25 Απρ 2016

Επιστήμονες κατάφεραν να ταυτοποιήσουν άτομα από την εγκεφαλική τους δραστηριότητα

Τα δακτυλικά αποτυπώματα αξιοποιούνται πάνω από 100 χρόνια για την ταυτοποίηση των ατόμων. Αυτό που τα κάνει ξεχωριστά και τόσο χρήσιμα είναι το γεγονός πως είναι εντελώς διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Έτσι, το κράτος και οι κρατικές δομές όπως π.χ. η αστυνομία μπορούν με σχετική ευκολία να καταγράψουν τα δακτυλικά αποτυπώματά μας και να τα αξιοποιήσουν για την ταυτοποίησή μας εάν χρειαστεί.

Ταυτόχρονα, συσκευές ανάγνωσης αποτυπωμάτων χρησιμοποιούνται όλο και πιο συχνά από εταιρίες και οργανισμούς, ώστε να επιτρέψουν την είσοδο συγκεκριμένων ατόμων στις δομές τους ή για την καταγραφή των ωραρίων εργασίας των εργαζομένων κατά την είσοδο και έξοδο τους από τον χώρο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα άρχισαν να κυκλοφορούν και προσωπικές συσκευές όπως π.χ. κινητά τηλέφωνα και tablets με ενσωματωμένη την τεχνική δυνατότητα αναγνώρισης των δακτυλικών αποτυπωμάτων, κάτι που καθιστά πιο εύκολη υπόθεση την εξασφάλιση ότι οι συσκευές αυτές θα ξεκλειδώνουν μονάχα από τον ιδιοκτήτη τους και από κανέναν άλλο.

Παρόλο που υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν το πόσο ασφαλής μέθοδος ταυτοποίησης είναι η καταγραφή των αποτυπωμάτων, σε γενικές γραμμές θεωρείται ασφαλής και αξιοποιείται σε συνδυασμό με άλλες τεχνικές ταυτοποίησης για την αυξημένη ασφάλεια, ειδικά σε πιο επικίνδυνους και ευαίσθητους χώρους. Είναι όμως τα δακτυλικά αποτυπώματα η μόνη ασφαλής μέθοδος ταυτοποίησης; Κάποιοι νευροεπιστήμονες απαντούν ξεκάθαρα σε αυτό το ερώτημα με ένα ξεκάθαρο «όχι». Υπάρχει μια ακόμη μέθοδος ταυτοποίησης που μπορούμε πλέον να αξιοποιήσουμε και αυτή δεν είναι άλλη από την ανάγνωση της εγκεφαλικής μας δραστηριότητας.

Αυτό που μας κάνει τόσο διαφορετικούς μεταξύ μας είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε και αντιδρούμε στην καθημερινότητά μας. Άλλωστε, εάν όλοι σκεφτόμασταν και αντιδρούσαμε το ίδιο στα ίδια δεδομένα, δεν θα διαφέραμε από τα ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης. Αυτή η διαφορετικότητα αντικατοπτρίζεται στον εγκέφαλό μας. Οι εγκέφαλοί μας αντιδρούν διαφορετικά στα ίδια ερεθίσματα. Για παράδειγμα μια εικόνα ή μερικές λέξεις ενεργοποιούν τον εγκέφαλό μας με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τα βιώματά μας αλλά και τις νευροφυσιολογικές μας διαφορές.

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Binghamton θέλησαν να ελέγξουν εάν αυτές οι αντιδράσεις είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, ώστε να μπορέσουμε να αντιστοιχίσουμε κάθε αντίδραση με το εκάστοτε άτομο από το οποίο καταγράφηκε[1] . Για το σκοπό της έρευνας κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα 50 ατόμων μέσω συσκευής ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (EEG / ΗΕΓ), ενώ οι συμμετέχοντες έβλεπαν διάφορες εικόνες (500 στον αριθμό) σε έναν υπολογιστή. Στη συνέχεια δημιούργησαν ένα πρόγραμμα το οποίο «διάβασε» τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα και τα αρχειοθέτησε. Το πρόγραμμα στη συνέχεια ήταν σε θέση να διαβάζει τις εγκεφαλικές αντιδράσεις ενός τυχαίου συμμετέχοντα και να αποφαίνεται σε ποιον ανήκει. Μάλιστα η ακρίβεια της συγκεκριμένης τεχνικής ήταν 100%!

