25 Μαΐ 2017

Σχιζοφρένεια, επικινδυνότητα και εγκληματικότητα: Αλήθεια ή κοινωνικά κατασκευασμένος μύθος;

Το όριο που χωρίζει την ψυχική υγεία και τη ψυχική ασθένεια είναι πραγματικά πολύ μικρό και πολύ δύσκολο για να προσδιορίσει κάνεις πότε πραγματικά θεωρείται υγιής ή όχι, από πού αρχίζει και που σταματά. Στο παρελθόν τα ψυχικά ασθενείς άτομα θεωρούνταν δαιμονισμένα και τους έκαιγαν κυριολεκτικά στην πυρά. Σήμερα, έχουν αλλάξει τα κριτήρια σχετικά με το ποιος θεωρείται υγιής ή όχι, αλλά ακόμα και σε αυτό παίζει πολύ μεγάλο ρόλο το πώς το αντιλαμβάνεται η κοινωνία. Πιο συγκεκριμένα ως κριτήριο παθολογίας χρησιμοποιείται η «απόκλιση της συμπεριφοράς από το κοινωνικό μέτρο ή πρότυπο»[1] και με αυτό το πρότυπο καθορίζεται αποκλίνουσα ή φυσιολογική.

Αυτό όμως, φαίνεται ότι διαφέρει ανάλογα σε πιο πολιτισμικό πλαίσιο ζει κανείς και τι αντιλήψεις υπάρχουν γύρω από αυτό διότι, είναι η κοινωνία που θέτει τους συγκεκριμένους κανόνες και αυτή αποφασίζει τι θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό ή όχι. Για παράδειγμα, το να βλέπει το άτομο οράματα ή να ακούει φωνές, για κάποιες αφρικάνικες φυλές δηλώνει εξαιρετικά χαρισματικό άτομο («ο μάγος της φυλής»). Ωστόσο, για τα δεδομένα του δικού μας πολιτισμικού πλαισίου και ιδεολογίας, το πιο πάνω είναι ένα κύριο σύμπτωμα μιας σοβαρής διαταραχής που ονομάζεται σχιζοφρένεια και συνεπώς το άτομο βεβαίως δεν θα θεωρείτο χαρισματικό και άξιο σεβασμού από τους γύρω του αλλά διαταραγμένο.

Σύμφωνα με το DSM-IV τα χαρακτηριστικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας είναι οι «παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, αποδιοργανωμένη ομιλία (π.χ. συχνός εκτροχιασμός ή ασυναρτησία) , σοβαρά αποδιοργανωμένη ή κατατονική συμπεριφορά, αρνητικά συμπτώματα (συναισθηματική ισοπέδωση, αλογία, έλλειψη βούλησης)»[2] . Η σχιζοφρένεια ανήκει στις ψυχωτικές διαταραχές, όπου λόγω της διαταραχής το άτομο παραμορφώνει τη πραγματικότητα με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν λανθασμένες αντιλήψεις και να οδηγηθεί σε ψευδαισθήσεις.

Με αφετηρία τα πιο πάνω γεννιούνται δυο μεγάλα ερωτήματα. Η σχιζοφρένεια μπορεί να οδηγήσει ένα άτομο σε ένα βιαιο έγκλημα; Τα άτομα που πάσχουν από Σχιζοφρένεια είναι πραγματικά επικίνδυνα; Ο ασθενής έχει κάποιες φανταστικές ιδέες που του προκαλούν καχυποψία και φόβο, οπότε η βίαιη συμπεριφορά μπορεί να χρησιμοποιείται ως άμυνα από το άτομο απέναντι στις παράλογες και μη αλήθες πεποιθήσεις του. Όταν το άτομο βιώνει τόσο πραγματικά αυτές τις ψευδαισθήσεις και νιώθει το αίσθημα απειλής μέσω αυτών, απομονώνεται κοινωνικά με αποτέλεσμα τα δίκτυα που δημιουργούνται από την κοινωνική επαφή να είναι περιορισμένα και να βοηθούν στην ανάπτυξη επιθετικής συμπεριφοράς.

