02 Αυγ

Ερμηνεία του μύθου της Ιναννά

«Μόνο εκείνος που δέχτηκε τη διαδικασία του μυστικού θανάτου, που ταξίδεψε την ψυχή του στην άλλη πλευρά και άντεξε το αρμένισμα στη νυχτερινή θάλασσα μπορεί να σταθεί μπροστά στους συνανθρώπους του με αυτήν την εμπειρία, ως αλλαγμένος, ακόμα και σαν «καινούργιος άνθρωπος» και να τους φέρει τη γνώση της νέας ζωής.»

C.G. Jung.

Στη μυθολογία των λαών, ο όρος κατάβαση σημαίνει την κάθοδο του ήρωα στον Άδη, με σκοπό να επιτύχει κάποιον στόχο, να βρει κάποιον ή κάτι και να επιστρέψει πίσω στον κόσμο των ζωντανών έχοντας αποκτήσει αυτό που έψαχνε. Η κάθοδος μπορεί να λήξει σε στασιμότητα όπου ο ήρωας παραμένει εγκλωβισμένος στον Άδη, εκεί από όπου «δεν επιστρέφει κανείς» ή να κάνει την υπέρβαση και να πραγματοποιήσει την ανάβαση στον κόσμο των ζωντανών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μύθοι σχετικά με την κάθοδο κάποιου ήρωα ή θεού στον κόσμο των νεκρών, απαντώνται στις παραδόσεις όλων σχεδόν των λαών. Μερικά παραδείγματα είναι οι μύθοι του Ορφέα και του Θησέα από την αρχαία Ελλάδα, του Οσίρι από την αρχαία Αίγυπτο, του Ιησού από τον χριστιανισμό, του Γκιλγκαμές και της Ινάννα από τη σουμεριακή παράδοση. Πώς μπορούν, όμως, να μας αφορούν στο σήμερα, μύθοι οι οποίοι δημιουργήθηκαν χιλιάδες χρόνια πριν; Τι έχουν να προσφέρουν στην ανθρώπινη εμπειρία και πώς μπορεί ο αναγνώστης να τα συσχετίσει με τον δικό του ψυχισμό;

Αρχικά, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι αρκετοί ψυχαναλυτές, μεταξύ αυτών και οι κορυφαίοι, όπως ο Φρόυντ και ο Γιουνγκ χρησιμοποιούσαν τη μυθολογία για να εκφράσουν διάφορες ψυχολογικές διαδικασίες (για παράδειγμα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα) και θεωρούσαν πως οι μύθοι ήταν σημαντικά εργαλεία για την κατανόηση του ασυνειδήτου. Ο Τζόζεφ Κάμπελ, έχοντας αφιερώσει όλη του τη ζωή στη μελέτη της μυθολογίας, είχε πει πως οι μύθοι είναι εκφράσεις του συλλογικού ασυνειδήτου. Όσον αφορά την κατάβαση, είχε αναγνωρίσει πως τα ταξίδια στον κόσμο των νεκρών είναι η εξερεύνηση του ατομικού ή συλλογικού ασυνείδητου όπου μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με καταπιεσμένες επιθυμίες, ένστικτα, συναισθήματα και ανάγκες. Ο κόσμος των νεκρών είναι χαοτικός, παράλογος και πηγή δημιουργικότητας και ζωτικής δύναμης. Ο Γιουνγκ θεωρούσε πως ο κάτω κόσμος ήταν το σπίτι της Σκιάς, της πλευράς του εαυτού η οποία είναι καταπιεσμένη και περιέχει όλα τα στοιχεία που το άτομο δεν μπορεί να αναγνωρίσει στον εαυτό του και τα θεωρεί ανεπιθύμητα, όπως η ζήλια, η οργή και η σεξουαλικότητα. Σκοπός του ταξιδιού αυτού, επομένως, δεν είναι η εξόντωση της Σκιάς, αλλά η αναγνώριση και η αφομοίωσή της, ώστε να καταφέρει το άτομο να βρει την προσωπική του λύτρωση.

Στο παρόν άρθρο, θα επιχειρηθεί να γίνει ανάλυση του μύθου της κατάβασης της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο και να συσχετισθεί με τις εσωτερικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα όταν κάποιος βιώνει μια μεταμορφωτική αλλαγή, είτε αυτή γίνεται στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας, είτε όχι.

Ο μύθος αυτός είναι αρχαίος σουμεριακός και εξιστορεί την κάθοδο της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο με σκοπό να επισκεφθεί την αδερφή της Ερεσκιγκάλα, η οποία έχει μόλις χηρέψει. Η Ινάννα ήταν η θεά του έρωτα, της γονιμότητας και του πολέμου. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές σουμεριακές θεότητες, το όνομά της, μάλιστα, σημαίνει «Η Κυρά του Ουρανού». Από τους διάφορους μύθους που διασώζονται, η Ινάννα περιγράφεται ως αρκετά ματαιόδοξη, φερόταν πολύ άσχημα στους εραστές της και αρεσκόταν στο να προκαλεί έριδες και σύγχυση στο πεδίο της μάχης. Ανέβηκε στην εξουσία έχοντας κλέψει από τον θεό Ένκι τα «ΜΕ», δώρα του πολιτισμού, όπως η γεωργία, η γραφή και η μουσική, τα οποία μεταμόρφωσε σε κοσμήματα και ιμάτια για τον εαυτό της.

