31 Μαΐ

Ο εγκεφαλος των τυφλών που χρησιμοποιούν ηχοεντοπισμό αξιοποιεί οπτικές περιοχές για την αντίληψη αντικειμένων

Τα περισσότερα τυφλά άτομα σε όλες τις γωνιές του κόσμου, είτε γεννήθηκαν με το συγκεκριμένο πρόβλημα είτε το παρουσίασαν αργότερα στη ζωή τους, αναπτύσσουν τις αισθήσεις τους με έναν εναλλακτικό τρόπο σε μια προσπάθεια να αντικαταστήσουν την χαμένη αίσθηση της όρασης. Άλλοι σε μεγαλύτερο και άλλοι σε μικρότερο βαθμό είναι ικανοί να προσανατολίζονται, να αντιλαμβάνονται αντικείμενα και πρόσωπα στο περιβάλλον τους και γενικότερα να συμπεριφέρονται με έναν αξιοθαύμαστο βαθμό ανεξαρτησίας.

Η αίσθηση που συνήθως αντικαθιστά την όραση είναι η δεύτερη πιο ισχυρή στον άνθρωπο: η ακοή. Η ικανότητα πολλών τυφλών να προσανατολίζονται βάσει της ακοής ονομάζεται ηχοεντοπισμός και λίγο-πολύ είναι παρόμοια με την ικανότητα των νυχτερίδων να προσανατολίζονται στο σκοτάδι. Το άτομο προσανατολίζεται στο χώρο αντιλαμβανόμενο αλλαγές στους ήχους γύρω του. Παρακάτω βλέπουμε ένα παράδειγμα ενός αγοριού που ανέπτυξε αυτή την ικανότητα σε πολύ μεγάλο βαθμό, με αποτέλεσμα να μπορεί να κάνει έντονες κινητικές δραστηριότητες χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.

Ο ηχοεντοπισμός είναι μια ικανότητα που έχουμε όλοι μας, αλλά καθώς η όραση είναι η κύρια αίσθησή μας, η ακοή μας παραμένει λιγότερο αναπτυγμένη με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να την αξιοποιήσουμε στο έπακρο. Οι τυφλοί, μη έχοντας την αίσθηση της όρασης αναγκάζονται να βασίζονται όλο και περισσότερο στην ακοή. Αυτό το οποίο προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο θαυμασμό για τη χρήση του ηχοεντοπισμού στους τυφλούς είναι το γεγονός πως η χρήση ηχοεντοπιστικών τεχνικών ελλείψει οπτικών ερεθισμάτων αλλάζει νευρολογικά τον ίδιο τον εγκέφαλό τους. Τουλάχιστον αυτό δείχνουν οι έρευνες των τελευταίων ετών που παρουσίασε το Πανεπιστήμιο του Δυτικού Οντάριο σε πρόσφατο συνέδριο[1] .

Πιο συγκεκριμένα, οι περιοχές του οπτικού φλοιού που στα άτομα με κανονική όραση είναι υπεύθυνες για την οπτικοχωρική ανάλυση του περιβάλλοντος και την αντίληψη ιδιοτήτων των αντικειμένων (σχήμα, όγκος, υφή κτλ), φαίνεται πως πλέον δεν συνδέονται με την όραση, αλλά με τις ακουστικές περιοχές. Με άλλα λόγια, οι νευρώνες στον ινιακό λοβό (οπτικός φλοιός) πλέον δεν λαμβάνουν πληροφορίες από το οπτικό κανάλι αλλά από το ακουστικό, επαναπρογραμματίζοντας τις συνδέσεις τους. Αυτή φυσικά η διαδικασία δεν συμβαίνει εν μία νυκτί, αλλά απαιτεί καθημερινή εκπαίδευση του τυφλού ατόμου.

Ανάμεσα στα πειράματα που παρουσίασαν οι ερευνητές ένα παρουσιάζει αρκετά μεγάλο ενδιαφέρον. Σε αυτό οι πειραματιστές κατέγραψαν τον ήχο που κάνουν τα αντικείμενα όταν χρησιμοποιούνται τεχνικές ηχοεντοπισμού που συνήθως αξιοποιούν οι τυφλοί (π.χ. ήχοι «κλικ»). Στη συνέχεια έπαιξαν αυτούς τους ήχους σε άτομα με κανονική όραση και σε τυφλά άτομα, καταγράφοντας ταυτόχρονα με τη μέθοδο fMRI την αντίδραση του εγκεφάλου σε αυτούς. Αυτό το οποίο πρόσεξαν είναι ότι όταν έπαιζαν αυτούς τους ήχους σε τυφλούς που είχαν χρησιμοποιούσαν ηχοεντοπιστικές τεχνικές, παρατηρήθηκε αυξημένη δραστηριότητα στον παραϊπποκάμπιο εγκεφαλικό φλοιό, ο οποίος στους ανθρώπους με κανονική όραση σχετίζεται με τον προσανατολισμό, την χωρική μνήμη και την αντίληψη του περιβάλλοντος. Αντίθετα, αυτή η ενεργοποίηση δεν παρατηρήθηκε σε άτομα με κανονική όραση αλλά ούτε και σε τυφλούς που δεν αξιοποιούσαν τεχνικές ηχοεντοπισμού.

