16 Ιούν

Τα πρόσωπα της βίας

Όλοι μας έχουμε ακούσει τη φράση oτι «η βία γεννάει βία» και οι περισσότεροι συμφωνούν με αυτήν. Πού όμως οφείλεται, ποιοι είναι οι παράγοντες που τη δημιουργούν, τη συντηρούν και την ανακυκλώνουν;

Η επιθετικότητα είναι αποτέλεσμα του συνδυασμού εσωτερικών και εξωτερικών συνθηκών, μπορεί να εκφραστεί λεκτικά, ψυχολογικά και σωματικά. Τα άτομα που θεωρούνται ευάλωτα να δεχτούν την επιθετικότητα σε όλες τις μορφές είναι οι γυναίκες, τα παιδιά και οι ηλικιωμένοι.

Στο κομμάτι της οικογένειας πρέπει να αναφέρουμε ότι η επιθετικότητα παίρνει τη μορφή τόσο της σωματικής-σεξουαλικής όσο και της ψυχολογικής βίας η οποία δεν είναι λιγότερο καταστροφική παρόλο που δεν είναι εμφανής διότι δεν αφήνει εξωτερικά σημάδια. Περιλαμβάνει φωνές, λεκτική βία, εξύβριση, απομόνωση, εκφοβισμό, έλλειψη συναισθηματικής απαντητικότητας και αποκοπή από κοινωνικές επαφές.

Στην ελληνική κοινωνία η επιθετικότητα που λαμβάνει χώρα μέσα στην οικογένεια θεωρείται «οικογενειακή υπόθεση», που σπάνια γίνεται γνωστή στον ευρύτερο περίγυρο ,κι αυτό, γιατί η δομή της ελληνικής οικογένειας στηρίζεται στην αρχή «τα εν οίκω μη εν δήμω». Όσο για τις λεκτικές ή ψυχολογικές μορφές είμαστε ακόμα δυστυχώς στο επίπεδο να μη θεωρούνται καν επιθετική συμπεριφορά. Η επιθετικότητα στην οικογένεια αναγνωρίζεται πλέον ως ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας με σημαντική ψυχολογική βάση.

Θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος ποιοι είναι οι λόγοι που οι άνθρωποι θέλουν να πληγώνουν τα πιο κοντινά τους άτομα;

Οι απαντήσεις μπορεί να είναι πολλές αλλά σίγουρα δεν είναι απλές. Ένας λόγος είναι το σύνδρομο κακοποίησης. Παράγοντες σχετικοί με την εγγύτητα, το στρές και την ισχύ σχετίζονται με τον κύκλο κακοποίησης σε ορισμένες οικογένειες. Σύμφωνα πάλι με την ψυχοβιολογία η βία και η επιθετικότητα είναι μέσα στην ανθρώπινη φύση είναι έμφυτες και ενστικτώδεις. Ο Freud (1930) μίλησε για το ένστικτο του θανάτου την καταστροφική δύναμη δηλ. που χτίζεται μέσα μας και εκτονώνεται με τη βία κατά του άλλου ή κατά του εαυτού του.

Ο Lorenz (1966) υιοθέτησε την Δαρβινική θεωρία της εξέλιξης και της αρχής της επιβίωσης, υποστήριξε δηλ. πως το «fighting instinct» είναι εξελικτικό και απαραίτητο για την ανθρώπινη επιβίωση.Πρέπει να τονίσουμε ότι οι επιπτώσεις της επιθετικής συμπεριφοράς είναι τραυματικές τόσο για τη σωματική αλλά και για την πνευματική υγεία του θύματος.Συμφωνά με στατιστικές μια στις 4 γυναίκες θα βιώσουν κάποια μορφή κακοποίησης, στη πλειοψηφία τους τα θύματα κακοποιούνται από κάποιο γνωστό τους άτομο.

Στις Η.Π.Α μια γυναίκα κακοποιείται σωματικά κάθε 15΄΄ και σχεδόν το ¼ των ανθρωποκτονιών όπου ο δολοφόνος γνωρίζει το θύμα συμβαίνουν μεταξύ των συζύγων σύμφωνα με τον Shackelford(2001).Έμφαση όμως πρέπει να δοθεί στο γεγονός πως τις περισσότερες φορές επεισόδια επιθετικότητας και κακοποίησης παρακολουθούν ή ακόμα και δέχονται τα παιδιά. Κάτι τέτοιο είναι ιδιαιτέρως ανησυχητικό καθώς αυξάνει το ενδεχόμενο παιδικής κακοποίησης.Σε αυτό το σημείο η μετάβαση στο σχολικό περιβάλλον δεν είναι τυχαία αφού τα τελευταία χρόνια δυστυχώς εμφανίζεται το φαινόμενο της ενδοσχολικής επιθετικότητας ή ενδοσχολικής βίας και εκφοβισμού.