 Η αφήγηση του μύθου ξεκινά με τη φράση «Από τον Ουρανό, η Ινάννα έστρεψε το αυτί της προς τον Κάτω Κόσμο». Στα σουμεριακά, η λέξη «αυτί» είναι ταυτόσημη με τη λέξη «σοφία» δείχνοντας την πρόθεση της Ινάννα να αποκτήσει σοφία μέσω του ασυνειδήτου της. Προτού κατέβει στον Άδη, κάνει κάποιες προετοιμασίες. Σύμφωνα με τον Κάμπελ, η προετοιμασία του ήρωα πριν από την κατάβαση, είναι ένα απαραίτητο βήμα. Περιλαμβάνει την εγκατάλειψη των επίγειων αγαθών και των ανθρώπων και τη δημιουργία ενός σχεδίου διάσωσης αν κάτι πάει στραβά. Έτσι και η Ινάννα, εγκαταλείπει τους ναούς της, ντύνεται με τα επτά «ΜΕ» και δίνει οδηγίες στη Νινκούμπουρ, την πιστή της ακόλουθο. Της εξηγεί τι πρόκειται να κάνει και της ζητά να την θρηνήσει και να ζητήσει βοήθεια από τους θεούς αν δεν επιστρέψει σε τρεις μέρες.

Η Νινκούμπουρ, αναφέρεται πως δεν την έχει αγγίξει το νερό και πως είναι η πιστή ακόλουθος της Ινάννα που πάντα τη συμβουλεύει σωστά και εκτελεί τις διαταγές της. Ο ρόλος της Νινκουμπούρα μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνο το κομμάτι μέσα μας που συνεχίζει να λειτουργεί, σχεδόν μηχανικά και βοηθά στην αυτοσυντήρηση του οργανισμού όταν εκείνος βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση χρησιμοποιώντας καθαρή λογική. Πόσες φορές, άραγε, όταν βιώνουμε ένα πένθος ή μια πολύ δύσκολη κατάσταση, δεν αισθανόμαστε ότι δουλεύουμε στον «αυτόματο πιλότο»; Τα επτά «ΜΕ», είναι δώρα του πολιτισμού, αποτελούν τα «όπλα» της Ινάννα, τα οποία της έχουν φανεί χρήσιμα στα επίγεια και τα υπέργεια, και ελπίζει ότι θα την προστατεύσουν όταν έρθει σε επαφή με τον κάτω κόσμο. Αποτελούν απόδειξη των όσων έχει καταφέρει επί Ουρανού και Γης, είναι σύμβολα της θεϊκής της φύσης και της δύναμης της. Τα «ΜΕ» μπορούν κάλλιστα να παρομοιαστούν με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας οι οποίοι μπορεί ενίοτε να είναι χρήσιμοι στην καθημερινότητά μας, αλλά στην επαφή μας με το ασυνείδητο πρέπει να αποδομηθούν. Επιπλέον, μπορούν να παρομοιαστούν με την «περσόνα» που φτιάχνουμε, τη «μάσκα» μας, την οποία χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε την πραγματική μας φύση και τις ανασφάλειές μας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί, συναντά τον κλειδοκράτορα των Πύλεων του Άδη και του λέει ότι είναι η Ινάννα και απαιτεί να μπει, καθώς έχει έρθει για να παραστεί στην κηδεία του Γκουγκαλάνα, του εκλιπόντος συζύγου της Ερεσκιγκάλα. Εκείνος, της λέει πως «όποιος μπαίνει στον Κάτω Κόσμο, δε φεύγει ξανά.» Η Ινάννα επιμένει να μπει και ο Κλειδοκράτορας πηγαίνει να ζητήσει τη συμβουλή της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, της Ερεσκιγκάλα. Όταν η Ερεσκιγκάλα μαθαίνει πως έχει έρθει η αδερφή της και πως είναι ντυμένη με τα επτά «ΜΕ», οργίζεται και ζητά από τον Κλειδοκράτορα να κλειδώσει τις επτά Πύλες του Κάτω Κόσμου και να ξεκλειδώνει κάθε πύλη, μόνο αφότου η Ινάννα έχει αφαιρέσει ένα από τα «ΜΕ».

Η Ερεσκιγκάλα παρουσιάζεται ως πικρόχολη, παραμελημένη και να θρηνεί. Είναι μια εξαιρετική εικόνα της παραμελημένης, σκιώδους πλευράς της Ινάννα, η οποία αντιδρά με επιθετικότητα στην επίσκεψη της αδερφής της. Η καταπιεσμένη μας πλευρά είναι πάντα παραμελημένη, περιορισμένη και κρύβει μέσα της αρκετό πόνο, οργή και θρήνο.

Όταν επέστρεψε ο Κλειδοκράτορας, κλείδωσε και τις επτά πύλες. Όταν η Ινάννα προσπάθησε να περάσει ακολούθησε η εξής στιχομυθία για κάθε μία από τις Πύλες.

Ινάννα: «Γιατί το κάνεις αυτό;»

Κλειδοκράτορας: «Σιωπή, Ινάννα. Οι τρόποι του Κάτω Κόσμου είναι τέλειοι. Μη τους αμφισβητείς.»

