16 Αυγ 2015

Εργασία και ψυχική υγεία

Τι σχέση έχει η προσωπικότητά μας με το επάγγελμά μας; Οι περισσότεροι θα απαντούσαν πως είναι αλληλένδετα και θα έλεγαν πως επιλέγουμε το επάγγελμά μας, βάσει της προσωπικότητάς μας. Και μάλλον θα είχανε δίκιο, καθώς πολλές έρευνες έχουν βρει θετική συσχέτιση μεταξύ επαγγελμάτων και συγκεκριμένων τύπων προσωπικότητας. Για παράδειγμα, άτομα πιο εξωστρεφή τείνουν να καταλήγουν σε επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με δημόσιες σχέσεις και επικοινωνία με τρίτους, ενώ πιο εσωστρεφή άτομα τείνουν να επιλέγουν επαγγέλματα που δεν απαιτούν συχνή αλληλεπίδραση με άλλα άτομα. Και αυτό είναι κάτι αναμενόμενο, καθώς ο εσωστρεφής κουράζεται και δεν αποδίδει όσο θα ήθελε όταν βρίσκεται με τρίτους, ενώ αντίστοιχα ο εξωστρεφής κουράζεται και δεν αποδίδει όταν υπάρχει έλλειψη αλληλεπίδρασης με άλλα άτομα.

Μάλιστα, ιδιαίτερα στο εξωτερικό, δεν είναι σπάνιο νέοι να επισκέπτονται ειδικούς σύμβουλους εργασίας οι οποίοι αναλύοντας τα ενδιαφέροντα και την προσωπικότητα του ατόμου, του δίνουν μια λίστα με επιλογές στις οποίες έχει αυξημένη πιθανότητα μιας επιτυχούς καριέρας[1] .

Ένα ενδιαφέρον ερώτημα που προκύπτει όμως όταν σκεφτόμαστε την θετική συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων στυλ προσωπικότητας και επαγγελματικών επιλογών είναι σε ποιο βαθμό η ενασχόληση με ένα επάγγελμα (από επιλογή, τυχαία ή από ανάγκη) διαμορφώνει και την προσωπικότητά μας. Μπορούμε εύκολα να φανταστούμε ότι υπάρχει κάποια αλληλεπίδραση και σε αυτό το επίπεδο.

Σκεφτείτε έναν πωλητή ο οποίος έχει να κάνει καθημερινά με πολλές προσωπικότητες με τις οποίες προσπαθεί να αλληλοεπιδράσει με έναν τρόπο ώστε να τους πείσει για την αγορά ενός προϊόντος. Είναι λογικό ότι μετά από κάποια χρόνια εργασίας ο πωλητής θα συμπεριφέρεται πιο χειριστικά με τους άλλους, ενώ θα έχει αναπτύξει και τις κοινωνικές του δεξιότητες. Ή ας σκεφτούμε το παράδειγμα ενός δικαστή, ο οποίος είναι συνέχεια καχύποπτος απέναντι στους κατηγορούμενος, προσπαθώντας να ανακαλύψει εάν και σε ποιο βαθμό είναι ένοχοι. Σίγουρα υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο δικαστής σε βάθος χρόνου θα είναι καχύποπτος απέναντι σε όλους, ακόμη και στην προσωπική του ζωή. Τέλος, ας αναλογιστούμε το παράδειγμα ενός ατόμου που στον εργασιακό του τομέα απαιτείται πολύ αναλυτικός τρόπος σκέψης για την επίλυση προβλημάτων (π.χ. μηχανικός ή προγραμματιστής). Όταν αυτό το άτομο καθημερινά «ασκείται» στο να προσπαθεί να δει ένα πρόβλημα από πολλές διαφορετικές γωνίες ώστε να καταφέρει να το επιλύσει, είναι λογικό να αναμένουμε ότι και στα καθημερινά του προβλήματα θα ακολουθεί παρόμοιο μεθοδικό και αναλυτικό τρόπο επίλυσης των προβλημάτων του, λαμβάνοντας υπόψη πολλές οπτικές αυτού που το απασχολεί.

Τομείς ψυχολογικών χαρακτηριστικών

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά ψυχολογικών προφίλ που μπορούν να συνδιαμορφωθούν βάσει της εργασίας μας.