Η ενδοσχολική βία είναι η απρόκλητη, συστηματική, επαναλαμβανόμενη επιθετικότητα με σκοπό την επιβολή καταδυνάστευση και τη πρόκληση σωματικού και ψυχικού πόνου από μαθητές σε μαθητές μέσα και έξω απτό χώρο του σχολείου που είναι ο κατεξοχήν χώρος κοινωνικοποίησης των παιδιών.Έχει πολλαπλές επιπτώσεις τόσο στη ψυχική όσο και στη ψυχοκοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Στην εκδήλωση του φαινομένου συμβάλλει η αλληλεπίδραση ατομικών και περιβαλλοντικών παραγόντων.

Ειδικότερα ρόλο παίζουν τα ατομικά χαρακτηριστικά των παιδιών και τα χαρακτηριστικά του οικογενειακού περιβάλλοντος.

Για παράδειγμα ο Bandura με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης υποστηρίζει πως οποιαδήποτε κοινωνική συμπεριφορά μαθαίνεται μέσω 1)Άμεσης εμπειρίας μέσω της οποίας το άτομο άμεσα ανταμείβεται για τη συμπεριφορά 2)Έμμεσης εμπειρίας όπου το άτομο μαθαίνει μέσα από υποκατάστατα.

Ο Παρασκευόπουλος (1985) αναφέρει μια σειρά πειραμάτων όπου έδειξε ότι το άτομο συμπεριφέρεται επιθετικά επειδή έχει μάθει ότι με αυτό τον τρόπο εξασφαλίζει κάποιο επιθυμητό αποτέλεσμα.Τα ευρήματα του Walters έχουν μεγάλη σημασία για την κοινωνικοποίηση του παιδιού Π.χ. ο πατέρας που ενθαρρύνει το παιδί του(αγόρι) να παλεύει μαζί του ή να ασχολείται συστηματικά με επιθετικά-ανταγωνιστικά παιχνίδια γιατί πιστεύει ότι έτσι διαπλάθει τον «αυριανό άντρα».

Η συμβολή των Μ.Μ.Ε στο τρόπο που προβάλουν τη βία έχουν σαν συνέπεια τη δημιουργία αντικοινωνικών συμπεριφορών. Αυτό αναδείχτηκε μέσα από μια σειρά πειραμάτων όπως αναφέρει ο Bandura παρατηρεί ότι το παιδί βλέποντας είτε στη πραγματικότητα (οικογένεια- πατέρα) είτε εικονική πραγματικότητα(τηλεόραση-σινεμά) ένα επιθετικό πρότυπο θα εκδηλώσει επιθετική συμπεριφορά ανεξάρτητα αν η συμπεριφορά αυτή θα αμειφθεί ή αν εκ των πραγμάτων είναι αναμενόμενη.

Σημαντικό επίσης είναι η ταύτιση του παιδιού με το γονέα του ίδιου φύλου. Ο Τσιαντής (1991) αναφέρει στο βιβλίο του «Ψυχική Υγεία Του Παιδιού και της Οικογένειας» την άποψη του Andy κατά την οποία το κύριο σημείο που διαχωρίζει τους παραπτωματίες από τα φυσιολογικά αγόρια είναι οι αδυναμίες και η ανεπάρκεια του πατρικού και όχι του μητρικού ρόλου.Εξηγεί ότι το παιδί που αντιλαμβάνεται αρνητικά τον πατέρα για μακρό χρονικό διάστημα μπορεί να είναι όχι μόνο επιθετικό κατά του πατέρα αλλά με τη πάροδο του χρόνου μπορεί να προβάλλει επιθετικότητα και πέρα από την οικογένεια, το σχολείο και τη κοινωνία γενικότερα. Κλείνοντας θα αναφερθούμε σε κάποια χαρακτηριστικά που αφορούν τόσο τα παιδιά θύματα όσο και τα παιδιά θύτες καθώς και τις πιο συνηθισμένες εκδηλώσεις βίας.

Οι πιο συνηθισμένεςεκδηλώσεις βίας είναι:

  • Χειρονομίες, σπρωξιές, ξυλοδαρμοί
  • Φραστικές επιθέσεις, βρισιές, προσβολές
  • Εκβιασμοί
  • Καταστροφή προσωπικών αντικειμένων
  • Κλοπές
  • Σεξουαλική παρενόχληση-κακοποίηση
  • Αποκλεισμός και απομόνωση

Τα χαρακτηριστικά των παιδιών που ενδέχεται να δεχτούν επίθεσηείναι:

  • Χαμηλή αυτοεκτίμηση
  • Ήσυχα, ευαίσθητα
  • Ανασφαλή κ αγχώδη

Τα χαρακτηριστικά των παιδιών αφού έχουν δεχτεί βία:

  • Παθητική αποδοχή της βίας
  • Φόβο για περαιτέρω βία ή τιμωρία από τους μεγάλους
  • Πανικό, κλάμα
  • Πεποίθηση ότι η παρέμβαση ενός ενήλικα δεν θα είναι αποτελεσματική.