Αν και ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν φαίνεται να μπορεί να αξιοποιηθεί στην καθημερινότητά μας, όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα, κυρίως λόγω τεχνικών δυσκολιών για την γρήγορη και αξιόπιστη καταγραφή και ανάλυση της εγκεφαλικής δραστηριότητας αλλά και για λόγους λειτουργικότητας, φαίνεται πως θα μπορούσε να φανεί αρκετά χρήσιμο για τις πιο εξεζητημένες περιπτώσεις όπου απαιτείται ακόμη πιο αυξημένη ασφάλεια και καλή ταυτοποίηση. Κάποια παραδείγματα που δίνει η επιστημονική ομάδα της συγκεκριμένης έρευνας είναι εγκαταστάσεις με πρόσβαση σε πυρηνικά όπλα και πυρηνικούς αντιδραστήρες. Αυτό που καθιστά τη συγκεκριμένη τεχνική πιο αξιόπιστη από άλλες όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα και η καταγραφή της ίριδας του ματιού που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι το γεγονός ότι λόγω της περιπλοκότητας της εγκεφαλικής δραστηριότητας, είναι πρακτικά αδύνατο κάποιος να προσπεράσει αυτό το μέτρο ασφαλείας.

Βεβαίως από τη συγκεκριμένη έρευνα έως την ευρεία υιοθέτηση της συγκεκριμένης τεχνικής μας χωρίζουν τουλάχιστον κάποιες δεκαετίες σκληρής δουλειάς και επαλήθευσης από επιστήμονες και τεχνικούς, ώστε να επιβεβαιωθεί η αξιοπιστία της.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ruiz-Blondet, M. V., Jin, Z., & Laszlo, S. (2016). CEREBRE: A Novel Method for Very High Accuracy Event-Related Potential Biometric Identification. IEEE Trans.Inform.Forensic Secur. IEEE Transactions on Information Forensics and Security, 11(7), 1618-1629. doi:10.1109/tifs.2016.2543524 []
15 Μαρ 2016

Γιατί μειώθηκε ο όγκος του ανθρώπινου εγκεφάλου κατά τα τελευταία 20000 χρόνια;

Όταν σκεφτόμαστε την ανθρώπινη εξέλιξη μέσα στο πέρασμα των εκατομμυρίων ετών, οι περισσότεροι πιστεύουμε πως αυτή χαρακτηρίζεται από μια σταθερή αύξηση του όγκου του ανθρώπινου εγκεφάλου. Επιπλέον, έχουμε συνδέσει την αύξηση αυτή με την αύξηση της νοημοσύνης: όσο μεγαλύτερος ο όγκος του εγκεφάλου, τόσο πιο έξυπνος γίνεται ο άνθρωπος. Πόσο αληθείς είναι όμως αυτές οι πεποιθήσεις;

Πράγματι, η ανθρώπινη εξέλιξη χαρακτηρίστηκε από μια σταθερή αύξηση του συνόλου του εγκεφάλου. Εάν συγκρίνουμε τα αρχαιολογικά ευρήματα από απολιθώματα των προγόνων μας, θα δούμε ότι ο εγκέφαλος αυξανόταν γεωμετρικά. Μέσα σε διάστημα περίπου 2 εκατομμυρίων ετών παρουσιάστηκε ένας τριπλασιασμός του όγκου του. Αυτή η αύξηση συνεχίστηκε έως και πριν από 20,000 χρόνια, όταν ο μέσος ανθρώπινος εγκέφαλος του homo sapiens (του είδους μας δηλαδή) έφτασε τα 1,500 κυβικά εκατοστά. Έκτοτε όμως η εξέλιξή μας χαρακτηρίζεται από μείωση του συνολικού όγκου του εγκεφάλου, φτάνοντας τα σημερινά δεδομένα όπου ο μέσος όρος είναι περίπου στα 1,300 κυβικά εκατοστά. Με αυτούς τους ρυθμούς, μέσα στα επόμενα 20,000 χρόνια ο εγκέφαλός μας θα φτάσει το μέγεθος που είχε ο homo erectus, ένα είδος-πρόγονός μας που έζησε πριν από 1,5 εκατ. χρόνια.

