30 Ιαν

Αυτοπροσδιορισμός και κίνητρα μάθησης

Τα κίνητρα που έχει ένας μαθητής είναι από τους πιο σημαντικούς παράγοντες που επηρεάζουν το εάν και τι θα μάθει σε βάθος χρόνου. Read More

03 Μαρ

Ανοιχτά δεδομένα στην ερευνητική ψυχολογία

Το 2011 ήταν μια σημαντική χρονιά για τον ακαδημαϊκό κόσμο της Ψυχολογίας, καθώς ήρθε στο φως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ερευνητική Ψυχολογία. Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε ότι ένας Ολλανδός ερευνητής καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας ονόματι Diederik Stapel δημοσίευε επί σειρά πολλών ετών άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά χρησιμοποιώντας ψεύτικα δεδομένα[1] . Για να καταφέρει να δημοσιεύσει τα άρθρα του σε διάφορα περιοδικά ψυχολογίας, είτε «πείραζε» τα δεδομένα του ώστε να εμφανίζουν αξιόλογα αποτελέσματα, είτε δημιουργούσε δεδομένα εκ του μηδενός. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 55 δημοσιεύσεις του είχαν πειραγμένα ή εντελώς ψεύτικα δεδομένα.

Η αποκάλυψη του σκανδάλου έγινε όταν 3 νεαροί ερευνητές που συνεργάστηκαν επί σειρά ετών με τον Stapel άρχισαν να έχουν αμφιβολίες για τον τρόπο συλλογής δεδομένων. Σε κάποιες περιπτώσεις ο Stapel έλεγε στους συνεργάτες του ότι συνέλεγε τα δεδομένα του από σχολεία στα οποία υποτίθεται ότι μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση και στη συνέχεια έστελνε τα ψεύτικα δεδομένα σε συνεργάτες για ανάλυση. Σε άλλες περιπτώσεις αρνιόταν να μοιραστεί τα υποτιθέμενα δεδομένα με τους συνεργάτες του, στους οποίους απλά έστελνε τα πορίσματά του. Ακόμη και συνάδελφοι ισάξιας βαθμίδας με τον καθηγητή Stapel είχαν γίνει καχύποπτοι απέναντί του όταν τους έδειχνε σειρά δεδομένων από τις υποτιθέμενες έρευνές του, τα οποία ήταν «εξαιρετικά καλά για να είναι αληθινά», όπως υποστήριξαν αργότερα κατά την εσωτερική έρευνα του πανεπιστημίου όταν υπήρξαν οι πρώτες κατηγορίες.

Όπως ήταν φυσικό η συγκεκριμένη αποκάλυψη προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην επιστημονική κοινότητα, καθώς οι ενέργειες του συγκεκριμένου ερευνητή δεν είχαν απλά ως αποτέλεσμα την επαγγελματική πρόοδο ενός αναξιόπιστου ατόμου, αλλά οδηγούσε σε κατασπατάληση πόρων στην προσπάθεια άλλων ερευνητών είτε να αναπαράγουν τις ίδιες έρευνες και να βρουν τα ίδια αποτελέσματα, είτε να τρέξουν νέες έρευνες βασισμένες στα δικά του εσφαλμένα δεδομένα και υποθέσεις.

Πολλοί ερευνητικοί ψυχολόγοι άδραξαν την ευκαιρία και προσπάθησαν να αξιοποιήσουν το σκάνδαλο ώστε να φέρουν στην επιφάνεια ένα «επαναστατικό» ρεύμα που ήδη προϋπήρχε ανάμεσα σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους: τα ανοιχτά δεδομένα. Ο όρος «ανοιχτά δεδομένα» σημαίνει δεδομένα τα οποία είναι άμεσα διαθέσιμα προς κάθε ενδιαφερόμενο. Είναι κάτι ανάλογο με τα προγράμματα ανοιχτού κώδικα τα οποία ο κάθε προγραμματιστής μπορεί να κατεβάσει και να αλλάξει ή τα ανοιχτά επιστημονικά περιοδικά που είναι δωρεάν για τον οποιοδήποτε να τα κατεβάσει και να τα διαβάσει. Η κοινότητα της Ψυχολογίας με άλλα λόγια αναγνώρισε ως βασική αιτία του «προβλήματος Stapel» την έλλειψη πρόσβασης της υπόλοιπης επιστημονικής κοινότητας και ιδιαιτέρως των αξιολογητών των επιστημονικών περιοδικών στα δεδομένα που οδήγησαν στα ευρήματα τα οποία παρουσίαζε ο Stapel. Εάν τουλάχιστον αυτοί είχαν  πρόσβαση σε αυτά θα διαπίστωναν είτε ότι ήταν φτιαχτά, είτε ανύπαρκτα.