Κάνοντας την παρουσίασή τους ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, οι πειραματιστές ανέφεραν πως τα τυφλά άτομα όχι μόνο χρησιμοποιούν τις εγκεφαλικές περιοχές που συνήθως αξιοποιούνται από τις οπτικές περιοχές του εγκεφάλου, αλλά πέφτουν θύματα «οπτικών πλανών», όπως ακριβώς και βλέποντες. Όταν τους ζητείται να συγκρίνουν το βάρος δύο αντικειμένων (να πουν πιο είναι πιο βαρύ) που σηκώνουν, τόσο οι βλέποντες όσο και οι τυφλοί με ηχοεντοπιστικές ικαντότητες κρίνουν τα πιο μεγάλα αντικείμενα πιο βαριά σε σχέση με τα πιο μικρά, υποδεικνύοντας ότι η επανακωδικοποίηση των εγκεφαλικών περιοχών δεν είναι επιφανειακή, αλλά πολύ ουσιαστική.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Canadian Association for Neuroscience. «Can you see what I hear? Blind human echolocators use visual areas of the brain.” ScienceDaily. ScienceDaily, 25 May 2015. []
31 Μαρ

Τέσσερα περίεργα πειράματα ψυχολογίας

Αυτές τις ημέρες τα μεγαλύτερα blogs ψυχολογίας παγκοσμίως παρουσιάζουν μία λίστα με τα πιο περίεργα πειράματα ψυχολογίας στα οποία λίγοι θα ήθελαν να λάβουν μέρος. Τα πειράματα αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων προκάλεσαν ντροπή στους υποψήφιους ή τους έβαλαν να κάνουν κάτι το οποίο οι περισσότεροι θα θεωρούσαν σιχαμερό και στην χειρότερη τους προκάλεσαν σωματικό πόνο ή έντονη ψυχική δυσφορία. Οι περισσότερες έρευνες είναι σχετικά πρόσφατες και έγιναν έπειτα από σχετική συγκατάθεση των συμμετεχόντων και αφού ελήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα που να εξασφαλίζουν ότι οι συμμετέχοντες δεν διέτρεξαν κάποιον κίνδυνο. Η μία περίπτωση πειράματος που έγινε σε παλαιότερη εποχή αποτελεί εξαίρεση αυτού του κανόνα και με βάσει τα σημερινά δεδομένα και δικλίδες ασφαλείας θεωρείται σχεδόν καθολικά ανήθικο. Η λίστα θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη εάν προσθέταμε μερικά κλασικά πειράματα που έχω παρουσιάσει στο παρελθόν, όπως είναι το πείραμα του Μίλγκραμ και το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ, αλλά δεν τα παρουσιάζω εδώ, καθώς όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στις παλαιότερες αναρτήσεις.

Μυρίστε την πάνα του μωρού σας

Μια ομάδα μητέρων δέχτηκαν να λάβουν μέρος σε μια τουλάχιστον περίεργη έρευνα[1] . Έπρεπε να μυρίσουν διαδοχικά δύο κουβάδες που περιείχαν λερωμένες πάνες και να αξιολογήσουν πόσο σιχαμερή ήταν η μυρωδιά. Ο ένας από τους δύο κουβάδες περιείχε την λερωμένη πάνα του μωρού τους. Ακόμη και όταν οι μητέρες δεν γνώριζαν ποιανού μωρού είναι η κάθε πάνα, αξιολόγησαν την μυρωδιά από την πάνα του δικού τους μωρού ως λιγότερο σιχαμερή σε σχέση με την άλλη πάνα.

Σκοπός της έρευνας: Να αξιολογήσει κατά πόσο η Εξέλιξη μας έχει προικίσει με την ικανότητα να ελέγχουμε τις αυτόματες αντιδράσεις μας. Πράγματι, οι ερευνητές έφτασαν στο συμπέρασμα πως οι μητέρες είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να ανέχονται περισσότερο τις σωματικές εκκρίσεις των μωρών τους, κάτι που είναι λογικό εάν δεχτούμε πως υπάρχει ένας μηχανισμός ενστικτώδους προστασίας και αποδοχής των βρεφών από τις μητέρες τους.

Μη κάνετε τίποτα για μέρες

Πως θα σας φαινόταν εάν σας πλήρωναν για να λάβετε μέρος σε ένα πείραμα στο οποίο πολύ απλά δεν έπρεπε να κάνετε τίποτα; Πιο συγκεκριμένα, στο πείραμα που περιγράφω[2] οι συμμετέχοντες κλείστηκαν εθελοντικά σε «λευκά κελιά», τα οποία περιείχαν μόνο ένα κρεβάτι, ενώ είχαν καλυμμένα τα χέρια και τα μάτια τους. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να αντέξουν όσο περισσότερο μπορούν. Οι περισσότεροι φυσικά δεν άντεξαν και πολύ, ενώ υπήρξαν συμμετέχοντες που ανέφεραν έντονες ψευδαισθήσεις.

Σκοπός της έρευνας: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν τι συμβαίνει όταν δεν έχουμε απολύτως τίποτα να κάνουμε, ενώ οι αισθητηριακές πληροφορίες που λαμβάνουμε είναι περιορισμένες. Όπως γράφουν οι ερευνητές στο άρθρο τους, το πείραμά τους υποδεικνύει ότι η ποικιλία στις πληροφορίες που λαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας είναι εξαιρετικά σημαντική για την καλή ψυχική μας υγεία. Η ποικιλία αυτή δεν είναι απλά «το αλάτι και το πιπέρι» που κάνει την καθημερινότητά μας καλύτερη, αλλά πρόκειται για βασική μας ανάγκη για επιβίωση.

