03 Μαρ

Ανοιχτά δεδομένα στην ερευνητική ψυχολογία

Το 2011 ήταν μια σημαντική χρονιά για τον ακαδημαϊκό κόσμο της Ψυχολογίας, καθώς ήρθε στο φως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ερευνητική Ψυχολογία. Συγκεκριμένα, αποκαλύφθηκε ότι ένας Ολλανδός ερευνητής καθηγητής κοινωνικής ψυχολογίας ονόματι Diederik Stapel δημοσίευε επί σειρά πολλών ετών άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά χρησιμοποιώντας ψεύτικα δεδομένα[1] . Για να καταφέρει να δημοσιεύσει τα άρθρα του σε διάφορα περιοδικά ψυχολογίας, είτε «πείραζε» τα δεδομένα του ώστε να εμφανίζουν αξιόλογα αποτελέσματα, είτε δημιουργούσε δεδομένα εκ του μηδενός. Υπολογίζεται ότι τουλάχιστον 55 δημοσιεύσεις του είχαν πειραγμένα ή εντελώς ψεύτικα δεδομένα.

Η αποκάλυψη του σκανδάλου έγινε όταν 3 νεαροί ερευνητές που συνεργάστηκαν επί σειρά ετών με τον Stapel άρχισαν να έχουν αμφιβολίες για τον τρόπο συλλογής δεδομένων. Σε κάποιες περιπτώσεις ο Stapel έλεγε στους συνεργάτες του ότι συνέλεγε τα δεδομένα του από σχολεία στα οποία υποτίθεται ότι μόνο ο ίδιος είχε πρόσβαση και στη συνέχεια έστελνε τα ψεύτικα δεδομένα σε συνεργάτες για ανάλυση. Σε άλλες περιπτώσεις αρνιόταν να μοιραστεί τα υποτιθέμενα δεδομένα με τους συνεργάτες του, στους οποίους απλά έστελνε τα πορίσματά του. Ακόμη και συνάδελφοι ισάξιας βαθμίδας με τον καθηγητή Stapel είχαν γίνει καχύποπτοι απέναντί του όταν τους έδειχνε σειρά δεδομένων από τις υποτιθέμενες έρευνές του, τα οποία ήταν «εξαιρετικά καλά για να είναι αληθινά», όπως υποστήριξαν αργότερα κατά την εσωτερική έρευνα του πανεπιστημίου όταν υπήρξαν οι πρώτες κατηγορίες.

Όπως ήταν φυσικό η συγκεκριμένη αποκάλυψη προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στην επιστημονική κοινότητα, καθώς οι ενέργειες του συγκεκριμένου ερευνητή δεν είχαν απλά ως αποτέλεσμα την επαγγελματική πρόοδο ενός αναξιόπιστου ατόμου, αλλά οδηγούσε σε κατασπατάληση πόρων στην προσπάθεια άλλων ερευνητών είτε να αναπαράγουν τις ίδιες έρευνες και να βρουν τα ίδια αποτελέσματα, είτε να τρέξουν νέες έρευνες βασισμένες στα δικά του εσφαλμένα δεδομένα και υποθέσεις.

Πολλοί ερευνητικοί ψυχολόγοι άδραξαν την ευκαιρία και προσπάθησαν να αξιοποιήσουν το σκάνδαλο ώστε να φέρουν στην επιφάνεια ένα «επαναστατικό» ρεύμα που ήδη προϋπήρχε ανάμεσα σε όλους τους επιστημονικούς κλάδους: τα ανοιχτά δεδομένα. Ο όρος «ανοιχτά δεδομένα» σημαίνει δεδομένα τα οποία είναι άμεσα διαθέσιμα προς κάθε ενδιαφερόμενο. Είναι κάτι ανάλογο με τα προγράμματα ανοιχτού κώδικα τα οποία ο κάθε προγραμματιστής μπορεί να κατεβάσει και να αλλάξει ή τα ανοιχτά επιστημονικά περιοδικά που είναι δωρεάν για τον οποιοδήποτε να τα κατεβάσει και να τα διαβάσει. Η κοινότητα της Ψυχολογίας με άλλα λόγια αναγνώρισε ως βασική αιτία του «προβλήματος Stapel» την έλλειψη πρόσβασης της υπόλοιπης επιστημονικής κοινότητας και ιδιαιτέρως των αξιολογητών των επιστημονικών περιοδικών στα δεδομένα που οδήγησαν στα ευρήματα τα οποία παρουσίαζε ο Stapel. Εάν τουλάχιστον αυτοί είχαν  πρόσβαση σε αυτά θα διαπίστωναν είτε ότι ήταν φτιαχτά, είτε ανύπαρκτα.