Πως εξηγούνται όμως αυτές οι διακυμάνσεις; Πράγματι, η αύξηση του εγκεφάλου συνοδεύτηκε από πολλαπλασιασμό των γνωστικών ικανοτήτων των προγόνων μας. Η μετάβαση από τη ζωή στα δέντρα, τους θάμνους και στη συνέχεια σε ομάδες και χωριά αλλά και η σταδιακή χρήση όλο και καλύτερων εργαλείων δεν θα ήταν δυνατή εάν δεν είχαν αναπτυχθεί οι αντίστοιχες εγκεφαλικές περιοχές που είναι υπεύθυνες για την κατανόηση του εαυτού, την ενσυναίσθηση, των λεπτών κινήσεων των άκρων μας κτλ. Υπό αυτή την έννοια ο μεγαλύτερος εγκέφαλος ήταν ένδειξη περισσότερων γνωστικών ικανοτήτων και αυξημένης νοημοσύνης.

Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι η σταδιακή μείωση του εγκεφάλου μας είναι ένδειξη μειωμένης ευφυίας; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο όχι. Σημασία δεν έχει μόνο ο όγκος του, αλλά και η λειτουργικότητά του, οι διασυνδέσεις μεταξύ των διάφορων εγκεφαλικών περιοχών και φυσικά το να αξιοποιείται στο έπακρο. Όταν μια εγκεφαλική περιοχή καθίσταται λιγότερο ή και καθόλου χρήσιμη για την επιβίωση ενός είδους -εν προκειμένω του ανθρώπου- τότε είναι λογικό ότι θα τείνει να μειώνεται σε όγκο αλλά και λειτουργικές συνδέσεις. Ας σκεφτούμε τις αισθήσεις μας και την χρησιμότητά τους ανά τις χιλιετίες. Πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί μας ήταν κυρίως κυνηγοί. Βρίσκονταν συνεχώς εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να σκοτωθούν από κάποιον θηρευτή. Έπρεπε να έχουν αυξημένες όλες τις αισθήσεις τους: όσφρηση, ακοή και όραση. Όσοι τύχαινε να μην έχουν αυξημένες κάποιες από αυτές, τότε μοιραία έπεφταν θύματα των άγριων ζώων ή άλλων ατυχημάτων μέσα στις επικίνδυνες περιοχές που ζούσαν. Αποτέλεσμα αυτού ήταν πολλοί πρόγονοί μας με μειωμένες αισθήσεις (π.χ. όσφρηση) να μην προλαβαίνουν καν να τεκνοποιήσουν και να περάσουν αντίστοιχα επίπεδα αισθήσεων στους απόγονούς τους. Έτσι, κάθε γενιά αποτελούνταν από όλο και πιο ικανούς κυνηγούς οι οποίοι φυσικά είχαν πιο ανεπτυγμένα τα κέντρα των αισθήσεών τους.

