09 Αυγ 2015

Διασχιστικές Διαταραχές (Διασχιστική Αμνησία, Φυγή και Αποπροσωποποίηση)

Οι διασχιστικές διαταραχές[1] (άλλως παλαιότερα αποσυνδετική υστερία) συνιστούν ένα εντυπωσιακό είδος νευρώσεων, που χαρακτηρίζεται από κάποια διαταραχή στην ταυτότητα ή συνείδηση εαυτού του ατόμου. Αυτό σημαίνει πως το άτομο χάνει, με κάποιον από τους ποικίλους τρόπους έκφανσης της διαταραχής, την ικανότητα να διατηρήσει μια ενιαία ή αρτιμελής προσωπικότητα. Η αποσύνδεση εντοπίζεται είτε με τη μορφή αμνησίας (διασχιστική αμνησία, παλιότερα ψυχογενής αμνησία), είτε με τη διάσχιση της προσωπικότητας, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως ανάληψη νέας ταυτότητας και φυγής (διασχιστική φυγή, παλαιότερα ψυχογενής φυγή) ή ως εναλλαγή μεταξύ διαφόρων “προσωπικοτήτων” στο ίδιο άτομο (διασχιστική διαταραχή ταυτότητας (παλαιότερα διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας). Τέλος, η διάσχιση μπορεί να λάβει τη μορφή αποστασιοποίησης από τον εαυτό του, οπότε γίνεται λόγος για αποπροσωποποίηση ή να λάβει μια μορφή που μολονότι συνιστά διάσχιση, δεν μπορεί να αναχθεί σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες (διασχιστική διαταραχή μη-προσδιοριζόμενη αλλιώς).

Οι διασχιστικές διαταραχές αποδίδονται γενικά στην πίεση που προκαλεί η ύπαρξη ενός ισχυρού και παρατεταμένου άγχους. Η ψυχική σύγκρουση που προκαλείται συνήθως από κάποιο ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός ή κατάσταση έχει ως επακόλουθο την εκδήλωση τέτοιων συμπτωμάτων, ως μία προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία. Τα συμπτώματα είναι κατά κανόνα προσωρινά, και εφόσον διατηρείται η αγχώδης κατάσταση, επαναληπτικά και δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια (π.χ. αμνησία εξαιτίας κάποιου χτυπήματος στο κεφάλι) . Ωστόσο, με την ομαλοποίηση της ζωής του αρρώστου, παύουν και γενικά δεν προκαλούν κάποια μόνιμη βλάβη.

Λόγω του ότι το σύμπτωμα συνδέεται με την αντιμετώπιση της αγχώδους κατάστασης, ο άρρωστος, όπως συμβαίνει και με τη μετατρεπτική υστερία, δεν νιώθει να ενοχλείται. Εμφανίζεται έτσι η παρατηρούμενη στις υστερικές διαταραχές “μακάρια αδιαφορία” (belle indifference[2] ). Επακόλουθο είναι ο άρρωστος να έχει ελάχιστη προθυμία για ψυχιατρική βοήθεια, και για τον λόγο αυτό προτιμάται μια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία και χορήγηση ψυχοφαρμάκων για την αντιμετώπιση του άγχους.

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή και την αποπροσωποποίηση (την διασχιστική διαταραχή ταυτότητας την είδαμε σε άλλο άρθρο).