Ξαπλώστε στον τομογράφο ενώ ο/η σύντροφός σας σάς φέρνει σε οργασμό

Ο τίτλος του πειράματος νομίζω τα λέει όλα. Οι ερευνητές της συγκεκριμένης έρευνας ((Huynh, H. K., Willemsen, A. T. M., & Holstege, G. (2013). Female orgasm but not male ejaculation activates the pituitary. A PET-neuro-imaging study. NeuroImage, 76, 178–182. http://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2013.03.012)) έψαξαν και βρήκαν ζευγάρια τα οποία θέλησαν να φέρουν ο ένας τον άλλο σε οργασμό, ενώ ο/η σύντροφός τους ξάπλωνε σε έναν τομογράφο εκπομπής ποζιτρονίων. Οι συμμετέχοντες είχαν όσο το δυνατόν περισσότερο ιδιωτικό χώρο (δεδομένων των συνθηκών), ενώ οι ερευνητές στο δίπλα δωμάτιο παρακολουθούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του συμμετέχοντα σε όλη τη διάρκεια του πειράματος.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν την λειτουργία της υπόφυσης, ενός μέρους του εγκεφάλου το οποίο μεταξύ άλλων σχετίζεται με την σεξουαλική ορμή και την έκκριση ορμονών. Συγκεκριμένα, ήθελαν να δουν εάν είναι δυνατόν να δουν οπτικά την λειτουργία της υπόφυσης, κάτι που έως και την πραγματοποίηση του πειράματος δεν είχαν καταφέρει να κάνουν με μεγάλη επιτυχία. Η έρευνα έφτασε στο συμπέρασμα πάντως πως η υπόφυση ενεργοποιείται κατά τη διάρκεια του οργασμού στις γυναίκες, αλλά όχι κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτισης στους άνδρες, υπογραμμίζοντας τη διαφορά στη φυσιολογία του οργασμού ανάμεσα στα δύο φύλα.

Πάρτε οικονομικές αποφάσεις, ενώ κρατιέστε και δεν πηγαίνετε στην τουαλέτα

Οι συμμετέχοντες της συγκεκριμένης έρευνας ((Tuk, M. A., Trampe, D., & Warlop, L. (2011). Inhibitory Spillover: Increased Urination Urgency Facilitates Impulse Control in Unrelated Domains. Psychological Science, 22(5), 627–633. http://doi.org/10.1177/0956797611404901)) νόμιζαν ότι συμμετείχαν σε ένα πείραμα όπου έπρεπε να δοκιμάσουν διαφορετικούς τύπους νερού. Οι μισοί ήπιαν από μια γουλιά από πέντε διαφορετικά ποτήρια νερό, ενώ οι άλλοι μισοί από ένα ποτήρι από το κάθε «τύπο» νερού. Όπως είναι φυσικό η δεύτερη ομάδα άρχισε να έχει φυσικές ανάγκες μετά από λίγο λόγω της μεγάλης κατανάλωσης νερού. Όμως πριν μπορέσουν να πάνε στην τουαλέτα έπρεπε να τελειώσουν το πείραμα, το οποίο απαιτούσε να πάρουν μια οικονομική απόφαση. Συγκεκριμένα οι συμμετέχοντες μπορούσαν να αποφασίσουν να πάρουν: 1)μια μικρότερη ανταμοιβή τώρα ή 2)μια μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να δουν εάν το γεγονός ότι η δεύτερη ομάδα ήταν υποχρεωμένη να είναι εγκρατείς όσον αφορά τις φυσικές της ανάγκες επηρέαζε τις οικονομικές αποφάσεις που θα έπαιρναν σε σχέση με τους άλλους συμμετέχοντες που δεν είχαν τη φυσική ανάγκη για ενούρηση. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι πράγματι υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όσοι έπρεπε να συγκρατήσουν τις φυσικές τους ανάγκες ήταν και πιο εγκρατείς στις οικονομικές αποφάσεις που έπαιρναν, επιλέγοντας να περιμένουν ώστε να πάρουν μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Case, T. I., Repacholi, B. M., & Stevenson, R. J. (2006). My baby doesn’t smell as bad as yours. Evolution and Human Behavior, 27(5), 357–365. http://doi.org/10.1016/j.evolhumbehav.2006.03.003 []
  2. Heron. (1957) The Pathology of Boredom. Scientific American []
12 Ιαν

Νευρο-εγκληματολογία: μπορούμε να προβλέψουμε την παραβατική συμπεριφορά;

Πριν από 15 περίπου χρόνια κυκλοφόρησε το Minority Report, μία ταινία που ως θέμα είχε μια φουτουριστική και δυστοπτική κοινωνία στην οποία κάποιοι αστυνομικοί μπορούσαν να προβλέψουν μέσω ενός «σκαναρίσματος» ποιος επρόκειτο να διαπράξει κάποιο έγκλημα. Έτσι, μπορούσαν να επέμβουν πριν καν συμβεί το οποιοδήποτε περιστατικό και να σώσουν αθώους πολίτες από την πιθανή βίαιη συμπεριφορά των συμπολιτών τους. Αν και φυσικά προς το παρόν η επιστήμη δεν έχει φτάσει στο σημείο να μπορούμε να προβλέπουμε με ένα σκανάρισμα και με τόσο μεγάλη ακρίβεια την συμπεριφορά των ανθρώπων, σίγουρα έχουν γίνει πολλά βήματα προς την ενσωμάτωση όλο και περισσότερων βιολογικών ερευνών στην προσπάθεια κατανόησης της βίαιης συμπεριφοράς. Αποτέλεσμα του αυξημένου ενδιαφέροντος για την σύνδεση βιολογικών καταβολών με την επιθετική/παραβατική συμπεριφορά είναι η γέννηση ενός νέου, υβριδικού, κλάδου: η νευρο-εγκληματολογία.

Η βιβλιογραφία στον κλάδο της νευρο-εγκληματολογίας είναι ακόμη περιορισμένη και κατά κόρον περιλαμβάνει άρθρα συσχέτισης διαφόρων παραγόντων με την παραβατικότητα. Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες είναι ορισμένοι βιολογικοί και γενετικοί δείκτες (επίπεδα ορμονών, επίπεδα νευροδιαβιβαστών, εγκεφαλικές ανωμαλίες, βιολογική κληρονομικότητα), περιγενετικοί παράγοντες (κατανάλωση αλκοόλ ή/και χρήση ναρκωτικών κατά την εγκυμοσύνη, ασθένειες κατά την εγκυμοσύνη, προβλήματα στη γέννα) αλλά και περιβαλλοντικοί παράγοντες (προβλήματα στο σπίτι, βιαία πρότυπα, κοινωνικο-οικονομική κατάσταση οικογενειακού περιβάλλοντος).

