11 Σεπ 2016

5 ερωτήσεις που πρέπει να κάνω στον εαυτό μου πριν μπω στην ψυχοθεραπευτική διαδικασία

Είμαι έτοιμος/η να δεσμευτώ;

Η ψυχοθεραπευτική διαδικασία προϋποθέτει δέσμευση για να γίνει αποτελεσματική. Η τακτικότητα των συνεδριών ( συνήθως μια την εβδομάδα εκτός περιπτώσεων όπου απαιτείται μεγαλύτερη συχνότητα π.χ. αμέσως μετά από τραυματικό γεγονός ) είναι απαραίτητη, όπως και η συνέπεια σε αυτές. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν κατανοούν την αξία της δέσμευσης για την επίτευξη ενός στόχου, αυτό είναι κάτι που τους χαρακτηρίζει γενικότερα στη ζωή τους και όχι μόνο στη σχέση με τον ειδικό. Η ερώτηση ΄μπορώ να έρχομαι όποτε θέλω ή έχω ανάγκη;’ Αντικατοπτρίζει ακριβώς αυτή την τακτική.  Θέλω αποτέλεσμα χωρίς να είμαι διατεθειμένος/η να είμαι συνεπής!  Αν κάποιος επιθυμεί μόνο άμεση εξαφάνιση των συμπτωμάτων  χωρίς να έχει διάθεση δέσμευσης, μάλλον θα πρέπει να σκεφτεί άλλο τρόπο, η ψυχοθεραπεία δεν του ταιριάζει  και δεν θα τον βοηθήσει τελικά.

Περιμένω μια γρήγορη και άμεση λύση;

Οι άνθρωποι συνήθως βιάζονται να απαλλαγούν από τα συμπτώματα,  μιας κρίσης πανικού για παράδειγμα. Σαφώς και είναι λογικό το να θέλει κάποιος να μην πονάει σωματικά και ψυχικά, ποιος τυφλός δεν θέλει το φως του; Μάλιστα ο ψυχικός πόνος τρομάζει περισσότερο γιατί δεν είναι άμεσα ορατός . Γρήγορες και έτοιμες λύσεις στην ψυχοθεραπεία δεν υπάρχουν , αν κάποιος βιάζεται καλύτερα να απευθυνθεί , για φαρμακευτική αγωγή  που έχει γρήγορα αποτελέσματα και καλύπτει τα ενοχλητικά συμπτώματα. Η ψυχοθεραπεία απαιτεί δέσμευση, συμμετοχή, υπομονή, επιμονή, εργασία,  δεν είναι λύση fast-food για κάποιον που θέλει κάτι χωρίς να κουραστεί για την απόκτησή του.

Θα βρω έναν καλό ειδικό και θα το αφήσω στα χέρια του;

Σωστό μέχρι ενός σημείου. Ο καλός ειδικός  είναι καταρτισμένος, εκπαιδευμένος έχει γνώσεις και εμπειρία. Είναι καλός συνεργάτης όχι μοναχικός εργάτης. Η ψυχοθεραπεία είναι μια διαδικασία που απαιτεί τη συμμετοχή δύο πλευρών: του ειδικού και του ατόμου που ζητά βοήθεια. Μαζί προχωρούν , μαζί σταματούν, μαζί έχουν την ευθύνη για την καλή έκβαση της θεραπευτικής παρέμβασης. Ο ειδικός, δεν είναι Θεός, ούτε μάγος, δεν έχει μαγικό ραβδί, είναι συνοδοιπόρος και σαφώς οδηγεί και δείχνει κατευθύνσεις πορείας, αλλά οι αποφάσεις αφορούν εσάς και τη δική σας ζωή και είναι δική σας ευθύνη!

Καταλαβαίνω ότι αυτό που με απασχολεί μπορεί να είναι ψυχολογικής φύσης;

Ότι έχει να κάνει με κάτι βαθύτερο; Με ψυχολογικά αίτια; Οι άνθρωποι που απευθύνονται σε ειδικό, επειδή τους το είπε κάποιος συγγενής, η φίλος που βοηθήθηκε από την ψυχοθεραπεία, σύντομα απογοητεύονται γιατί δεν αναγνωρίζουν και δεν πιστεύουν πως κάτι ουσιαστικά αόρατο ‘ ψυχολογικό’ είναι ικανό να επηρεάσει τις συμπεριφορές και τα συναισθήματα τους.

