29 Ιούν

Ζευγάρι και δοκιμασία

Δύο άνθρωποι αποφασίζουν να γίνουν ζευγάρι. Στη νέα αυτή σχέση, ο καθένας κουβαλά όλα όσα τον έχουν διαμορφώσει: την οικογένειά του, την κουλτούρα του, τις αξίες του, τις αναμνήσεις και τις εμπειρίες του. Το παιχνίδι σε αυτή τη σχέση παίζεται με 4: τον άντρα, τη γυναίκα και τις καταγωγές τους!

Στην πορεία βέβαια αυτής της σχέσης και καθώς τα προβλήματα του καθενός προστίθενται στην καθημερινότητα του άλλου και μεγαλώνουν, ο έρωτας, ο ρομαντισμός, τα ωραία και καλά χαρακτηριστικά του/της συντρόφου δείχνουν να διαλύονται και να χάνονται με χαρακτηριστική ευκολία, ενώ στη θέση τους έρχονται να προβάλλονται τα εξιδανικευμένα τμήματα του εαυτού τους, δημιουργώντας έτσι σταδιακά μια δυσλειτουργική σχέση.

Σε μια τέτοια λοιπόν σχέση, συχνά φαίνεται πως οι σύντροφοι δεν έχουν αποδεχθεί τμήματα του δικού τους εαυτού με αποτέλεσμα να τα προβάλλουν στον άλλον. Αυτή η ασυνείδητη απόρριψη για τον εαυτό, γίνεται συνειδητή απόρριψη του άλλου και έτσι προκαλούνται προβλήματα. Αυτά τα προβλήματα εξαρτώνται από την ικανότητα των συντρόφων να προσαρμόζονται στην πραγματική εικόνα του άλλου και να την αποδέχονται. Ο τρόπος με τον οποίο οι σύντροφοι αντιμετωπίζουν τις διαφορές τους αφενός καθορίζει την ποιότητα της  σχέσης τους και αφετέρου καθορίζεται από αυτήν. Έχει βρεθεί (Gottman) ότι τα ζευγάρια που είναι ικανοποιημένα από τη σχέση τους χειρίζονται τις διαφωνίες τους με θετικό τρόπο και προσπαθούν να αλλάξουν τον άλλον με υποστηρικτικό τρόπο χωρίς να τον απορρίπτουν.

Μια άλλη διάσταση στη σχέση αφορά την ευελιξία και την προσαρμογή στις αλλαγές. Θέματα όπως η γέννηση ενός παιδιού, αποχωρισμός του από την οικογένεια, ενηλικίωσή του, ασθένειες και άλλα στρεσογόνα γεγονότα είναι αναπόφευκτα στην πορεία ενός ζευγαριού και η δυνατότητά τους να τα αντιμετωπίσουν με ωριμότητα και ευελιξία καθορίζει σε σημαντικό βαθμό και την πορεία της σχέσης τους. Υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμβατότητα η οποία εντοπίζεται ανάμεσα σε 2 συναισθήματα-καταστάσεις, την αφοσίωση η οποία αναφέρεται στην υπακοή στους κανόνες που ισχύουν στην οικογένεια καταγωγής μας και την πίστη που είναι απλά η εμπιστοσύνη στη σχέση μεταξύ δύο ανθρώπων. Αφενός η δύναμη που ωθεί κάθε παιδί να παραμείνει το παιδί των γονιών του και αφετέρου η επιθυμία να γίνει άνδρας/γυναίκα μιας ξένης/ξένου που την/τον διάλεξε, καθορίζει αν θα καταφέρουμε να περάσουμε σε επόμενο στάδιο, σε αυτό της εξατομίκευσης και διαφοροποίησης. Σε αυτό το πλαίσιο το ζευγάρι έχει 2 επιλογές: να υπακούσει στους οικογενειακούς κώδικες ή να επιλέξει τη χειραφέτηση από αυτούς και να εφεύρει νέους. Αν απορρίψεις τους οικογενειακούς κώδικες κινδυνεύεις να προκαλέσεις ρήξη με τους γονείς και να χάσεις την υποστήριξή τους. Αντίθετα, αν παραμείνεις δέσμιος στους οικογενειακούς κανόνες παραιτείσαι από την ιδιωτική ζωή και χάνεις την αυτονομία σου.