Γενετικοί Παράγοντες

Έρευνες με ομοζυγωτικά και διζυγωτικά δίδυμα αδέρφια που χωρίστηκαν κατά τη γέννα και μεγάλωσαν σε διαφορετικά περιβάλλοντα μας επιτρέπουν να δούμε την επίδραση που έχουν οι γενετικοί παράγοντες[1] . Εάν δύο δίδυμα αδέρφια αναπτύξουν την ίδια παραβατική συμπεριφορά, παρόλο που έχουν μεγαλώσει σε δύο εντελώς διαφορετικά περιβάλλοντα, τότε μπορούμε να υποθέσουμε ότι η συμπεριφορά επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από γενετικούς παράγοντες. Οι μέχρι τώρα έρευνες διδύμων για την επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά (δύο παράγοντες που σχετίζονται με την εγκληματικότητα) δείχνουν πως σε γενικά πλαίσια οι γενετικοί παράγοντες επηρεάζουν την εμφάνιση επιθετικότητας σε ποσοστό 40%-60%. Από την άλλη πλευρά, γενετικές έρευνες σε επίπεδο ανάλυσης συγκεκριμένων γονιδίων, δεν έχουν καταλήξει στην ταυτοποίηση γονιδίων που σχετίζονται με την επιθετική συμπεριφορά. Αυτή η έλλειψη ευρημάτων περιπλέκει ακόμη περισσότερο το ερώτημα εάν γεννιόμαστε επιθετικοί και αυτό στο οποίο καταλήγουν οι επιστήμονες έως τώρα είναι πως μάλλον η αλληλεπίδραση μεταξύ ολόκληρων ομάδων –και όχι συγκεκριμένων- γονιδίων είναι αυτή η οποία μπορεί να προκαλεί την επιθετική συμπεριφορά στα επίπεδα του 40%-60% που αναφέραμε προηγουμένως. Είναι σαν να μιλάμε για ένα «κοκτέιλ» γονιδίων για την επιθετική συμπεριφορά, το οποίο αποτελείται από πολλά και διαφορετικά γονίδια. Δεν αρκεί η ύπαρξη των «συστατικών» του «κοκτέιλ», αλλά πρέπει να «αναμιχθούν» μεταξύ τους με συγκεκριμένο τρόπο, ώστε να φτάσουμε στο τελικό αποτέλεσμα.

Περιγενετικοί παράγοντες

Μια σειρά από περιγενετικούς παράγοντες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης, της γέννας ή των πρώτων ημερών της ζωής των παιδιών έχουν συσχετιστεί με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς κατά την ενηλικίωση. Επιπλοκές στη γέννα, υποσιτισμός κατά τα πρώτα στάδια της εγκυμοσύνης αλλά και εγκατάλειψη ή/και κακοποίηση του βρέφους ήδη από τις πρώτες εβδομάδες της ζωής είναι μερικοί από τους παράγοντες που έχουν βρεθεί πως είναι κοινά στοιχεία στα ιστορικά των ατόμων με επιθετική συμπεριφορά. Πιο συγκεκριμένα, η κατανάλωση αλκοόλ και χρήση νικοτίνης κατά την εγκυμοσύνη έχει βρεθεί πως σχετίζεται θετικά με την ανάπτυξη παιδικής επιθετικότητας. Μια άλλη ουσία η οποία έχει βρεθεί στο επίκεντρο πολλών μελετών είναι ο μόλυβδος, καθώς πλήθος ερευνητών έχουν βρει συσχετισμό μεταξύ των υψηλών επιπέδων μολύβδου στο σώμα της μητέρας κατά τη διάρκεια του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης και της παραβατικής συμπεριφοράς του παιδιού όταν ενηλικιωθεί[2] . Φαίνεται πως το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, όπου αρχίζουν να σχηματίζονται το νευρολογικό σύστημα και τα όργανα του παιδιού, είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η κακή διατροφή της μητέρας σε αυτή τη φάση της εγκυμοσύνης αυξάνει κατά 2 φορές την πιθανότητα το παιδί να έχει αντικοινωνική συμπεριφορά κατά την εφηβική και ενήλικη ζωή του.

Τα περιγενετικά προβλήματα σχετίζονται πιο συχνά με νευρολογικά προβλήματα, παιδική επιθετικότητα και παραβατική συμπεριφορά ως ενήλικες, όταν έρχονται σε συνδυασμό με ένα κακό περιβάλλον ανατροφής. Φαίνεται δηλαδή πως ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ανάπτυξη επιθετικής και παραβατικής συμπεριφοράς είναι ο τρόπος με τον οποίο μεγαλώνουν οι γονείς τα παιδιά τους, τα πρότυπα που τους δίνουν, τα συστήματα αμοιβών-ποινών που αξιοποιούν, αλλά και φυσικά η γενικότερη κοινωνικοοικονομική κατάσταση που μπορεί να επιβαρύνει γονείς και παιδιά στην καθημερινότητά τους.

Επίπεδα ορμονών και νευροδιαβιβαστών

Οι ορμόνες είναι φυσικές ουσίες που απελευθερώνει το σώμα μας σε διάφορες φάσεις της καθημερινότητάς μας και έχουν άμεση επίδραση στο νευρολογικό μας σύστημα αλλά και στη λειτουργία διάφορων οργάνων του σώματός μας. Μέσα στα πλαίσια της νευροεγκληματολογικής έρευνας, έχει βρεθεί πως οι αυξομειώσεις στα επίπεδα συγκεκριμένων ορμονών, σχετίζονται με την ανάπτυξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς, τόσο σε ενήλικες, όσο και παιδιά[3] . Δύο από τους πιο συνήθεις «υπόπτους» είναι η κορτιζόλη και η τεστοστερόνη. Χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης στα παιδιά σχετίζονται με αυξημένη επιθετική συμπεριφορά και το ίδιο ισχύει για τα υψηλά επίπεδα τεστοστερόνης στους εφήβους και τους ενήλικες. Βέβαια, η παρουσία ή η απουσία ορμονών στο σώμα μας, μπορεί να οφείλεται σε πολλούς παράγοντες: οργανική/εγκεφαλική δυσλειτουργία, γενετική προδιάθεση ή περιβάλλον (στρες).