Αυτό έγινε και με τις επτά πύλες, όπου σε κάθε μια, η Ινάννα αφαιρούσε και ένα από τα ΜΕ, ώσπου στο τέλος μπήκε στον Κάτω Κόσμο γυμνή. Από τη στιχομυθία διαφαίνεται μια νομοτέλεια στη διαδικασία. Για να έρθει κάποιος σε επαφή με το ασυνείδητο του, πρέπει να αποδομήσει τις άμυνες του και να φτάσει στα άδυτα της ψυχής του απογυμνωμένος. Η «μάσκα» πρέπει να πέσει, το άτομο πρέπει να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό του, το πραγματικό του είδωλο.

Όταν πλέον είχε μπει στον Άδη, η Ινάννα είδε την Ερεσκιγκάλα να κάθεται στον θρόνο της και κίνησε όχι προς εκείνη, αλλά προς τον θρόνο. Η ματαιοδοξία της Ινάννα, η οποία πίστευε ότι θα μπορούσε να εκθρονίσει την αδερφή της χωρίς συνέπειες, είναι η ματαιοδοξία του Εγώ που πιστεύει ότι μπορεί να υποτάξει τη Σκιά χωρίς να περάσει τη μεταμορφωτική διαδικασία. Είναι η αυταπάτη ότι μια δύσκολη κατάσταση μπορεί να ξεπεραστεί με «εύκολες λύσεις», με μαγικό τρόπο, ότι μπορεί κάποιος να ξεφύγει αλώβητος.

Πριν φτάσει στον θρόνο, εμφανίστηκαν οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου, οι οποίοι δεν τρέφονται, δεν κοιμούνται, δε δέχονται λιτανείες και δεν εξαγοράζονται. Η Ερεσκιγκάλα σηκώθηκε από τον θρόνο της. Κατέκρινε την Ινάννα. Μίλησε με τη φωνή της οργής, φώναξε με την κραυγή της ενοχής, την κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Την χτύπησε. Η Ινάννα έπεσε κάτω νεκρή και κρέμασαν το πτώμα της από έναν γάντζο για να σαπίσει. Η Ινάννα βίωσε σχεδόν αφιλτράριστα την επαφή της με τη Σκιά της. Τα αρνητικά συναισθήματα που απωθούσε στο ασυνείδητό της, βγήκαν σαν χείμαρρος όταν ήρθε σε επαφή μαζί του. Οι Κριτές δεν μπορούν να εξαγοραστούν ή να ξεγελαστούν. Αποζητούν, όχι εκδίκηση, αλλά δικαιοσύνη. Την εσωτερική δικαιοσύνη που αποζητά ο άνθρωπος για να βρει την ισορροπία, να ανακτήσει το πραγματικό του δυναμικό, όντας πλέον αυθεντικός. Αυτή είναι και η πιο δραματική στιγμή, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επίκριση από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια τέτοια εμπειρία μπορεί να εκμηδενίσει το άτομο και να το «σκοτώσει».

Αφού πέρασαν τρεις μέρες και η Ινάννα δεν είχε επιστρέψει, η ακόλουθός της, Νινκουμπούρα, άρχισε να την θρηνεί. Έσκισε τη σάρκα της, κούρεψε τα μαλλιά της, ντύθηκε με κουρέλια και άρχισε να χτυπάει τα τύμπανα γύρω από τους ναούς της Ινάννα. Ζήτησε πρώτα βοήθεια από τον θεό Ενλίλ. Εκείνος αρνήθηκε να βοηθήσει, λέγοντας πως η Ινάννα πήρε αυτό που της άξιζε. Έπειτα, η Νινκουμπούρα πήγε στον θεό Νάννα, όπου έλαβε την ίδια απάντηση. Τελικά, όταν πήγε στον ναό του θεού της Σοφίας, Ένκι, εκείνος προβληματίστηκε και λυπήθηκε για την Ινάννα. Πήρε χώμα από τα νύχια του και έπλασε δύο όντα χωρίς φύλο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ. Τους έδωσε οδηγίες να πάνε στον Κάτω Κόσμο σαν μύγες και να βρουν την Ερεσκιγκάλα, η οποία βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Τους είπε να της συμπαρασταθούν και όταν εκείνη, από ευγνωμοσύνη, τους προσφέρει κάποιο δώρο, εκείνα να ζητήσουν το σώμα της Ινάννα και να ρίξουν πάνω του το χώμα και το νερό της ζωής. Όταν πήγαν στον Κάτω Κόσμο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ, βρήκαν την Ερεσκιγκάλα γυμνή, καθισμένη και να βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Η στιχομυθία που έλαβε χώρα είναι η εξής:

  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα πλευρά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα πλευρά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα σωθικά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα σωθικά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, η καρδιά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, η καρδιά σου!»

Τότε, η Ερεσκιγκάλα σταμάτησε, τα κοίταξε και τα ρώτησε ποιοι είναι που πονούν μαζί της. Τα ευλόγησε και τους πρόσφερε το νερό που δε στερεύει ποτέ, το στάρι που δεν ξεμένει ποτέ. Εκείνα αρνήθηκαν και ζήτησαν το σώμα της Ινάννα. Η Ερεσκιγκάλα ικανοποίησε την επιθυμία τους και εκείνα, έριξαν πάνω του το νερό και το χώμα της ζωής. Η Ινάννα αναστήθηκε.