Σε κάθε κρίση οι δυνάμεις της ένωσης ανταγωνίζονται τις δυνάμεις του χωρισμού χωρίς να ξέρουμε ποτέ ποιος τελικά θα επιβιώσει. Αυτή όμως η κρίση μας δίνει την ευκαιρία να διαπιστώσουμε αν το άτομο που έχουμε επιλέξει είναι το «σωστό», το «κατάλληλο» για εμάς. Ο μόνος τρόπος για να καταλάβουμε κάτι τέτοιο είναι να ζυγίσουμε αν αξίζει να πιστέψουμε στη σχέση ή να υπακούσουμε στους κανόνες καταγωγής μας. Από τον πρώτο χωρισμό λόγω του πρώτου παιδιού, από την απιστία έως τον λήθαργο της επιθυμίας, από τη μετάβαση από το ιδεώδες στη βιωμένη πραγματικότητα, οι κρίσεις που ελλοχεύουν στο ζευγάρι είναι αμέτρητες. Μπορεί να φέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα του χωρισμού, ή αντίθετα, να δώσουν νέες δυνατότητες να ξεπεράσουν τις κρίσεις αυτές.

«…φανταστείτε τη χαρά της όταν έφτασε στο χορό και τη χαιρέτησε ο όμορφος πρίγκιπας. Αντί για τη συνηθισμένη μεταχείριση που δεχόταν, της φέρθηκε με σεβασμό και ενδιαφέρον. Το συνταίριασμα έμοιαζε ουρανόσταλτο, και η Σταχτοπούτα και ο γοητευτικός Πρίγκιπας σύντομα παντρεύτηκαν.

Όλα πήγαιναν καλά μέχρι που τελικά γύρισαν στο κάστρο, ύστερα από τον μήνα του μέλιτος. Ο πρίγκιπας ανέβηκε στην κρεβατοκάμαρα, φόρεσε τις πυτζάμες του, αφήνοντας το πουκάμισό του στο πάτωμα,  τις κάλτσες στο κρεβάτι και το παντελόνι στην καρέκλα. Η Σταχτοπούτα μπήκε στο δωμάτιο και έμεινε άναυδη από την ακαταστασία. Περίμενε, γεμάτη προσδοκία, να συμμαζέψει ο πρίγκιπας, αλλά σαν αυτός δεν το έκανε άρχισε να πετάει κάποια καρφιά. Καθώς εκείνος δεν αντιδρούσε, τα καρφιά γινόταν εντονότερα και μια γνώριμη σκέψη της καρφώθηκε στο μυαλό! «Μάλιστα! Είναι ακριβώς σαν όλους τους άλλους! Νόμιζα ότι ήταν διαφορετικός, αλλά κι αυτός περιμένει να μαζέψω εγώ και τη δική του ακαταστασία. Θέλει απλώς μια υπηρέτρια». Πολύ σύντομα η Σταχτοπούτα ένιωθε παραμελημένη και ανεπιθύμητη για άλλη μια φορά. Αντί να ρωτήσει τον πρίγκιπα γιατί δεν μάζεψε τα ρούχα του, προχώρησε στο επόμενο συμπέρασμα: «Δεν με αγαπά!».

Στο μεταξύ ο πρίγκιπας δεν μπορούσε να μαντέψει τι είχε συμβεί στη σύζυγό του που τον πρόσεχε και τον λάτρευε. «Το μόνο που μοιάζει να κάνει είναι να κεντρίζει, να κεντρίζει και να κεντρίζει. Πάντα περιμένει κάτι παραπάνω από εμένα. Δε μπορεί στ’ αλήθεια να είναι τόσο αναστατωμένη για λίγη ακαταστασία. Είναι ακριβώς σαν τους άλλους, θέλει να με αναγκάσει να κάνω το δικό της», συμπέρανε.