Αυτή η νοοτροπία έχει ήδη δημιουργήσει ένα νέο κλίμα και διαμορφώνει μια εναλλακτική προσέγγιση σε πολλά  επιστημονικά περιοδικά και επαγγελματικούς οργανισμούς. Βασικό αίτημα πολλών ψυχολόγων πλέον είναι η ελεύθερη και ανοιχτή  πρόσβαση στην επιστημονική γνώση και στα ερευνητικά δεδομένα. Αυτό δεν διασφαλίζει μόνο την εγκυρότητα των επιστημονικών ευρημάτων, αλλά επιτρέπει σε χιλιάδες μυαλά να δουλέψουν πάνω στα ίδια δεδομένα με διαφορετικό τρόπο, πολλαπλασιάζοντας με εκθετικούς ρυθμούς την παραγόμενη επιστημονική γνώση.

Αυτή την κουλτούρα ασπάζεται και ένας  βασικός εκδότης του Αμερικανικού Συνδέσμου Ψυχολογίας (APA), ο Δρ. Gert Storms, ο οποίος δημιούργησε πρόσφατα ταραχή στην ερευνητική κοινότητα με τη στάση του απέναντι στα άρθρα που του στέλνονται για να αξιολόγηση[2] . Ο Storms, όπως και εκατοντάδες άλλοι συνάδελφοί του, μέλη ενός σχετικού κινήματος ανοιχτών δεδομένων στην επιστημονική κοινότητα, αρνείται από τις αρχές του 2017 να δεχτεί την αξιολόγηση άρθρων εάν αυτά δεν συνοδεύονται από τα αντίστοιχα δεδομένα. Αυτή του η απόφαση προκάλεσε την αντίδραση του Συνδέσμου, καθώς αυτή η πρακτική δεν είναι επίσημη θέση του επιστημονικού περιοδικού του APA στο οποίο είναι αξιολογητής ο Storms, με αποτέλεσμα να ζητηθεί η παραίτησή του.

Ο Storms αρνήθηκε να παραιτηθεί και μάλιστα δημοσιοποίησε το σχετικό αίτημα και την απάντησή του στον Σύνδεσμο σε συναδέλφους του, οι οποίοι είναι και οι ίδιοι αξιολογητές στο περιοδικό και στάθηκαν στο πλευρό του, απειλώντας ότι εάν αναγκαστεί να παραιτηθεί θα παραιτηθούν και οι ίδιοι.

Αυτό είναι απλά ένα πρόσφατο και χαρακτηριστικό παράδειγμα του διχασμού που υπάρχει αυτή τη στιγμή σχετικά με την στάση της επιστημονικής κοινότητας απέναντι στα ανοιχτά δεδομένα. Σύμφωνα με το Nature, το 73% των ψυχολόγων  που δημοσιεύουν σε επιστημονικά περιοδικά δεν μοιράζονται τα δεδομένα τους με τους αξιολογητές, παρόλο που είχαν ενθαρρυνθεί και είχαν συμφωνήσει να το κάνουν μετά την δημοσίευση του άρθρου τους. Οι λόγοι πολλοί: δεν ήθελαν εσκεμμένα να μοιραστούν τα δεδομένα τα οποία θεωρούν «πολύτιμα», δεν ήξεραν πώς να τα μοιραστούν, η διαδικασία είναι χρονοβόρα ή κολλάει σε γραφειοκρατικούς μηχανισμούς.