Η διασχιστική αμνησία (πρώην ψυχογενής αμνησία) χαρακτηρίζεται από μια απώλεια σημαντικών πληροφοριών (όπως π.χ. το όνομα, οικογένεια, επάγγελμα) και γεγονότων, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως απλή λησμοσύνη (όπως π.χ. όταν κάποιος δεν μπορεί να θυμηθεί κάποιες πληροφορίες επειδή ήταν αφηρημένος). Η αμνησία συνήθως περιλαμβάνει και οφείλεται σε ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός (ως επί το πλείστον πολεμικές μάχες, φυσικές καταστροφές, σεξουαλική κακοποίηση, απόπειρες αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας). Λόγω του ανυπόφορου του γεγονότος, το άτομο αντιδρά χάνοντας αναμνήσεις του εαυτού του, οι οποίες μπορεί να έχουν μικρή ή μεγάλη έκταση.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν πέντε ευρεία σχήματα απώλειας μνήμης σε αυτή τη διαταραχή. Συνηθέστερη μορφή είναι η περιγεγραμμένη (εντοπισμένη) αμνησία, η οποία χαρακτηρίζεται από αδυναμία μνημονικής ανάκλησης όλων των γεγονότων μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, που καλύπτει συνήθως όλη την τραυματική εμπειρία μέχρι και λίγες ημέρες έπειτα (π.χ. σε μια σεισμική καταστροφή που το άτομο χάνει όλη την οικογένειά του, δεν θυμάται τίποτα από το γεγονός μέχρι να περάσουν μερικές ημέρες). Μια άλλη μορφή είναι η εκλεκτική αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά ορισμένα αλλά όχι όλα τα γεγονότα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, διατηρώντας στη μνήμη του ορισμένα τμήματά της (π.χ. σε μια σεξουαλική κακοποίηση, το άτομο θυμάται το μέρος που συνέβη ή τη διαδρομή που διέφυγε αλλά όχι το πρόσωπο ή την ταυτότητα του δράστη). Πιο σπάνιες μορφές είναι η γενικευμένη αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα σχετικά με τη ζωή του (πλήρης αδυναμία μνημονικής ανάκλησης), η συνεχής αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα από μία στιγμή και έπειτα, μέχρι το παρόν, και η συστηματοποιημένη αμνησία, όπου το άτομο δεν μπορεί να ανακαλέσει πληροφορίες που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία (π.χ. πληροφορίες σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση). Οι τρεις τελευταίες μορφές ενδέχεται να συσχετίζονται και με άλλες μορφές διασχιστικής διαταραχής.

Η αμνησία είναι συνήθως παροδική, και ειδικά εφόσον δεν είναι χρόνια, επανέρχεται ξαφνικά, ύστερα από κάποιες εβδομάδες μέχρι κάποιους μήνες. Για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται συνήθως θεραπευτική επέμβαση. Σε περίπτωση που η αμνησία είναι γενική, ο άρρωστος αποπροσανατολίζεται, μην μπορώντας να προσδιορίσει το ποιος ή πού είναι, και επικρατεί μια σύγχυση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια άσκοπη περιπλάνηση. Στο στάδιο αυτό, αδυνατεί να αναγνωρίσει συγγενικά πρόσωπα, ενώ οικεία πρόσωπα και αντικείμενα δεν τον βοηθούν να θυμηθεί και ο ίδιος έχει επίγνωση της αμνησίας του.

Άλλη μορφή διασχιστικής διαταραχής είναι η διασχιστική φυγή (πρώην ψυχογενής φυγή). Ξαφνικά ένα άτομο αφήνει πίσω την οικογένεια και την εργασία του, και ξεκινά ένα απροσδόκητο ταξίδι μακριά από τον τόπο του. Το άτομο δεν θυμάται το παρελθόν του αλλά σε αντίθεση με τη διασχιστική αμνησία έχει μια αίσθηση προορισμού (και όχι άσκοπης περιπλάνησης), και μολονότι συνήθως υπάρχει σύγχυση της ταυτότητας, ενδέχεται να λάβει μια εξ ολοκλήρου νέα ταυτότητα (με μερική ή ολική απόρριψη της παλιάς και των κοινωνικών της σχέσεων). Η νέα αυτή ταυτότητα είναι πιο εξωστρεφής, με λιγότερες αναστολές και πιο ζωντανή. Το άτομο μπορεί να εμφανισθεί με νέο όνομα, προέλευση, επάγγελμα και να δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις. Η συμπεριφορά του δεν μαρτυρά την ύπαρξη μιας διαταραχής και για αυτό μπορεί να συνεχίσει στη νέα του ζωή για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις η διάρκεια είναι μικρή, οι κοινωνικές σχέσεις αποφεύγονται και το άτομο δεν αποκτά νέα ολοκληρωμένη ταυτότητα. Η ανάνηψη είναι όσο ξαφνική όσο ήταν και η εμφάνιση της διαταραχής. Για αυτό και πάλι δεν ακολουθείται συνήθως κάποια θεραπεία. Όπως και τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή μπορεί να προκαλέσει ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός, παρόμοιο με αυτά που αναφέρθηκαν.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η διασχιστική φυγή είναι ένας μερικός συνδυασμός της διασχιστικής αμνησίας και της διασχιστικής διαταραχής ταυτότητας, καθώς αφενός το άτομο απολύει τη μνήμη του παρελθόντος (γενικευμένη μορφή διασχιστικής αμνησίας) και αφετέρου δημιουργεί και υιοθετεί μια άλλη ταυτότητα, πιο απελευθερωμένη από ότι η προηγούμενη (δεύτερη ταυτότητα, η οποία δεν εναλλάσσεται αλλά είναι παροδική).