Η προσωπικότητα φυσικά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο για τη συσχέτιση της σχιζοφρένειας με την εγκληματικότητα. Δεν είναι όλοι οι ασθενείς το ίδιο όπως άλλωστε δεν είναι κανένας άλλος άνθρωπος ίδιος με κάποιον άλλο. Ένας σχιζοφρενής που πιστεύει ότι είναι ένας επιστήμονας και θα αλλάξει τον κόσμο και ένας άλλος που εκδηλώνει επικίνδυνη συμπεριφορά, ενώ πάσχουν και οι δυο από την ίδια ψυχική ασθένεια διαφέρουν ως προς τη συμπεριφορά, το πώς αντιλαμβάνονται και φυσικά την προσωπικότητα. «Τα προϋπάρχοντα στοιχεία της προσωπικότητας παίζουν ρόλο ανασταλτικό ή αντίθετα ευοδωτικό στην εκδήλωση της βιαιότητας» και η καλύτερη κατανόηση της βίας από ψυχικά ασθενείς γίνεται απαντώντας κάποια ερωτήματα όπως «Τι είδους άνθρωποι , σε τι είδους καταστάσεις, με τι ποιότητα κοινωνικών σχέσεων και σε ποια φάση της ζωής και της νόσου τους και ακόμη περισσότερο, εναντίον ποιών είναι δυνατόν να εμπλακούν σε επικίνδυνες συμπεριφορές;» (Αλεβιζόπουλος, 2015, σ. 29).

Ένας άλλος πολύ σημαντικός παράγοντας για την επικινδυνότητα είναι η κατάχρηση ουσιών. Η σχιζοφρένεια μπορεί να συνδέεται με τη βία, αλλά ο «συνδυασμός με την κατάχρηση ουσιών είναι αυτός που πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο εκδήλωσης βίας»[3] .

Ωστόσο, το ποσοστό κίνδυνου για εκδήλωση βιαιότητας ή εγκληματικής συμπεριφοράς από τα άτομα με σχιζοφρένεια είναι πολύ κοντά με το ποσοστό κινδύνου των ατόμων που δεν πάσχουν από μια ψυχική διαταραχή αλλά είναι χρήστες ουσιών. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι το πολύ σημαντικό ποσοστό του 40% των σχιζοφρενών κάνει χρήση ψυχοδραστικών ουσιών και πολλοί σχιζοφρενείς κατά τη διάρκεια της τέλεσης μιας βίαιης πράξης βρίσκονται υπό την επήρεια κάποιας ψυχοδραστικής ουσίας και συνεπώς αυξάνεται η επικινδυνότητα. Ένα άτομο το οποίο πάσχει από σχιζοφρένεια η κύρια συμπτωματολογία της πάθησης του περιστρέφεται γύρω από τις ψευδαισθήσεις, που τον καθιστά πιο ευάλωτο στο αίσθημα της απειλής. Έπειτα, οι διάφορες ουσίες, είναι γνωστό ότι μπορεί να σου δημιουργήσουν κάποιες ψευδαισθήσεις , όποτε η χρήση ουσιών επιδεινώνει την κατάσταση του ατόμου σε συνθήκες όπου βρίσκεται κάτω από την επήρεια ουσιών.

Ένας άλλος σημαντικός παράγοντας για την εκδήλωση βίαιης συμπεριφοράς από σχιζοφρενή άτομα είναι η οικογένεια και τα κοντινά άτομα. Συγκεκριμένα οι σχέσεις και οι κοινωνικές εμπειρίες, η εκδήλωση συναισθημάτων από τα μέλη της οικογένειας μέσω της έντονης κριτικής, την υπερεμπλοκή στη ζωή του ατόμου αλλά και με την ύπαρξη ενδοοικογενειακής επιθετικότητα ή βίας συσχετίζονται με την αύξηση των βίαιων συμπεριφορών από τα σχιζοφρενή άτομα. Επίσης, η έκθεση στη βία οποιασδήποτε μορφής, είτε αυτή είναι σωματική, είτε σεξουαλική ή ψυχολογική κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, είναι ένας από τους παράγοντες που βοηθά στο να εκδηλώσει το άτομο μεταγενέστερο στάδιο βίαιη συμπεριφορά. Τα πιο συχνά θύματα βίαιης συμπεριφοράς από ένα άτομο που πάσχει από σχιζοφρένεια είναι περισσότερο άτομα από το περιβάλλον του, άτομα που γνωρίζει ή που μένει μαζί τους[4] .

