μας σε διάφορες φάσεις της καθημερινότητάς μας και έχουν άμεση επίδραση στο νευρολογικό μας σύστημα αλλά και στη λειτουργία διάφορων οργάνων του σώματός μας. Μέσα στα πλαίσια της νευροεγκληματολογικής έρευνας, έχει βρεθεί πως οι αυξομειώσεις στα επίπεδα συγκεκριμένων ορμονών, σχετίζονται με την ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς, τόσο σε ενήλικες, όσο και παιδιά[3] . Δύο από τους πιο συνήθεις «υπόπτους» είναι η κορτιζόλη και η τεστοστερόνη. Χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης στα παιδιά σχετίζονται με αυξημένη επιθετική συμπεριφορά και το ίδιο ισχύει για τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης στους εφήβους και τους ενήλικες. Βέβαια, η παρουσία ή η απουσία ορμονών στο σώμα μας, μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: οργανική/εγκεφαλική δυσλειτουργία, γενετική προδιάθεση ή περιβάλλον (στρες).

Εκτός από τις ορμόνες όμως, το σώμα μας και συγκεκριμένα το νευρικό μας σύστημα λειτουργεί με τη χρήση άλλων ουσιών που ονομάζοντια νευροδιαβιβαστές. Οι νευροδιαβιβαστές είναι ουσιαστικά οι «αγγελιοφόροι» του νευρικού συστήματος, καθώς ελέγχουν την πυροδότηση ολόκληρων νευρικών δικτύων, επηρεάζοντας φυσικά τη συμπεριφορά μας. Στα πλαίσια της έρευνας για την αντικοινωνική και επιθετική συμπεριφορά, η επιστημονική κοινότητα έχει εστιάσει στον ρόλο του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη[4] . Η σεροτονίνη χρησιμοποιείται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, αλλά αυτή που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο πρόσθιος λοβός του εγκεφάλου, ο οποίος ελέγχει την παρορμητικότητά μας. Χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης έχουν συσχετιστεί με κακή λειτουργία του πρόσθιου λοβού του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα την έλλειψη αυτοσυγκράτησης και την ταυτόχρονη ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς.

Ποιος φταίει; Το άτομο ή ο εγκέφαλος;

Όπως είπαμε ήδη, σκοπός της νευροεγκληματολογίας είναι να ερευνήσει τους φυσιολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση εγκληματικής συμπεριφοράς. Με τα ολοένα και περισσότερα ευρήματα σε αυτόν τον επιστημονικό τομέα, γεννιέται ένα βασικό ερώτημα: εάν γενετικοί, περιγενετικοί, φυσιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες εμπλέκονται στην ανάπτυξη εγκληματικής συμπεριφοράς, που τραβάμε τα όρια της προσωπικής ευθύνης; Πόσο ευθύνεται το άτομο για τις πράξεις του, εάν δεχόμαστε εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις του;

Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση που έγινε πρόσφατα[5] αναφέρει ένα ακραίο μεν, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματικής ιστορίας που προβλημάτισε τόσο την επιστημονική όσο και την νομική κοινότητα.

•	Figure 1, by Glenn et al. (2014)Ο Μάικλ ήταν ένας 40χρονος δάσκαλος και ήταν παντρεμένος με την Κριστίν η οποία είχε μία κόρη από προηγούμενο γάμο της. Δεν είχε ιστορικό βίαιης ή παράνομης συμπεριφοράς και ζούσε ευτυχισμένος με την οικογένειά του. Ξαφνικά όμως η συμπεριφορά του άλλαξε. Έγινε επιθετικός απέναντι στη γυναίκα και τη θετή του κόρη. Άρχισε να συμπεριφέρεται πολύ παράξενα, καθώς βρέθηκε πως έπαιρνε πορνογραφικά περιοδικά στην τάξη που δίδασκε, ενώ επεδίωκε να κοιμάται τα βράδια με τη θετή του κόρη.