Παρ’ όλη την αναστάτωση των τελευταίων ετών, γενικά η στάση του κύριου όγκου των επιστημονικών περιοδικών δεν έχει αλλάξει απέναντι στα ανοιχτά δεδομένα. Ελάχιστα από τα παραδοσιακά περιοδικά ζητούν από τους αρθρογράφους να μοιραστούν τα δεδομένα τους. Ταυτόχρονα όμως έχουν αρχίσει να δημιουργούνται νέα «ανοιχτά» επιστημονικά περιοδικά που όχι μόνο είναι δωρεάν προς όλους, αλλά κάνουν διαθέσιμα (σχεδόν σε όλους) τα αρχικά δεδομένα της εκάστοτε έρευνας.

Φαίνεται πως βρισκόμαστε στο μεταίχμιο μεταξύ δύο διαφορετικών εποχών όσον αφορά την ελεύθερη πρόσβαση στα επιστημονικά δεδομένα και αναμένονται ενδιαφέροντες ζυμώσεις στο άμεσο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. New York Times: The Mind of a Con Man []
  2. Nature: Peer-review activists push psychology journals towards open data []
26 Μαΐ

Διαδικτυακή συμμετοχή σε έρευνα με θέμα την θανατική ποινή

Η Μαρία-Άννα Σωτηροπούλου είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο Αθηνών, στο τμήμα Ψυχολογίας. Το θέμα της πτυχιακής της εργασίας είναι «Πώς επηρεάζει το γονεϊκό στυλ μητέρας στη στάση ως προς την θανατική ποινή» και μέσα σε αυτά τα πλαίσια διεξάγει μια έρευνα με ερωτηματολόγιο για το συγκεκριμένο θέμα.

Ο στόχος της παρούσας έρευνας είναι να συλλέξει πληροφορίες από τον γενικό πληθυσμό για το αν οι άνθρωποι στην Ελλάδα είναι υπέρ ή κατά της θανατικής ποινής, με ποιόν τρόπο θα ενέκριναν την εφαρμογή της και κατά πόσο σχετίζεται η ανάπτυξη τέτοιων ιδεολογιών με το γονεϊκό στυλ της μητέρας . Στο παρακάτω link επισυνάπτονται τα δυο ερωτηματολόγια της έρευνας, όπου η συμπλήρωσή τους διαρκεί μόνο 10 λεπτά. Μπορεί να πάρει μέρος όποιος επιθυμεί αρκεί η ηλικία του να κυμαίνεται από 18-65 ετών.

Για να διαβάσετε πιο λεπτομερείς οδηγίες και για να συμμετάσχετε στην έρευνα κάντε κλικ εδώ.

Εισαγωγική Φωτογραφία:

09 Ιούν

Τα ποσοστά ψυχοπαθολογίας στην Ελλάδα

Ένα σοβαρό ερώτημα το οποίο απασχολεί την ελληνική επιστημονική κοινότητα στο χώρο της ψυχολογίας εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες είναι το ποσοστό των Ελλήνων πολιτών οι οποίοι αντιμετωπίζουν κάποια ψυχική διαταραχή. Λόγω πολλαπλών παραγόντων που σχετίζονται με τον τρόπο λειτουργίας και οργάνωσης των δομών ψυχικής υγείας στην Ελλάδα, αλλά και προβλημάτων μεθοδολογίας, δεν έχει υπάρξει κάποια μεγάλη έρευνα πάνω σε αυτόν τον τομέα για τουλάχιστον 30 χρόνια. Αυτό το ερώτημα απασχολούσε και μια ομάδα ερευνητών του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων, η οποία κατάφερε να οργανώσει μια (σχεδόν) πανελλαδική έρευνα με σκοπό να δώσει κάποιες απαντήσεις σχετικά με τον επιπολασμό (συχνότητα εμφάνισης) ψυχικών διαταραχών στον γενικό πληθυσμό της Ελλάδας[1] .