Εδώ, παρατηρούμε πως η Νινκουμπούρα, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της Ινάννα, άρχισε να την θρηνεί και να αναζητά βοήθεια. Αυτός ο θρήνος και η ταλαιπωρία, τα οποία εκδηλώνονται προς τα έξω, μπορεί να παρομοιαστεί με την εκδήλωση συμπτωματολογίας στο άτομο. Αλλάζει η συμπεριφορά του, αφήνει τον εαυτό του ατημέλητο, πονάει και υποφέρει και δεν το κρύβει πια. Αναζητά βοήθεια για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την ανάβαση. Ο μόνος που ανταποκρίθηκε, ήταν ο θεός της Σοφίας, ο οποίος έπλασε δύο πλάσματα, τα οποία μπόρεσαν να παρηγορήσουν τη Σκιά της Ινάννα. Κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί της, όχι με τη λογική ή με κριτική διάθεση, αλλά με ενσυναίσθηση και αντανάκλαση συναισθήματος. Επίσης, παρατηρούμε πως μετά την επαφή της Ινάννα με την Ερεσκιγκάλα, η τελευταία απέκτησε γονιμότητα. Η επαφή με τη Σκιά μπορεί όντως να αποβεί μια γόνιμη, παρότι επώδυνη, εμπειρία και να αποκαλύψει «θησαυρούς» δημιουργικότητας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει την ανάβασή της. Τότε, εμφανίζονται οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου και της εξηγούν πως δεν μπορεί να φύγει από τον Κάτω Κόσμο αλώβητη. Η εμπειρία της την έχει σημαδέψει. Πρέπει να δώσει κάποιον στη θέση της αν θέλει να επιστρέψει. Έτσι, οι Αννούνα γαντζώνονται πάνω της και η Ινάννα επιστρέφει στον κόσμο των ζωντανών. Στην πορεία της, η Ινάννα συναντά διάφορα δικά της πρόσωπα και βλέπει πως θρήνησαν τον χαμό της. Οι Αννούνα ήθελαν να πάρουν μαζί τους κάποιο από αυτά τα άτομα, αλλά η Ινάννα δεν ήθελε, καθώς την είχαν θρηνήσει. Όταν όμως έφτασαν στο βασίλειό της και είδε τον σύζυγό της, Ντουμούζι να συνεχίζει τη ζωή του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ντυμένος με τη βασιλική του ενδυμασία, να πίνει και να τραγουδά, η Ινάννα οργίστηκε. Του μίλησε με τη φωνή της οργής. Του φώναξε με την κραυγή της ενοχής. Τον κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Και ζήτησε από τους Κριτές να πάρουν τον Ντουμούζι στη θέση της.

Γίνεται εύκολα κατανοητό πως η εμπειρία της κατάβασης δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Η επαφή με τη Σκιά μας, με το ασυνείδητό μας, επιφυλάσσει πόνο, θλίψη και έναν «θάνατο». Θάνατο του παλιού τρόπου ζωής, κάποιας κατάστασης ή συμπεριφοράς. Κανείς δεν επιστρέφει από μια τέτοια εμπειρία μένοντας ίδιος. Δεν είναι αυτός ο σκοπός, εξάλλου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η Ινάννα δεν παρέδωσε στους Κριτές κάποιο από τα άτομα που την θρήνησαν, που ανταποκρίθηκαν δηλαδή όπως άρμοζε στην κατάσταση που βίωνε, αλλά τον Ντουμούζι, ο οποίος συνέχιζε τη ζωή του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έτσι και στην πραγματικότητα, τείνουμε να αλλάζουμε αυτά τα οποία βλέπουμε ότι δε συνάδουν με τον δικό μας ψυχισμό και τις δικές μας επιθυμίες. Απομακρύνουμε αυτό το οποίο μας βλάπτει ή δεν μας ταιριάζει πλέον.

Ο μύθος κλείνει με μια δοξασία προς την Ερεσκιγκάλα, και όχι προς την Ινάννα. Έτσι λοιπόν, αυτό που χρειάζεται να τιμήσουμε μέσα μας είναι η πλευρά που έχουμε παραμελήσει και απωθήσει. Όσο τρομακτική και αν φαίνεται η Σκιά, αν την ακούσουμε και έρθουμε σε επαφή μαζί της, θα βγούμε από την εμπειρία κερδισμένοι, αλλαγμένοι, πιο σοφοί και πιο κοντά προς τα πραγματικά μας αιτήματα ως αυθεντικοί άνθρωποι.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • http://etcsl.orinst.ox.ac.uk/section1/tr141.htm
  • Jung, C.G. (1938). Psychology and Religion.
  • Jung, C. G. (1993) The Practice of Psychotherapy
  • Jung, C.G.  (1944) Psychology of the Unconscious
  • Perera, S.B. (1981) Descent to the Goddess; A Way of Initiation for Women.
  • George, D. (1992) Mysteries of the Dark Moon; The Healing Power of the Dark Goddess.
  • Campbell, J. (1949) The Hero with a Thousand Faces.

 

23 Ιούν

Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση

Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του. Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.

Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.

Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια, που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο.