Αντί να κάτσουν και να μιλήσουν ο ένας στον άλλον για τα συναισθήματά τους, τα πιστεύω και για τον ρόλο του καθενός στο γάμο τους, προχώρησαν σε ένα ακόμη λαθεμένο συμπέρασμα: «όταν θα γνώριζα τον τέλειο σύντροφο θα ζούσα-υποτίθεται- για πάντα ευτυχισμένα. Δε νιώθω ευτυχία, συνεπώς εσύ δεν είσαι ο τέλειος σύντροφος για μένα». Τόσο η Σταχτοπούτα όσο και ο Πρίγκιπας ξεκινώντας τη σχέση τους είχαν ο καθένας από πριν τις ιδέες τους για τη σημασία της συμπεριφοράς και συγκεκριμένες προσδοκίες για το τι πρέπει να κάνουν οι άνδρες και οι γυναίκες. Οι ατομικές οπτικές τους επηρέαζαν τον τρόπο με τον οποίο ο ένας ερμήνευε τη συμπεριφορά του άλλου. Ο πρίγκιπας είχε χαρεί που βρήκε κάποιον «ίσο» που τον θαύμαζε και η Σταχτοπούτα είχε ενθουσιαστεί που βρήκε κάποιον «ανώτερο» που τη μεταχειριζόταν σαν πριγκίπισσα (δηλαδή σαν «ίση»). Ενώ και οι 2 ήλπιζαν σε ειδική μεταχείριση, αυτό που ανέμεναν ήταν η υπό όρους μεταχείριση.

«….Η εμπειρία του Πρίγκιπα να πρέπει πάντα να εκπληρώνει το επίπεδο προσδοκιών των άλλων (όπως άλλωστε πρέπει να συμπεριφέρεται ένας πρίγκιπας απέναντι στους γονείς-βασιλιάδες!), τον οδήγησε να ελπίζει ότι θα παρουσιαστεί κάποιος που θα τον εκτιμούσε πραγματικά γι αυτό που ήταν, αλλά αυτό που ανέμενε ήταν να βρει κάποιον που θα επιχειρούσε να βρει κάποιο λάθος του και να τον ελέγξει. Η Σταχτοπούτα επίσης, ονειρευόταν να την εκτιμούν αλλά ανέμενε να την εκμεταλλευτούν (όπως ακριβώς συνέβαινε με τη μητριά και τις θετές αδερφές της). Όταν συναντήθηκαν φαινόταν σαν να είχαν εκπληρωθεί οι ευχές τους. Οι ασύνειδες όμως προσδοκίες τους οδήγησαν σε παρερμηνεία των πράξεων του ενός έναντι του άλλου. Αντί να ελέγξουν τις αντιλήψεις τους, αντιδρούσαν σε αυτό που πίστευαν ότι έβλεπαν και η συμπεριφορά τους σταδιακά προκάλεσε την αντίδραση που εξαρχής ανέμεναν να βρουν.»

(από το βιβλίο «Σταχτοπούτα, η συνέχεια…», των Εϊμυ Λιου, Μπέτυ Λου Μπέτνερ, εκδόσεις Μαϊστρος 2008)

Εισαγωγική Εικόνα

23 Ιούν

Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση

Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του. Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.

Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.

Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια, που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο.

To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια. Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.

Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς.

Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

14 Ιούν

Τα χρήματα ίσως δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά διώχνουν τη δυστυχία

Έχουν υπάρξει πολλές έρευνες γύρω από τη σχέση ανάμεσα στα χρήματα και το κατά πόσο φέρνουν την ευτυχία. Αυτό στο οποίο φαίνεται να συμφωνούν οι περισσότερες έρευνες έως τώρα είναι πως υπάρχει μια συσχέτιση μεταξύ των δύο, αλλά σίγουρα αυτή η σχέση δεν είναι ξεκάθαρη και γραμμική. Στο παρελθόν αναφερθήκαμε σε διάφορες έρευνες γύρω από το θέμα, οι οποίες έφτασαν σε μερικά ενδιαφέροντα συμπεράσματα.