Εκτός από τις ορμόνες όμως, το σώμα μας και συγκεκριμένα το νευρικό μας σύστημα λειτουργεί με τη χρήση άλλων ουσιών που ονομάζοντια νευροδιαβιβαστές. Οι νευροδιαβιβαστές είναι ουσιαστικά οι «αγγελιοφόροι» του νευρικού συστήματος, καθώς ελέγχουν την πυροδότηση ολόκληρων νευρικών δικτύων, επηρεάζοντας φυσικά τη συμπεριφορά μας. Στα πλαίσια της έρευνας για την αντικοινωνική και επιθετική συμπεριφορά, η επιστημονική κοινότητα έχει εστιάσει στον ρόλο του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη[4] . Η σεροτονίνη χρησιμοποιείται σε πολλές περιοχές του εγκεφάλου, αλλά αυτή που μας ενδιαφέρει περισσότερο είναι ο πρόσθιος λοβός του εγκεφάλου, ο οποίος ελέγχει την παρορμητικότητά μας. Χαμηλά επίπεδα σεροτονίνης έχουν συσχετιστεί με κακή λειτουργία του πρόσθιου λοβού του εγκεφάλου, με αποτέλεσμα την έλλειψη αυτοσυγκράτησης και την ταυτόχρονη ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς.

Ποιος φταίει; Το άτομο ή ο εγκέφαλος;

Όπως είπαμε ήδη, σκοπός της νευροεγκληματολογίας είναι να ερευνήσει τους φυσιολογικούς παράγοντες που επηρεάζουν την εμφάνιση εγκληματικής συμπεριφοράς. Με τα ολοένα και περισσότερα ευρήματα σε αυτόν τον επιστημονικό τομέα, γεννιέται ένα βασικό ερώτημα: εάν γενετικοί, περιγενετικοί, φυσιολογικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες εμπλέκονται στην ανάπτυξη εγκληματικής συμπεριφοράς, που τραβάμε τα όρια της προσωπικής ευθύνης; Πόσο ευθύνεται το άτομο για τις πράξεις του, εάν δεχόμαστε εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις και τις πράξεις του;

Μια βιβλιογραφική ανασκόπηση που έγινε πρόσφατα[5] αναφέρει ένα ακραίο μεν, αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα πραγματικής ιστορίας που προβλημάτισε τόσο την επιστημονική όσο και την νομική κοινότητα.

•	Figure 1, by Glenn et al. (2014)Ο Μάικλ ήταν ένας 40χρονος δάσκαλος και ήταν παντρεμένος με την Κριστίν η οποία είχε μία κόρη από προηγούμενο γάμο της. Δεν είχε ιστορικό βίαιης ή παράνομης συμπεριφοράς και ζούσε ευτυχισμένος με την οικογένειά του. Ξαφνικά όμως η συμπεριφορά του άλλαξε. Έγινε επιθετικός απέναντι στη γυναίκα και τη θετή του κόρη. Άρχισε να συμπεριφέρεται πολύ παράξενα, καθώς βρέθηκε πως έπαιρνε πορνογραφικά περιοδικά στην τάξη που δίδασκε, ενώ επεδίωκε να κοιμάται τα βράδια με τη θετή του κόρη.

Μετά από καταγγελία της γυναίκας του για σεξουαλική παρενόχληση του παιδιού, ο Μάικλ δικάστηκε και βρέθηκε ένοχος για το συγκεκριμένο αδίκημα Καθώς του δόθηκε η επιλογή είτε να μπει φυλακή, είτε να παρακολουθήσει προγράμματα αποκατάστασης σε ψυχιατρική κλινική, ο Μάικλ επέλεξε το δεύτερο. Μετά από μερικό διάστημα αποκλείστηκε η συμμετοχή του από τα προγράμματα αυτά, καθώς έκανε ανήθικες προτάσεις και παρενοχλούσε τις γυναίκες υπαλλήλους των προγραμμάτων αυτών. Γενικά η συμπεριφορά του ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τον ήπιο και ευγενικό χαρακτήρα του πριν από μερικούς μήνες.

Τελικά ο Μάικλ άρχισε να παραπονιέται για έντονους πονοκεφάλους. Κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ο γιατρός που τον παρακολουθούσε ζήτησε να του γίνει μαγνητική τομογραφία για να διαπιστωθεί εάν υπάρχει κάποιο πιο σοβαρό πρόβλημα για τους πονοκεφάλους. Τα αποτελέσματα της εξέτασης έδειξαν ότι ο Μάικλ είχε αναπτύξει έναν καλοήθη όγκο στον πρόσθιο λοβό του εγκεφάλου του, ο οποίος όπως είπαμε επηρεάζει την παρορμητικότητά μας. Ο όγκος αυτός βρέθηκε πως είχε αναπτυχθεί περίπου στο διάστημα που είχε αλλάξει η συμπεριφορά του Μάικλ. Μετά από μια επιτυχή εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, ο Μάικλ ξαναβρήκε τον εαυτό του. Έγινε ξανά ο άνθρωπος που όλοι γνώριζαν εξ’ αρχής. Η συμπεριφορά του άλλαξε εντελώς, τα ξαναβρήκε με τη γυναίκα του και όταν τελείωσε το πρόγραμμα αποκατάστασης, επέστρεψε στο σπίτι μαζί της και με την θετή του κόρη.