Μετά από καταγγελία της γυναίκας του για σεξουαλική παρενόχληση του παιδιού, ο Μάικλ δικάστηκε και βρέθηκε ένοχος για το συγκεκριμένο αδίκημα Καθώς του δόθηκε η επιλογή είτε να μπει φυλακή, είτε να παρακολουθήσει προγράμματα αποκατάστασης σε ψυχιατρική κλινική, ο Μάικλ επέλεξε το δεύτερο. Μετά από μερικό διάστημα αποκλείστηκε η συμμετοχή του από τα προγράμματα αυτά, καθώς έκανε ανήθικες προτάσεις και παρενοχλούσε τις γυναίκες υπαλλήλους των προγραμμάτων αυτών. Γενικά η συμπεριφορά του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον ήπιο και ευγενικό χαρακτήρα του πριν από μερικούς μήνες.

Τελικά ο Μάικλ άρχισε να παραπονιέται για έντονους πονοκεφάλους. Κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ο γιατρός που τον παρακολουθούσε ζήτησε να του γίνει μαγνητική τομογραφία για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει κάποιο πιο σοβαρό πρόβλημα για τους πονοκεφάλους. Τα αποτελέσματα της εξέτασης έδειξαν ότι ο Μάικλ είχε αναπτύξει έναν καλοήθη όγκο στον πρόσθιο λοβό του εγκεφάλου του, ο οποίος όπως είπαμε επηρεάζει την παρορμητικότητά μας. Ο όγκος αυτός βρέθηκε πως είχε αναπτυχθεί περίπου στο διάστημα που είχε αλλάξει η συμπεριφορά του Μάικλ. Μετά από μια επιτυχή εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, ο Μάικλ ξαναβρήκε τον εαυτό του. Έγινε ξανά ο άνθρωπος που όλοι γνώριζαν εξ’ αρχής. Η συμπεριφορά του άλλαξε εντελώς, τα ξαναβρήκε με τη γυναίκα του και όταν τελείωσε το πρόγραμμα αποκατάστασης, επέστρεψε στο σπίτι μαζί της και με την θετή του κόρη.

Μετά από μερικούς μήνες, η γυναίκα του ανακάλυψε πορνογραφικό υλικό στον υπολογιστή του, ενημέρωσε τον γιατρό και μια νέα τομογραφία έδειξε ότι ο καρκίνος είχε επιστρέψει. Έπειτα από μια δεύτερη εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, η συμπεριφορά του Μάικλ ξαναέγινε κανονική. Επαναληπτικές εξετάσεις και προσεκτική παρατήρηση της συμπεριφοράς του για τα επόμενα έξι χρόνια έδειξαν ότι ο καρκίνος δεν ξαναεμφανίστηκε και ότι ο Μάικλ ήταν ο εαυτός του, χωρίς παρορμήσεις και επιθετική συμπεριφορά.

Το παραπάνω πραγματικό παράδειγμα είναι μεν ακραίο, αλλά υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η επίδραση της βιολογίας στη συμπεριφορά μας και αφήνει ανοιχτή την πρόταση ο σωφρονισμός και η καταπολέμηση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς να συμπεριλαμβάνει και νέους στόχους και να λαμβάνει υπόψην περισσότερους παράγοντες εάν θέλουμε να είμαστε πιο αποτελεσματικοί.

Η απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε σχετικά με το που είναι τα όρια της προσωπικής ευθύνης, δεν είναι ξεκάθαρη και εξαρτάται από την οπτική γωνία και το φιλοσοφικό υπόβαθρο από το οποίο ξεκινάμε τη διερεύνηση της συμπεριφοράς. Εάν δεχτούμε ένα καθαρά μηχανικό, συμπεριφορικό μοντέλο της συμπεριφοράς μας, τότε ξεκινάμε από την παραδοχή πως δεν είμαστε τίποτα άλλο πέρα από μια βιολογική μηχανή και προϊόν του περιβάλλοντός μας, οπότε η προσωπική ελευθερία και η προσωπική ευθύνη περιορίζεται σημαντικά. Στο άλλο άκρο έχουμε την παραδοχή πως ως ανώτερα και ελεύθερα σκεπτόμενα όντα πρέπει να έχουμε την πλήρη ευθύνη των πράξεών μας. Η βιολογία και το περιβάλλον δεν είναι τίποτα άλλο από μερικές παράμετροι τις οποίες μπορούμε να ελέγξουμε ή να υπερκεράσουμε με την σωστή θέληση.

