14 Οκτ

Σχιζοφρένεια ή Διαταραχή του φάσματος της ψύχωσης;

Η σχιζοφρένεια είναι μία από τις πρώτες επίσημα καταγεγραμμένες ψυχικές διαταραχές. Καταγράφηκε για πρώτη φορά από τον Μπρόιερ στις αρχές του 20ου αιώνα Read More

19 Ιαν

Η αυξημένη χρήση αλκοόλ κατά την εφηβεία αλλάζει την συνδεσιμότητα του εγκεφάλου

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Ανατολικής Φινλανδίας και του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Kuopio στην ίδια χώρα, η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ κατά την εφηβεία μπορεί να έχει σημαντικές επιδράσεις στην συνδεσιμότητα μεταξύ των διάφορων εγκεφαλικών περιοχών[1] . Σκοπός της συγκεκριμένης έρευνας ήταν να μελετήσει τις επιδράσεις της κατανάλωσης αλκοόλ στην ενεργοποίηση του εγκεφαλικού φλοιού και στην συνεπακόλουθη ηλεκτρική δραστηριότητα.

Οι συμμετέχοντες της έρευνας ήταν 27 άτομα τα οποία χρησιμοποιούσαν μεγάλες ποσότητες αλκοόλ κατά την εφηβεία τους και 25 άτομα ίδιας ηλικίας, φύλου και εκπαιδευτικού επιπέδου τα οποία κατανάλωναν λίγο ή καθόλου αλκοόλ κατά την εφηβεία τους. Πρόκειται για μια διαχρονική έρευνα η οποία ξεκίνησε όταν οι συμμετέχοντες ήταν 13 έως 18 ετών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι χρήστες αλκοόλ δεν χρησιμοποιούσαν τόσο μεγάλες ποσότητες αλκοόλ, με τη απαραίτητη συχνότητα και δεν παρουσίαζαν τα συμπεριφορικά χαρακτηριστικά ώστε να διαγνωσθούν ως αλκοολικοί.

Για τους σκοπούς της έρευνας έγινε μέτρηση της ηλεκτρικής δραστηριότητας του εγκεφαλικού φλοιού αλλά και της λειτουργίας του συστήματος GABA. Το συγκεκριμένο σύστημα είναι υπεύθυνο για την απελευθέρωση του νευροδιαβιβαστή GABA, τα επίπεδα του οποίου σχετίζεται με την εμφάνιση κατάθλιψης, άγχους αλλά και πλήθος νευροψυχολογικών διαταραχών. Αν και η συγκεκριμένη έρευνα δεν προχώρησε στην περαιτέρω εξέταση των επιπτώσεων της βαριάς κατανάλωσης αλκοόλ σε βάθος χρόνου, είναι αξιοσημείωτο ότι ο εγκέφαλος αλλάζει την λειτουργία του βάσει αυτής της παραμέτρου και είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι αυτές οι βιοχημικές και λειτουργικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με τους συμμετέχοντες της ομάδας ελέγχου (μη πότες) δυνητικά μεταφράζονται σε συμεριφορικά προβλήματα ή ακόμη και ανάπτυξη ψυχολογικών διαταραχών.

Δεδομένου ότι η εφηβεία είναι μια κρίσιμη ηλικία στην ανθρώπινη ανάπτυξη, η συγκεκριμένη έρευνα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η κατανάλωση αλκοόλ σε αυτή τη φάση της ζωής ενός ανθρώπου μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στην συνδεσιμότητα και την ηλεκτροχημική ισορροπία του εγκεφαλικού φλοιού, κάτι που μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις για την σωματική ή/και ψυχική υγεία του παιδιού στο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Kaarre, O., Kallioniemi, E., Könönen, M., Tolmunen, T., Kekkonen, V., Kivimäki, P., Määttä, S. (2016). Heavy alcohol use in adolescence is associated with altered cortical activity: a combined TMS-EEG study. Addiction Biology. doi:10.1111/adb.12486 []
06 Ιαν

Καταγραφή της συνειδητότητας των ασθενών σε φυτική κατάσταση

Οι ασθενείς με σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες που τους έχουν αναγκάσει να ζουν σε αυτό που η επιστημονική κοινότητα ονομάζει «φυτική κατάσταση»[1] (Vegetable state[2] ) αποτελούν μία από τις πιο δύσκολες κατηγορίες ασθενών από πολλές απόψεις. Όταν κάποιος ζει σε φυτική κατάσταση σημαίνει ότι το Κεντρικό Νευρικό Σύστημά του (επί της ουσίας ο εγκέφαλος) έχει υποστεί τόσο σοβαρή βλάβη από τραύμα, μόλυνση, δηλητηρίαση, εγκεφαλικό ή άλλη αιτία ώστε το άτομο πλέον δεν είναι σε θέση ούτε να κινηθεί, αλλά ούτε και να επικοινωνήσει με τον εξωτερικό του κόσμο. Ο ασθενής δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί, αλλά ούτε και να εκφράσει τις σκέψεις του με τον οποιοδήποτε τρόπο. Αυτή η κατάσταση επιβαρύνει φυσικά τον οργανισμό από σωματικής απόψεως και αποτελεί και ψυχολογικό βάρος για τον ασθενή και τον περίγυρό του που έχει αναλάβει την φροντίδα του. Οι φροντιστές δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εάν ο ασθενής έχει ακόμη αίσθηση των όσων γίνονται γύρω του ή εάν απλά επιβιώνει δίχως να έχει την παραμικρή αντίληψη, γεγονός που όπως είναι λογικό τους δημιουργεί ιδιαίτερο άγχος.