Τα χαρακτηριστικά των παιδιών που ασκούν βία:

  • Έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση, παρότι δείχνουν το αντίθετο
  • Είναι ενεργητικά, υπερδραστήρια και επιθετικά
  • Έχουν τάση για αντικοινωνική συμπεριφορά
  • Δεν έχουν τύψεις και ηθικούς ενδοιασμούς για τις πράξεις τους

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Bandura., A. (1973). Aggression: A Social Learning Analysis.Englewood Cliffs, NJ:  Prentice-Hall

  • Moyer, K. E. (1976). The Psychology of Aggression. New York: Harper & Row.

  • Παρασκευόπουλος, Ν. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία, τόμος ΙΙ. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση.

  • Richard J. Gelles, Violence in the family:A Review of Research in the seventies. Journal of Marriage and Family, Vol. 42, No. 4, Decade Review (Nov., 1980), pp. 873-885,National Council on Family Relations

  • Tolan, P., Gorman-Smith, D., & Henry, D. (2006). Family violence. In D. L. Schacter (Ed.), Annual review of psychology (vol 57). (pp. 557-583). Palo Alto, CA US: Annual Reviews.

  • Τσιαντής., Ι. (1991). Ψυχική υγεία του παιδιού και της οικογένειας. Τόμος Ι. Αθήνα: Καστανιώτης

30 Μαρ

Μη λεκτική επικοινωνία

Η γλώσσα του σώματος ή η μη λεκτική επικοινωνία είναι σημαντική στην καθημερινή μας ζωή, καθώς βοηθά στην αποκωδικοποίηση συναισθημάτων, στάσεων και απόψεων τόσο στο οικογενειακό περιβάλλον ή στο χώρο εργασίας –ιδιαίτερα σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με συνεντεύξεις, πωλήσεις, διαφημίσεις, πολιτική και εκπαίδευση- όσο και στο ευρύτερο κοινωνικό χώρο. Ο κλάδος της ψυχολογίας, επίσης, και ιδιαίτερα η συμβουλευτική διαδικασία λαμβάνει πολύ σοβαρά τα μη λεκτικά μηνύματα, καθώς η ψυχοθεραπευτική σχέση περιλαμβάνει το σύνολο των συναισθημάτων και των πεποιθήσεων που έχουν ο θεραπευτής για το θεραπευόμενο και αντιστρόφως, όπως και τον τρόπο έκφρασης και ανταλλαγής των συναισθημάτων και των πεποιθήσεων αυτών.

Ποιοι είναι όμως οι τρόποι έκφρασης της;

Η γλώσσα του σώματος εκφράζεται μέσω του προσώπου, του βλέμματος, τις χειρονομίες, τις στάσεις και τις κινήσεις του σώματος, τη σωματική επαφή, αλλά ακόμα και μέσω του τρόπου που μιλάμε. Στο πρόσωπο μας διαγράφονται η χαρά, η έκπληξη, ο φόβος, ο θυμός, η θλίψη, η αηδία και το ενδιαφέρον. Η οπτική επαφή, μάλιστα, παίζει καθοριστικό ρόλο στη δημιουργία μιας σχέσης, καθώς με το βλέμμα ξεκινούν όλες οι επαφές. Το πόσο συχνά κοιτάζουμε κάποιον και για πόση διάρκεια είναι από τα κυριότερα χαρακτηριστικά. Γενικά, το πόσο συχνά ανταλλάσσουμε βλέμματα με κάποιο πρόσωπο, αποκαλύπτει θετικά συναισθήματα, ενώ η προσπάθεια αποφυγής του βλέμματος αποκαλύπτει αρνητικά συναισθήματα. Άλλα χαρακτηριστικά είναι η διαστολή της κόρης των ματιών, καθώς και η κατεύθυνση που στρέφεται το βλέμμα όταν διακόπτεται η οπτική επαφή. Θα μπορούσαμε να καταλάβουμε από τον τρόπο που κοιτάζει κάποιος κάποια χαρακηριστικά για τον εαυτό του; Λέγεται, πως εκείνοι που τείνουν να στρέφουν το βλέμμα τους δεξιά είναι άνθρωποι του «λόγου» όπως συγγραφείς, ενώ εκείνοι που στρέφουν αριστερά είναι άνθρωποι του «χώρου» όπως αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες.