Η παραπληροφόρηση και η ισχυρή επίδραση που ασκούν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης στις μέρες μας είναι κάτι που συμβαίνει έντονα καθημερινά. Για αυτό το λόγο δημιουργούνται κάποιοι μύθοι και ταμπού για πολλά θέματα. Σε αυτή τη περίπτωση μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, τα τηλεοπτικά προγράμματα, το διαδίκτυο, οι ταινίες κ.α. παρουσιάζουν τους ψυχικά ασθενείς ως βίαιους. Σύμφωνα με τον Thio (2008) τα άτομα που πάσχουν από μια ψυχική ασθένεια, είναι πιο επιρρεπής στην βία όσο αφορά τον ίδιο τους τον εαυτό, παρά άλλα άτομα.

Επίσης, οι παράγοντες επικινδυνότητας που οδηγούν ένα άτομο σε μια βίαιη συμπεριφορά είναι ίδιοι με αυτούς τους παράγοντες που οδηγούν σε εκδήλωση βιαιότητας και τα άτομα που δεν πάσχουν από μια ψυχική ασθένεια . Για παράδειγμα ένα τραυματικό ιστορικό υπόβαθρο, όπως τα οικογενειακά προβλήματα, η σωματική ή η λεκτική βία που μπορεί να υπέστη το άτομο, η ήδη προβατική συμπεριφορά από μέρους του πριν την εκδήλωση της διαταραχής όπως και η ήδη υπάρχουσα αντικοινωνική προσωπικότητα, η ελλιπής ψυχαγωγική δραστηριότητα και η χρήση.

Αυτοί οι παράγοντες, μπορούν να οδηγήσουν το οποιοδήποτε «υγιές» άτομο σε μια εγκληματική πράξη, πιο συγκεκριμένα, εάν ένα άτομο υπήρξε θύμα οικογενειακής βίας είναι πολύ πιθανόν στο μέλλον να εκδηλώνει βία σε άλλα άτομα. Ο κάθε ένας παράγοντας που αναφέρθηκε πιο πάνω σε κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να έχει βοηθητικό ρόλο σε όλους τους ανθρώπους όσον αφορά την εγκληματικότητα και τη βιαιότητα. Συνεπώς, το ιστορικό του ατόμου, παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στη κατανόηση της βίαιης συμπεριφοράς και της εγκληματικότητας.

Συνοψίζοντας, σαφώς, και υπάρχει συσχέτιση μεταξύ της σχιζοφρένειας και της εγκληματικότητας αλλά όχι στον βαθμό που παρουσιάζεται έξω στην κοινωνία. Μέσα από τη βιβλιογραφία φαίνεται ότι η σχιζοφρένεια δεν είναι ένας μεμονωμένος παράγοντας εκδήλωσης βίας ή εγκληματικότητας αλλά σε συνδυασμό με κάποιους άλλους παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν και ένα «φυσιολογικό άτομο» . Ένα από χαρακτηριστικά συμπτώματα της σχιζοφρένειας που είναι οι ψευδαισθήσεις μπορεί να καθιστούν το άτομο πιο καχύποπτο και πιο επιθετικό αλλά αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ως ένας μεμονωμένος παράγοντας γιατί παίζει ρόλο και η συνύπαρξη κοινωνικής απομόνωσης, ενδοοικογενειακής βίας οποιασδήποτε μορφής αλλά και τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας του ατόμου. Επίσης, η χρήση ουσιών έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις στη διαύγεια και στη συμπεριφορά ενός φυσιολογικού ανθρώπου, πόσο μάλλον σε ένα άτομο το οποίο είναι πιο επιρρεπής στη φαντασία ακόμη και χωρίς τη χρήση των ουσιών, με αποτέλεσμα να μπορεί να διαπράξει ευκολότερα κάποιο έγκλημα. Συμπερασματικά, ένας συνδυασμός από παράγοντες μπορεί όντως να οδηγήσουν ένα άτομο με σχιζοφρένεια σε ένα βίαιο έγκλημα αλλά όχι απαραίτητα η νόσος από μόνη της. Υπάρχει ένα είδος κοινωνικού κατασκευάσματος γιατί «κατηγορείται» η ίδια η ασθένεια και όχι οι παράγοντες , οι οποίοι πρέπει να λαμβάνονται πάντα υπόψη για να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του θέματος.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Κοκκέβη, Ά. (Επιμ.). (2008). Η ψυχολογία στην Ιατρική Πράξη. Αθήνα: GUTENBERG. []
  2. Wenar, C., & Kerig, K. P. (2000, 1994, 1990). Εξελικτική Ψυχοπαθολογία. (Δ. Μαρκουλής, Ε. Γεωργάκα, Eds., Δ. Μαρκουλής, & Ε. Γεωργάκα, Trans.) Αθήνα: GUTENBERG. []
  3. Αλεβιζόπουλος, Γ. (2015). Δικανική Ψυχιατρική. Αθήνα: ΠΑΡΙΣΙΑΝΟΥ Α.Ε. []
  4. Thio, A. (2008). Παρεκκλίνουσα Συμπεριφορά. (Χ. Τσουραμάνης, Επιμ., & Μ. Μπαρπάτση, Μεταφρ.) Αθήνα: ΕΛΛΗΝ. []
21 Απρ 2017