Έχει περάσει από τη σκέψη μου ότι ίσως εγώ φταίω για αυτά που μου συμβαίνουν; Ότι έχω μια συμμετοχή έστω μικρή;

Ίσως με τον τρόπο που λειτουργώ σκέφτομαι κι αισθάνομαι, χωρίς να το συνειδητοποιώ οδηγώ τα πράγματα να φτάσουν ως εδώ; Το να συνειδητοποιήσει  ένας άνθρωπος ότι ο ίδιος έχει ευθύνη για τη διαχείριση της δικής του ζωής, είναι κάτι ζωτικής σημασίας  για την ψυχοθεραπεία. Πολλές φορές όσοι  μπαίνουν στη διαδικασία χρειάζονται χρόνο για να κατανοήσουν ότι χωρίς να έχουν  επίγνωση οδηγούν τη ζωή τους σε συγκεκριμένες λάθος πορείες για τις οποίες στη συνέχεια κατηγορούν τους άλλους  ( δε φταίω εγώ που δεν έχω χρόνο να κάνω αυτά που θέλω, φταίει ο/η σύζυγος που δεν βοηθά, τα παιδιά που είναι απαιτητικά κ.λ.π) . Έρχονται για να δικαιωθούν από τον ειδικό ότι όλα τα έκαναν τέλεια κι οι γύρω τους είναι αχάριστοι.  Αν δεν είναι δεκτικοί στο να επεξεργαστούν τη δική τους συνεισφορά σε αυτό που τους συμβαίνει, δεν θα συνεργαστούν  και τελικά δεν θα βοηθηθούν.

Όταν ξεκαθαριστούν μέσα σας τα παραπάνω μπορείτε να είστε σίγουρος/η για το αν η ψυχοθεραπεία θα μπορέσει να σας βοηθήσει. Καλή συνέχεια!

Εισαγωγική Εικόνα

26 Ιούν 2016

Γιατί το να μιλάμε λειτουργεί θεραπευτικά;

Όταν εκφράζουμε με λόγο όσα σκεφτόμαστε, όταν μπαίνουμε στην διαδικασία να κάνουμε λόγο αυτά που αισθανόμαστε, αυτομάτως δημιουργείται μία ψυχολογική απόσταση από αυτά που έχουμε πει, που μας επιτρέπει να ακούσουμε τον εαυτό μας αλλιώς. Δημιουργείται ένας χώρος μεταξύ αυτού που μας συμβαίνει και του λόγου που μας δίνει την δυνατότητα να κάνουμε κάτι με αυτό. Τόσο η ψυχική διαδικασία στην οποία μπαίνουμε για να εκφράσουμε το βίωμά μας, όσο και το άκουσμα του λόγου μας, μεταμορφώνουν αυτό που υπήρχε μέσα μας. Όταν το μέσα μας βγαίνει έξω μας, μέσω του λόγου, αισθανόμαστε πως έχουμε μία δύναμη πάνω του, πως μπορούμε κατ’ αρχάς να το ορίσουμε, να το κάνουμε συγκεκριμένο – από ασαφές που είναι όταν δεν έχει ειπωθεί-, έτσι το καταλαβαίνουμε καλύτερα, το προσεγγίζουμε με μία πιο ξεκάθαρη ματιά, μπορούμε, στην συνέχεια, να το επεξεργαστούμε, να σκεφτούμε τί θέλουμε να κάνουμε με αυτό. Ποτέ αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν σκεπτόμαστε μόνοι μας, ή αν δυνατά μιλούσαμε χωρίς ακροατή. Επίσης, το να μιλάμε σε κάποιον δεν είναι αρκετό από μόνο του για μας βοηθήσει.

Θεραπευτικό φαίνεται πως είναι το να μιλάμε σε κάποιον που δεν μας γνωρίζει από πριν, που δεν περιμένει από εμάς τίποτα, που είναι ουδέτερος, που ενδιαφέρεται να ακούσει παρά να μιλήσει και να πει την γνώμη του. Στην ουσία, ο θεραπευτής είναι εκπαιδευμένος στο να ακούει με τέτοιον τρόπο ώστε να βοηθάει τον θεραπευόμενο να καταλάβει τον εαυτό του. Αυτός ο τρόπος λέγεται ενεργητική ακρόαση και έχει ιδιότητες όπως: απόλυτη συγκέντρωση και προσοχή όχι μόνο στο τί λέει ο θεραπευόμενος, αλλά και στο πώς το λέει και την ικανότητα να επαναδιατυπώνει τα όσα άκουσε ή/και κατάλαβε, να καθρεφτίσει το συναίσθημα του.