Επίσης, ο τρόπος που καθόμαστε, αγγίζουμε και περπατάμε δημιουργούν χιλιάδες μηνύματα και εκφράζουν συναισθήματα. Στις κινήσεις του σώματος μας φαίνεται και ο βαθμός έλξης, συμπάθειας ή αντιπάθειας. Για παράδειγμα, όταν έχουμε για κάποιον θετικά συναισθήματα, τείνουμε να γέρνουμε το σώμα μας προς το μέρος του. Επίσης, άνθρωποι που προβάλλουν αυτοπεποίθηση υιοθετούν μια αυστηρή όρθια στάση, ενώ άτομα με υψηλό κύρος έχουν χαλαρή και άνετη στάση. Άτομα φοβισμένα ή ντροπαλά τείνουν να χαμηλώνουν το κεφάλι, τους ώμους και όλο το σώμα προς το έδαφος με μάζεμα των άκρων κοντά στον κορμό σε μια στάση υποταγής. Επιπλέον, ο τρόπος που μιλάμε είναι σημαντικός και περιλαμβάνει τους διάφορους ήχους, εκτός των λέξεων, τα χαρακτηριστικά της φωνής, όπως ένταση, συχνότητα, έμφαση, τόνος και ταχύτητα ομιλίας, καθώς και τις παύσεις και τα σιωπηλά διαστήματα. Αντανακλά συναισθήματα και στάσεις σε συνδυασμό με τις κινήσεις του βλέμματος και του σώματος και παράλληλα ρυθμίζει τη ροή του λόγου μεταξύ ομιλητή και ακροατή. Φυσικά, πολλά μη λεκτικά μηνύματα παράγονται και από την ενδυμασία ή την εμφάνιση μας αλλά και την διακόσμηση των προσωπικών μας χώρων.

Γιατί είναι σημαντικό να γνωρίζουμε τη γλώσσα του σώματος;

Διότι μαθαίνοντας τη σημασία της κίνησης του σώματός μας, μαθαίνουμε να την προσέχουμε τόσο σε εμάς τους ίδιους, όσο και στους ανθρώπους γύρω μας. Παρακολουθώντας τις κινήσεις και γνωρίζοντας την ερμηνεία τους μπορούμε να βελτιώσουμε την αυτογνωσία, την αυτοεκτίμηση και την προσωπική αυτονομία μας. Μπορούμε να κατανοούμε πιο εύκολα τους δεσμούς μεταξύ σκέψης, συναισθημάτων και συμπεριφοράς, διότι με την γνώση της γλώσσας του σώματος μεγιστοποιούνται οι πηγές επικοινωνίας. Κατανοούμε την επίδραση του εαυτού μας στους άλλους, συσχετίζουμε την εσωτερική με την εξωτερική πραγματικότητα, και γίνονται αντιληπτές συναισθηματικές, νοητικές ή φυσικές αλλαγές.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε τις ατομικές διαφορές, δηλαδή, την μοναδικότητα μας ως άνθρωποι στη συμπεριφορά και στην έκφραση μας, αλλά συγχρόνως και τις πολιτισμικές διαφορές με τους διαφορετικούς κοινωνικούς κανόνες έκφρασης που θέτει κάθε κοινωνία.

Βιβλιογραφία

  • Γεώργας, Δ. (1995). Κοινωνική Ψυχολογία, Τόμος Α΄. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • Gordon, W.R. (2000). Η γλώσσα του σώματος με τη μέθοδο της αυτοδιδασκαλίας. Αθήνα: Καστανιώτης
  • Παπαδάκη-Μιχαηλίδη, Ε. (1998). Η σιωπηλή γλώσσα των συναισθημάτων. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα
  • Πιανός, Χ.Κ. (2009). Συμβουλευτικός θεραπευτικός διάλογος, θεωρία και πράξη. Αθήνα: Έλλην.
  • Satir, V. (1989). Πλάθοντας ανθρώπους. Αθήνα: Κέδρος. (μετάφραση Στυλιανούδη Λ).