Κάπου στο ενδιάμεσο όμως βλέπουμε πως βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο άκρα. Ας φανταστούμε τη συμπεριφορά μας σαν ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό. Ο κάθε ένας από εμάς έρχεται με μια συγκεκριμένη προδιάθεση για επιθετική και παραβατική συμπεριφορά, άλλοι έχουν το ποτήρι γεμάτο σχεδόν ως επάνω (μεγάλη γενετική προδιάθεση), ενώ άλλοι σχεδόν άδειο (μικρή γενετική προδιάθεση). Από εκεί και πέρα, το περιβάλλον και οι καταστάσεις που βιώνουμε προσθέτουν πολύ (κακό περιβάλλον) ή λίγο νερό (καλό περιβάλλον) στο ποτήρι μας. Σε αυτό έρχονται και άλλοι βιολογικοί παράγοντες όπως η ορμονική και η εγκεφαλική δυσλειτουργία που είδαμε πιο πάνω, προσθέτοντάς ο καθένας το δικό του νερό στο ποτήρι. Εάν το νερό μετά από όλες αυτές τις προσθήκες είναι αρκετό, μπορεί το ποτήρι να ξεχειλίσει και να χυθεί έξω, οπότε να εκδηλωθεί και η επιθετική/αντικοινωνική/παραβατική μας συμπεριφορά. Εάν το νερό δεν είναι αρκετό (μικρή γενετική προδιάθεση, καλό περιβάλλον και προσωπικά βιώματα, καμία βιολογική διαταραχή), τότε απλά η συμπεριφορά δεν εκδηλώνεται.

Όπως και να έχει το σίγουρο είναι πως η νευροεγκληματολογία και τα εργαλεία που δημιουργεί πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και λογική και να μην παρερμηνεύονται τα αποτελέσματά της. Είναι ένα ακόμη επιπλέον μέσο που έχουμε στο ταξίδι που κάνουμε εδώ και πολλούς αιώνες στην όλο και βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και κατά συνέπεια του ίδιου μας του είναι.

Εικόνα

  • Figure 1, by Glenn et al. (2013)

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Raine, A. (2013). The Anatomy of Violence: The Biological Roots of Crime. Pantheon. []
  2. Wright, J. P. et al. (2008). Association of prenatal and childhood blood lead concentrations with criminal arrests in early adulthood. PloS Med. 5, 732–740 []
  3. McBurnett, K., Lahey, B. B., Rathouz, P. J. & Loeber, R. (2000). Low salivary cortisol and persistent aggression in boys referred for disruptive behavior.Arch. Gen. Psychiatry 57, 38–43. []
  4. Nelson, R. J. & Trainor, B. C. (2007). Neural mechanisms of aggression. Nature Rev. Neurosci. 8, 536–546. []
  5. Glenn, A. L., & Raine, A. (2013). Neurocriminology: implications for the punishment, prediction and prevention of criminal behaviour. Nature Reviews Neuroscience, 15(1), 54–63. doi:10.1038/nrn3640 []
10 Νοέ

Επιθετικότητα: είναι έμφυτη ή αποκτάται λόγω συγκυριών;

Οι άνθρωποι είναι από τα λίγα είδη πάνω στη γη που συστηματικά σκοτώνουν μέλη του ίδιου είδους. Στην ανθρώπινη ιστορία συμβαίνουν πολυάριθμοι πόλεμοι, εγκλήματα και δολοφονίες. Γιατί όμως οι άνθρωποι είναι επιθετικοί;

Η επιθετικότητα έχει μελετηθεί ιδιαίτερα από τους ψυχολόγους και τους κοινωνιολόγους και έχουν δοθεί πολλοί και διάφοροι ορισμοί. Μεταξύ άλλων, οι Bandura, S. Klaus και B. Robert έχουν πει πως πρόκειται για συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα προσωπικές βλάβες ή καταστροφή περιουσίας, συμπεριφορά που έχει ως πρόθεση την πρόκληση βίας σε ένα άλλο ανθρώπινο ον, ή η εκούσια πρόκληση κάποιου είδους βλάβης στους άλλους.