Το να προσπαθούμε να εκφράσουμε λεκτικά αυτά που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε, να ακούμε τον εαυτό μας να τα διατυπώνει, να ακούγονται αυτά από κάποιον που ακούει ενεργητικά, προσφέροντας με την ουδέτερη στάση του μία νέα, φρέσκια οπτική, λειτουργεί θεραπευτικά. Ουσιαστικά, αυτή η διαδικασία μας προσφέρει έναν νέο τρόπο να συνδιαλεγόμαστε με το πρόβλημα μας, αλλάζει τον εσωτερικό μας διάλογο, το πώς μιλάμε στον εαυτό μας. Αρχίζουμε να κατανοούμε τον εαυτό μας αντί να τον κρίνουμε, δοκιμάζουμε νέους τρόπους ερμηνείας και αντίληψης των σχέσεων μας που πριν δεν είχαμε.

Εισαγωγική Εικόνα

21 Απρ 2016

Τα τρία κοστούμια των σχέσεων

Στην αρχή της ερωτικής μας ζωής, οι άνθρωποι, φέρουμε την περιουσία της ψυχής μας απείραχτη· ανέγγιχτη από οποιονδήποτε άλλο παρά ημών, έτοιμη να επενδυθεί σε εκείνον που θα επιλέξουμε. Η λέξη επένδυση, εδώ, κρύβει μεγαλύτερη σημασία από όσο φανερώνει η πρώτη ανάγνωσή της καθώς – με μία ασυνείδητη κυριολεξία – αφορά το ντύσιμο του εκλεκτού μας με το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο, το οποίο, όμως, είναι στις δικές μας διαστάσεις… Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν προσπαθήσουμε να το εφαρμόσουμε στον άλλο και πώς επηρεάζει την “αναπνοή” του κάτι το οποίο ενδεχομένως τον στενεύει;

Για αρχή, καλό είναι να δούμε τι περιέχει το “ενδυματολόγιο” αυτό, που κουβαλάμε, και πόσο αποπνιχτικά καθιστά τα πράγματα για εμάς τους ίδιους. Μέσα σε αυτό, λοιπόν, εδρεύουν τρία κοστούμια…  Το πρώτο ονομάζεται εξιδανίκευση και είναι το πιο καλοσιδερωμένο απ’ όλα… Με μία απαράβατη επιμέλεια, τόσο καθαρό που μας αντικατοπτρίζει αλαβάστρινους και απερίγραπτα όμορφους. Αυτή είναι και η ανάγκη μας όταν το φοράμε στο άλλο… Να καθρεφτιστούμε επάνω του ιδανικοί και να νιώσουμε όπως θα θέλαμε να είχαμε νιώσει στην παιδική μας ηλικία. Αγαπημένοι, δηλαδή, από ένα ιδανικό πλάσμα.

Σύντομα, όμως, διαπιστώνουμε πως το κοστούμι αυτό μας εμποδίζει από το να νιώσουμε το δέρμα που στεγάζεται κάτω του και – ως εκ τούτου – να έχουμε μία βαθιά επαφή με τον σύντροφό μας. Βλέπετε, το κοστούμι αυτό, στην εσωτερική του τσέπη, έχει αυτό που ονομάζουμε έρωτα και αυτό δημιουργεί μία άηχη υπόσχεση… Έτσι, δημιουργούμε σταδιακά, επάνω του, μικρές αμυχές καθώς η λαχτάρα μας πλέον αφορά το άδραγμα της έννοιας τούτης, στην ελπίδα μας να τη βιώσουμε στον μέγιστο βαθμό. Χρειάζεται, όμως, μεγάλη προσοχή στο πως θα απογδύσουμε τον άλλο καθώς τότε, το ψύχος της πραγματικότητας, θα μας επιβάλει να βγάλουμε από την ντουλάπα μας, και να του φορέσουμε το δεύτερο κοστούμι…

Το δεύτερο κοστούμι ονομάζεται μεταβίβαση και είναι ραμμένο από ένα υλικό που θυμίζει το βέλκρο. Εκείνη την κολλώδη επιφάνεια που συγκρατεί οτιδήποτε έρθει σε επαφή μαζί της· οτιδήποτε την αγγίξει. Έτσι, οποιαδήποτε συμπεριφορά του συντρόφου μας, που μας θυμίζει συμπεριφορές που είχαμε υφισταθεί στην αρχή της ζωής μας, μπολιάζεται και με τα ανάλογα συναισθήματα… Το κοστούμι αυτό παγιδεύει το θυμό μας, τη θλίψη, ή την αμφιθυμία μας επάνω στο πρόσωπο που το φορά με αποτέλεσμα να θάβεται κάτω από αυτό και να ξεχνάμε πολλές φορές σε ποιον απευθυνόμαστε. Η ένταση των συναισθημάτων μας, σαν επιδέξιος γλύπτης, το σμιλεύει στη μορφή των πρωτόλειων φιγούρων της ζωής μας που μας πλήγωσαν ή μας πόνεσαν. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που φοράμε στον άλλο το κοστούμι αυτό, αυτή είναι η ανάγκη μας… Να αποβάλλουμε τον συσσωρευμένο θυμό και να επικρατήσουμε στις φιγούρες εκείνες που κάποτε υπήρξαμε πολύ αδύναμοι να αντιδράσουμε.