To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια. Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.

Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς.

Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

25 Μαΐ

Eίναι η ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία;

Πολλές φορές, όταν κάποιος αναφέρει ότι ξεκίνησε ψυχοθεραπεία, μία από τις πιο άμεσες απαντήσεις που δέχεται, είναι: “Κάνεις ψυχανάλυση, δηλαδη!” Ακόμη, μία από τις πιο συνήθεις φράσεις του καιρού είναι η: “Πρέπει να κάνω μία ψυχανάλυση!” Αλλά είναι η ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία; Είναι οι δύο, αυτές, έννοιες ταυτόσημες ή πρόκειται για μία κοινή παρερμηνεία;

Η αλήθεια, είναι ότι η ψυχανάλυση είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις προσεγγίσεις τις ψυχοθεραπείας καθώς άγγιξε τομείς που καμία άλλη προσέγγιση δεν είχε αγγίξει μέχρι τότε και έδωσε νέες διαστάσεις στην ερμηνεία της παθολογίας της ψυχής. Παρόλα αυτά, η ψυχανάλυση, αποτελεί μία μόνο από τις διαδρομές που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος στην προσπάθειά του να καταλάβει και ενδεχόμενος να αλλάξει στοιχεία του εαυτού του.

Η ψυχανάλυση ανάμεσα από άλλες προσεγγίσεις

Η ψυχανάλυση ανάμεσα από άλλες προσεγγίσεις

Γιατί, όμως, επικρατεί η ταύτιση του όρου ψυχοθεραπεία με τον όρο ψυχανάλυση; Και τι το διαφορετικό προτείνει η ψυχανάλυση από τις άλλες μορφές ψυχοθεραπείας;

Η ταύτιση των όρων, πιθανότατα, οφείλεται στις πολλές ψυχαναλυτικές σχολές που έχουν γεννηθεί αλλά και στον αντίκτυπο που δημιούργησε η ψυχανάλυση όταν πρωτοσυστήθηκε (1890) καθώς ο ιδρυτής της Σίγκμουντ Φρόϋντ αξιοποιώντας – σαφώς – και προϋπάρχουσες θεωρήσεις “τόλμησε” να δώσει νέες ερμηνείες σε μεγάλα ζητήματα που ταλάνιζαν την ψυχιατρική κοινότητα. Ταυτόχρονα, έφερε στο προσκήνιο τον όρο των πρώτων εμπειριών και του αντίκτυπού που ενδέχεται να έχουν στην ανάπτυξη κάποιου ενώ, παράλληλα, μίλησε για το ασυνείδητο.

Συγκεκριμένα – και πλην των άλλων συνδρομών – η ανάπτυξη ενός προσώπου καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από τις πρώιμες εμπειρίες που, εκείνο, έχει στην παιδική του ηλικία. Ο λόγος για αυτό, είναι η εξέχουσα θέση που κρατούν μέσα σε κάθε παιδί οι γονείς του, των οποίων οι πράξεις και συμπεριφορές λειτουργούν ως πρότυπο. Ταυτόχρονα, ο παρθένος, ακόμα, ψυχισμός του είναι σαν “άγραφη πλάκα” με αποτέλεσμα την βαθιά εντύπωση των πρώτων του βιωμάτων τα οποία θα φέρει σε όλη του τη ζωή και ενδέχεται να το επηρεάζουν. Για παράδειγμα, κάποιος που είναι καταξιωμένος στην εργασιακή του ζωή έχοντας πολλές επαγγελματικές κατακτήσεις μπορεί να μην νιώθει την επιτυχία και να αισθάνεται, διαρκώς, ανικανοποίητος καθώς στην παιδική του ηλικία τού ασκούταν διαρκώς και επανειλημμένως δριμεία κριτική σε ότι έκανε.

Το ασυνείδητο, τώρα, αναφέρεται στις διεργασίες του νου οι οποίες συμβαίνουν χωρίς εμείς να έχουμε πλήρη και σαφή επίγνωση αλλά και σε επιθυμίες που έχουν μείνει απωθημένες. Αυτές, εκτείνονται σε μία ευρεία γκάμα όπως σκέψεις, συναισθήματα και θυμικό και είναι ικανές να επηρεάζουν την συμπεριφορά μας χωρίς να γίνονται – άμεσα – αντιληπτές από εμάς! Οι ασυνείδητες, αυτές, διεργασίες προσπαθώντας να “αναρριχηθούν” στην επιφάνεια συχνά συγκρούονται με τη συνειδητή συμπεριφορά μας έχοντας ως αποτέλεσμα συναισθηματικές αναταράξεις. Φανταστείτε ότι έχετε να πάτε σε μία υποχρέωση που δεν θέλετε αλλά πρέπει. Μπορεί να ψάχνετε αρκετή ώρα τα κλειδιά σας με αποτέλεσμα να χάσετε την υποχρέωση καθώς το ασυνείδητο μυαλό, βολικά, φρόντισε να τα “απωλέσετε”!