Πρώτον, τα χρήματα σχετίζονται με αυξημένα επίπεδα ευτυχίας, αλλά μόνο έως το επίπεδο που εξασφαλίζουν σε κάποιον τα απαραίτητα για να ζήσει «κανονικά» τη ζωή του. Πέραν αυτού του ορίου, τα περισσότερα χρήματα δεν σχετίζονται με πιο ευτυχισμένη ζωή. Δεύτερον, οι πιο πλούσιοι συνανθρωποί μας πληρώνουν ένα βαρύ τίμημα για τον πλούτο τους: δεν μπορούν να γευτούν τις απλές καθημερινές χαρές της ζωής. Ίσως αυτό να εξηγεί τις υπερβολές τις οποίες ακούμε πως κάνουν κατά καιρούς διάφοροι πλούσιοι και διάσημοι, σε μια προσπάθεια να αισθανθούν πιο ευτυχισμένοι. Από τα δύο παραπάνω παραδείγματα μπορούμε να καταλάβουμε ότι τα χρήματα φέρνουν μια αυξημένη ικανοποίηση στη ζωή, αλλά όχι απαραίτητα και την ευτυχία.

Μια νέα, πιο πρόσφατη, έρευνα[1] επικεντρώθηκε όχι στο αίσθημα της ευτυχίας, αλλά στο αίσθημα της δυστυχίας. Τα δύο αυτά συναισθήματα δεν πρέπει να γίνονται αντιληπτά ως τα δύο άκρα σε μια γραμμή, αλλά ως δύο εντελώς διαφορετικά συναισθήματα. Με άλλα λόγια, η έλλειψη ευτυχίας δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο είναι δυστυχισμένο, αλλά ούτε και το αντίθετο: η έλλειψη δυστυχίας δεν συνεπάγεται και την ύπαρξη συναισθήματος ευτυχίας. Και τα δύο συναισθήματα καλλιεργούνται στην καθημερινότητά μας, ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Η συγκεκριμένη έρευνα, όπως και ο περισσότερες στον τομέα αυτό, έγινε με τη μέθοδο της αυτοαναφοράς, της συγκέντρωσης προσωπικών στοιχείων (π.χ. οικονομικά στοιχεία) και του ελέγχου της συσχέτισης μεταξύ της ύπαρξης συναισθημάτων και του οικονομικού επιπέδου. Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές είναι πως τα χρήματα σχετίζονται με μειωμένα επίπεδα δυστυχίας: όσο μεγαλύτερο το εισόδημα κάποιου, τόσο λιγότερο «δυστυχής» δηλώνει. Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε ότι οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να απαντήσουν για το «εδώ και τώρα», πόσα χρήματα βγάζουν αυτή τη στιγμή και πόσο δυστυχισμένοι αισθάνθηκαν τις προηγούμενες ημέρες πριν την συμμετοχή τους στην έρευνα.

Τα αποτελέσματα σίγουρα δεν σόκαραν τους ερευνητές, καθώς ουσιαστικά επαληθεύουν σε μεγάλο βαθμό αυτό που γνωρίζαμε ήδη. Τα χρήματα λειτουργούν ως ένα βοηθητικό μέσο για να καταπολεμήσουμε το άγχος της επιβίωσης και να αυξήσουμε τον έλεγχο στη ζωή μας απέναντι σε αναπάντεχα αρνητικά γεγονότα που μπορεί να σχετίζονται με αρνητικά συναισθήματα. Πέρα από αυτό το σημείο όμως, ο πλούτος παύει να λειτουργεί υποστηρικτικά όσον αφορά τα επίπεδα της ευτυχίας.