Τέλος, υπάρχει και η διασχιστική διαταραχή αποπροσωποποίησης. Η διαταραχή αυτή σχετίζεται με την αντίληψη και συνίσταται σε μια απότομη αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Το άτομο νιώθει αποξενωμένο από τον εαυτό του, σαν ένας εξωτερικός παρατηρητής και μπορεί να έχει το συναίσθημα ότι μέλη του σώματός του, συνήθως τα χέρια ή τα πόδια, έχουν μεγαλώσει ή μικρύνει. Μπορεί να αισθάνεται το σώμα του σαν ξένο, ότι κινείται σαν αυτόματο[3] ή σαν να βρίσκεται μέσα σε όνειρο.

Στο ίδιο πλαίσιο αλλά με διαφορετικό το αντικείμενο της διαταραχής είναι η αποκαλούμενη αποπραγματοποίηση. Επίκεντρο εδώ της αποξένωσης είναι ο εξωτερικός κόσμος και μπορεί να εκδηλωθεί ως αντικείμενα που αλλάζουν σχήμα ή μέγεθος, πρόσωπα που δείχνουν πεθαμένα ή ότι λειτουργούν αυτόματα, δημιουργώντας μια αίσθηση μη πραγματικού του περιβάλλοντος. Ακόμη, η διαταραχή μπορεί να αναφέρεται στην αίσθηση του χρόνου, με ηπιότερα και συνηθέστερα συμπτώματα τα ντεζά βυ και ντεζά βεκύ, όπου δίνεται η εντύπωση πως κάτι που βλέπει ή ζει το άτομο έχει συμβεί κάποτε στο παρελθόν. Η διαταραχή αυτή συμβαίνει συχνότερα σε νεαρές ηλικίες.

Συνήθως το άτομο νιώθει ότι δεν ελέγχει τις πράξεις του και γιαυτό περιέρχεται σε έναν φόβο τρέλας, παρόλο που ο άρρωστος εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο των πράξεων του και δεν αποβάλλει το λογικό του ή τον προσανατολισμό του. Ακόμη τα συμπτώματα συνοδεύονται από έντονο άγχος ή και κατάθλιψη και για τον λόγο αυτό μπορεί να χορηγηθούν και αντικαταθλιπτικά. Η πορεία της διαταραχής είναι κατά κανόνα χρόνια και χαρακτηρίζεται από εξάρσεις και υφέσεις ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής του ατόμου (π.χ. έντονο άγχος μπορεί να οδηγήσει σε εντονότερη εμφάνιση συμπτωμάτων).

Βλέπετε επίσης:

  • Πέτρος Χαρτοκόλλης, Εισαγωγή στην ψυχιατρική, δεύτερη έκδοση, εκδ. Θεμέλιο, 1989
  • Psychologia.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Iatronet.gr – Τάκης Χ. Νικόλαος, Αγγελοσοπούλου Αργυρώ, “Αποσυνδετικές (Διασχιστικές) Διαταραχές”
  • Psyhotherapia.blogspot.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Psychcentral.com – In-Depth: Understanding Dissociative Disorders

Εισαγωγική Φωτογραφία

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Εισηγητής της έννοιας της νοητικής διάσχισης υπήρξε ο Pierre Janet (19ος αιώνας). Μετέπειτα, με την διασχιστική διαταραχή που νοούνταν ως μορφή της υστερίας ασχολήθηκε και ο Freud. []
  2. Η έννοια εισήχθη από τον Σαρκώ. []
  3. Ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με το πολύ πιο ακραίο και σπάνιο φαινόμενο της αυτοσκοπίας που παρατηρείται στις σχιζοφρένειες, όπου εκεί πλέον ο άρρωστος βλέπει οπτικά τον εαυτό του σαν να είναι ένα άλλο άτομο, και το οποίο συνιστά παραίσθηση. Γενικά η αποπροσωποίηση στη διασχιστική διαταραχή διαφέρει από αυτή στις σχιζοφρένειες στο ότι στην πρώτη δεν χάνεται ο έλεγχος των πράξεων, καθώς δεν αποσυντίθεται το εγώ αλλά είναι δυστονική προς το εγώ. []
10 Νοέ 2011