Όπως είναι φυσικό, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις περιπτώσεις αυτές, προσπαθώντας να αναπτύξουν τεχνικές ικανές να εντοπίσουν εάν ένας ασθενής σε φυτική κατάσταση μπορεί να αντιληφθεί τι γίνεται γύρω του ή όχι. Ακόμη και εάν οι ασθενείς αυτοί δεν μπορούν να κουνηθούν ή να μιλήσουν, μπορεί να είναι σε θέση να σκεφτούν και να αξιοποιήσουν τη φαντασία τους. Έτσι λοιπόν, εάν κληθούν να λάβουν μέρος σε μια κλινική εξέταση όπου καλούνται απλά να σκεφτούν κάτι ή να φανταστούν τον εαυτό τους να κάνουν κάτι, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να δούμε την αντίστοιχη εγκεφαλική δραστηριότητα που βλέπουμε και σε υγιή  άτομα που κάνουν τις ίδιες πράξεις.

Έως τώρα έχουν αξιοποιηθεί τόσο η μαγνητική τομογραφία, όσο και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα προς αυτό το σκοπό. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πάντα οι επιστήμονες είναι οι τεχνικοί περιορισμοί της εποχής τους. Έτσι, παρόλο που η μαγνητική τομογραφία και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα αξιοποιούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, έως και πρόσφατα ήταν πολύ δύσκολο να εντοπίσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα ασθενών σε φυτική κατάσταση. Πλέον όμως, με την τεχνική βελτίωση των μηχανημάτων και την ανάπτυξη ακριβέστερων τεχνικών ανάλυσης, είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε ακόμη πιο ισχνή εγκεφαλική δραστηριότητα.

Συγκρίνοντας τα επίπεδα εγκεφαλικής δραστηριότητας μεταξύ ασθενών και υγιών ατόμων, βλέπουμε ότι τα εγκεφαλικά κέντρα που δραστηροποιούνται και στις δύο περιπτώσεις είναι τα ίδια[3] . Για παράδειγμα, όταν καλούνται να φανταστούν ότι κάνουν αθλητικές δραστηριότητες, τόσο οι ασθενείς όσο και οι υγιείς συμμετέχοντες ενεργοποιούν το προμετωπιαίο λοβό τους, όπως ακριβώς αναμένεται. Στους ασθενείς όμως οι οποίοι είναι σε φυτική κατάσταση και ταυτόχρονα δεν έχουν επαφή με το περιβάλλον τους, δεν παρατηρείται εγκεφαλική ενεργοποίηση ανάλογη με αυτή των υγιών ατόμων. Έτσι λοιπόν, ανάλογα με την ευαισθησία της αξιοποιούμενης τεχνικής και τα επίπεδα εγκεφαλικής δραστηριότητας του ασθενή, είναι δυνατό να γίνει κατανοητό εάν αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του ή όχι.

Αυτή η διαφοροποίηση έχει αξία όχι μόνο γιατί αποτελεί επιστημονικό επίτευγμα, αλλά πολύ περισσότερο γιατί μπορεί να δώσει μια πιο καθαρή απάντηση στο οικείο περιβάλλον του ασθενούς σχετικά με τα επίπεδα αντίληψής του, η οποία είναι χρήσιμη σε κάθε περίπτωση για την καλύτερη στήριξή του.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Medlook.net: Το κώμα και οι ασθενείς σε φυτική κατάσταση []
  2. MSD Manual: Vegetative State and Minimally Conscious State []
  3. Chennu S, Finoia P, Kamau E, Allanson J, Williams GB, et al. Spectral Signatures of Reorganised Brain Networks in Disorders of Consciousness. PLOS Computational Biology, 2014; 10 (10): e1003887 DOI: 10.1371/journal.pcbi.1003887 []
11 Ιούν

Εργαστηριακές έρευνες υποδεικνύουν ότι ο αυτισμός δεν είναι απλά μια εγκεφαλική διαταραχή