Εισαγωγική Φωτογραφία

13 Ιαν

Σχολικός Εκφοβισμός: ο ρόλος της γειτονιάς, της οικογένειας και του σχολείου

Ο σχολικός εκφοβισμός άρχισε να μελετάται ως φαινόμενο στα μέσα της δεκαετίας του 1960, κυρίως ως πηγή άγχους για τους μαθητές και τις οικογένειές τους. Ανάλογα με τη σοβαρότητα της εκάστοτε περίπτωσης, ο σχολικός εκφοβισμός μπορεί να προκαλέσει χαμηλή αυτοεκτίμηση, σχολική αποτυχία, προβλήματα με τον νόμο σε εφηβική ηλικία, αλκοολισμό κ.α. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, μπορεί να σχετιστεί με αυτοκτονικές τάσεις στην εφηβεία ή προβλήματα εκφοβισμού στον εργασιακό χώρο. Επιπλέον, τα παιδιά που αντιμετωπίζουν προβλήματα σχολικού εκφοβισμού είναι πιο πιθανό να έχουν χαμηλότερη σχολική επίδοση, προβλήματα με το σχολείο, προβλήματα συμπεριφοράς κατά την εφηβεία και ενηλικίωση αλλά και κοινωνικό αποκλεισμό. Ο μεγάλος κατάλογος προβλημάτων που σχετίζεται με τον σχολικό εκφοβισμό υπογραμμίζει την σημαντικότητα του θέματος, την ανάγκη να μελετηθεί σε βάθος αλλά και την αναγκαιότητα της έγκαιρης και έγκυρης ενημέρωσης των γονέων και του σχολικού περιβάλλοντος ώστε οι περιπτώσεις εκφοβισμού να εντοπίζονται νωρίς και να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Μέσα από τις διάφορες μελέτες έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν πέντε κύριοι κοινωνικοί παράγοντες που σχετίζονται με τον σχολικό εκφοβισμό: η γειτονιά, η οικογένεια και το σχολείο[1] .

Η Γειτονιά

Πλήθος ερευνών στους τομείς της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας έχουν αποδείξει ότι η γειτονιά που μένει κάποιος σχετίζεται άμεσα με το κοινωνικο-οικονομικό επίπεδο της οικογένειάς του. Αυτή η παράμετρος είναι ιδιαίτερα σημαντική στις μεγάλες πόλεις, όπου οι κάτοικοι μένουν σε περιοχές ανάλογα με το οικονομικό τους επίπεδο (π.χ. ας σκεφτούμε την Αθήνα και τον «διαχωρισμό» μεταξύ βορείων και δυτικών προαστίων). Στις μικρότερες πόλεις και χωριά το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο των κατοίκων είναι πιο ομοιόμορφα κατανεμημένο. Το κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο μιας οικογένειας με τη σειρά του σχετίζεται θετικά με την πιθανότητα ανάπτυξης ή παρατήρησης αντικοινωνικών συμπεριφορών. Με άλλα λόγια, το μέρος στο οποίο μένει κάποιος μπορεί να είναι μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για την πιθανότητα που έχει να γίνει μάρτυρας, θύτης ή θύμα βίαιης ή/και αντικοινωνικής συμπεριφοράς στην καθημερινότητά του.

Έρευνες με παιδιά –κυρίως στις ΗΠΑ- έχουν δείξει ότι παιδιά που κατοικούν σε περιοχές όπου επικρατούν μη ιδανικές κοινωνικές συνθήκες έχουν έως και 3 φορές αυξημένη πιθανότητα να αναπτύξουν συμπεριφορικά προβλήματα στο σχολείο σε σχέση με παιδιά που μεγαλώνουν σε γειτονιές με καλές κοινωνικές – οικονομικές συνθήκες. Ανάμεσα στα συμπεριφορικά προβλήματα που αναφέραμε συμπεριλαμβάνεται και ο σχολικός εκφοβισμός. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η πιθανότητα ενός παιδιού να γίνει θύμα σχολικού εκφοβισμού είναι αυξημένη σε κοινωνικά υποβαθμισμένες περιοχές, καθώς τα σχολεία σε αυτές τις περιοχές ενδεχομένως δεν έχουν τα οικονομικά μέσα και τις κατάλληλες δομές για να αποτρέψουν αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Ακόμη όμως και αν υπάρχουν κάποιες δομές για την αποτροπή του σχολικού εκφοβισμού, η συσσώρευση τόσων πολλών αρνητικών περιβαλλοντικών παραγόντων καθιστά το έργο των δομών πιο δύσκολο σε σχέση πάντα με το έργο δομών που λαμβάνουν χώρα σε περιοχές που δεν είναι κοινωνικά υποβαθμισμένες. Παρατηρούμε λοιπόν ότι για την ολοκληρωμένη αντιμετώπιση της αποκλίνουσας και επιθετικής συμπεριφοράς στα σχολεία δεν αρκεί απλά η δημιουργία δομών. Αυτή θα πρέπει να συνοδεύεται από την ανάπτυξη μιας συνολικής πολιτικής κοινωνικής στήριξης των οικογενειών των υποβαθμισμένων περιοχών όπου και εμφανίζονται πιο συχνά βίαιες συμπεριφορές.