Τα χρήματα λοιπόν δεν φέρνουν την ευτυχία, αλλά μας προστατεύουν από τη δυστυχία σε πρώτο βαθμό. Η χαρά της ζωής όμως, όπως έχουν δείξει πλήθος μελετών θετικής ψυχολογίας βρίσκεται σε απλά, καθημερινά πράγματα που οι περισσότεροι στον δυτικό κόσμο μπορούμε να απολαύσουμε: την αγάπη, τον ελεύθερο χρόνο με άτομα που αγαπάμε, τα δημιουργικά χόμπι αλλά και μέσω της συνεισφοράς μας στην κοινωνία με όσα μέσα διαθέτουμε. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι μία γεμάτη ζωή δεν ισούται με μία γεμάτη τσέπη.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Kushlev et al. (2015). Higher Income Is Associated With Less Daily Sadness but not More Daily Happiness. Social Psychological and Personality Science July 2015 vol. 6 no. 5 483-489 [pdf] []
04 Μαΐ

Τι είναι η Θετική Ψυχολογία;

Έχετε την τάση να βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο; Πιθανόν να έχετε ακούσει αυτήν τη ερώτηση πολλές φορές…

Σε λιγότερο από μια δεκαετία, η Θετική Ψυχολογία έχει τραβήξει την προσοχή όχι μόνο της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και του ευρύ κοινού. Ο αντίκτυπος είναι τόσο μεγάλος που κάνοντας μια αναζήτηση στο google για τον όρο «θετική ψυχολογία» βρέθηκαν περισσότερα από 419,000 αποτελέσματα! Με τον όρο «Positive Psychology» περιγράφεται ένα κίνημα έρευνας και εφαρμογής στις Νευρο-επιστήμες και την Ψυχολογία, που μελετά αυτά που ορίζονται ως «Θετικά συναισθήματα». Μελετώνται, εξίσου, και οι δεξιότητες που αναπτύσσει ο άνθρωπος βιώνοντας αυτά τα συναισθήματα, αλλά και τα επιτεύγματα που προκύπτουν από αυτές τις δεξιότητες.

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή ψυχολογία που εστιάζει στο αρνητικό και προβληματικό μέρος του ψυχικού κόσμου του ατόμου και στη θεραπεία του, η θετική ψυχολογία εστιάζεται στην προαγωγή της ευζωίας, της ευημερίας και της ικανοποίησης από τη ζωή, μέσα από την μελέτη του ρόλου των θετικών συναισθημάτων, χαρακτηριστικών, κινήτρων και ικανοτήτων των ανθρώπων. Βέβαια, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο καθώς ήδη οι ανθρωπιστικές και υπαρξιακές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στα θετικά στοιχεία του ανθρώπου, όπως την δύναμη της θέλησης, την υπευθυνότητα, την αυτενέργεια, την αυτοπραγμάτωση και την ελευθερία των επιλογών. Το κίνημα της θετικής ψυχολογίας, λοιπόν, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας την παράδοση των παραπάνω ψυχολογικών θεωριών, αναφέρεται στη σημαντικότητα των θετικών σκέψεων και συναισθημάτων και πως αυτά μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του άγχους, στην γενική υγεία και την ευημερία.

Τι είναι, όμως, ακριβώς η θετική σκέψη;

Ίσως να μπείτε στον πειρασμό να υποθέσετε ότι ταυτίζεται με το να βλέπει κάποιος τον κόσμο μέσα από χρωματιστούς “ροζ” φακούς, αγνοώντας τις αρνητικές πτυχές της ζωής ή αρνούμενος να δει ολόκληρη την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, θετική σκέψη σημαίνει ότι προσεγγίζουμε τις προκλήσεις της ζωής με μια θετική οπτική, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι αποφεύγουμε ή αγνοούμε τα άσχημα γεγονότα. Αντ’ αυτού περιλαμβάνει την αξιοποίηση των δυνητικά άσχημα καταστάσεων με το να προσπαθούμε να δούμε την καλύτερη πλευρά στους άλλους ενώ, παράλληλα, βλέπουμε τον εαυτό και τις ικανότητες μας μέσα από ένα θετικό πρίσμα.

Ένας, ακόμα, από τους στόχους της Θετικής Ψυχολογίας είναι να προωθήσει μια ευρύτερη αίσθηση της γνώσης και της συναίσθησης· να προχωράς, δηλαδή, πέρα από την καθημερινή φλυαρία του μυαλού με τις ατέλειωτες καθημερινές εργασίες και ανησυχίες που συχνά το απασχολούν, σε μια βαθύτερη αίσθηση της ίδιας σου της ύπαρξης και του αυτοσκοπού σου. Να μην αφήνεις, δηλαδή, τις αρνητικές καταστάσεις να σε εμποδίζουν από το να εξελίσσεις τον εαυτό σου.