Το τρίτο κοστούμι ονομάζεται προβολή και μοιάζει να έχει δεκάδες τσέπες ραμμένες επάνω του. Σε κάθε μία από αυτές τοποθετούμε επιθυμίες, ιδιότητες ή και συναισθήματα, τα οποία αφαιρούμε από επάνω μας, καθώς μας είναι επίπονο να παραδεχτούμε ότι είναι δικά μας. Έτσι, τα αποδίδουμε στον άλλο και τον κρίνουμε που τα φέρει, καθώς μας είναι πιο εύκολο να λιδορήσουμε κάποιον άλλο παρά τον εαυτό μας… Εκείνα, βέβαια, προσθέτουν βάρος στο κοστούμι κάνοντας τον να φαντάζει απειλητικός, με τον όγκο του, με αποτέλεσμα να καταλήξουμε να τον αντιμαχόμαστε. Να τον απωθούμε και να προσπαθούμε να τον καθηλώσουμε προσθέτοντας όλο και περισσότερα από τα μεμπτά του χαρακτήρα μας.

Συνοψίζοντας, αυτό που πραγματικά φανερώνει το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο είναι η ανάγκη μας να αφομοιώσουμε τον άλλο· να τον σταθμίσουμε στα βιώματα μας, να τον κάνουμε αντιληπτό μέσα από την πορεία της δικής μας εμπειρίας αντί να δώσουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας να βιώσει τη διαφορετικότητά του ανεπεξέργαστη. Ο, σαφώς, μονομερής τρόπος που μάθαμε να αποδεχόμαστε τον άλλο – η ομοιότητα – έγινε προστάτης μας από την απειλή της ανομοιογένειας, καθώς θεωρούμε πως οι άνθρωποι που σχετίζονται χαρακτηρίζονται από την ομοιοτυπία ενός μίγματος δύο υλικών. Η αλήθεια είναι, όμως, πως περισσότερο χαρμάνι από χοντροκομμένα κομμάτια θυμίζει, του οποίου η γεύση κρύβει τόσο την “μυρωδιά” του καθενός όσο και την επίγευση των δύο…

Μπορεί, λοιπόν, το κοστούμι της εξιδανίκευσης να φαντάζει όμορφο και πολλά υποσχόμενο… Μπορεί το κοστούμι της μεταβίβασης να φαντάζει εκτονωτικό… Μπορεί εκείνο της προβολής να μοιάζει απελευθερωτικό… Είναι, όμως, η γύμνια που απαιτείται από δύο σώματα και όχι η ένδυση, για να άγουν το ηλεκτρικό φορτίο και να χτυπήσει τους συναισθηματικούς κάλυκες της ψυχής, βάζοντας σε λειτουργία το μηχανισμό της αγάπης…

Εισαγωγική Φωτογραφία

21 Φεβ 2016

Ο χρόνος που απομένει

«Στις τελευταίες εξετάσεις, βρήκαμε κάτι. Τα πράγματα είναι σοβαρά…»

…και μετά έρχεται μία παύση, μία ατέλειωτη σιωπή, φόβος, πτώση, ταχυκαρδία, κλείσιμο… είναι η στιγμή που στη ζωή αμφισβητούνται όλα όσα μέχρι τώρα είχες δεδομένα, η αναπνοή σου, οι χτύποι της καρδιάς σου, η ύπαρξη σου… Όλα όσα μέχρι τώρα δεν κινδύνευες να χάσεις, ήταν τόσο σταθερά που ούτε καν τα παρατηρούσες.

Εδώ ξεκινάει ένας καινουριος δρόμος, με πολλά εμπόδια και διακλαδώσεις, σκοτεινός. Φαίνεται ατελείωτος. Νιώθεις μικρός, αδύναμος, ένα φοβισμένο παιδί μπροστά σε αυτό το τεράστιο γεγονός που είναι ο θάνατος, νιώθεις να χάνεσαι, χρειάζεται να υπέρ-προσπαθήσεις, να αγωνιστείς, περνάς μέσα από τον πόνο, την απελπισία, βιώνεις κάθε μέρα την απώλεια…

«Είμαι άρρωστος», «θα πεθάνω», «ΖΩ», «ζω;», «Είμαι ζωντανός».