Αν δούμε την πορεία του ανθρώπου θα διαπιστώσουμε τις μεγάλες αλλαγές από τις οποίες πέρασε το είδος μας στον τρόπο επιβίωσής του. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, μια πολύ σημαντική αλλαγή είναι η μετάβαση από την ατομική – οικογενειακή επιβίωση στην επιβίωση μέσα στα πλαίσια μεγαλύτερων ομάδων. Ο άνθρωπος άρχισε να οργανώνεται σε μεγαλύτερες ομάδες και να μοιράζονται διαφορετικοί και ποικίλοι ρόλοι στον καθένα, και αυτό είχε φυσικά σημαντικό αντίκτυπο στην εξέλιξη του είδους μας. Συνεχίζοντας το παράδειγμά μας, όταν πλέον οι άνθρωποι δεν είχαν την ανάγκη αποκλειστικά και μόνο κυνηγών, αλλά και αγροτών, τεχνιτών κτλ, όσοι δεν ήταν ικανοί κυνηγοί γιατί δεν είχαν ανεπτυγμένες τις αισθήσεις και τις μυικές ομάδες που απαιτούνται από έναν κυνηγό δεν πέθαιναν, αλλά έβρισκαν διέξοδο υιοθετώντας έναν διαφορετικό ρόλο. Ενδεχομένως είχαν πιο ανεπτυγμένες λεπτές κινήσεις που απαιτούνται από έναν τεχνίτη, ή τις γνωστικές ικανότητες που απαιτούνται για την κατανόηση του περιβάλλοντος και την πρόβλεψη των εποχών ώστε να είναι πιο αποτελεσματικές οι καλλιέργειες. Όλες αυτές οι κοινωνικές μεταμορφώσεις είχαν αντίκτυπο και στον εγκέφαλο του είδους μας. Αυξήθηκε ο πρόσθιος λοβός ο οποίος χρησιμεύει στην αόριστη σκέψη, τη μνήμη και γενικά όλες τις ανώτερες γνωστικές ικανότητες που μας χαρακτηρίζουν ως είδος, ενώ σταδιακά μειώθηκαν σε όγκο και λειτουργικές συνδέσεις οι εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με δεξιότητες ή αισθήσεις που δεν μας είναι τόσο χρήσιμες (π.χ. όσφρηση, ακοή κτλ).

Φτάνοντας στο βασικό ερώτημα του άρθρου σχετικά με το λόγο μείωσης του όγκου του εγκεφάλου τα τελευταία 20,000 χρόνια, μπορούμε να πούμε ότι η μείωση δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι είμαστε λιγότεροι έξυπνοι ή ικανοί από τους προγόνους μας πριν από χιλιάδες γενιές. Είμαστε απλά διαφορετικοί. Καλούμαστε να επιβιώσουμε σε ένα διαφορετικό περιβάλλον με διαφορετικές προκλήσεις. Ζούμε σε έναν κόσμο ανάπτυξης της τεχνολογίας, με πιο γρήγορους ρυθμούς και στον οποίο σημαντικό ρόλο παίζουν οι κοινωνικές δεξιότητες. Δεν είμαστε αποκλειστικά κυνηγοί και αγρότες, αλλά ακόμη και όσοι ασκούν τέτοια επαγγέλματα το κάνουν αξιοποιώντας διαφορετικές ικανότητες από τους προγόνους τους. Χρησιμοποιούμε σύγχρονα όπλα, τεχνικές καλλιέργειας, νέα εργαλεία αυτοματοποίησης της καθημερινότητάς μας. Ασχολούμαστε σε μεγάλο ποσοστό με την προσφορά υπηρεσιών στους συνανθρώπους μας και όχι αποκλειστικά με τον πρωτογενή τομέα παραγωγής ο οποίος μας προσφέρει τα απαραίτητα για την επιβίωσή μας.

Για την ακρίβεια, δεν μας απασχολεί μόνο η επιβίωσή μας, αλλά η ψυχαγωγία, η ανάπτυξη της γνώσης μας για τον κόσμο και η προσφορά βοήθειας στον συνάνθρωπό μας. Είμαστε καλλιτέχνες, δικηγόροι, ψυχολόγοι, χρηματιστές, διευθυντές, δάσκαλοι, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, γεωπόνοι, αεροπόροι, στρατιώτες, πολιτικοί, επιστήμονες, εξερευνητές, διπλωμάτες και χίλια δυο άλλα πράγματα. Με απλά λόγια οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε είναι εντελώς διαφορετικοί από τους ρόλους των προγόνων μας και αντίστοιχα διαφορετικοί είναι και οι εγκέφαλοι που έχουμε.