Εκτός από τη συνολικότερη αντιμετώπιση του θέματος από πλευράς της Πολιτείας, οι τοπικές κοινωνίες μπορούν να πάρουν οι ίδιες πρωτοβουλίες αυτό-οργάνωσης για την αντιμετώπιση του εκφοβισμού. Πρόσφατες κοινωνιολογικές μελέτες αποδεικνύουν ότι όταν υπάρχει μια συλλογική –έστω και άτυπη- συμφωνία μεταξύ των κατοίκων μιας περιοχής για το ποιες συμπεριφορές θεωρούνται κοινωνικά αποδεκτές και ποιες όχι, αυτό αυτόματα δημιουργεί ένα είδος κοινωνικού ελέγχου και αποτροπής των θυτών σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, εάν οι τοπικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από αποξένωση και ασυνεννοησία μεταξύ των οικογενειών τότε αυξάνεται η πιθανότητα εμφάνισης βίαιης και αντικοινωνικής συμπεριφοράς[2] .

Η Οικογένεια

Η οικογένεια είναι ένας από τους πιο σημαντικούς παράγοντες κοινωνικοποίησης και εκμάθησης κοινωνικών κανόνων. Η συμπεριφορά των γονέων και η γενικότερη ανατροφή που δίνουν στα παιδιά τους επηρεάζει άμεσα και ίσως περισσότερο από κάθε άλλο παράγοντα τη δημιουργία του μελλοντικού χαρακτήρα των παιδιών. Μέσα από τα πρώτα χρόνια της ζωής το παιδί μαθαίνει πώς να συμπεριφέρεται στην κοινωνία, πώς να ζητάει πράγματα, ποιες συμπεριφορές είναι αποδεκτές και ποιες όχι αλλά και πώς να εκφράζει τα αρνητικά του συναισθήματα. Όπως είπαμε και προηγουμένως, το οικονομικό – κοινωνικό επίπεδο της οικογένειας μπορεί να προβλέψει την πιθανότητα ανάπτυξης αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως και το εκπαιδευτικό επίπεδό της. Όσο υψηλότερο είναι το εκπαιδευτικό επίπεδο των γονιών τόσο μειωμένες είναι οι πιθανότητες αντικοινωνικής συμπεριφοράς του παιδιού.

Φυσικά, ο όρος «οικογένεια» είναι αρκετά ευρύς και περιλαμβάνει όχι μόνο την πυρηνική οικογένεια (μητέρα, πατέρας και παιδιά) αλλά γενικότερα όλα τα άτομα της οικογένειας με τα οποία έρχεται σε επαφή και χρησιμοποιεί ως πρότυπα το παιδί: παππούδες, ξαδέρφια, θείοι κτλ. Επίσης δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι κάθε οικογένεια είναι μοναδική και μπορεί να έχει το δικό της αδύνατο σημείο: βία στην οικογένεια, χωρισμένοι γονείς, μη βιολογικοί γονείς, μονογονεϊκές οικογένειες κ.α. Όσο πιο ενεργοί είναι οι γονείς στην ανάπτυξη του παιδιού, τόσο μειώνονται οι πιθανότητες αυτό να προβεί σε αντικοινωνική ή παράνομη συμπεριφορά κατά την παιδική, προ-εφηβική και εφηβική ηλικία[3] . Φυσικά, η ενεργητική στάση που πρέπει να έχει ο γονέας δεν θα πρέπει να μεταφραστεί σε μια άνευ ορίων σχέση με το παιδί ή σε μια σχέση αυστηρής υποταγής του παιδιού στις εντολές των γονέων. Η σχέση μεταξύ τους θα πρέπει να είναι αρμονική, με προκαθορισμένα όρια και σεβασμό στην ανεξαρτησία του παιδιού.

Μία ακόμη παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη όταν μελετάμε τις πιθανότητες εμφάνισης αντικοινωνικής συμπεριφοράς στα παιδιά, είναι η ξαφνικές αλλαγές στο οικονομικό επίπεδο της οικογένειας. Εάν το παιδί μεγαλώνει εν μέσω κάποιας ξαφνικής οικονομικής κρίσης (π.χ. απώλεια εργασίας, χρεωκοπία, μεγάλη μείωση μισθών) ή άλλης οικογενειακής κρίσης (π.χ. πένθος, βιαιότητα, συζυγικές προστριβές) τότε είναι πιθανό να αναπτύξει προβλήματα συμπεριφοράς.

Ιδιαίτερη έμφαση επίσης πρέπει να δοθεί στις σχέσεις που αναπτύσσουν τα αδέρφια μεταξύ τους. Μέσα από την καθημερινότητά τους και τα παιχνίδια, τα παιδιά μαθαίνουν κάποιους βασικούς κοινωνικούς ρόλους και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, εάν ο μεγάλος αδερφός τους είναι πολύ επιθετικός και επιβλητικός, ο μικρός αδερφός μπορεί να παίρνει έναν πιο υποτακτικό ρόλο στην οικογένεια. Σε γενικές γραμμές τα παιδιά τείνουν να επιβάλλονται στα μικρότερα αδέρφια και όχι στα μεγαλύτερα, με τα αγόρια να αναπτύσσουν πιο συχνά βίαιη συμπεριφορά σε σχέση με τα κορίτσια.