Οι διαταραχές του φάσματος του αυτισμού οφείλονται σε πολλαπλούς παράγοντες, αλλά βασικότερος των οποίων φαίνεται να είναι η βιολογία. Έως τώρα οι έρευνες πάνω στο θέμα του αυτισμού δείχνουν ότι η βιολογική προδιάθεση των ατόμων να αναπτύξουν ένα φάσμα εγκεφαλικών δυσλειτουργιών είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ αυτιστικών και μη αυτιστικών ατόμων. Αν και οι μέχρι τώρα γνώσεις μας πάνω στο γονιδιακό αποτύπωμα της διαταραχής είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα να μην έχει ταυτοποιηθεί με εγκυρότητα και πέραν πάσης αμφιβολίας κάποιο συγκεκριμένο γονίδιο στο DNA το οποίο να σχετίζεται με την ανάπτυξη διαταραχών στο φάσμα του αυτισμού, οι ενδείξεις που έχουμε υπογραμμίζουν τη βιολογική προδιάθεση και συγκεκριμένα τη δυσλειτουργία του εγκεφάλου η οποία με τη σειρά της δημιουργεί τα συμπτώματα της διαταραχής, όπως είναι η έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Η έρευνα στον τομέα αυτό, όπως και σε πολλές άλλες θεματικές νευρο-ψυχολογικών διαταραχών πολλές φορές λαμβάνουν χώρα σε εργαστήρια, αξιοποιώντας τα πειράματα που γίνονται σε πειραματόζωα, τα οποία είναι σε θέση να διαφωτίσουν κυρίως την νευροβιολογική βάση των υπό εξέταση διαταραχών. Έτσι και στην περίπτωση του αυτισμού, οι ερευνητές τρέχουν μια πλειάδα εργαστηριακών πειραμάτων για να επιβεβαιώσουν ή όχι τις υποθέσεις τους.

Σε μια τέτοια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ[1] οι πειραματιστές θέλησαν να δουν κατά πόσο άλλα μέρη του νευρικού συστήματος, πέραν του εγκεφάλου, παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη τουλάχιστον κάποιων συμπτωμάτων του αυτισμού. Στο πείραμά τους, έλεγξαν τα αποτελέσματα της μετάλλαξης σε δύο γονίδια που σχετίζονται σε κάποιο βαθμό με την ανάπτυξη ορισμένων εκ των συμπτωμάτων του αυτισμού, όπως η ευαισθησία στο άγγιγμα αλλά και η κοινωνική απομόνωση. Αυτό που βρήκαν είναι πως η μετάλλαξη των συγκεκριμένων γονιδίων επηρεάζει το περιφερικό νευρικό σύστημα (δηλαδή όχι τον εγκέφαλο, αλλά το δίκτυο των νευρώνων που απλώνεται πέρα από τον εγκέφαλο, περνάει από τη σπονδυλική στήλη και καταλήγει στις νευρικές απολήξεις στα άκρα μας. Συγκεκριμένα, τα ποντίκια με τα μεταλλαγμένα γονίδια ανέπτυξαν ευαισθησία στην αφή και το άγγιγμα, κάτι που οδήγησε σε κοινωνική απομόνωσή τους, δίχως όμως να έχει επηρεαστεί η λειτουργία του εγκεφάλου τους, παρά μόνο η επικοινωνία των νευρώνων στα άκρα και το δέρμα.

Αυτό το οποίο έδειξαν τα συγκεκριμένα πειράματα είναι πως για να αναπτυχθεί μια συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηριστεί «αυτιστική» δεν χρειάζεται ο εγκέφαλος να δυσλειτουργεί ως ολότητα, αλλά αρκεί μια υπερευαισθησία στην επαφή και το άγγιγμα, η οποία με τη σειρά της απομονώνει το άτομο και το κάνει λιγότερο κοινωνικό. Στον δυτικό κόσμο τέτοιου είδους συμπεριφορές ερμηνεύονται ως ενδείξεις κοινωνικού άγχους και ανελλιπούς κοινωνικής συνδιαλλαγής. Φυσικά τέτοιες έρευνες δεν μπορούν, και ούτε έχουν ως σκοπό, να ερμηνεύσουν όλες τις περιπτώσεις του αυτισμού, καθώς ο αυτισμός δεν είναι μια συγκεκριμένη διαταραχή με συγκεκριμένα συμπτώματα, αλλά αντίθετα είναι ένα φάσμα δυσλειτουργικών συμπεριφορών που μπορεί να διαφέρουν εξαιρετικά από άτομο σε άτομο.

Τέτοιου είδους ερευνητικά βήματα είναι πολύ σημαντικά όχι μόνο για την αντιμετώπιση του αυτισμού αλλά και άλλων νευροψυχολογικών διαταραχών, καθώς υποδεικνύουν ότι εφόσον τα συμπτώματα αυτών των διαταραχών μπορούν να οφείλονται σε δυσλειτουργία των νευρώνων του περιφερικού νευρικού συστήματος, ενδεχομένως μια στοχευμένη φαρμακοθεραπεία με σκοπό την καλύτερη λειτουργία και επικοινωνία αυτών των νευρώνων να αποδειχθεί αρκετά αποτελεσματική για την μείωση των συμπτωμάτων, πάντα σε συνδυασμό με ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις με στόχο την αποτελεσματικότερη διαχείριση των συμπτωμάτων από τα ίδια τα άτομα και την καλύτερη λειτουργικότητά τους.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Lauren et al. (2016). “ Peripheral Mechanosensory Neuron Dysfunction Underlies Tactile and Behavioral Deficits in Mouse Models of ASDs”. Cell. []