Κατά καιρούς διαβάζουμε προβλέψεις για το πως θα είμαστε σε μερικές χιλιάδες χρόνια και αντίστοιχα κυκλοφορούν κάποιες εικασίες για το πως θα είναι και ο εγκέφαλός μας. Η αλήθεια είναι όμως πως δεν γίνεται να γνωρίζουμε με καμία ακρίβεια. Η εξέλιξη των ειδών δεν είναι μία γραμμική διαδικασία. Αντίθετα, εξαρτάται από τις ανάγκες του περιβάλλοντος στις οποίες θα ζήσουν οι απόγονοί μας. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, η ενδεχόμενη κλιματική αλλαγή, η μετεξέλιξη των κοινωνιών και οι νέες ανάγκες που θα προκύψουν αλλά και μελλοντικές ενδεχόμενες καταστροφές και αφανίσεις πληθυσμών θα διαμορφώσουν σε μεγάλο βαθμό και την πορεία του εγκεφάλου μας. Σίγουρα θα παραμείνουμε ένα ανώτερο πρωτεύων θηλαστικό με ανεπτυγμένες ανώτερες γνωστικές λειτουργίες για τις επόμενες μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, αλλά από εκεί και πέρα η πορεία μας είναι αδιευκρίνιστη ακόμη και για τον πιο έμπειρο θεωρητικό στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Εισαγωγική Εικόνα

19 Ιαν 2016

Τα παιδιά που ζουν στα όρια της φτώχειας παρουσιάζουν λειτουργικές διαφορές στον εγκέφαλο και έχουν αυξημένες πιθανότητες κατάθλιψης

Οι έντονες οικονομικές δυσκολίες είναι ένας παράγοντας που προκαλεί πολλαπλά προβλήματα σε μια οικογένεια και το επίπεδο ζωής της. Οι οικογένειες που έχουν σημαντικά μειωμένο εισόδημα αναγκάζονται να πάρουν πολλές σκληρές αποφάσεις. Μπορεί να χρειαστεί να ζήσουν σε κάποια άλλη περιοχή/πόλη, να μειώσουν τις δαπάνες για αγαθά και υπηρεσίες, να αλλάξουν διατροφικές συνήθειες ή ακόμη και να χωρίσουν ώστε να μπορεί ο ένας γονιός να συντηρεί την οικογένεια με μια εργασία που κάνει σε άλλη χώρα ή πόλη μακριά από τους δικούς του.

Όλες αυτές οι αλλαγές είναι τρομακτικές για έναν ενήλικα, πόσο μάλλον για τα παιδιά, ιδιαίτερα όταν αυτά είναι μικρά στην ηλικία.

Ένα σημαντικό ερώτημα που προκύπτει από την έρευνα που έχει γίνει για τις επιπτώσεις της κακής οικονομικής κατάστασης στην οικογένεια και τα μέλη της είναι κατά πόσο επηρεάζεται και η βιολογική ανάπτυξη των παιδιών. Γνωρίζουμε ότι η φτώχεια σχετίζεται με μειωμένη ανάπτυξη λόγω χειρότερης διατροφής αλλά και με πιο συχνή εμφάνιση προβλημάτων υγείας λόγω κακών συνθηκών διαβίωσης, ανεπαρκή φαρμακευτική κάλυψη κτλ. Τι γίνεται όμως με τον εγκέφαλο; Επηρεάζεται η υγιής ανάπτυξή του από τις κακές οικονομικές συνθήκες στις οποίες καλείται να μεγαλώσει ένα παιδί; Μια έρευνα του Πανεπιστημίου του Saint Louis προσπάθησε να απαντήσει σε αυτό ακριβώς το ερώτημα.