Μετά από μερικούς μήνες, η γυναίκα του ανακάλυψε πορνογραφικό υλικό στον υπολογιστή του, ενημέρωσε τον γιατρό και μια νέα τομογραφία έδειξε ότι ο καρκίνος είχε επιστρέψει. Έπειτα από μια δεύτερη εγχείρηση αφαίρεσης του όγκου, η συμπεριφορά του Μάικλ ξαναέγινε κανονική. Επαναληπτικές εξετάσεις και προσεκτική παρατήρηση της συμπεριφοράς του για τα επόμενα έξι χρόνια έδειξαν ότι ο καρκίνος δεν ξαναεμφανίστηκε και ότι ο Μάικλ ήταν ο εαυτός του, χωρίς παρορμήσεις και επιθετική συμπεριφορά.

Το παραπάνω πραγματικό παράδειγμα είναι μεν ακραίο, αλλά υπογραμμίζει πόσο σημαντική είναι η επίδραση της βιολογίας στη συμπεριφορά μας και αφήνει ανοιχτή την πρόταση ο σωφρονισμός και η καταπολέμηση της αντικοινωνικής συμπεριφοράς να συμπεριλαμβάνει και νέους στόχους και να λαμβάνει υπόψην περισσότερους παράγοντες εάν θέλουμε να είμαστε πιο αποτελεσματικοί.

Η απάντηση στο ερώτημα που θέσαμε σχετικά με το που είναι τα όρια της προσωπικής ευθύνης, δεν είναι ξεκάθαρη και εξαρτάται από την οπτική γωνία και το φιλοσοφικό υπόβαθρο από το οποίο ξεκινάμε τη διερεύνηση της συμπεριφοράς. Εάν δεχτούμε ένα καθαρά μηχανικό, συμπεριφορικό μοντέλο της συμπεριφοράς μας, τότε ξεκινάμε από την παραδοχή πως δεν είμαστε τίποτα άλλο πέρα από μια βιολογική μηχανή και προϊόν του περιβάλλοντός μας, οπότε η προσωπική ελευθερία και η προσωπική ευθύνη περιορίζεται σημαντικά. Στο άλλο άκρο έχουμε την παραδοχή πως ως ανώτερα και ελεύθερα σκεπτόμενα όντα πρέπει να έχουμε την πλήρη ευθύνη των πράξεών μας. Η βιολογία και το περιβάλλον δεν είναι τίποτα άλλο από μερικές παράμετροι τις οποίες μπορούμε να ελέγξουμε ή να υπερκεράσουμε με την σωστή θέληση.

Κάπου στο ενδιάμεσο όμως βλέπουμε πως βρίσκεται η χρυσή τομή ανάμεσα στα δύο άκρα. Ας φανταστούμε τη συμπεριφορά μας σαν ένα ποτήρι μισογεμάτο με νερό. Ο κάθε ένας από εμάς έρχεται με μια συγκεκριμένη προδιάθεση για επιθετική και παραβατική συμπεριφορά, άλλοι έχουν το ποτήρι γεμάτο σχεδόν ως επάνω (μεγάλη γενετική προδιάθεση), ενώ άλλοι σχεδόν άδειο (μικρή γενετική προδιάθεση). Από εκεί και πέρα, το περιβάλλον και οι καταστάσεις που βιώνουμε προσθέτουν πολύ (κακό περιβάλλον) ή λίγο νερό (καλό περιβάλλον) στο ποτήρι μας. Σε αυτό έρχονται και άλλοι βιολογικοί παράγοντες όπως η ορμονική και η εγκεφαλική δυσλειτουργία που είδαμε πιο πάνω, προσθέτοντάς ο καθένας το δικό του νερό στο ποτήρι. Εάν το νερό μετά από όλες αυτές τις προσθήκες είναι αρκετό, μπορεί το ποτήρι να ξεχειλίσει και να χυθεί έξω, οπότε να εκδηλωθεί και η επιθετική/αντικοινωνική/παραβατική μας συμπεριφορά. Εάν το νερό δεν είναι αρκετό (μικρή γενετική προδιάθεση, καλό περιβάλλον και προσωπικά βιώματα, καμία βιολογική διαταραχή), τότε απλά η συμπεριφορά δεν εκδηλώνεται.

Όπως και να έχει το σίγουρο είναι πως η νευροεγκληματολογία και τα εργαλεία που δημιουργεί πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ και λογική και να μην παρερμηνεύονται τα αποτελέσματά της. Είναι ένα ακόμη επιπλέον μέσο που έχουμε στο ταξίδι που κάνουμε εδώ και πολλούς αιώνες στην όλο και βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και κατά συνέπεια του ίδιου μας του είναι.

Εικόνα

  • Figure 1, by Glenn et al. (2013)

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Raine, A. (2013). The Anatomy of Violence: The Biological Roots of Crime. Pantheon. []
  2. Wright, J. P. et al. (2008). Association of prenatal and childhood blood lead concentrations with criminal arrests in early adulthood. PloS Med. 5, 732–740 []
  3. McBurnett, K., Lahey, B. B., Rathouz, P. J. & Loeber, R. (2000). Low salivary cortisol and persistent aggression in boys referred for disruptive behavior.Arch. Gen. Psychiatry 57, 38–43. []
  4. Nelson, R. J. & Trainor, B. C. (2007). Neural mechanisms of aggression. Nature Rev. Neurosci. 8, 536–546. []
  5. Glenn, A. L., & Raine, A. (2013). Neurocriminology: implications for the punishment, prediction and prevention of criminal behaviour. Nature Reviews Neuroscience, 15(1), 54–63. doi:10.1038/nrn3640 []
20 Αυγ

Ο βιολογικός μηχανισμός της αγάπης

Η αγάπη είναι μία έννοια που έχει πολλές προεκτάσεις: φιλοσοφικές, ψυχολογικές, θεολογικές, κοινωνικές ή ακόμη και βιολογικές. Το συναίσθημα της αγάπης έχει αποδειχθεί από πολλές έρευνες ότι έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στην νοητική/ψυχολογική μας κατάσταση, όσο και στη σωματική. Για παράδειγμα, το σύνδρομο της «σπασμένης καρδιάς» (broken heart) είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα και περιγράφει την ιδιαίτερη σωματική ευαισθησία που προκαλείται μετά από έναν έντονο, αρνητικό γεγονός που συνήθως σχετίζεται με την απώλεια (θάνατος, χωρισμός κτλ).