Η ανθρώπινη συμπεριφορά όμως καθορίζεται από τη βιολογική μας κληρονομιά ή από το κοινωνικό μας περιβάλλον;

Οι Hogg, M.A., & Vaughan, G.M. (2010) αναφέρουν πως οι επιστήμονες αποδέχονται ότι η συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα μιας αλληλεπίδρασης και των δύο. Έτσι, οι ερμηνείες χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις βιολογικές και τις κοινωνικές ερμηνείες. Οι βιολογικές υποστηρίζουν ότι η επιθετική συμπεριφορά αποτελεί εγγενές μέρος της ανθρώπινης φύσης και ό,τι είμαστε προγραμματισμένοι από τη γέννηση μας να συμπεριφερόμαστε έτσι. Οι κοινωνικές και βιοκοινωνικές ερμηνείες δίνουν έμφαση σε ένα εγγενές στοιχείο, αλλά όχι στην ύπαρξη ενός πλήρως εκδηλωμένου ενστίκτου – και επειδή κάποιες ενσωματώνουν κάποιο βιολογικό στοιχείο αναφερόμαστε σε αυτές και ως βιοκοινωνικές.

Βιολογικές ερμηνείες

Η Ψυχοδυναμική θεωρία του Freud υποστήριξε ότι η ανθρώπινη επιθετικότητα  προκύπτει από ένα έμφυτο ένστικτο θανάτου, που αντιτίθεται σε ένα ένστικτο ζωής. Όπως η σεξουαλική ορμή, που προέρχεται από τον έρωτα, έτσι μια επιθετική ορμή που προέρχεται από το θάνατο αναπτύσσεται μέσα από βιολογικές εντάσεις και πρέπει να εκφραστεί.

Η Ηθολογική θεωρία με εκπρόσωπο τον Lorenz, όπως αναφέρουν οι Hogg, M.A., & Vaughan,  στο «Περί επιθετικότητας» το 1966, υπερασπίστηκε την ενστικτώδη βάση της επιθετικότητας και σε συγκρίσεις με τη συμπεριφορά των ζώων, επικαλέστηκε εξελικτικές αρχές για να υποστηρίξει ότι η επιθετικότητα έχει αξία ως προς την επιβίωση (δηλ. ο ισχυρότερος επιβιώνει). Αναφέρθηκε, επίσης στο λεγόμενο «fighting instinct», δηλαδή, ότι όπως και τα ζώα έτσι και οι άνθρωποι πρέπει να έχουν ένα κληρονομικό μαχητικό ένστικτο.

H εξελικτική κοινωνική ψυχολογία θεωρεί ότι η περίπλοκη κοινωνική συμπεριφορά είναι προσαρμοστική και βοηθά το άτομο, τους συγγενείς και το είδος στο σύνολο του να επιβιώσουν. Η θεωρία αυτή προερχόμενη από τη Δαρβινική θεωρία, υποστηρίζει ότι η επιθετικότητα είναι ωφέλιμη. Για τους ανθρώπους η επιθετική συμπεριφορά αιτιολογείται με την απόκτηση κοινωνικού και οικονομικού οφέλους, υπεράσπιση πόρων ή απόκτηση νέων.

Κοινωνικές & βιοκοινωνικές ερμηνείες

Ματαίωση & Επιθετικότητα – Ο ανθρωπολόγος J. Dollard υποστήριξε ότι η επιθετικότητα προκαλούνταν πάντοτε από κάποια μορφή απογοητευτικού γεγονότος ή κατάστασης. Η απογοήτευση οδηγούσε κατά κανόνα σε επιθετικότητα. (π.χ. απώλεια εργασίας).  Βέβαια είναι δύσκολο να προβλεφθεί το είδος της απογοητευτικής κατάστασης που μπορεί να οδηγήσει σε αυτήν την συμπεριφορά.