Όπως αναφέρουν και οι ερευνητές στο άρθρο τους, τα ποσοστά επιπολασμού ψυχικών διαταραχών ανά το παγκόσμιο κυμαίνονται στα επίπεδα του 12%. Με άλλα λόγια, αυτή τη στιγμή περίπου ένας στους δέκα κατοίκους αυτού του πλανήτη αντιμετωπίζει κάποια ψυχική διαταραχή ελαφριάς, μέτριας ή βαριάς μορφής. Οι πιο συχνά εμφανιζόμενες διαταραχές είναι αυτές που σχετίζονται καταθλιπτικά συμπτώματα και άγχος.

Η επιστημονική ομάδα του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων θέλησε να έχει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα απαντήσεων από όλες τις γωνιές της Ελλάδος: τα μεγάλα αστικά κέντρα, την λοιπή ηπειρωτική Ελλάδα αλλά και τα νησιά. Λόγω προβλημάτων οικονομικής φύσεως όμως αποφασίστηκε η έρευνα να μην καλύψει και την Κρήτη, για την οποία υπάρχουν δεδομένα από άλλες έρευνες που επικεντρώθηκαν στον πληθυσμό του εν λόγω νησιού. Το τελικό δείγμα της έρευνας αποτελούνταν από 9800 άτομα ηλικίας 18-70 ετών (περίπου 50% άνδρες και 50% γυναίκες), παντρεμένα σε ποσοστό 60% και εργαζόμενα σε ποσοστό 60%, επιλεγμένα τυχαία αλλά αντιπροσωπευτικά από όλη την υπόλοιπη Ελλάδα. Η έρευνα έγινε με τη μορφή ερωτηματολογίων από τον Σεπτέμβριο του 2009 έως και τον Φεβρουάριο του 2010.

Πριν παρουσιάσουμε τα αποτελέσματα της έρευνας έχει ενδιαφέρον να υπογραμμίσουμε μια σημαντική παρατήρηση που έκαναν και οι ίδιοι οι ερευνητές. Μόνο το 54% των ερωτηθέντων δέχτηκαν να απαντήσουν στην έρευνα, με αποτέλεσμα οι τελικές στατιστικές αναλύσεις να γίνουν με ένα δείγμα της τάξεως των 5000 ατόμων. Οι γυναίκες και οι μεσήλικες ήταν αυτοί οι οποίοι έδειξαν τα μεγαλύτερα ποσοστά άρνησης συμμετοχής στην έρευνα. Μια εικασία που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι αυτή η συμπεριφορά σε κάποιο βαθμό μπορεί να οφείλεται στην έλλειψη παιδείας των Ελλήνων γύρω από θέματα ψυχιατρικής, με αποτέλεσμα τον στιγματισμό ερωτημάτων που σχετίζονται με την ψυχική μας υγεία.

Το ερωτηματολόγιο που χρησιμοποίησε η ερευνητική ομάδα αξιολογούσε την παρουσία 14 ψυχιατρικών συμπτωμάτων κατά τη διάρκεια α)της τελευταίας εβδομάδας και β)κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες σε ένα ποσοστό της τάξεως του 15% εμφάνιζαν τα συμπτώματα της ψυχολογικής κόπωσης, ευερεθιστότητας και της ανησυχίας, ενώ τα χαμηλότερα ποσοστά (5%) εμφανίστηκαν για τις εμμονές, τις φοβίες και τον πανικό. Οι γυναίκες είχαν υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης ψυχιατρικών συμπτωμάτων σε σχέση με τους άνδρες. Συνολικά, υπολογίστηκε ότι το 14% των συμμετεχόντων παρουσίαζε κάποια μέτρια ή σοβαρή ψυχοπαθολογία, με τις γυναίκες να έχουν υψηλότερα ποσοστά από τους άνδρες.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, η πιο συχνά εμφανιζόμενη ψυχική διαταραχή στην Ελλάδα είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ) με ποσοστό 4,1%, ακολουθούμενη από τα καταθλιπτικά επεισόδια με ποσοστό 2,9%. Οι συμμετέχοντες σε ποσοστό της τάξεως του 7,5% πληρούσαν τα κριτήρια για μία τουλάχιστον διαταραχή σχετιζόμενη με το άγχος ή/και την κατάθλιψη. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το 50% των συμμετεχόντων παρουσίαζε τα ψυχοπαθολογικά συμπτώματα για διάστημα τουλάχιστον ενός έτους. Με απλά λόγια, με μια απλή αναγωγή συμπεραίνουμε πως περίπου το 6,5% του πληθυσμού παρουσιάζει χρόνια ψυχοπαθολογική συμπτωματολογία.