Η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη έχει περιγραφεί σε πλήθος θεωρητικών πλαισίων, από το ψυχαναλυτικό μοντέλο του Freud έως και την πυραμίδα των αναγκών του Maslow. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε κυνηγούμε το συναίσθημα της ασφάλειας και αποδοχής που συνοδεύουν την αγάπη που λαμβάνουμε από τους γύρω μας. Η αγάπη είναι ο θεμέλιος λίθος της δημιουργίας νέων οικογενειών, αλλά και σημαντικότατος παράγοντας σύσφιξης των σχέσεων με μέλη της οικογένειάς και του φιλικού μας περιβάλλοντος.

Όπως γίνεται κατανοητό, η αγάπη δεν είναι απλά ένα συναίσθημα. Έχει πλήθος διαφορετικών οπτικών γωνιών υπό τις οποίες μπορεί να την προσεγγίσει κανείς. Επηρεάζεται από πλήθος άλλων παραγόντων (βιολογικούς, κοινωνικούς, γνωστικούς κτλ) και εν συνεχεία μπορεί να επηρεάσει εκ νέου αυτούς τους παράγοντες, καθιστώντας αυτό το συναίσθημα ως ένα από τα σημαντικότερα στη ζωή μας.

Βιολογία της αγάπης

Μέχρι και πρόσφατα οι επιστήμονες ερευνούσαν την αγάπη μέσα στα πλαίσια της έρευνας για την ανάπτυξη και το ρόλο των συναισθημάτων στη ζωή μας και επικεντρωνόντουσαν κυρίως στο γνωστικό κομμάτι (τι πιστεύουμε ότι είναι αγάπη, πότε νοιώθουμε ότι αγαπάμε κάποιον, πως εξηγούμε την αγάπη κτλ) και τις κοινωνικές προεκτάσεις της. Η βιολογία της αγάπης όμως άρχισε σιγά-σιγά να τραβάει τα βλέμματα της επιστημονικής κοινότητας, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες να έχουμε αποκτήσει αρκετές γνώσεις γύρω από τους νευροβιολογικούς και ενδοκρινολογικούς μηχανισμούς της παρατηρήσιμης, κοινωνικής συμπεριφοράς που ερμηνεύεται ως αγάπη.

Η εξέλιξη της κοινωνικής και φροντιστικής συμπεριφοράς

Η αγάπη είναι κατά βάση μια κοινωνική συμπεριφορά και ως τέτοια μπορεί να ερευνηθεί και υπό τη σκοπιά της εξέλιξης. Τι είδους εξελικτική αξία έχει η ανάπτυξη αλληλένδετων σχέσεων ενδιαφέροντος και προστασίας μεταξύ δύο οργανισμών; Η ικανότητα δύο οργανισμών να αλληλεπιδρούν και να υποστηρίζουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς (την ισορροπία δηλαδή στην λειτουργία ενός οργανισμού), την ατομική ανάπτυξή αλλά και την αναπαραγωγή τους, είναι ένας από τους αρχαιότερους βιολογικούς μηχανισμούς. Τέτοιου είδους «κοινωνικές συμπεριφορές» παρατηρούνται ακόμη και στους πιο πρωτόγονους οργανισμούς: τα βακτήρια. Τα βακτήρια έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να προσεγγίζουν μέλη του είδους τους, ενώ έχει παρατηρηθεί ότι η αναπαραγωγή τους είναι πιο επιτυχής όταν βρίσκονται εντός των ομάδων τους[1] . Η «κοινωνική» συμπεριφορά των βακτηρίων είναι φυσικά μόνο η αρχή. Η αγάπη φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη αξία για την επιβίωση και την αναπαραγωγή όλων των ειδών, καθώς παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα γνωστά είδη: ερπετά, θηλαστικά, πουλιά, ψάρια. Όλοι οι οργανισμοί φροντίζουν ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα οι γονείς τα παιδιά τους, τα οποία άλλωστε μεταφέρουν και τα γονίδιά τους στο μέλλον. Όσοι οργανισμοί δεν έδειξαν τέτοιου είδους συμπεριφορές, φαίνεται πως απλά δεν κατάφεραν να επιβιώσουν αρκετά για να μεταδώσουν τα δικά τους γονίδια έως και σήμερα. Η «αγάπη» λοιπόν φαίνεται πως είναι ένας θεμέλιος λίθος στην εξέλιξη των ειδών και ένας δυναμικός μηχανισμός που ευνοεί την ανάπτυξη και την υγεία των οργανισμών.

Ο φυσιολογικός μηχανισμός της αγάπης

ΟξυτοκίνηΗ αγάπη στον άνθρωπο –όπως και όλα τα βασικά συναισθήματα- εδρεύει στα πιο «πρωτόγονα» μέρη του εγκεφάλου, αυτά τα οποία αναπτύχθηκαν κατά τα πρώιμα στάδια της εξέλιξής μας και είναι παρόντα σε όλα τα θηλαστικά[2] . Βασικό ρόλο στο συναίσθημα της αγάπης παίζει η ορμόνη οξυτοκίνη η οποία εκκρίνεται σε αυτές τις «πρωτόγονες περιοχές» και συγκεκριμένα στην νευροϋπόφυση (posterior pituitary gland) και παίζει κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή, αυξάνοντας την ερωτική επιθυμία σε άνδρες, βοηθώντας τις γυναίκες να αντέξουν τον πόνο της γέννας, αλλά και δημιουργώντας δεσμούς μεταξύ των ενηλίκων και του νεογνού. Έχει βρεθεί πως η ύπαρξη και μόνο ενός μωρού στο χώρο αυξάνει τα επίπεδα οξυτοκίνης σε όλους τους ενήλικους, άνδρες και γυναίκες[3], κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο οργανισμός μας είναι φτιαγμένος να «επιβάλλει» σε κάποιο βαθμό την αγάπη των άλλων όσο είμαστε μωρά. Οι πολυάριθμες έρευνες γύρω από τον ρόλο της οξυτοκίνης τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υποδείξει ότι η συγκεκριμένη ορμόνη παίζει σημαντικό ρόλο σε ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την αγάπη και την ερωτική διάθεση. Μερικά παραδείγματα πέρα από το δέσιμο μεταξύ γονιών και παιδιών, είναι η διευκόλυνση της οπτική επαφής, η ενσυναίσθηση αλλά και η διάθεση για σεξουαλική συμπεριφορά.