Παρουσίαση βιβλίου: Μητρότητα, η δύναμη στην αδυναμία

Η μητρότητα είναι μια έννοια γεμάτη αγάπη και γεμάτη νοήματα. Όταν γεννιέται ένα παιδί, γεννιέται και μια μητέρα. Συνηθίζουμε να στρέφουμε όλο το ενδιαφέρον στα παιδιά, στις ανάγκες και τις δυσκολίες τους, ζούμε πλέον σε μια κοινωνία παιδοκεντρική, μια βιομηχανία ολόκληρη έχει ανθίσει σε σχέση με τα παιδιά. Έτσι όμως παραβλέπεται κάτι πολύ σημαντικό. Η αλληλεπίδραση του παιδιού με τους γονείς του είναι αυτή που θα ορίσει τελικά το πόσο ευτυχισμένο, πόσο πλήρες θα είναι ένα παιδί. Για να φροντίζεται ένα παιδί, πρέπει να φροντίζεται η μητέρα. Η μητέρα είναι το νερό που ποτίζει το μικρό σπόρο που θα γίνει άνθρωπος. Η μητέρα χρειάζεται και για τον εαυτό της τη δύναμη και τη χαρά που θέλει να εμφυτεύσει στο παιδί της.

Στο παρόν βιβλίο, μια νέα μητέρα μοιράζεται προβληματισμούς. Για τη μητρότητα, για τον τόσο σημαντικό ρόλο του πατέρα, για τις δυσκολίες της εποχής, για το εκπαιδευτικό σύστημα που για χρόνια σακάτευε τη δημιουργικότητα και τη συνεργασία και έβγαζε ανθρώπους ανταγωνιστικούς και μοναχικούς. Για την αυτονομία παιδιών και ενηλίκων που όλο και παρεμποδίζεται είτε από παράγοντες οικογενειακούς είτε από συνθήκες οικονομικές. Η νέα αυτή μητέρα επέλεξε να μιλήσει για όλα αυτά με μια μητέρα έμπειρη, με παιδιά ενήλικα, όμως διαφορετικά από τους τόσους ενήλικους που γνωρίζει. Η συνομιλήτρια μητέρα της, από την οποία ζητά καθοδήγηση, συμβουλές και μαθήματα ζωής, είναι μητέρα δύο παιδιών με αυτισμό.