Υπομονετικότητα – Ανυπομονησία

Μια βασική αρχή σε πολλούς τομείς εργασίας είναι η υπομονή. Όταν δουλεύεις σε κάτι στο οποίο δεν θα δεις άμεσα αποτελέσματα, αλλά, αντίθετα, απαιτείται χρόνος μέχρι να γευτείς τους καρπούς της εργασίας σου, τότε μαθαίνεις να είσαι υπομονετικός. Εάν κάποιος εργάζεται στο «εδώ και τώρα» (π.χ. γιατρός στα επείγοντα, πωλητής, πιλότος) δεν χρειάζεται να περιμένει για να επιτύχει τους στόχους του. Αυτοί επιτυγχάνονται σχετικά γρήγορα (στα παραδείγματά μας: όταν θα σωθεί μια ζωή, όταν γίνει η πώληση ή όταν προσγειωθεί το αεροπλάνο με επιτυχία σε λίγες ώρες).

Οπτιμισμός ή πεσιμισμός

Όταν η εργασία μας έχει να κάνει με ευχάριστες καταστάσεις (ή τουλάχιστον άμεσα δεν έχει να κάνει με δυσάρεστες), τότε τείνουμε να είμαστε πιο οπτιμιστές. Σκεφτείτε ένα άτομο το οποίο ασχολείται με άσχημες πλευρές της ζωής ή βλέπει συνεχώς πόνο και άγχος στην εργασιακή του καθημερινότητα (π.χ. πυροσβέστης, νοσοκόμος, ψυχοθεραπευτής). Αυτό το άτομο έχει αυξημένες πιθανότητες να είναι λιγότερο οπτιμιστής ή τουλάχιστον να λαμβάνει υπόψη του περισσότερο και την κακή πλευρά της ζωής σε σχέση με κάποιον που συνήθως έχει να κάνει με πιο ευχάριστες καταστάσεις (π.χ. διακοσμητής, κοσμηματοπώλης, μαιευτήρας).

Καχυποψία ή εμπιστοσύνη

Μια ακόμη ενδιαφέρουσα παράμετρος σε μια εργασία που αναφέραμε ήδη είναι ο βαθμός στον οποίο το άτομο έχει να κάνει με ειλικρινείς στάσεις συνανθρώπων του ή όχι. Για παράδειγμα κάποιος ο οποίος ασχολείται με την αποκάλυψη σκανδάλων ή απατών (π.χ. δημοσιογράφος, αστυνομικός, ασφαλιστής) είναι λογικό να τείνει να είναι πιο καχύποπτος σε σχέση με κάποιον που έρχεται αντιμέτωπος με ειλικρινείς στάσεις ανθρώπων ή δεν τον απασχολεί καν κάτι τέτοιο γιατί το επάγγελμά του είναι τεχνικό (π.χ. ψυχοθεραπευτής, δάσκαλος, τεχνίτης).

Άγχος ή ηρεμία

Επαγγελματίες σε θέσεις που δεν απαιτούν συνεχή εγρήγορση και η επαγγελματική τους εξέλιξη είναι προκαθορισμένη συνήθως από τα χρόνια εμπειρίας (π.χ. δάσκαλοι, πιλότοι, δημόσιοι υπάλληλοι) είναι λογικό να έχουν λιγότερο άγχος σε σχέση με όσους ασχολούνται με καριέρες όπου πρέπει να είναι συνεχώς σε εγρήγορση και η επαγγελματική εξέλιξη βασίζεται σε τυχαία γεγονότα, γνωριμίες ή στον υψηλό βαθμό επιτυχίας τους στην παρούσα θέση εργασίας (π.χ. δημοσιογράφοι, πολιτικοί).

Η θέση εργασίας διαμορφώνει την προσωπικότητά μας

Τα παραδείγματα θα μπορούσαν να συνεχίσουν, καθώς η λίστα των ψυχολογικών χαρακτηριστικών που επηρεάζονται από τη δουλειά μας είναι σχεδόν άπειρη. Και είναι λογικό, εάν σκεφτούμε ότι η εργασία μας είναι κάτι στο οποίο εμπλεκόμαστε σχεδόν το ένα τρίτο της ημέρας μας. Μιλάμε για πολλές ώρες ενασχόλησης σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, με συγκεκριμένους ανθρώπους και κανόνες συμπεριφοράς. Όπως η οικογένειά μας μας διαμορφώνει κυρίως όταν είμαστε μικροί, έτσι και η δουλειά μας συνεχίζει να μας διαμορφώνει (σε μικρότερο βεβαίως βαθμό) όταν ενηλικιωνόμαστε.