Η πολυπλοκότητα του ασυνειδήτου, εξηγείται περισσότερο αν καταλάβουμε που, αυτό, βρίσκεται και πως, ακριβώς, διαδρά με το συνειδητό. Το συνειδητό, καταρχάς, είναι η επίγνωση που έχουμε για τα πράγματα την παρούσα στιγμή. Δηλαδή, είμαστε ενήμεροι για το περιβάλλον γύρω μας, για το ότι αναπνέουμε για το αν στεκόμαστε ή καθόμαστε και ψυχαναλυτικά ονομάζεται “Eγώ”. Στο ασυνείδητο, τώρα, εδρεύουν δύο δυνάμεις. Η πρώτη ονομάζεται “Εκείνο” και αφορά τον πυρήνα όλων των ενστικτωδών ορμών οι οποίες είναι ούσες από τη γέννησή μας μέχρι σήμερα. Είναι το σπίτι των θέλω, των αναγκών και των παρορμήσεών του καθενός που σκοπό έχει την άμεση πραγμάτωση των επιθυμιών του. Για να γίνει περισσότερο κατανοητό, φανταστείτε πως αν καθοδηγούμασταν μόνο από το “Εκείνο” θα μας ήταν αδιανόητο να περιμένουμε σε ένα εστιατόριο πεινασμένοι και θα αρπάζαμε το φαγητό από τα γύρω τραπέζια αδιακρίτως! Η δεύτερη δύναμη, ονομάζεται “Υπερεγώ” και περικλείει όλες τις αρχές που αποκομίσαμε από την οικογένεια και την κοινωνία στην οποία ανήκουμε αλλά και των φιγούρων που μας επηρέασαν κατά την ανάπτυξή μας. Είναι η εσωτερίκευση αυτών των αρχών η οποία μας εμποδίζει να αρπάξουμε το φαγητό από το τραπέζι του προηγούμενου παραδείγματος καθώς ξέρουμε ότι θα υπάρξουν συνέπειες!

Στάδια συνειδητότητας

Όπως είναι λογικό, οι δύο αυτές δυνάμεις – συχνά – έρχονται σε σύγκρουση αφήνοντας το “Εγώ” να παίξει το ρόλο του “διαιτητή” προσπαθώντας να ικανοποιήσει την ορμή του “Εκείνου” με τρόπο που δεν θα έχει οδυνηρές συνέπειες.

Λήψη απόφασης

Όλα αυτά, ένα μεγάλο πλήθος αναλυτών τα εξέλιξε, προσθέτοντας, προχωρώντας ή και αμφισβητώντας τα, θέτοντας τα δικά του “λιθαράκια” και δημιουργώντας τον ευρύτερο ψυχοδυναμικό πυρήνα· δηλαδή το σύνολο όλων των αναλυτικών θεωριών. Η σύγχρονη βιομηχανία του κινηματογράφου, γοητευμένη από αυτές τις έννοιες και τα “σκοτεινά” στοιχεία που τις συνόδευαν ανέδειξαν στο διηνεκές την ψυχανάλυση μέσα από ταινίες καθώς παρουσίαζαν κάθε ψυχοθεραπευτή μέσα από ένα ψυχαναλυτικό πρίσμα

Ένας ψυχαναλυτής, λοιπόν, θα βοηθήσει τον αναλυόμενο να εντοπίσει σημαντικά βιώματα της παιδικής του ηλικίας καθώς επίσης και να τον καταστήσει ενήμερο για ασυνείδητα συναισθήματα τα οποία μπορεί να ευθύνονται για τα τρέχοντα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Μέσα από μία αβρή διαδικασία καθοδήγησης, όλα αυτά περνούν από τον “αόρατο” κόσμο του ασυνειδήτου στον συνειδητό και επέρχεται η συμφιλίωση με τον εαυτό μας και έπειτα η λύτρωση. Αν και μειονέκτημα της διαδικασίας αποτελεί το μήκος της ψυχαναλυτικής θεραπείας – αφού ενδέχεται να είναι μια πυκνή διαδικασία που κρατάει έως και αρκετά χρόνια – οι διαφορετικές σχολές της ψυχανάλυσης μπορούν να συστήσουν λύση καθώς διαφέρουν μεταξύ τους στον χρόνο αλλά και στον τρόπο που τη διεξάγουν.

Εν κατακλείδι, η ψυχανάλυση είναι μία, μόνο, από τις οδούς που μπορεί να επιλέξει κάποιος για να απευθυνθεί σε θέματα που τον απασχολούν και είναι ιδιαίτερα ευεργετική σε περιπτώσεις όπου χρειάζεται να αρθεί το “βάρος” της ιστορίας που, αυτός, κουβαλά και να ζήσει μία πιο πλήρη ζωή.

Φωτογραφίες

  • Εισαγωγική Φωτογραφία: face and soul, by geralt
  • Σχεδιαγράμματα: Ιάκωβος Σιανούδης