Η μητρότητα πέραν της ευτυχίας, της ολοκλήρωσης μπορεί να φέρει πολλές δυσκολίες. Μπορεί να γίνει ένας αγώνας. Μπορεί σε αυτήν να κινδυνεύσεις να χάσεις τον εαυτό σου ή το χειρότερο, το θάρρος σου. Στη διάρκεια της συνομιλίας αυτής η έμπειρη μητέρα των δύο παιδιών με αναπηρία ανακαλεί στιγμές από την οικογενειακή της πορεία. Μιλάει ανοιχτά για τη διαφορετικότητα, για τις τρομερές δυσκολίες του αυτισμού, για τα συναισθήματά της, για τη δύναμη που βρήκε μέσα στην αδυναμία τη δική της, των παιδιών της, του συστήματος. Η πλούσια εμπειρία της, η τόσο επώδυνη κάποιες φορές πορεία μητρότητας τής έμαθε πολλά, ήταν ένα ταξίδι πάνω από όλα στην αυτογνωσία. Για να φροντίσει τα παιδιά της, έπρεπε να φροντίσει τον εαυτό της.

Οι δυο γυναίκες είναι ψυχολόγοι. Η οπτική της ψυχολογίας έχει εμποτίσει όλες τις απόψεις τους και σε μεγάλο βαθμό έχει καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουν τον κόσμο. Όμως επιλέγουν να μιλήσουν σαν άτομα. Σαν μητέρες, σαν γυναίκες, σαν πολίτες. Οι ιδέες τους είναι απόλυτα προσωπικές και δεν έχουν καμία πρόθεση να δηλώσουν φορείς απόλυτων αληθειών. Μόνο να εκφράσουν τον εαυτό τους.

Η συνομιλία αυτή ήταν ένα ταξίδι που έφερε χαρά, ένα ταξίδι λυτρωτικό. Δυο άνθρωποι που συνομιλούν αλληλοσυμπληρώνονται. Όταν υπάρχει ειλικρίνεια, σεβασμός, όταν ο σκοπός δεν είναι να επιβάλλεις τη γνώμη σου παρά μόνο να εκφράσεις και να ακούσεις, ο διάλογος είναι γόνιμος. Σε ανταμείβει και πάνω από όλα σε μαθαίνει. Και μια μητέρα σήμερα, σε αυτές τις τόσο δύσκολες, τόσο περίπλοκες, τόσο χαοτικές συνθήκες είναι καλό να προχωρά μαθαίνοντας. Για να νικά τη μοναξιά, πρέπει να αλληλεπιδρά με άλλους, να παίρνει και να δίνει. Για να έχει ένα χαρούμενο παιδί, είναι καλό να εξελίσσει τον εαυτό της, να τον ποτίζει με την ίδια αγάπη, την ίδια φροντίδα που έχει μέσα της για αυτό. Κι αν οι οικονομικές και οι κοινωνικές συνθήκες όλο και μας στερούν σήμερα, είναι στο χέρι μας να μην στερούμε τη χαρά από τα παιδιά μας. Ας προσπαθήσουμε να τα κάνουμε ικανά να επιβιώσουν.

Αποσπάσματα από το βιβλίο

(…) Μπορούμε όλοι μας, γυναίκες και άντρες, να αξιοποιήσουμε την παραδοσιακή ευκολία των γυναικών στην επικοινωνία μέσα από την αναγνώριση των συναισθημάτων μας και την κατάθεση των βιωμάτων μας, χωρίς αντιπαραθέσεις και μομφές προς τον σύντροφό μας, με σεβασμό στη διαφορετική αντίληψη, με τη διάθεση να μετακινηθούμε και οι δύο από τις αρχικές μας θέσεις για να προχωρήσουμε μπροστά. Οι συγγραφείς του παρόντος βιβλίου μας προσφέρουν ακριβώς αυτό: ένα πολύτιμο παράδειγμα επικοινωνίας που επιχειρεί να δίνει απαντήσεις στις προκλήσεις του σήμερα, που βοηθάει όλους μας, τους συγγραφείς και τους αναγνώστες, να ανοίγουμε τους ορίζοντες της σκέψης μας, να ανανεώνουμε τις αντιλήψεις μας και, κυρίως, να εκπαιδευόμαστε σε μια νέα ποιότητα συνεργασίας και διαλόγου. (σ. 11) (Από τον πρόλογο του Κ. Γκοτζαμάνη)