Πήραν ως δείγμα 105 παιδιά ηλικίας 3-5 ετών τα οποία ζούσαν σε οικογένειες με χαμηλό εισόδημα στα όρια του επιπέδου της φτώχειας. Μετά από μερικά χρόνια (στην ηλικία 7-12 ετών) τα ίδια παιδιά εξετάστηκαν μέσω μαγνητικού τομογράφου (fMRI) ώστε να μπορέσουν να έχουν μια σαφή εικόνα της δομής και του τρόπου λειτουργίας του εγκεφάλου τους. Τα αποτελέσματα της τομογραφίας συγκρίθηκαν με αυτά παιδιών αντίστοιχης ηλικίας, αλλά προερχόμενα από οικογένειες μέτριου ή υψηλού οικονομικού επιπέδου.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα παιδιά φτωχών οικογενειών είχαν λιγότερες συνδέσεις μεταξύ του ιππόκαμπου και του μετωπιαίου λοβού, καθώς επίσης και μεταξύ της δεξιάς αμυγδαλής και των εγκεφαλικών δομών που σχετίζονται με τη γλώσσα. Οι περιοχές αυτές σχετίζονται με την εμφάνιση και τον έλεγχο των συναισθημάτων, την μνήμη αλλά και τον έλεγχο κατά τη διάρκεια στρεσογόνων καταστάσεων. Αυτές οι λειτουργικές διαφορές καθρεπτίζονταν και στη συμπεριφορά των παιδιών, καθώς τα παιδιά φτωχών οικογενειών με τις μειωμένες εγκεφαλικές συνδέσεις παρουσίαζαν αυξημένες πιθανότητες ανάπτυξης έντονων καταθλιπτικών συμπτωμάτων ήδη από την ηλικία των 10 ετών[1] . Η εμφάνιση καταθλιπτικών συμπτωμάτων σημαίνει ότι το άτομο δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικά τα συναισθήματά του και να αντιμετωπίσει αγχογόνες καταστάσεις. Είναι λογικό λοιπόν τα παιδιά που έχουν λειτουργικές ανωμαλίες στις εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με την διαχείριση συναισθημάτων να παρουσιάζουν και αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης.

Φυσικά δεν είναι τα χρήματα τα οποία δημιουργούν τις εγκεφαλικές διαφορές, αλλά το πρώιμο περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει ένα παιδί. Ένα περιβάλλον με μειωμένα ερεθίσματα, κακές οικογενειακές σχέσεις, κακή διατροφή και άγχος είναι επόμενο πως επηρεάζει την υγιή ανάπτυξη του παιδιού σε πολλούς τομείς, ανάμεσά τους και στην ανάπτυξη του εγκεφάλου. Φυσικά δεν είναι όλα τα φτωχά παιδιά καταδικασμένα να αναπτύξουν κατάθλιψη ή να γίνουν ανίκανα να διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. Μια οικογένεια φτωχή, αλλά με ιδιαίτερα υποστηρικτικούς γονείς, ανοιχτή επικοινωνία και με αυξημένα επίπεδα ενσυναίσθησης θα μπορέσει να μεγαλώσει συναισθηματικά υγιή παιδιά.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Medical News Today: Childhood poverty linked to brain changes related to depression []
06 Αυγ 2015

Η δυσλειτουργία των καθρεπτικών νευρώνων στις διαταραχές ενσυναίσθησης

Με τα γοργά βήματα με τα οποία αναπτύσσονται οι νευροεπιστήμες τις τελευταίες δεκαετίες, ολοένα και περισσότεροι επιστήμονες προσπαθούν να εντοπίσουν το ρόλο που παίζει η μη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου στην ανάπτυξη ή την εξέλιξη κάποιων διαταραχών. Τα μυστικά της λειτουργίας του εγκεφάλου αποκαλύπτονται σταδιακά με κάθε νέα ταυτοποίηση των εγκεφαλικών δομών και ανακάλυψη της λειτουργίας συγκεκριμένων νευρώνων στο κεντρικό νευρικό μας σύστημα.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις των τελευταίων δεκαετιών είναι αυτή της ανακάλυψης των καθρεπτικών νευρώνων. Έχουμε μιλήσει και στο παρελθόν για τους νευρώνες αυτούς, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με την ικανότητα των ανθρώπων και άλλων πρωτεύοντων θηλαστικών (π.χ. πιθήκων) να μπαίνουν στη θέση των άλλων και να αναπτύσσουν αυτό που επιστημονικά ονομάζουμε ενσυναίσθηση. Πιο συγκεκριμένα, οι νευρώνες αυτοί ανήκουν στην οικογένεια των κινητικών νευρώνων και πυροδοτούνται όταν βλέπουμε άλλους ανθρώπους (στην περίπτωση των ανθρώπινων νευρώνων) να κάνουν κάποια κίνηση (π.χ. πιάνουν αντικείμενα) ή όταν εξωτερικά ερεθίσματα έχουν κάποιο αντίκτυπο στους άλλους (π.χ. τσίμπημα με βελόνα). Χάρη σε αυτούς τους νευρώνες «αισθανόμαστε» άμεσα τι κάνουν ή τι παθαίνουν οι άλλοι γύρω μας.