Βιβλιογραφία

  • Freud, S. & Hall, G., S. (2011). A General Introduction to Psychoanalysis, New York: Horace Liveright
  • Freud, S. (1996). VORLESUNGEN ZUR EINFUHRUNG IN DIE PSYCHOANALYSE [Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση], (Λ., Αναγνώστου, Μεταφρ.), Αθήνα: Επίκουρος
  • Lacan, J., Miller, J., A. & Sheridan, A. (1998). The Four Fundamental Concepts of Psychoanalysis (Vol. Book XI), U.S.A: W. W. Norton & Company
  • Malcolm, J. (1982). Psychoanalysis: The Impossible Profession, New York: Vintage
  • McWilliams, N. (2004). Psychoanalytic Psychotherapy: A Practitioner’s Guide, New York: The Guilford Press
  • Reich, W. (2013). Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ 2. Η θεωρία της διαμόρφωσης του χαρακτήρα, (Ν., Σιδέρης, Μεταφρ.), Αθήνα: Καστανιώτη
  • Safran, J., D. (2012). Psychoanalysis and Psychoanalytic Therapies, U.S.A: American Psychological Association
  • Stafordd, D. (2014). Τι είπε στ’ Αλήθεια ο Φρόϊντ, (Γ. Σιδέρης, Μεταφρ.), Αθήνα: Μεταίχμιο
  • Vegetti – Finzi, S. (2006). Storia della Psicoanalisi, [Ιστορία της ψυχανάλυσης], (Γ., Καπράλος, Μεταφρ.), Αθήνα : Νοόγραμμα Εκδοτική
  • Γιαννάκουλας, Α. (2007). Το Ψυχοδυναμικό Counseling, Aθήνα: Καστανιώτης
02 Φεβ

Η μουσική ως μέσο ελέγχου του πόνου

Από τη φύση του ο άνθρωπος προσπαθεί να αποφύγει το αίσθημα του πόνου σωματικού και ψυχικού, η ανθεκτικότητα του κάθε ατόμου στον πόνο είναι σχετική και έχει να κάνει με πολλούς παράγοντες. Ο πόνος είναι ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο με βιολογικούς όρους. Το συναίσθημα αλλά και ο τρόπος που το κάθε άτομο αντιλαμβάνεται τα πράγματα φαίνεται να συμβάλλουν στον τρόπο με τον οποίο βιώνει τον πόνο.

Ειδικότερα, το άγχος, η ένταση, η αγωνία, ο φόβος και η αίσθηση απώλειας ελέγχου μπορεί να συνοδεύουν και να μεγεθύνουν κατά πολύ συναισθήματα πόνου και δυσφορίας που αισθάνεται ο ασθενής. Για παράδειγμα, μπορεί να οδηγήσουν σε αύξησης της μυϊκής έντασης, η οποία με τη σειρά της μπορεί να δημιουργήσει μεγαλύτερη πίεση στις ήδη ευαίσθητες νευρικές απολήξεις. Το άγχος μπορεί επίσης να παρέμβει στον κανονικό, χαλαρό τρόπο αναπνοής και να προκαλέσει απώλειες ή ελλείμματα οξυγόνου στο μυϊκό ιστό, που με τη σειρά τους θα αυξήσουν τη δυσφορία. Επιπλέον, η αγωνία και ο φόβος μπορεί να κρατούν δεσμευμένη την προσοχή του ατόμου στο ερέθισμα του πόνου και έτσι να αυξάνουν την αντιλαμβανόμενη οξύτητα του πόνου.

Οι τεχνικές που χρησιμοποιούν τη δύναμη του ανθρώπινου νου για να μειώσουν την αντίληψη του πόνου ονομάζονται γνωστικές στρατηγικές ελέγχου του πόνου. Οι μέθοδοι αυτοί δεν έχουν σκοπό να αντικαταστήσουν την παραδοσιακή φαρμακευτική αγωγή, αν και σε κάποιες περιπτώσεις που η φαρμακευτική αγωγή αντενδείκνυται ή είναι επιθυμητή η μείωση της δοσολογίας. Είναι απαραίτητη η χρήση εναλλακτικών μεθόδων για να μειωθεί ο πόνος. Σύμφωνα με τη θεωρία της πύλης ελέγχου του πόνου, εάν η συνειδητή προσοχή   μας επικεντρωθεί σε ένα δυνατό θετικό ερέθισμα περισσότερο από ό,τι στο ερέθισμα του πόνου, τότε η αντίληψη του πόνου μπορεί να εξασθενήσει.

Υπάρχουν ποικίλοι τρόποι και τεχνικές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε συνδυασμό με τη μουσική για τη μείωση της αντίληψης του πόνου. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι η μουσική μπορεί να λειτουργήσει ως ερέθισμα για ενεργητική εστίαση της προσοχής ή διάσπασή της. Η χρήση της μουσικής για τη μείωση της έντασης του αντιλαμβανόμενου πόνου, δηλαδή του πόνου, όπως γίνεται αντιληπτός από το άτομο, είναι βασισμένη στη θεωρία της πύλης ελέγχου του πόνου, που αναφέρθηκε παραπάνω. Σε αυτήν την περίπτωση, η μουσική αποτελεί το ερέθισμα εκείνο στο οποίο εστιάζεται ενεργητικά η προσοχή του ασθενούς ή, αλλιώς, το ερέθισμα που αποσπά την προσοχή του ασθενούς από τον πόνο.

Παράλληλα, η μουσική μπορεί να συμβάλλει στη μείωση του πόνου, μέσω της μυϊκής χαλάρωσης την οποία διευκολύνει. Η μεθοδολογία αυτή έχει εφαρμοστεί σε διάφορες καταστάσεις: στις θεραπείες χρόνιου πόνου, στην κύηση και τον τοκετό, στις οδοντιατρικές θεραπείες, στα παιδιατρικά τμήματα (όπου χρησιμοποιείται για τη μείωση του άγχους απέναντι σε ενέσεις ή άλλες παρόμοιες διαδικασίες), καθώς και στο χειρουργείο.