Πέρα από τη συνεχή επίδραση στην προσωπικότητά μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η εργασιακή μας ζωή έχει πολύ μεγάλο αντίκτυπο και στην ψυχική μας υγεία ευρύτερα[2] . Για παράδειγμα, υπολογίζεται ότι το εργασιακό άγχος επηρεάζει περίπου το 1/3 των εργαζομένων στη Δύση, με τις επιπτώσεις του να είναι πολλές: κακή διάθεση, αντίκτυπο στις φιλικές και οικογενειακές σχέσεις, ανάπτυξη σωματόμορφων διαταραχών, επιβάρυνση της σωματικής μας υγείας[3][4]. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να διαχωρίζουμε την εργασία από το υπόλοιπο της καθημερινότητάς μας. Όσα προβλήματα αντιμετωπίζουμε στην εργασία, συνεχίζουμε να τα κουβαλάμε και μετά τη λήξη του οκταώρου και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να γίνει πλήρης και σαφής διαχωρισμός, όσο μεγάλη προσπάθεια και εάν καταβάλουμε.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Career Choice and Career Development: Using the MBTI and Myers Briggs Personality Type []
  2. WHO: “Mental health and work: Impact, issues and good practices”[pdf] []
  3. APA: “Coping with stress at work” []
  4. Why We Should Stop Stressing at Work []
29 Ιούν 2015

Ζευγάρι και δοκιμασία

Δύο άνθρωποι αποφασίζουν να γίνουν ζευγάρι. Στη νέα αυτή σχέση, ο καθένας κουβαλά όλα όσα τον έχουν διαμορφώσει: την οικογένειά του, την κουλτούρα του, τις αξίες του, τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες του. Το παιχνίδι σε αυτή τη σχέση παίζεται με 4: τον άντρα, τη γυναίκα και τις καταγωγές τους!

Στην πορεία βέβαια αυτής της σχέσης και καθώς τα προβλήματα του καθενός προστίθενται στην καθημερινότητα του άλλου και μεγαλώνουν, ο έρωτας, ο ρομαντισμός, τα ωραία και καλά χαρακτηριστικά του/της συντρόφου δείχνουν να διαλύονται και να χάνονται με χαρακτηριστική ευκολία, ενώ στη θέση τους έρχονται να προβάλλονται τα εξιδανικευμένα τμήματα του εαυτού τους, δημιουργώντας έτσι σταδιακά μια δυσλειτουργική σχέση.

Σε μια τέτοια λοιπόν σχέση, συχνά φαίνεται πως οι σύντροφοι δεν έχουν αποδεχθεί τμήματα του δικού τους εαυτού με αποτέλεσμα να τα προβάλλουν στον άλλον. Αυτή η ασυνείδητη απόρριψη για τον εαυτό, γίνεται συνειδητή απόρριψη του άλλου και έτσι προκαλούνται προβλήματα. Αυτά τα προβλήματα εξαρτώνται από την ικανότητα των συντρόφων να προσαρμόζονται στην πραγματική εικόνα του άλλου και να την αποδέχονται. Ο τρόπος με τον οποίο οι σύντροφοι αντιμετωπίζουν τις διαφορές τους αφενός καθορίζει την ποιότητα της  σχέσης τους και αφετέρου καθορίζεται από αυτήν. Έχει βρεθεί (Gottman) ότι τα ζευγάρια που είναι ικανοποιημένα από τη σχέση τους χειρίζονται τις διαφωνίες τους με θετικό τρόπο και προσπαθούν να αλλάξουν τον άλλον με υποστηρικτικό τρόπο χωρίς να τον απορρίπτουν.