Οι ερευνητές της Θετικής Ψυχολογίας, επιπλέον, μελετούν το ρόλο των θετικών συναισθημάτων, σκέψεων και γνώσεων στα πλαίσια της εκπαίδευσης, της μάθησης, της εργασιακής εξουθένωσης και της ψυχικής υγείας. Με αυτό τον τρόπο, το θεωρητικό υπόβαθρο των εννοιών της Θετικής Ψυχολογίας εφαρμόζεται, ακριβώς, στους τομείς που είναι υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας και διαμόρφωσης του ανθρώπινου ψυχισμού.

Σύμφωνα με την Barbara Fredrickson, εκπρόσωπο της θετικής ψυχολογίας, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της προσωπικής ανάπτυξης από το βίωμα θετικών συναισθημάτων είναι ότι το άτομο γεμίζει τους ψυχικούς του πόρους με ισχυρά νοητικά, κοινωνικά και συναισθηματικά εφόδια που διαρκούν στο χρόνο. Υποστηρίζει δε, ότι με τη στιγμιαία βίωση ενός θετικού συναισθήματος και τον εμπλουτισμό των πόρων μας, τροφοδοτούνται και άλλα θετικά συναισθήματα τα οποία – με τη σειρά τους – δίνουν τροφή σε ακόμα περισσότερα, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος “ψυχικής έλικας” η οποία ξετυλίγεται συνεχώς. Το όφελος είναι ότι μαζί με αυτή ξετυλίγεται και η ψυχοσύνθεση μας επιτρέποντάς μας να βιώσουμε μία ψυχική ανάταση. Έτσι, ο καθένας οχυρώνει την υγεία απέναντι σε οποιαδήποτε διαταραχή και ωριμάζει με ιδανικό τρόπο.

Συμπερασματικά, η Θετική Ψυχολογία επανέφερε στο προσκήνιο τους δύο βασικούς στόχους της Ψυχολογίας· την προώθηση της ευημερίας και ευζωίας και την αξιοποίηση των κλίσεων του ατόμου, των ιδιαίτερων δυνατοτήτων και ταλέντων του και του δυναμικού του. Η ενασχόλησή της περιλαμβάνει τις θετικές διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το νόημα της ζωής, την ψυχολογική ανθεκτικότητα, τα θετικά συναισθήματα και την συνεισφορά τους στη βελτίωση της ζωής του ατόμου. Εν ολίγοις, στοχεύει στην ποιοτική μακροζωία.

Κλείνοντας, αυτό που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι πως η χαρά και ο πόνος συνυπάρχουν στη ζωή μας, όπως συνυπάρχει το θετικό μαζί με το αρνητικό και η φωτεινή μαζί με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής. Με αυτό ως κανόνα, ακόμα και τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη για την επιβίωση μας. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι τα θετικά συναισθήματα συμβάλλουν στην εξέλιξη και την ταχύτερη απελευθέρωση μας από κάθε τι το αρνητικό. Σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις, όμως, το ευτυχές γεγονός είναι ότι η επιστήμη στρέφει την προσοχή της στο πραγματικό κίνητρο του ανθρώπου… Το συναίσθημα!

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Gable, S. & Haidt, J (2005). What (and Why) is Positive Psychology? Review of General Psychology, 9 (2), 103-110
  • Peterson, C. (2006). A Primer in Positive Psychology. New York Oxford University Press.
  • Peterson, C. (2008). What Is Positive Psychology, and What Is It Not? Psychology Today. Found online at http://www.psychologytoday.com/blog/the-good-life/200805/what-is-positive-psychology-and-what-is-it-not
  • Seligman, M. E. P. & Csikszenmihalyi, M. (2000). Positive psychology: An introduction. American Psychologist, 55, 5-14.
  • Συλλογικό, «Εισαγωγή στη Θετική Ψυχολογία», Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική), Οκτώβριος 2011