Το Σχολικό Περιβάλλον

Στην πλειοψηφία των δυτικών χωρών η εκπαίδευση είναι υποχρεωτική έως κάποια ηλικία (συνήθως έως τα παιδιά γίνουν 12-18 ετών). Αυτό βάζει το σχολικό περιβάλλον στο επίκεντρο της καθημερινότητας του παιδιού και της ανάπτυξής του. Τα εθνικά εκπαιδευτικά συστήματα μπορούν να γίνουν αρωγοί στη σωστή και ολοκληρωμένη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Ένα καλοσχεδιασμένο σχολικό περιβάλλον που πρωταρχικό στόχο έχει την μεθοδευμένη και συνολική διαπαιδαγώγηση των παιδιών αλλά και να ξεχωρίσει από τα υπόλοιπα σχολεία του χώρου, λειτουργεί θετικά ως προς την ανάπτυξή υγιών συμπεριφορών στα παιδιά και την αποφυγή του σχολικού εκφοβισμού. Αντίθετα, ένα ασταθές σχολικό περιβάλλον, δίχως προκαθορισμένους στόχους και οργάνωση δεν βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση, με αποτέλεσμα τα παιδιά να είναι πιο επιρρεπή σε βίαιες συμπεριφορές. Τόσο η επίσημη όσο και η ανεπίσημη στάση του σχολείου απέναντι στη βία είναι εξίσου σημαντικές για την μεταλαμπάδευση σωστών συμπεριφορικών μοτίβων στους μαθητές. Μέσα στο σχολικό περιβάλλον το παιδί μαθαίνει τους ρόλους που αργότερα αναμένεται να λάβει στο ευρύτερο κοινωνικό του περιβάλλον. Το παιδί έρχεται σε άμεση επαφή με τη δυναμική και λειτουργίας των ομάδων: ηγετικότητα, υποτακτικότητα, υπακοή σε κανόνες, αλληλοσεβασμός, λήψη αποφάσεων κ.α.

Φυσικά είναι δύσκολο να διαχωρίσουμε το σχολικό περιβάλλον από το γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον εντός του οποίου βρίσκεται. Οικονομικές, φυσικές ή άλλες καταστροφές επηρεάζουν σημαντικά τη λειτουργία του σχολείου και την αποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης που προσφέρουν. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλα τα σχολεία σε μια χώρα χτυπημένη για παράδειγμα από οικονομική κρίση θα υπολειτουργούν ή ότι θα επιτρέπουν την μάθηση βίαιων συμπεριφορών στους μαθητές. Ακόμη και εάν οι μαθητές προέρχονται από βίαιες οικογένειες και πηγαίνουν σε σχολεία που υποθάλπτουν τέτοιες συμπεριφορές, αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχουν τάση στον σχολικό εκφοβισμό. Αντίθετα, οι παράγοντες του κοινωνικού, οικογενειακού και σχολικού παράγοντα θα πρέπει να αξιολογούνται ξεχωριστά[4] .

Επίλογος

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είναι περίπλοκο και σίγουρα δεν περιορίζεται στην μελέτη των κοινωνικών παραγόντων που αναφέραμε πιο πάνω. Για την πλήρη κατανόησή του θα πρέπει να ληφθούν υπόψη πολλοί και διαφορετικοί ατομικοί και κοινωνικοί παράγοντες οι οποίοι μπορούν να περιλαμβάνουν από την κατάσταση σε μια μικρή κοινωνική μονάδα όπως είναι η οικογένεια, έως και τις μεγαλύτερες όπως ένα σχολείο, μια πόλη ή ακόμη και μια ολόκληρη χώρα. Το σίγουρο είναι όμως πως η τοπική κοινωνία, η οικογένεια και το σχολείο παίζουν σημαντικότατο ρόλο στην ανάπτυξη ή την αποτροπή αντικοινωνικών συμπεριφορών και αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό από όλους του εμπλεκόμενους φορείς εάν θέλουμε να υπάρξει έλεγχος αυτού του δυσάρεστου φαινομένου.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Hernandez de Frutos, Τ. (2013). Five Independents Variables Affecting Bullying: Neighborhood, Family, School, Gender-Age and Mass Media . Sociology Mind, 304-313 []
  2. Sampson, R. J.-R. (2002). Assessing neighborhood effects: Social processes and new directions in research. Annual Review of Sociology, 433-478 []
  3. Menasco, M. A. (2012). Family financial stress and adolescent substance use. An examination of structural and psycholosocial factors. Economic Stress and the Family, 285-315 []
  4. Akiba, M. L. (2002). Student victimization & school system effects on school violence in 37 nations. American Educational Research, 829-853 []
18 Σεπ