Μπορείς να δεις τη ζωή μέσα σου;

Όταν δεις τη ζωή που έχεις μέσα σου τότε η παρατηρητικότητα σου οξύνεται, οι αισθήσεις σου υπέρ-λειτουργούν. Μπορείς να ακούσεις ψίθυρους στην πόλη, τα πουλιά να κελαηδούν, τα δέντρα να κουνιούνται, δεν συγκεντρώνεσαι σε τίποτα συγκεκριμένο… όμως είναι πολύ καθαρό ότι υπάρχεις. Βιώνεις το σώμα σου, ακούς την καρδιά σου, νιώθεις την αναπνοή σου, υπάρχεις εδώ και τώρα… παρελθόν, παρόν και μέλλον, υπάρχουν όλα μέσα σε μία στιγμή, στο τώρα. Είναι αυτό ζωή;

Συχνά, υπάρχουμε μόνο σε σχέση με αυτά που κάνουμε ή θα κάνουμε. Όλα είναι σε μία τάξη: παρελθόν, παρόν και μέλλον τακτοποιημένα χρονικά στα κουτάκια τους. Είναι και αυτό ζωή;

Η ζωή είναι η ροή, είναι και η παύση, είναι η εστίαση είναι και η ρευστότητα. Είναι η γνώση του θανάτου και η άγνοια της επίσης. Και ο θάνατος τι είναι; Είναι η απώλεια της ζωής στο σώμα μου; Είναι οι άνθρωποι που δεν θα ξαναδώ; Είναι οι καταστάσεις που δεν θα ξαναβιώσω; Μικροί ή μεγάλοι θάνατοι που υπάρχουν κάθε μέρα. Ο θάνατος ενός αγαπημένου ανθρώπου, ο θάνατος μιας σχέσης, ο θάνατος μίας δουλειάς, ο θάνατος μίας κατάστασης, ο θάνατος μίας στιγμής….

Κάθε στιγμή υπάρχει ο θάνατος και υπάρχει η ζωή… κάθε στιγμή κάτι γεννιέται και κάτι πεθαίνει. Η αναπνοή μου διαδέχεται η μία την άλλη, όπως και οι χτύποι της καρδιάς μου, με πηγαίνουν λίγο πιο μετά ένας ένας, με πηγαίνουν στην επόμενη στιγμή. Μπορείς να επιλέξεις να πεις πεθαίνω ή να πεις είμαι ζωντανός. Ο καθένας μπορεί να ζήσει και να πεθάνει ανά πάσα στιγμή. Ο καθένας μπορεί να έχει αυτή τη ροή και να μπει σε αυτή την παύση.

Αυτός που γνωρίζει την πιθανότητα θανάτου, γνωρίζει και τη πιθανότητα ζωής. Αυτό συμβαίνει στους ασθενείς που δεν φοβούνται να πουν ότι είναι ασθενείς, που τολμούν να κοιτούν στην άλλη μισή πλευρά, που μπορούν να δουν και το φως και το σκοτάδι. Δεν το κάνουν όλοι. Όλοι έχουν όμως τη δυνατότητα να το κάνουν. Δεν μπορούν μόνο αυτοί. Όλοι μπορούμε είτε είμαστε ασθενείς είτε όχι. Μπορούμε γιατί έχουμε μία άλλη διάγνωση πιο σοβαρή. Έχουμε διαγνωστεί με ζωή και με θάνατο, με φως και με σκοτάδι. Χωρίς το σκοτάδι, δεν θα υπήρχε το φως. Χωρίς τον θάνατο, δεν θα υπήρχε η ζωή. Χωρίς εμένα δεν θα υπήρχες εσύ. Χωρίς εδώ δεν θα υπήρχε το εκεί. Χωρίς το τώρα δεν θα υπήρχε το τότε. Συχνά όμως, αυτές τις έννοιες προσπαθούμε να τις αγνοήσουμε.

Από τη στιγμή της γέννησης, ξέρουμε ότι θα πεθάνουμε. Είναι ένα αμετάκλητο γεγονός. Μέχρι τότε, όμως, θα ζήσουμε και αυτό είναι ένα επόμενο αμετάκλητο γεγονός.

Το τι θα κάνουμε με αυτή τη ζωή, και το χρόνο που μας απομένει, ευτυχώς είναι επιλογή μας.

Εισαγωγική Φωτογραφία