Μια άλλη διάσταση στη σχέση αφορά την ευελιξία και την προσαρμογή στις αλλαγές. Θέματα όπως η γέννηση ενός παιδιού, αποχωρισμός του από την οικογένεια, ενηλικίωσή του, ασθένειες και άλλα στρεσογόνα γεγονότα είναι αναπόφευκτα στην πορεία ενός ζευγαριού και η δυνατότητά τους να τα αντιμετωπίσουν με ωριμότητα και ευελιξία καθορίζει σε σημαντικό βαθμό και την πορεία της σχέσης τους. Υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμβατότητα η οποία εντοπίζεται ανάμεσα σε 2 συναισθήματα-καταστάσεις, την αφοσίωση η οποία αναφέρεται στην υπακοή στους κανόνες που ισχύουν στην οικογένεια καταγωγής μας και την πίστη που είναι απλά η εμπιστοσύνη στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων. Αφενός η δύναμη που ωθεί κάθε παιδί να παραμείνει το παιδί των γονιών του και αφετέρου η επιθυμία να γίνει άνδρας/γυναίκα μιας ξένης/ξένου που την/τον διάλεξε, καθορίζει αν θα καταφέρουμε να περάσουμε σε επόμενο στάδιο, σε αυτό της εξατομίκευσης και διαφοροποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο το ζευγάρι έχει 2 επιλογές: να υπακούσει στους οικογενειακούς κώδικες ή να επιλέξει τη χειραφέτηση από αυτούς και να εφεύρει νέους. Αν απορρίψεις τους οικογενειακούς κώδικες κινδυνεύεις να προκαλέσεις ρήξη με τους γονείς και να χάσεις την υποστήριξή τους. Αντίθετα, αν παραμείνεις δέσμιος στους οικογενειακούς κανόνες παραιτείσαι από την ιδιωτική ζωή και χάνεις την αυτονομία σου.

Σε κάθε κρίση οι δυνάμεις της ένωσης ανταγωνίζονται τις δυνάμεις του χωρισμού χωρίς να ξέρουμε ποτέ ποιος τελικά θα επιβιώσει. Αυτή όμως η κρίση μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν το άτομο που έχουμε επιλέξει είναι το «σωστό», το «κατάλληλο» για εμάς. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβουμε κάτι τέτοιο είναι να ζυγίσουμε αν αξίζει να πιστέψουμε στη σχέση ή να υπακούσουμε στους κανόνες καταγωγής μας. Από τον πρώτο χωρισμό λόγω του πρώτου παιδιού, από την απιστία έως τον λήθαργο της επιθυμίας, από τη μετάβαση από το ιδεώδες στη βιωμένη πραγματικότητα, οι κρίσεις που ελλοχεύουν στο ζευγάρι είναι αμέτρητες. Μπορεί να φέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα του χωρισμού, ή αντίθετα, να δώσουν νέες δυνατότητες να ξεπεράσουν τις κρίσεις αυτές.

«…φανταστείτε τη χαρά της όταν έφτασε στο χορό και τη χαιρέτησε ο όμορφος πρίγκιπας. Αντί για τη συνηθισμένη μεταχείριση που δεχόταν, της φέρθηκε με σεβασμό και ενδιαφέρον. Το συνταίριασμα έμοιαζε ουρανόσταλτο, και η Σταχτοπούτα και ο γοητευτικός Πρίγκιπας σύντομα παντρεύτηκαν.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που τελικά γύρισαν στο κάστρο, ύστερα από τον μήνα του μέλιτος. Ο πρίγκιπας ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, φόρεσε τις πυτζάμες του, αφήνοντας το πουκάμισό του στο πάτωμα,  τις κάλτσες στο κρεβάτι και το παντελόνι στην καρέκλα. Η Σταχτοπούτα μπήκε στο δωμάτιο και έμεινε άναυδη από την ακαταστασία. Περίμενε, γεμάτη προσδοκία, να συμμαζέψει ο πρίγκιπας, αλλά σαν αυτός δεν το έκανε άρχισε να πετάει κάποια καρφιά. Καθώς εκείνος δεν αντιδρούσε, τα καρφιά γινόταν εντονότερα και μια γνώριμη σκέψη της καρφώθηκε στο μυαλό! «Μάλιστα! Είναι ακριβώς σαν όλους τους άλλους! Νόμιζα ότι ήταν διαφορετικός, αλλά κι αυτός περιμένει να μαζέψω εγώ και τη δική του ακαταστασία. Θέλει απλώς μια υπηρέτρια». Πολύ σύντομα η Σταχτοπούτα ένιωθε παραμελημένη και ανεπιθύμητη για άλλη μια φορά. Αντί να ρωτήσει τον πρίγκιπα γιατί δεν μάζεψε τα ρούχα του, προχώρησε στο επόμενο συμπέρασμα: «Δεν με αγαπά!».