Μια ενδιαφέρουσα ιδέα που κυκλοφορεί στην επιστημονική κοινότητα των νευροεπιστημόνων τα τελευταία χρόνια είναι ότι οι νευρώνες αυτοί παίζουν κάποιο ρόλο στις διαταραχές που έχουν ως βασικό σύμπτωμα την έλλειψη ενσυναίσθησης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο αυτισμός, η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας ή ακόμη και η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. Παρόλο που όλες αυτές οι αποκλίνουσες συμπεριφορές είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους και έχουν εντελώς διαφορετική νευρολογική βάση, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το άτομο που τις εμφανίζει έχει δυσκολίες σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό να αναπτύξει σχέσεις με άλλους αλλά –πολύ σημαντικότερο- και να καταλάβει τι αισθάνονται οι συνάνθρωποί του.

Ήδη έχουν υπάρξει έρευνες για τον αυτισμό και τις αντικοινωνικές διαταραχές που δείχνουν μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της δυσλειτουργίας των καθρεπτικών νευρώνων και της εμφάνισης αυτών των «διαταραχών ενσυναίσθησης»[1] . Φυσικά, η συσχέτιση δεν σημαίνει και αιτιότητα. Δεν γνωρίζουμε εάν η δυσλειτουργία των νευρώνων προϋπάρχει της διαταραχής ή εάν οι νευρώνες αυτοί εξασθενούν ως αποτέλεσμά της εμφάνισης της διαταραχής. Κατά πάσα πιθανότητα ισχύουν και τα δύο ανά περίπτωση.

Η συγκεκριμένη θεωρία δεν έχει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, αλλά και ευρύτερο, καθώς μπορεί να έχει και πρακτικές προεκτάσεις. Εάν η δυσλειτουργία των νευρώνων ενθαρρύνει την ανάπτυξη των συμπτωμάτων όπως των διαταραχών που αναφέραμε, αυτό σημαίνει πως ενδεχομένως μια παρέμβαση σε επίπεδο φυσιολογίας στους καθρεπτικούς νευρώνες μπορεί να μειώσει ή ακόμη και να εξαφανίσει τα συμπτώματα έλλειψης ενσυναίσθησης. Φυσικά, απέχουμε πολύ πριν από τέτοιου είδους παρεμβάσεις ακόμη, αλλά παραμένουν μια ανοιχτή πιθανότητα για το μέλλον.

Βεβαίως τέτοιες παρεμβάσεις ανέκαθεν γινόντουσαν σημεία έντονης αντιπαράθεσης από φιλοσόφους, επιστήμονες αλλά και το ευρύ κοινό, καθώς ανοίγουν πολλά θέματα κυρίως ηθικής φύσεως. Μπορούμε να παρεμβαίνουμε με τόσο άμεσο τρόπο για να αλλάξουμε μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται ως αποκλίνουσα, ακόμη και όταν προκαλεί πρόβλημα στο ίδιο το άτομο; Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; Σε ποιο βαθμό θα πρέπει να σταματά η παρέμβαση; Είναι ουσιαστική μια τέτοια παρέμβαση στη φυσιολογία ή απλά καλύπτει τα συμπτώματα αδιαφορώντας για τα βαθύτερα αίτια της διαταραχής συμπεριφοράς; Πρόκειται για ερωτήματα στα οποία ο καθένας από εμάς μπορεί να δώσει τις δικές του απαντήσεις…

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Psychopaths and Mirror Neurons: How Empathy Can Be a Luxury []