Μουσική και μυϊκή χαλάρωση

Η μουσική λειτουργεί ως ερέθισμα για κίνηση, αλλά και ως στοιχείο που δομεί και οργανώνει τη φυσική δραστηριότητα, ένα απλό παράδειγμα   είναι όταν περπατάμε το βάδισμα μας συντονίζεται στο ρυθμό της μουσικής που μπορεί να ακούμε εκείνη τη στιγμή, ακόμα και στο γυμναστήριο η μουσική παίζει ρόλο αφού συντονίζει την αναπνοή, την κίνηση αλλά και την καλύτερη απόδοση μας στις ασκήσεις.

Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, από τα παραπάνω πόσο σημαντική αλλά και απαραίτητη είναι η μουσική για την αποκατάσταση ορισμένων ασθενών. Σε αρκετές περιπτώσεις, η θεραπεία παθολογικών περιστατικών περιλαμβάνει μια περίοδο σωματικής θεραπείας και αποκατάστασης, που ακολουθείται από μια περίοδο επανένταξης. Για παράδειγμα, μετά από ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, κάποιοι άνθρωποι χρειάζεται να “ξαναμάθουν” να περπατούν ή να χρησιμοποιούν τα άκρα τους. Αυτό απαιτεί πολλές ώρες σκληρής άσκησης. Η μουσική μπορεί να αποτελέσει το ιδανικό περιβάλλον για την περίοδο αποκατάστασης και την περίοδο επανένταξης. Η μουσική μπορεί να μειώσει την εστίαση του ασθενή στις αρνητικές πλευρές της θεραπείας, όπως τον πόνο, τις δυσκολίες ,τη μονοτονία. Παράλληλα, ένα δυνατό και ρυθμικό beat παράγει μια σταθερή ακουστική ατάκα, η οποία βοηθά σημαντικά την κίνηση. Με άλλα λόγια, ο ασθενής χρησιμοποιεί το μουσικό ρυθμό ως σήμα για να κινεί ένα ή περισσότερα μέλη του σώματός του.

Στη μυϊκή λειτουργία, περιλαμβάνεται όχι μόνο η κινητικότητα των άκρων, αλλά επίσης και η κινητικότητα των εσωτερικών οργάνων, όπως οι πνεύμονες. Το παίξιμο πνευστών μουσικών οργάνων ή/και το τραγούδι βελτιώνουν τη δραστηριότητα των πνευμόνων, κυρίως μάλιστα όταν πρόκειται για ασθενή που βρίσκεται σε κατάκλιση. Τέτοιες δραστηριότητες μπορούν να βοηθήσουν στη διατήρηση ενός καλού επιπέδου αναπνευστικής λειτουργίας, σε ασθενείς που πάσχουν από χρόνιες ασθένειες, όπως για παράδειγμα το άσθμα.

Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, η μουσική προάγει τη μυϊκή χαλάρωση, η οποία με τη σειρά της μειώνει τον πόνο. Έτσι, η μουσική χρησιμοποιείται συχνά σε συνδυασμό με τεχνικές μυϊκής χαλάρωσης. Για παράδειγμα, μια αργή και σταθερή μουσική μπορεί να βοηθήσει τη ρύθμιση της βαθιάς αναπνοής. Επίσης, με τη μουσική, αναπολεί κανείς εικόνες που μπορεί να οδηγήσουν τη σκέψη σε ευχάριστα θέματα. Το μειονέκτημα είναι ότι οι τεχνικές χαλάρωσης χρειάζονται κάποιο χρονικό διάστημα εξάσκησης, έως ότου γίνουν αποτελεσματικές. Επομένως, ο ρόλος του μουσικοθεραπευτή δεν είναι μόνο να επιλέγει και να βάζει μουσική, αλλά και να εκπαιδεύσει σταδιακά τον ασθενή σε μεθόδους αποτελεσματικής μυϊκής χαλάρωσης. Η μουσική μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αντίδραση χαλάρωσης σε μια μεγάλη ποικιλία καταστάσεων: σε χρόνιες παθήσεις, σε προγράμματα αποκατάστασης μυϊκών προβλημάτων, στην εγκυμοσύνη και τον τοκετό, καθώς και σε ιατροχειρουργικές μονάδες, συμπεριλαμβανομένου του παιδιατρικού τμήματος.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  • Behrens, G. A. (1988). An objective approach to the expression of feelings. Music Therapy Perspectives, 5, 16-22.
  • Edwards, L. C., Bayless, K. M. & Ramsey, M. E. (2009). Μουσική και κίνηση: Ένας τρόπος ζωής για το μικρό παιδί (6η εκδ). Θεσσαλονίκη: University Studio Press, 2010.
  • Gibbons, A. C. (1986). Music development in the elderly: what are the chances? Designs Clin Enhancement, 81, 24-25.
  • Hargreaves, D. (2001). Η αναπτυξιακή ψυχολογία της μουσικής. Αθήνα: Fagotto books, 2004.
  • Μακρής, Ι. & Μακρή Δ. (2003). Εισαγωγή στη Μουσικοθεραπεία. Αθήνα: Εκδόσεις Γρηγόρη.