Αν και η οξυτοκίνη φαίνεται πως παίζει σημαντικό ρόλο στην αγάπη, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε λανθασμένα πως είναι η «ορμόνη της αγάπης», καθώς αυτό το συναίσθημα όπως και όλα τα άλλα δημιουργούνται μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και μια σειρά από εκκρίσεις άλλων ορμονών, νευροδιαβιβαστών και επικοινωνίας μεταξύ πολλών διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών. Για παράδειγμα η έκκριση του νευροπεπτιδίου βασοπρεσίνη σχετίζεται επίσης με την ανάπτυξη κοινωνικών συμπεριφορών παρόμοιων με αυτές που ρυθμίζει η οξυτοκίνη. Έρευνες γύρω από αυτές τις ορμόνες έχουν δείξει ότι εάν ο οργανισμός δεν μπορεί να τις απορροφήσει (π.χ. λόγω φαρμακευτικής αγωγής ανταγωνιστών των συγκεκριμένων ορμονών) τότε μειώνεται η εμφάνιση φροντιστικών, κοινωνικών συμπεριφορών τόσο απέναντι σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι έρευνες σε άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο φάσμα του αυτισμού έχουν δείξει ότι μεταξύ άλλων παρουσιάζουν δυσλειτουργία στο σύστημα των κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται με την οξυτοκίνη και τη βασοπρεσίνη[4], κάτι που φαίνεται λογικό εάν αναλογιστούμε ότι το φάσμα του αυτισμού περιγράφει ακριβώς συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Το σύστημα μέρος του οποίου είναι και η οξυτοκίνη και η βασοπρεσίνη είναι δυναμικό και παρουσιάζει λειτουργικές διαφορές από άτομο σε άτομο. Η έκκριση της ορμόνης αλλά και ο αντίκτυπός της στη συμπεριφορά δεν είναι ίδια σε όλους και αυτό οφείλεται τόσο σε γεννητικούς όσο και σε επιγεννετικούς παράγοντες. Ερχόμαστε εξοπλισμένοι με ένα σύστημα οξυτοκίνης το οποίο λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αλλά οι εμπειρίες της ζωής μας μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας του, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές στην αντίληψη της αγάπης από το ίδιο άτομο. Κάποιος ο οποίος για παράδειγμα μεγάλωσε σε ένα αποστειρωμένο και αυστηρό περιβάλλον μπορεί να μην εκτιμά την αξία της αγάπης ή ακόμη και να μην έχει νιώσει αυτό που οι περισσότεροι περιγράφουν ως αγάπη, έως ότου βρεθεί σε ένα διαφορετικό, πιο ανοιχτό και δεκτικό περιβάλλον που θα τον περιβάλλει με στοργή, οδηγώντας το βιολογικό του σύστημα να αλλάξει τη λειτουργικότητά του και επομένως και την αντίληψη του ίδιου για το συναίσθημα της αγάπης.

Ο πυρήνας της αγάπης είναι το αίσθημα της ασφάλειας και αυτό αντικατοπτρίζεται και στις ιδιότητες των ορμονών που σχετίζονται με αυτή. Τακτικές δόσεις οξυτοκίνης σε ζώα έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τις φροντιστηκές συμπεριφορές, μειώνουν το στρες και την αμυντική συμπεριφορά, επιτρέποντας στους γονείς να αναπτύξουν καλύτερους δεσμούς με τα νεογνά τους αλλά και τα ίδια να αναπτύξουν μεγαλύτερο ρεπερτόριο συμπεριφορών μέσα σε ένα αίσθημα ασφάλειας.

Συμπερασματικά

Η αγάπη είναι ένα από τα πιο βασικά συναισθήματα όχι μονο στον άνθρωπο αλλά και το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και όπως βλέπουμε υπάρχουν και σαφείς βιολογικοί λόγοι γι’ αυτό. Η βιολογία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης και φροντίδας, αλλά και το αντίστροφο: η ένταξη του ατόμου σε ένα σύστημα φροντιστικών συμπεριφορών αλλάζει την βιολογία του, με αποτέλεσμα την ενθάρρυνση και ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης από το ίδιο. Η φύση της αγάπης είναι ριζωμένη καλά μέσα μας και απλά περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να εκδηλωθεί.

Φωτογραφίες

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ingham, C. J., & Jacob, E. (2008). Swarming and complex pattern formation in Paenibacillus vortex studied by imaging and tracking cells. BMC Microbiology, 8(1), 36. doi:10.1186/1471-2180-8-36 []
  2. R. Biswas-Diener & E. Diener (Eds), Noba Textbook Series: Psychology. Champaign, IL: DEF Publishers. DOI: nobaproject.com []
  3. Feldman, R. (2012). Oxytocin and social affiliation in humans. HormonesandBehavior, 61(3), 380–391. doi:10.1016/j.yhbeh.2012.01.008 (pdf) []
  4. Miller, M., Bales, K. L., Taylor, S. L., Yoon, J., Hostetler, C. M., Carter, C. S., & Solomon, M. (2013). Oxytocin and Vasopressin in Children and Adolescents With Autism Spectrum Disorders: Sex Differences and Associations With Symptoms: Oxytocin and vasopressin in autism. Autism Research, 6(2), 91–102. doi:10.1002/aur.1270 []