Κατερίνα

(…) Tα παιδιά μας δεν είναι ιδιοκτησία μας. Δεν είναι αντικείμενά μας, ούτε δημιουργήματά μας. Τα παιδιά παίρνουν πολλά από εμάς, αλλά κάθε άνθρωπος δεν είναι ποτέ απλώς το σύνολο του πατέρα και της μητέρας του. Είναι πάντοτε κάτι περισσότερο. Και αυτό πρέπει να το σεβόμαστε και να το ενισχύουμε. Γιατί, αλλιώς, εμείς θα επιθυμούμε άβουλες μικρογραφίες μας κι εκείνα θα ζήσουν ζωές δυστυχισμένες και γεμάτες απωθημένα. (σ. 41)

(…) Και επειδή μιλάμε ως μητέρες, πιστεύω πως πρέπει να αποδεχόμαστε τον άντρα που συντέλεσε στη δημιουργία του παιδιού μας ως κομμάτι του παιδιού μας. (σελ.37)

(…) Η απαίτησή μας να είναι το παιδί μας ένα παιδί τέλειο, ένα παιδί άριστο μπορεί να είναι το ψαλίδι που θα κόψει τα φτερά του. Κι αυτή η απαίτηση ίσως σημαίνει ότι εμείς δεν έχουμε τα δικά μας φτερά. Ότι χάσαμε την ικανότητα να σκεφτόμαστε δημιουργικά. (σ. 44)

(…) Η σύγχρονη μητέρα νομίζω ότι νιώθει πως είναι συνεχώς υπό εξέταση. Πως πρέπει να παρουσιάζει στην κοινωνία ένα παιδί άψογο, γιατί, αν το παιδί της δεν είναι άψογο, το πιο πιθανό είναι ότι θα κατηγορηθεί εκείνη. Και τι πιο ισοπεδωτικό για μια γυναίκα από την αποτυχία στο πλέον ιερό καθήκον, στο πλέον σημαντικό, στον μητρικό της ρόλο;  Αυτή λοιπόν η ενοχή, όταν κάτι δεν πηγαίνει καλά, είναι πιστεύω που μπορεί να καθηλώσει μια μητέρα, να την κάνει να παραμελήσει τους άλλους ρόλους της, τον ρόλο της συντρόφου, της εργαζόμενης, της φίλης. Να την κάνει να νιώθει πως, αν το παιδί της δεν είναι απόλυτα καλά, εκείνη δεν δικαιούται να χαίρεται. Κι όμως, τα παιδιά χαίρονται τόσο πολύ όταν χαίρονται οι γονείς τους. Και τι καλύτερο για έναν άνθρωπο που είναι υπό διαμόρφωση από έναν γονιό που απολαμβάνει τη ζωή, που ξέρει να ικανοποιείται και να χαίρεται; Υπάρχει καλύτερο μάθημα από αυτό;  (σ.77)

Γεωργία

(…) Χαίρομαι να βλέπω νέους γονείς να μεγαλώνουν τα παιδιά τους από κοινού. Αυτό δείχνει μια μετακίνηση της νέας γενιάς προς τα εμπρός, προς τη συνεργασία και την ανάληψη της ευθύνης και από τους δύο. Γιατί και η πατρότητα είναι ευθύνη.  (σ. 40)

(…) Στη συνέχεια ήρθε ο θυμός. Γιατί σε μένα; Δεν θα ξεχάσω την απάντηση ενός πνευματικού ανθρώπου, που είχε έρθει από τη Γαλλία και παρέδιδε ένα σεμινάριο το οποίο παρακολουθούσα και εγώ. Στο διάλειμμα πήγα και τον βρήκα προσωπικά και του μίλησα για τον αυτισμό των γιων μου. Με κοιτούσε γαλήνιος. Όταν τον ρώτησα γιατί εγώ έπρεπε να βιώσω αυτή την εμπειρία, με πολύ ήρεμη φωνή μου έδωσε την εξής απάντηση: «Υπάρχει ένα δέντρο. Τα φύλλα του πέφτουν από τη μια πλευρά και δύο φύλλα έπεσαν από την άλλη. Μου ζητάς να σου εξηγήσω γιατί αυτά τα δύο φύλλα έπεσαν από την άλλη πλευρά». Καθώς μου μιλούσε, με κοίταζε κατευθείαν στα μάτια. Αυτό ήταν κομβικό σημείο για μένα. Κατάλαβα τι ήθελε να μου πει και από τότε δεν ξόδεψα άλλη ενέργεια αναζητώντας την αιτία. (σ. 50)