Αυτή η νοοτροπία έχει ήδη δημιουργήσει ένα νέο κλίμα και διαμορφώνει μια εναλλακτική προσέγγιση σε πολλά  επιστημονικά περιοδικά και επαγγελματικούς οργανισμούς. Βασικό αίτημα πολλών ψυχολόγων πλέον είναι η ελεύθερη και ανοιχτή  πρόσβαση στην επιστημονική γνώση και στα ερευνητικά δεδομένα. Αυτό δεν διασφαλίζει μόνο την εγκυρότητα των επιστημονικών ευρημάτων, αλλά επιτρέπει σε χιλιάδες μυαλά να δουλέψουν πάνω στα ίδια δεδομένα με διαφορετικό τρόπο, πολλαπλασιάζοντας με εκθετικούς ρυθμούς την παραγόμενη επιστημονική γνώση.

Αυτή την κουλτούρα ασπάζεται και ένας  βασικός εκδότης του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχολογίας (APA), ο Δρ. Gert Storms, ο οποίος δημιούργησε πρόσφατα ταραχή στην ερευνητική κοινότητα με τη στάση του απέναντι στα άρθρα που του στέλνονται για να αξιολόγηση[2] . Ο Storms, όπως και εκατοντάδες άλλοι συνάδελφοί του, μέλη ενός σχετικού κινήματος ανοιχτών δεδομένων στην επιστημονική κοινότητα, αρνείται από τις αρχές του 2017 να δεχτεί την αξιολόγηση άρθρων εάν αυτά δεν συνοδεύονται από τα αντίστοιχα δεδομένα. Αυτή του η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση του Συνδέσμου, καθώς αυτή η πρακτική δεν είναι επίσημη θέση του επιστημονικού περιοδικού του APA στο οποίο είναι αξιολογητής ο Storms, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η παραίτησή του.

Ο Storms αρνήθηκε να παραιτηθεί και μάλιστα δημοσιοποίησε το σχετικό αίτημα και την απάντησή του στον Σύνδεσμο σε συναδέλφους του, οι οποίοι είναι και οι ίδιοι αξιολογητές στο περιοδικό και στάθηκαν στο πλευρό του, απειλώντας ότι εάν αναγκαστεί να παραιτηθεί θα παραιτηθούν και οι ίδιοι.

Αυτό είναι απλά ένα πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα του διχασμού που υπάρχει αυτή τη στιγμή σχετικά με την στάση της επιστημονικής κοινότητας απέναντι στα ανοιχτά δεδομένα. Σύμφωνα με το Nature, το 73% των ψυχολόγων  που δημοσιεύουν σε επιστημονικά περιοδικά δεν μοιράζονται τα δεδομένα τους με τους αξιολογητές, παρόλο που είχαν ενθαρρυνθεί και είχαν συμφωνήσει να το κάνουν μετά την δημοσίευση του άρθρου τους. Οι λόγοι πολλοί: δεν ήθελαν εσκεμμένα να μοιραστούν τα δεδομένα τα οποία θεωρούν «πολύτιμα», δεν ήξεραν πώς να τα μοιραστούν, η διαδικασία είναι χρονοβόρα ή κολλάει σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Παρ’ όλη την αναστάτωση των τελευταίων ετών, γενικά η στάση του κύριου όγκου των επιστημονικών περιοδικών δεν έχει αλλάξει απέναντι στα ανοιχτά δεδομένα. Ελάχιστα από τα παραδοσιακά περιοδικά ζητούν από τους αρθρογράφους να μοιραστούν τα δεδομένα τους. Ταυτόχρονα όμως έχουν αρχίσει να δημιουργούνται νέα «ανοιχτά» επιστημονικά περιοδικά που όχι μόνο είναι δωρεάν προς όλους, αλλά κάνουν διαθέσιμα (σχεδόν σε όλους) τα αρχικά δεδομένα της εκάστοτε έρευνας.

Φαίνεται πως βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μεταξύ δύο διαφορετικών εποχών όσον αφορά την ελεύθερη πρόσβαση στα επιστημονικά δεδομένα και αναμένονται ενδιαφέροντες ζυμώσεις στο άμεσο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. New York Times: The Mind of a Con Man []
  2. Nature: Peer-review activists push psychology journals towards open data []
06 Ιαν