Μοντέλο διέγερσης-μεταβίβασης

Μια μεταγενέστερη προσέγγιση με εκπρόσωπο τον Zillmann όπου πρωταγωνιστούσε μια έννοια ορμών ήταν το μοντέλο διέγερσης – μεταβίβασης. Βάσει αυτού η έκφραση επιθετικότητας προκύπτει από μια συνάρτηση μαθημένων συμπεριφορών, διέγερσης ή ερεθισμού από κάποια άλλη πηγή ή όταν το άτομο ερμηνεύει την κατάσταση αυτή με τέτοιο τρόπο που να πρέπει να ανταποκριθεί επιθετικά.

Η επιθετικότητα ως προϊόν μάθησης

Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης είναι η άποψη που υποστήριξε ο Bandura κατά τον οποίο η ανθρώπινη κοινωνική συμπεριφορά δεν είναι έμφυτη αλλά μαθαίνεται μέσα από κατάλληλα πρότυπα. Οι συμπεριφοριστικές προσεγγίσεις, όπως αυτή ,υποστηρίζουν πως η επιθετικότητα μαθαίνεται μέσα από ενισχύσεις (Bandura,1973). Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία αυτή τα άτομα μαθαίνουν να είναι επιθετικά είτε επειδή με τη συμπεριφορά τους αυτή δέχονται κάποια ανταμοιβή (άμεση εμπειρία) (υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς επειδή ανταμειφθήκαμε για αυτήν), είτε επειδή παρατηρούν και μιμούνται κάποιον άλλον να ανταμείβεται λόγω της επιθετικής του συμπεριφοράς (έμμεση εμπειρία) (υιοθέτηση μιας συμπεριφοράς κατόπιν παρατήρησης της ανταμοιβής ενός άλλου ατόμου γι αυτήν).

Η έννοια της μάθησης μέσω άμεσης εμπειρίας βασίζεται στις αρχές της συντελεστικής ενίσχυσης του Skinner, δηλαδή μια συμπεριφορά διατηρείται μέσα από ανταμοιβές και τιμωρίες). Π.χ. αν ένα παιδί κλέψει ένα στυλό κάτι και δεν παρέμβει κανείς, τότε ο το παιδί ενισχύεται από το γεγονός ότι τώρα έχει πάρει το στυλό.

Η έννοια της μάθησης μέσω έμμεσης εμπειρίας σχετίζεται με τη μίμηση και την προτυποποίηση. Ο Bandura πραγματοποίησε μια σειρά ερευνών με μικρά παιδιά που έβλεπαν έναν ενήλικα να βιαιοπραγεί σε μια κούκλα. Οι έρευνες έδειξαν ότι τα παιδιά μιμούνται με μεγάλη ευκολία την επιθετική συμπεριφορά κυρίως των ενηλίκων επειδή λειτουργούν ως πρότυπα.

Εν κατακλείδι, με βάση τα ερευνητικά δεδομένα, η επιθετικότητα φαίνεται πως είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού τόσο εσωτερικών όσο και εξωτερικών συνθηκών. Οι Βιολογικές ερμηνείες έχουν τις ρίζες τους στη Δαρβινική θεωρία και περιλαμβάνουν απόψεις του Freud, στοιχεία της ηθολογικής θεωρίας και της εξελικτικής κοινωνικής ψυχολογίας. Δίνουν έμφαση σε γενετικά καθορισμένα υποδείγματα συμπεριφορά. Οι κοινωνικές ερμηνείες δίνουν έμφαση στο ρόλο των κοινωνικών επιρροών και των διαδικασιών μάθησης.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  • Bandura., A. (1973). Aggression: A Social Learning Analysis. Englewood Cliffs, NJ:  Prentice-Hall
  • Hogg., M. & Vaughan., G. (2010). Κοινωνική ψυχολογία. Αθήνα: Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός
  • Moyer, K. E. (1976). The Psychology of Aggression. New York: Harper & Row.
  • Παρασκευόπουλος, Ν. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία, τόμος ΙΙ. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση.
  • Pervin, L.A. & John, O. P. (2001). Θεωρίες προσωπικότητας, Αθήνα: Τυπωθήτω-Γ.Δαρδανος.
14 Ιούλ

Μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν πιο συμπονετικοί;

Η συμπόνια ή ενσυναίσθηση περιλαμβάνει την ικανότητα των ανθρώπων να αισθάνονται συμπάθεια για τους άλλους και να κατανοούν τον πόνο των άλλων ανθρώπων. Βέβαια, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από συμπάθεια. Η ενσυναίσθηση βοηθά τους ανθρώπους να αισθάνονται τι νιώθουν οι άλλοι, αλλά επίσης τους ωθεί να βοηθήσουν τους άλλους και να τους ανακουφίσουν τον πόνο τους.

Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες γνώριζαν πολύ λίγα για το αν η ενσυναίσθηση θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή να διδάξει. Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Psychological Science (2013), οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όχι μόνο μπορούν οι ενήλικες να μάθουν να είναι πιο συμπονετικοί, αλλά ότι η μάθηση της θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μια πιο αλτρουιστική συμπεριφορά και στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε αλλαγές στον εγκέφαλο.

Οι ερευνητές προσπάθησαν να διδάξουν την ενσυναίσθηση σε μια μελέτη που έκαναν σε νέους ενήλικες με τη βοήθεια μιας αρχαίας βουδιστικής τεχνικής, η οποία προορίζεται να αυξήσει τα συναισθήματα για την φροντίδα ανθρώπων που βιώνουν πόνο. Ενώ διαλογίζονταν, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να φανταστούν πως κάποιος υποφέρει. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε πως επιθυμούσαν την ανακούφιση της ταλαιπωρίας του ατόμου. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να νιώσουν συμπόνια για διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, αρχικά για κάποιον που θα μπορούσαν να αισθανθούν εύκολα συμπόνια, όπως ένα μέλος της οικογένειας ή έναν στενό φίλο και στη συνέχεια για έναν ξένο, καθώς και κάποιον που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συναισθήματα του και την συμπόνια. Μια ομάδα από τους συμμετέχοντες είχε εκπαιδευτεί στην τεχνική γνωστή ως «γνωστική επανεξέταση», στην οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν να επαναδιατυπώνουν τις σκέψεις τους, ώστε να αισθάνονται λιγότερο αρνητισμό. Οι ερευνητές θέλησαν να προσδιορίσουν εάν οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να αλλάξουν τις συνήθειές τους σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, έτσι ώστε και οι δύο ομάδες των συμμετεχόντων να λάβουν εκπαίδευση στο διαδίκτυο για μια περίοδο 30 λεπτών κάθε μέρα για δύο εβδομάδες.

Οι ερευνητές ήθελαν να μάθουν αν η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης θα βοηθήσει τους συμμετέχοντες να γίνουν πιο αλτρουιστικοί. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να παίξουν ένα παιχνίδι στο οποίο θα ξόδευαν δικά τους χρήματα για να βοηθήσουν κάποιον που έχει ανάγκη. Το παιχνίδι περιλάμβανε να παίζουν με δύο άλλους ανώνυμους ανθρώπους online, όπου ο ένας ήταν ο «δικτάτορας» και ο άλλος ήταν το «θύμα». Ο συμμετέχων παρακολουθούσε τον δικτάτορα να μοιράζεται ένα αθέμιτο χρηματικό ποσό με το θύμα και στη συνέχεια να αποφασίσει πόσα από τα δικά του χρήματα να μοιραστεί και να αναδιανέμει τα χρήματα μεταξύ του δικτάτορα και το θύματος.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν εκπαιδευτεί στην ενσυναίσθηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να μοιραστούν τα χρήματα για να βοηθήσουν τον παίκτη που είχε αδικηθεί, ένα παράδειγμα της αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Αυτοί οι παίκτες ήταν πιο πιθανό να υιοθετήσουν αλτρουιστική συμπεριφορά από εκείνους στην ομάδα ελέγχου, που είχαν εκπαιδευτεί στη γνωστική επανεξέταση.