(…) Πράγματι, οι γονείς είναι πρότυπα για τα παιδιά τους. Τα παιδιά είτε θα μιμηθούν στοιχεία του ενός ή του άλλου ή και των δύο γονέων, είτε θα υιοθετήσουν συμπεριφορές αντίθετες από των γονιών τους. Το πιο σημαντικό για μένα είναι να ενθαρρύνονται τα παιδιά από τους γονείς, ώστε να έρχονται σ’ επαφή με τον πραγματικό τους εαυτό. Μόνο τότε θα είναι ευτυχισμένα και θα ξεδιπλώσουν όλο το δυναμικό τους. (σ. 87)

(…) Όταν οι άνθρωποι εγκλωβίζονται μόνο στον γονεϊκό ρόλο, συνήθως δεν είναι βοηθητικοί για τα παιδιά τους. Ο Καρλ Γιουνγκ είχε πει πως το μεγαλύτερο βάρος για ένα παιδί είναι η ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του. (σ. 108)

(…) Μέσα στο αναπηρικό κίνημα έμαθα «να παίρνω δίνοντας». Βίωσα τη μετουσίωση του πόνου μου σε βοήθεια και πληροφόρηση προς άλλους συνανθρώπους μας που είχαν ανάγκη. (σ. 129)

Λίγα λόγια για τις συγγραφείς

Η Γεωργία Τσούμπα γεννήθηκε στη Σαλμώνη Ηλείας. Σπούδασε στα ΤΕΙ Αθήνας Μηχανολόγος Μηχανικός Τ.Ε. και εργάστηκε για 18 χρόνια στον ΟΤΕ. Παράλληλα σπούδασε ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών και εκπαιδεύτηκε στη συμβουλευτική. Είναι τακτικό μέλος του Συλλόγου Ελλήνων Ψυχολόγων. Συμμετέχει στο γονεϊκό αναπηρικό κίνημα και είναι μέλος του Ενιαίου Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων ΑΜΕΑ Αττικής και Νήσων και της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας Αυτιστικών Ατόμων.

Έχει οργανώσει εθελοντικά ομάδες, εργαστήρια και σεμινάρια για γονείς – κάποια εκ των οποίων για γονείς ατόμων με ειδικές ανάγκες. Έχει δώσει διαλέξεις στο Δημοτικό Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Δήμου Περιστερίου. Είναι μητέρα ενήλικων δίδυμων αγοριών με αυτισμό.

Η Κατερίνα Τζωρτζακάκη κατάγεται από το Τυμπάκι Ηρακλείου και τους Φούρνους Ερμιονίδας. Γεννήθηκε το 1982 και μεγάλωσε στον Πειραιά. Σπούδασε ψυχολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Εκπαιδεύτηκε στη συμβουλευτική και στην ψυχοθεραπεία. Έχει εργαστεί εθελοντικά σε διάφορους φορείς.

Επαγγελματικά ασχολείται με τον υποτιτλισμό.

Τα πεζογραφήματά της Ο χορός στη σκακιέρα, Παράλληλα σύμπαντα και Χαμένες παραστάσεις έχουν εκδοθεί από τις Εκδόσεις Βασιλείου. Στη σελίδα της katerina-tzortzakaki.gr δημοσιεύει διηγήματα και ποιήματά της. Έχει οργανώσει και συντονίσει δημιουργικά εργαστήρια για παιδιά.

Links

 