Καταγραφή της συνειδητότητας των ασθενών σε φυτική κατάσταση

Οι ασθενείς με σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες που τους έχουν αναγκάσει να ζουν σε αυτό που η επιστημονική κοινότητα ονομάζει «φυτική κατάσταση»[1] (Vegetable state[2] ) αποτελούν μία από τις πιο δύσκολες κατηγορίες ασθενών από πολλές απόψεις. Όταν κάποιος ζει σε φυτική κατάσταση σημαίνει ότι το Κεντρικό Νευρικό Σύστημά του (επί της ουσίας ο εγκέφαλος) έχει υποστεί τόσο σοβαρή βλάβη από τραύμα, μόλυνση, δηλητηρίαση, εγκεφαλικό ή άλλη αιτία ώστε το άτομο πλέον δεν είναι σε θέση ούτε να κινηθεί, αλλά ούτε και να επικοινωνήσει με τον εξωτερικό του κόσμο. Ο ασθενής δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί, αλλά ούτε και να εκφράσει τις σκέψεις του με τον οποιοδήποτε τρόπο. Αυτή η κατάσταση επιβαρύνει φυσικά τον οργανισμό από σωματικής απόψεως και αποτελεί και ψυχολογικό βάρος για τον ασθενή και τον περίγυρό του που έχει αναλάβει την φροντίδα του. Οι φροντιστές δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εάν ο ασθενής έχει ακόμη αίσθηση των όσων γίνονται γύρω του ή εάν απλά επιβιώνει δίχως να έχει την παραμικρή αντίληψη, γεγονός που όπως είναι λογικό τους δημιουργεί ιδιαίτερο άγχος.

Όπως είναι φυσικό, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις περιπτώσεις αυτές, προσπαθώντας να αναπτύξουν τεχνικές ικανές να εντοπίσουν εάν ένας ασθενής σε φυτική κατάσταση μπορεί να αντιληφθεί τι γίνεται γύρω του ή όχι. Ακόμη και εάν οι ασθενείς αυτοί δεν μπορούν να κουνηθούν ή να μιλήσουν, μπορεί να είναι σε θέση να σκεφτούν και να αξιοποιήσουν τη φαντασία τους. Έτσι λοιπόν, εάν κληθούν να λάβουν μέρος σε μια κλινική εξέταση όπου καλούνται απλά να σκεφτούν κάτι ή να φανταστούν τον εαυτό τους να κάνουν κάτι, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να δούμε την αντίστοιχη εγκεφαλική δραστηριότητα που βλέπουμε και σε υγιή  άτομα που κάνουν τις ίδιες πράξεις.

Έως τώρα έχουν αξιοποιηθεί τόσο η μαγνητική τομογραφία, όσο και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα προς αυτό το σκοπό. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πάντα οι επιστήμονες είναι οι τεχνικοί περιορισμοί της εποχής τους. Έτσι, παρόλο που η μαγνητική τομογραφία και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα αξιοποιούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, έως και πρόσφατα ήταν πολύ δύσκολο να εντοπίσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα ασθενών σε φυτική κατάσταση. Πλέον όμως, με την τεχνική βελτίωση των μηχανημάτων και την ανάπτυξη ακριβέστερων τεχνικών ανάλυσης, είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε ακόμη πιο ισχνή εγκεφαλική δραστηριότητα.

Συγκρίνοντας τα επίπεδα εγκεφαλικής δραστηριότητας μεταξύ ασθενών και υγιών ατόμων, βλέπουμε ότι τα εγκεφαλικά κέντρα που δραστηροποιούνται και στις δύο περιπτώσεις είναι τα ίδια[3] . Για παράδειγμα, όταν καλούνται να φανταστούν ότι κάνουν αθλητικές δραστηριότητες, τόσο οι ασθενείς όσο και οι υγιείς συμμετέχοντες ενεργοποιούν το προμετωπιαίο λοβό τους, όπως ακριβώς αναμένεται. Στους ασθενείς όμως οι οποίοι είναι σε φυτική κατάσταση και ταυτόχρονα δεν έχουν επαφή με το περιβάλλον τους, δεν παρατηρείται εγκεφαλική ενεργοποίηση ανάλογη με αυτή των υγιών ατόμων. Έτσι λοιπόν, ανάλογα με την ευαισθησία της αξιοποιούμενης τεχνικής και τα επίπεδα εγκεφαλικής δραστηριότητας του ασθενή, είναι δυνατό να γίνει κατανοητό εάν αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του ή όχι.

Αυτή η διαφοροποίηση έχει αξία όχι μόνο γιατί αποτελεί επιστημονικό επίτευγμα, αλλά πολύ περισσότερο γιατί μπορεί να δώσει μια πιο καθαρή απάντηση στο οικείο περιβάλλον του ασθενούς σχετικά με τα επίπεδα αντίληψής του, η οποία είναι χρήσιμη σε κάθε περίπτωση για την καλύτερη στήριξή του.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Medlook.net: Το κώμα και οι ασθενείς σε φυτική κατάσταση []
  2. MSD Manual: Vegetative State and Minimally Conscious State []
  3. Chennu S, Finoia P, Kamau E, Allanson J, Williams GB, et al. Spectral Signatures of Reorganised Brain Networks in Disorders of Consciousness. PLOS Computational Biology, 2014; 10 (10): e1003887 DOI: 10.1371/journal.pcbi.1003887 []