Η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης αλλάζει τον εγκέφαλο;

Βρεγματικός λοβός - Parietal CortexΟι ερευνητές ήθελαν να δουν τι είδους επιπτώσεις είχε αυτή η εκπαίδευση στον εγκέφαλο. Χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), τόσο πριν όσο και μετά την εκπαίδευση, οι ερευνητές ήταν σε θέση να δουν πώς ο διαλογισμός επηρέασε την εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι οι συμμετέχοντες που ήταν πιο αλτρουιστές μετά την εκπαίδευση είχαν μια αύξηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου στο βρεγματικό λοβό (parietal cortex), μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ενσυναίσθηση και την κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους. Άλλες περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με θετικά συναισθήματα και σημείωσαν επίσης αύξηση της δραστηριότητας.

Οι ερευνητές προτείνουν ότι όπως και πολλές άλλες ικανότητες, η ενσυναίσθηση είναι μια ικανότητα που μπορεί να βελτιωθεί με την εξάσκηση. Τα αποτελέσματα της μελέτης προσφέρουν συναρπαστικές δυνατότητες για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση, κάτι που αλλάζει τις ζωές πολλών. Οι υγιείς ενήλικες δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να επωφεληθούν από την εν λόγω κατάρτιση. Διδάσκοντας την ενσυναίσθηση σε παιδιά και ενήλικες, μπορεί να μειώσει τον εκφοβισμό (bullying) και να βοηθήσει εκείνους που αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά ζητήματα.

Γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι η ενσυναίσθηση μπορεί να διδαχτεί ακόμη και σε ενήλικες; Επειδή η ενσυναίσθηση αποτελεί κεντρική συνιστώσα πολλών κοινωνικών συμπεριφορών, όπως τον αλτρουισμό και τον ηρωισμό. Πριν αναλάβουμε δράση να βοηθήσουμε κάποιο πρόσωπο, είναι σημαντικό ότι όχι μόνο κατανοούμε τη μοναδικότητα της κατάστασης, αλλά ότι νιώθουμε την τάση να ανακουφίσουμε τον άλλον από τον πόνο.

Ο Rogers, περιγράφοντας την ενσυναίσθηση, υποστήριξε ότι αποτελείται από τρία στοιχεία: ένα θυμικό (ευαισθησία), ένα γνωστικό (παρατήρηση και πνευματική διεργασία) και ένα επικοινωνιακό (αντίδραση-απάντηση). Επίσης, σύμφωνα με ερευνητές, η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα άλλο πρόσωπο είναι σοβαρά. Επίσης, πρέπει να πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα δεν είναι αυτοπροκληθέντα. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η δυσάρεστη κατάσταση ενός ατόμου είναι «δική του φταίξιμο,” είναι λιγότερο πιθανό να συμπάσχουν και να βοηθήσουν. Τρίτον, οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου ατόμου που αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, χωρίς βέβαια να χαθούν μέσα σε αυτή.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως διάφοροι προσωπικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ασκούν επίδραση στην ανάπτυξη και την έκφραση της συναίσθησης. Η οικογένεια και οι σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται στα μέλη της, κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, όμως και τα προσόντα με τα οποία οπλίζει το άτομο η φύση και η κοινωνία, συμμετέχουν οπωσδήποτε στην ικανότητα για εμβίωση και έκφραση ενσυναίσθησης σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο, αλλά η έρευνα δείχνει ότι η ενσυναίσθηση είναι κάτι που μπορούμε να μάθουμε, να γίνουμε πιο συμπονετικοί αλλά και να αναλάβουμε δράση ώστε να βοηθήσουμε τους άλλους γύρω μας.

Φωτογραφίες

Βιβλιογραφία