Οι μεγαλύτερες ηλικίες (50-70 ετών) παρουσίαζαν αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης και άγχους σε σχέση με τις άλλες ηλικιακές ομάδες, πιθανόν λόγω της ταυτόχρονης ύπαρξης κάποιου οργανικού προβλήματος το οποίο φυσικά επιβαρύνει και ψυχολογικά αυτά τα άτομα.

Μεγάλο ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν και οι αριθμοί κατάχρησης αλκοόλ και άλλων ουσιών, καθώς βρέθηκε ότι σε ένα ποσοστό περίπου 12,6% του πληθυσμού κάνει κατάχρηση αλκοόλ, με τους άνδρες να έρχονται πρώτοι (16,9%) σε σχέση με τις γυναίκες (8,5%). Το 40% του πληθυσμού βρέθηκε πως είναι καπνιστές (καπνίζει συστηματικά τον τελευταίο μήνα) με τους άνδρες και πάλι να έρχονται πρώτοι και σε αυτή την κατάχρηση (50% των ανδρών έναντι 30% των γυναικών). Η χρήση χασίς κυμαίνεται στο 2%.

Τέλος, οι ερευνητές εστιάζουν την προσοχή μας στο γεγονός ότι τα αποτελέσματα της πανελλήνιας έρευνας επαληθεύουν την αντίληψη που θέλει τους κατοίκους των νησιωτικών περιοχών και ιδιαίτερα των πιο μικρών νησιών να παρουσιάζουν αυξημένα ποσοστά ψυχοπαθολογίας σε σχέση με τους κατοίκους της ηπειρωτικής Ελλάδας.

Κάνοντας μια σύγκριση των ευρημάτων με τα ποσοστά επιπολασμού στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι ερευνητές αναφέρουν ότι στην Ελλάδα παρουσιάζουμε μειωμένα ποσοστά κατάθλιψης σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρώπης αλλά αυξημένα ποσοστά γενικευμένου άγχους και αγχωδών διαταραχών.

Στην προσπάθειά της έρευνας να λάβει υπόψη και κοινωνικο-οικονομικούς παράγοντες που ενδεχομένως συμβάλλουν στην ανάπτυξη της ψυχοπαθολογίας, βρέθηκε ότι η ανεργία -από την οποία υποφέρει το ένα τέταρτο της Ελλάδας- σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά εμφάνισης ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων, ιδιαίτερα των καταθλιπτικών. Η ακριβής σχέση του παράγοντα της ανεργίας και της ψυχοπαθολογίας αναμένεται να ερευνηθεί σε βάθος σε μια μελλοντική δημοσίευση της ίδιας επιστημονικής ομάδας.