03 Απρ 2017

Οι συνέπειες της έλλειψης μητρικής αγάπης

Η μητέρα , συνδέθηκε, με την πηγή της απόλυτης αγάπης, αυτοθυσίας , ανιδιοτέλειας, προσφοράς. Η μορφή της η ίδια ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για εκατομμύρια τραγούδια, ποιήματα, βιβλία. Όμως, η πραγματικότητα έχει δείξει ότι πολλές φορές οι ίδιες οι μητέρες όχι μόνο δεν προσφέρουν αγάπη και ασφάλεια, αλλά μπορούν να δημιουργήσουν τεράστιες συναισθηματικές ελλείψεις και πληγές στα ίδια τους τα παιδιά, ειδικά τις κόρες. Η έλλειψη μητρικής αγάπης πολλές φορές έχει αρνητικά επακόλουθα στην ψυχή των παιδιών, τα οποία ίσως και να τους οδηγήσουν σε ασταθείς και ανισομερείς σχέσεις και στη διάρκεια της ενήλικης ζωής του. Τα παιδιά που μεγάλωσαν με μία μητέρα που μπορεί να τα κατέκρινε και να μην τα αγαπούσε , μπορεί να φτάσουν στο σημείο να θεωρούν και τον ίδιο τον εαυτό τους ανάξιο για εκτίμηση και αγάπη. Μπορούμε να αναφέρουμε πολλές από τις αρνητικές στην ψυχή των παιδιών, απόρροια της έλλειψης μητρικής αγάπης:

  • Το άτομο μαθαίνει να μην αγαπάει και το ίδιο τον εαυτό του. Μέσα στο μυαλό του παιδιού υπάρχει πάντα η φωνή της μητέρας που το θεωρούσε άσχημο, ανίκανο, ανάξιο. Επειδή ως παιδιά η εντύπωση που θα σχηματίσουμε για τον εαυτό μας οφείλεται κυρίως στο πώς μας βλέπουν οι γονείς μας, ένα παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει , μαθαίνει και το ίδιο να πιστεύει ότι δεν του αξίζει η αγάπη.
  • Το παιδί που μεγαλώνει με μία μητέρα που δεν το αγαπάει, τις περισσότερες φορές συνάπτει σχέσεις ( φιλικές, συναισθηματικές, επαγγελματικές) , στις οποίες πολλές φορές αντιμετωπίζεται και ως υποδεέστερο. Επειδή έχει πιστέψει ότι δεν αξίζει εκτίμηση και αγάπη , δε διεκδικεί την αγάπη και το σεβασμό που του αξίζει, επειδή δεν πιστεύει ότι το δικαιούται.
  • Ένα παιδί που έζησε με μία μητέρα που δεν το αγάπησε, τείνει να γίνεται περισσότερο ευαίσθητο στην παραμέληση των άλλων. Αν ένας άνθρωπος μεγάλωσε με μία μητέρα που να το αποδέχτηκε και να το αγάπησε, μπορεί οι άσχημες ή απορριπτικές συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων να ενισχύσουν μέσα την πεποίθηση για την αναξιότητά του.
  • Η έλλειψη της μητρικής αγάπης συνδέεται πολλές φορές με το γεγονός ότι το παιδί πλέον ως ενήλικας δεν ανοίγεται με μεγάλη ευκολία στο να δημιουργήσει εύκολα σχέσεις, αντιμετωπίζοντας με βεβαιότητα από την αρχή όλες τις σχέσεις ως μη αξιόπιστες. Αυτό απορρέει από την πεποίθηση ότι το ίδιο θα εγκαταλειφθεί λόγω αναξιότητας.

Αν έχετε περάσει δύσκολα στην παιδική σας ηλικία ή δεν έχετε αγαπηθεί όσο θα είχατε ανάγκη, τότε είναι καιρός να την αφήσετε πίσω σας. Ένα δύσκολο και χωρίς αγάπη παρελθόν δεν πρέπει να μπορεί να αποτρέψει το ευτυχισμένο μέλλον σας. Οφείλετε να αγκαλιάσετε τον εαυτό σας και να μην αφήσετε το οτιδήποτε να δηλητηριάζει τη σκέψη και να σας πείθει για την αναξιότητά σας. – ακόμα και αν αυτό αφορά τη μητέρα σας.

Εισαγωγική Εικόνα

21 Μαρ 2017

Εργασιακό άγχος

Καθώς η οικονομία προσπαθεί να ξεπεράσει την κρίση, οι επιχειρήσεις προσπαθούν να διαχειριστούν τις αλλαγές με το καλύτερο αποτελεσματικό τρόπο για την επιβίωση και επέκταση τους. Το εργασιακό άγχος έχει αναγνωριστεί ως η μεγαλύτερη πρόκληση για την σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων και ως αποτέλεσμα αυτού, οι οργανισμοί μπορούν να επηρεαστούν τόσο θετικά όσο και αρνητικά.

Read More