Τα θύματα ρατσιστικής βίας έχουν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης κατάθλιψης και άγχους

Ο ρατσισμός περιγράφει ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών οι οποίες στρέφονται εναντίον ατόμων διαφορετικών εθνοτικών, θρησκευτικών, πολιτικών, κοινωνικών, σεξουαλικών ή άλλων ομάδων οι οποίες συνήθως είναι η μειονότητα σε μια συγκεκριμένη κοινωνία. Το φαινόμενο του ρατσισμού έχει απασχολήσει την επιστημονική κοινότητα εδώ και πολλές δεκαετίες, καθώς τα ερωτήματα γύρω από την ανάπτυξη, την εκδήλωση και τις επιπτώσεις αυτών των συμπεριφορών είναι πολλά. Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα είναι ο αντίκτυπος που έχει η ρατσιστική συμπεριφορά στα θύματά του. Τι βλάβες μπορεί να προκαλέσει σε ένα άτομο η έκθεσή του επί μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα εχθρικό, ρατσιστικό περιβάλλον που στρέφεται εναντίον του;

Έρευνες στον χώρο είχαν βρει ότι τα άτομα που δηλώνουν ότι έχουν νοιώθουν θύματα τέτοιων συμπεριφορών στην καθημερινότητά τους, έχουν αυξημένες πιθανότητες να αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές, προσέχουν λιγότερο την υγεία τους και αναφέρουν περισσότερα προβλήματα υγείας [1] . Επίσης έχουν χαμηλότερα επίπεδα αυτοπεποίθησης και έχουν αυξημένες πιθανότητες να αναπτύξουν αντικοινωνική συμπεριφορά. Όταν ο ρατσισμός λαμβάνει χώρα όχι απλά σε ατομικό αλλά σε ένα συστημικό επίπεδο (δηλαδή όταν ολόκληρη η κοινωνία στην οποία ζει κάποιος έχει ένα ρεπερτόριο συμπεριφορών και κανόνων που βάζουν το μειονοτικό άτομο σε μειονεκτική θέση) τα επίπεδα άγχους αυξάνονται, κάτι το οποίο μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του ατόμου σε πολλαπλά επίπεδα. Οι ίδιες έρευνες έχουν δείξει ότι οι εγκυμονούσες που βιώνουν συστημικό ρατσισμό είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν προβλήματα κατά τη διάρκεια της γέννας σε σχέση με γυναίκες που δεν είναι θύματα συστημικής ρατσιστικής συμπεριφοράς.

Μια πρόσφατη μετα-έρευνα του Πανεπιστημίου της Μελβούρνης η οποία εστίασε κυρίως στην βιβλιογραφία για τις επιπτώσεις του ρατσισμού στους νέους, βρήκε ότι ο αντίκτυπος των ρατσιστικών συμπεριφορών για τα άτομα των μειονοτικών ομάδων ξεκινούν ήδη από την εφηβική ηλικία [2] . Οι νέοι αυτοί αισθάνονται ξένοι, απομονωμένοι και σε πολλές περιπτώσεις πέφτουν θύματα ακόμη και σωματικής βίας από τους συνομήλικους τους, κάτι το οποίο έχει επιπτώσεις μεταξύ άλλων και στην ψυχική τους υγεία. Συγκεκριμένα, τα νεαρά θύματα ρατσιστικής συμπεριφοράς αναπτύσσουν πιο συχνά συμπτώματα κατάθλιψης, ενώ σε πολλές περιπτώσεις εκφράζουν έντονο άγχος. Όπως είναι εμφανές, η ρατσιστική συμπεριφορά έχει δραματικές επιπτώσεις στην ποιότητα ζωής των θυμάτων της σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότερες έρευνες έχουν γίνει στις ΗΠΑ, το Η.Β. και την Αυστραλία, πολυπολιτισμικές χώρες στις οποίες γίνονται ήδη προσπάθειες να περιοριστούν τα φαινόμενα ρατσισμού και να μειωθεί όσο είναι δυνατόν η συστημική ρατσιστική συμπεριφορά, προστατεύοντας τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των μειονοτικών ομάδων. Θα είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε τα ανάλογα αποτελέσματα σε λιγότερο πολυπολιτισμικές χώρες όπου οι μειονότητες αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερη πίεση από την υπόλοιπη κοινωνία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία / Περισσότερες Πληροφορίες

  1. Paradies, Y. (2006). A systematic review of empirical research on self-reported racism and health. international Journal of Epidemiology35(4), 888-901 [PDF]
  2. Priest, N., Paradies, Y., Trenerry, B., Truong, M., Karlsen, S., & Kelly, Y. (2012). A systematic review of studies examining the relationship between reported racism and health and wellbeing for children and young people. Social Science & Medicine.