Σε γενικές γραμμές βλέπουμε ότι τα ποσοστά ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων στη χώρα μας είναι στα ίδια επίπεδα με αυτά της υπόλοιπης Ευρώπης. Κύριο ψυχιατρικό σύμπτωμα στην ελληνική κοινωνία φαίνεται πως είναι οι αγχώδεις και καταθλιπτικές διαταραχές, όπως ακριβώς βλέπουμε ότι συμβαίνει και στον υπόλοιπο κόσμο[2]. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον βεβαίως παρουσιάζει η συσχέτιση μεταξύ ανεργίας και ανάπτυξης ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων, αν και πρέπει να τονίσουμε ότι η έρευνα έγινε τέλη του 2009, στις αρχές δηλαδή της ελληνικής οικονομικής κρίσης. Θα είχε ενδιαφέρον εάν είχαμε δεδομένα από το 2011 και έπειτα, όταν η οικονομική ύφεση άρχισε να βαθαίνει επικίνδυνα και η ανεργία να εκτοξεύεται σε δυσθεώρητα ύψη. Μια σύγκριση μεταξύ της προ-κρίσης και μετά-κρίσης εποχών θα έδειχνε εμμέσως τον ψυχολογικό αντίκτυπο του γενικότερου ασταθούς οικονομικού, κοινωνικού και πολιτικού κλίματος που αντιμετωπίζει η χώρα μας.

Τέλος, ένα σημείο της έρευνας που προσωπικά με προβληματίζει ιδιαίτερα είναι τα υψηλότατα ποσοστά μη συμμετοχής στην έρευνα. Οι μισοί συμμετέχοντες αρνήθηκαν να απαντήσουν στα ερωτηματολόγια. Υποψιάζομαι ότι η πιο πιθανή αιτία είναι η έλλειψη ενημέρωσης γύρω από θέματα ψυχικής υγείας και ο γενικότερος στιγματισμός που επικρατεί γύρω από αυτά τα θέματα, τα οποία θεωρούνται ταμπού από μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού. Μια σύγχρονη ευρωπαϊκή χώρα θα έπρεπε να διαθέτει ένα καλά δομημένο σύστημα ψυχικής υγείας, το οποίο να έχει καταφέρει να έρθει κοντά στον απλό, καθημερινό πολίτη και να τον ενημερώσει σωστά, αντικειμενικά και χωρίς διαστρεβλώσεις για τον ορισμό και την σημαντικότητα της ψυχικής υγείας, με απώτερο σκοπό την πρόληψη και την έγκαιρη διάγνωση των ψυχικών διαταραχών.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Skapinakis, P., Bellos, S., Koupidis, S., Grammatikopoulos, I., Theodorakis, P. N., & Mavreas, V. (2013). Prevalence and sociodemographic associations of common mental disorders in a nationally representative sample of the general population of Greece. BMC Psychiatry, 13(1), 163. doi:10.1186/1471-244X-13-163 []
  2. Cross-national comparisons of the prevalences and correlates of mental disorders. Bulletin of the World Health Organization, 78(4), 413-426. []
07 Δεκ

Συμμετοχή σε έρευνα για το πένθος

Η Έφη Μπόνη, φοιτήτρια Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αναζητεί συμμετέχοντες για την πτυχιακή της εργασία η οποία έχει ως θέμα το πένθος και το άγχος θανάτου. Όσοι θέλουν να λάβουν μέρος το μόνο που έχουν να κάνουν είναι να συμπληρώσουν ένα online ερωτηματολόγιο πολλαπλών επιλογών το οποίο περιέχει ερωτήσεις γύρω από το πένθος.

Προϋπόθεση για τη συμμετοχή στην έρευνα είναι ο συμμετέχοντας να έχει χάσει κάποιον κοντινό πρόσωπο πρώτου βαθμού τα τελευταία πέντε χρόνια.

Όσοι καλύπτετε την παραπάνω προϋπόθεση και επιθυμείτε να βοηθήσετε μια νεαρή φοιτήτρια να ολοκληρώσει την έρευνά της, δεν έχετε παρά να συμπληρώσετε το ερωτηματολόγιο της έρευνας. Η όλη διαδικασία διαρκεί περίπου 10-15 λεπτά.

Πληροφορίες: Έφη Μπόνη (effie.21.11@gmail.com)

Εισαγωγική Εικόνα