Στο μεταξύ ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να μαντέψει τι είχε συμβεί στη σύζυγό του που τον πρόσεχε και τον λάτρευε. «Το μόνο που μοιάζει να κάνει είναι να κεντρίζει, να κεντρίζει και να κεντρίζει. Πάντα περιμένει κάτι παραπάνω από εμένα. Δε μπορεί στ’ αλήθεια να είναι τόσο αναστατωμένη για λίγη ακαταστασία. Είναι ακριβώς σαν τους άλλους, θέλει να με αναγκάσει να κάνω το δικό της», συμπέρανε.

Αντί να κάτσουν και να μιλήσουν ο ένας στον άλλον για τα συναισθήματά τους, τα πιστεύω και για τον ρόλο του καθενός στο γάμο τους, προχώρησαν σε ένα ακόμη λαθεμένο συμπέρασμα: «όταν θα γνώριζα τον τέλειο σύντροφο θα ζούσα-υποτίθεται- για πάντα ευτυχισμένα. Δε νιώθω ευτυχία, συνεπώς εσύ δεν είσαι ο τέλειος σύντροφος για μένα». Τόσο η Σταχτοπούτα όσο και ο Πρίγκιπας ξεκινώντας τη σχέση τους είχαν ο καθένας από πριν τις ιδέες τους για τη σημασία της συμπεριφοράς και συγκεκριμένες προσδοκίες για το τι πρέπει να κάνουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Οι ατομικές οπτικές τους επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο ο ένας ερμήνευε τη συμπεριφορά του άλλου. Ο πρίγκιπας είχε χαρεί που βρήκε κάποιον «ίσο» που τον θαύμαζε και η Σταχτοπούτα είχε ενθουσιαστεί που βρήκε κάποιον «ανώτερο» που τη μεταχειριζόταν σαν πριγκίπισσα (δηλαδή σαν «ίση»). Ενώ και οι 2 ήλπιζαν σε ειδική μεταχείριση, αυτό που ανέμεναν ήταν η υπό όρους μεταχείριση.

«….Η εμπειρία του Πρίγκιπα να πρέπει πάντα να εκπληρώνει το επίπεδο προσδοκιών των άλλων (όπως άλλωστε πρέπει να συμπεριφέρεται ένας πρίγκιπας απέναντι στους γονείς-βασιλιάδες!), τον οδήγησε να ελπίζει ότι θα παρουσιαστεί κάποιος που θα τον εκτιμούσε πραγματικά γι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που ανέμενε ήταν να βρει κάποιον που θα επιχειρούσε να βρει κάποιο λάθος του και να τον ελέγξει. Η Σταχτοπούτα επίσης, ονειρευόταν να την εκτιμούν αλλά ανέμενε να την εκμεταλλευτούν (όπως ακριβώς συνέβαινε με τη μητριά και τις θετές αδερφές της). Όταν συναντήθηκαν φαινόταν σαν να είχαν εκπληρωθεί οι ευχές τους. Οι ασύνειδες όμως προσδοκίες τους οδήγησαν σε παρερμηνεία των πράξεων του ενός έναντι του άλλου. Αντί να ελέγξουν τις αντιλήψεις τους, αντιδρούσαν σε αυτό που πίστευαν ότι έβλεπαν και η συμπεριφορά τους σταδιακά προκάλεσε την αντίδραση που εξαρχής ανέμεναν να βρουν.»

(από το βιβλίο «Σταχτοπούτα, η συνέχεια…», των Εϊμυ Λιου, Μπέτυ Λου Μπέτνερ, εκδόσεις Μαϊστρος 2008)

Εισαγωγική Εικόνα

23 Ιούν 2015

Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση

Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του. Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.

Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.

Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια, που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο.

To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια. Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.

Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς.

Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

14 Ιούν 2015

Τα χρήματα ίσως δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά διώχνουν τη δυστυχία

Έχουν υπάρξει πολλές έρευνες γύρω από τη σχέση ανάμεσα στα χρήματα και το κατά πόσο φέρνουν την ευτυχία. Αυτό στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν οι περισσότερες έρευνες έως τώρα είναι πως υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ των δύο, αλλά σίγουρα αυτή η σχέση δεν είναι ξεκάθαρη και γραμμική. Στο παρελθόν αναφερθήκαμε σε διάφορες έρευνες γύρω από το θέμα, οι οποίες έφτασαν σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Πρώτον, τα χρήματα σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, αλλά μόνο έως το επίπεδο που εξασφαλίζουν σε κάποιον τα απαραίτητα για να ζήσει «κανονικά» τη ζωή του. Πέραν αυτού του ορίου, τα περισσότερα χρήματα δεν σχετίζονται με πιο ευτυχισμένη ζωή. Δεύτερον, οι πιο πλούσιοι συνανθρωποί μας πληρώνουν ένα βαρύ τίμημα για τον πλούτο τους: δεν μπορούν να γευτούν τις απλές καθημερινές χαρές της ζωής. Ίσως αυτό να εξηγεί τις υπερβολές τις οποίες ακούμε πως κάνουν κατά καιρούς διάφοροι πλούσιοι και διάσημοι, σε μια προσπάθεια να αισθανθούν πιο ευτυχισμένοι. Από τα δύο παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα χρήματα φέρνουν μια αυξημένη ικανοποίηση στη ζωή, αλλά όχι απαραίτητα και την ευτυχία.

Μια νέα, πιο πρόσφατη, έρευνα[1] επικεντρώθηκε όχι στο αίσθημα της ευτυχίας, αλλά στο αίσθημα της δυστυχίας. Τα δύο αυτά συναισθήματα δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως τα δύο άκρα σε μια γραμμή, αλλά ως δύο εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Με άλλα λόγια, η έλλειψη ευτυχίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο είναι δυστυχισμένο, αλλά ούτε και το αντίθετο: η έλλειψη δυστυχίας δεν συνεπάγεται και την ύπαρξη συναισθήματος ευτυχίας. Και τα δύο συναισθήματα καλλιεργούνται στην καθημερινότητά μας, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Η συγκεκριμένη έρευνα, όπως και ο περισσότερες στον τομέα αυτό, έγινε με τη μέθοδο της αυτοαναφοράς, της συγκέντρωσης προσωπικών στοιχείων (π.χ. οικονομικά στοιχεία) και του ελέγχου της συσχέτισης μεταξύ της ύπαρξης συναισθημάτων και του οικονομικού επιπέδου. Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές είναι πως τα χρήματα σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα δυστυχίας: όσο μεγαλύτερο το εισόδημα κάποιου, τόσο λιγότερο «δυστυχής» δηλώνει. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν για το «εδώ και τώρα», πόσα χρήματα βγάζουν αυτή τη στιγμή και πόσο δυστυχισμένοι αισθάνθηκαν τις προηγούμενες ημέρες πριν την συμμετοχή τους στην έρευνα.

Τα αποτελέσματα σίγουρα δεν σόκαραν τους ερευνητές, καθώς ουσιαστικά επαληθεύουν σε μεγάλο βαθμό αυτό που γνωρίζαμε ήδη. Τα χρήματα λειτουργούν ως ένα βοηθητικό μέσο για να καταπολεμήσουμε το άγχος της επιβίωσης και να αυξήσουμε τον έλεγχο στη ζωή μας απέναντι σε αναπάντεχα αρνητικά γεγονότα που μπορεί να σχετίζονται με αρνητικά συναισθήματα. Πέρα από αυτό το σημείο όμως, ο πλούτος παύει να λειτουργεί υποστηρικτικά όσον αφορά τα επίπεδα της ευτυχίας.

Τα χρήματα λοιπόν δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά μας προστατεύουν από τη δυστυχία σε πρώτο βαθμό. Η χαρά της ζωής όμως, όπως έχουν δείξει πλήθος μελετών θετικής ψυχολογίας βρίσκεται σε απλά, καθημερινά πράγματα που οι περισσότεροι στον δυτικό κόσμο μπορούμε να απολαύσουμε: την αγάπη, τον ελεύθερο χρόνο με άτομα που αγαπάμε, τα δημιουργικά χόμπι αλλά και μέσω της συνεισφοράς μας στην κοινωνία με όσα μέσα διαθέτουμε. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μία γεμάτη ζωή δεν ισούται με μία γεμάτη τσέπη.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Kushlev et al. (2015). Higher Income Is Associated With Less Daily Sadness but not More Daily Happiness. Social Psychological and Personality Science July 2015 vol. 6 no. 5 483-489 [pdf] []