Αμνησία μετά από τραυματικό γεγονός: το βιολογικό υπόβαθρο

Η ανθρώπινη μνήμη είναι στενά συνδεδεμένη με τα συναισθήματα. Τείνουμε να θυμόμαστε πιο εύκολα γεγονότα τα οποία έχουν κάποιο συναισθηματικό φορτίο, είτε αυτό είναι θετικό είτε αρνητικό. Οι περισσότεροι θα θυμόσασταν που βρισκόσασταν όταν μάθατε για κάποιον ξαφνικό θάνατο κάποιου συγγενικού σας προσώπου ή τα γεγονότα που έλαβαν χώρα όταν σαν έκαναν ένα πάρτι έκπληξη (εγώ τουλάχιστον ακόμη θυμάμαι το «πάρτι» που οργάνωσαν οι συμφοιτητές μου για τα γενέθλιά μου στο πρώτο έτος της σχολής μου).

Φυσικά σε κάποιες περιπτώσεις έντονα αρνητικά συναισθηματικά γεγονότα μπορούν να οδηγήσουν προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση: την αμνησία. Η μη πρόσβαση σε αποθηκευμένες πληροφορίες που μπορεί να μας στεναχωρήσουν και να απειλήσουν το εγώ μας ουσιαστικά μας προστατεύει, τουλάχιστον προσωρινά. Τραυματικά γεγονότα όπως βιασμός, απόπειρα δολοφονίας ή ξυλοδαρμός μπορεί να προκαλέσουν απώλεια μνήμης. Ο βαθμός της αμνησίας μπορεί να διαφέρει από άτομο σε άτομο και από γεγονός σε γεγονός. Το ίδιο γεγονός εκλαμβάνεται διαφορετικά ανάλογα με την προσωπικότητα του ατόμου, τις αντικειμενικές περιβαλλοντικές συνθήκες κ.τ.λ. Έτσι, η απώλεια μνήμης μπορεί να είναι προσωρινή και να διαρκέσει από μερικές ώρες έως μερικούς μήνες ή και μόνιμη, οπότε μπορεί να διαρκέσει για πιο μεγάλα χρονικά διαστήματα (ίσως και ολόκληρη τη ζωή του ατόμου). Στις πιο δύσκολες περιπτώσεις η αμνησία μπορεί να πάρει μεγαλύτερες διαστάσεις με αποτέλεσμα το άτομο να ξεχνάει ακόμη και βασικά στοιχεία της ταυτότητάς του.

Ένα κεντρικό ερώτημα λοιπόν στο θέμα της αμνησίας μετά από ένα τραυματικό γεγονός είναι το γιατί κάποιοι είναι πιο ευάλωτοι από άλλους.

Είναι τα γονίδια;

Οι τελευταίες έρευνες πάνω στην νευροψυχολογία και την βιολογία του άγχους προσπαθούν να ρίξουν φως πάνω στο θέμα της ευαισθησίας της μνήμης μετά από τραυματικά γεγονότα. Σε μια έρευνα του Dr Strange του Wellcome Trust Center for Neuroimaging στο Λονδίνο εστίασαν πάνω στον ρόλο των γονιδίων 5-HTTLPR τα οποία είναι υπεύθυνα για την σωστή μεταφορά του νευροδιαβιβαστή σεροτονίνη στον εγκέφαλο[1] . Άτομα με ανωμαλίες στο συγκεκριμένο γονίδιο είναι πιο πιθανό να παρουσιάσουν κατάθλιψη μετά από ένα τραυματικό γεγονός, να αναπτύξουν Μετατραυματικό Στρες (PTSD), και να παρουσιάζουν αυξημένα επιπεδα άγχους γενικότερα.

Οι ερευνητές θέλησαν να δουν εάν οι ανωμαλίες σε αυτό το γονίδιο είναι το κλειδί το οποίο συνδέει την μνήμη με την ανάπτυξη άγχους (και κατ’ επέκταση οδηγεί στην αμνησία). Γι’ αυτό το λόγο σχεδίασαν ένα πείραμα στο οποίο οι συμμετέχοντες καλούνταν να απομνημονεύσουν μια σειρά από λέξεις. Οι λέξεις που καλούνταν να απομνημονεύσουν ήταν 2 ειδών: ουδέτερες (παιδί, σκέψη, σπίτι κτλ) και συναισθηματικά αρνητικά φορτισμένες (βιασμός, καρκίνος, έκτρωση κτλ). Αυτό που βρήκαν είναι ότι τα άτομα με ανωμαλίες στο γονίδιο 5-HTTLPR δυσκολευόντουσαν να θυμηθούν λέξεις που παρουσιάστηκαν πριν από τις συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις, τουλάχιστον περισσότερο σε σχέση με άτομα με «κανονικό» γονίδιο 5-HTTLPR.

Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής μπορούν να αξιοποιηθούν για την ερμηνεία της αναδρομικής αμνησίας όπου το άτομο ξεχνάει κάτι που έγινε πριν ένα τραυματικό γεγονός αλλά θυμάται αρκετές λεπτομέρειες από το ίδιο το τραυματικό γεγονός (κατ’ αναλογία με τα τους συμμετέχοντες που ξεχνούσαν τις λέξεις πριν τις συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις, αλλά όχι τις ίδιες τις συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις). Φυσικά το συγκεκριμένο γονίδιο δεν μπορεί να εξηγήσει όλες τις μορφές αμνησίας μετά από τραυματικό γεγονός, αλλά σίγουρα υπογραμμίζει το βιολογικό υπόβαθρο στις περιπτώσεις αυτές.

Ο ρόλος της αμυγδαλής

Όπως έχουμε πει και στο παρελθόν, η αμυγδαλή είναι ένα από τα συναισθηματικά κέντρα του εγκεφάλου. Βρίσκεται στο επίπεδο των κροταφικών λοβών και παίζει σημαντικό ρόλο στην εκδήλωση συναισθημάτων και στην δημιουργία αναμνήσεων βάσει συναισθηματικών γεγονότων. Η αμυγδαλή έχει άμεσες συνδέσεις με μια άλλη πολύ σημαντική περιοχή του εγκεφάλου, τον ιππόκαμπο, ο οποίος μεταξύ άλλων σχετίζεται με την δημιουργία καταχωρήσεων στην μακρόχρονη μνήμη. Υπό κανονικές συνθήκες η αμυγδαλή αυξάνει τη λειτουργία του ιπποκάμπου με αποτέλεσμα την δημιουργία μακροχρόνιων μνημών με συναισθηματικό περιεχόμενο. Όταν όμως η αμυγδαλή υπερλειτουργεί, όπως συμβαίνει κατά τη διάρκεια έντονων συναισθηματικών γεγονότων, τότε αναστέλλει την λειτουργία του ιπποκάμπου, με αποτέλεσμα να μην δημιουργούνται μακροχρόνιες μνήμες.

Άλλες έρευνες πάνω στο γονίδιο 5-HTTLRP έδειξαν ότι άτομα με ανωμαλίες στο εν λόγω γονίδιο παρουσιάζουν αυξημένα επίπεδα λειτουργίας της αμυγδαλής σε τραυματικά γεγονότα, κάτι που μπορεί να εξηγήσει την δυσκολία τους να δημιουργήσουν μνήμες κατά τη διάρκεια ενός τραυματικού γεγονότος. Και πάλι όμως αυτή η εξήγηση δεν είναι αρκετή. Δεν καλύπτει τις περιπτώσεις όπου η αμνησία επεκτείνεται και σε γεγονότα που έγιναν μετά το τραυματικό γεγονός ή –πολύ περισσότερο- τις περιπτώσεις απώλειας μνήμης βασικών στοιχείων ταυτότητας.

Οπότε;

Το ερώτημα της ευαλωτότητας κάποιων σε τραυματικά γεγονότα και ο λόγος της απώλειας μνήμης παραμένει ανοιχτό. Σίγουρα όμως φαίνεται πως η βιολογία είναι ένας βασικός πρωταγωνιστής. Γι’ αυτό άλλωστε οι φαρμακευτικές εταιρείες συνεχίζουν να δημιουργούν σκευάσματα που στοχεύουν στην καλύτερη εγκεφαλική λειτουργία ατόμων με απώλεια μνήμης.

Εικόνες

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Scientific American: The Amnesia Gene []
14 Οκτ 2011

Η ανθρώπινη μνήμη: φυσιολογική λειτουργία, φυσιολογία και διαταραχές

Φανταστείτε πως ξυπνάτε το πρωί σε ένα ξένο κρεβάτι, δίπλα σε έναν άγνωστο. Θέλετε σηκωθείτε να πιείτε ένα ποτήρι νερό, αλλά δεν γνωρίζετε που βρίσκεται η κουζίνα του σπιτιού. Θέλετε να φύγετε, αλλά δεν ξέρετε καν που βρίσκεστε ή προς τα που να πάτε. Σας ρωτάνε πως σας λένε και δεν γνωρίζετε την απάντηση. Κάπως έτσι θα έμοιαζε η ζωή σε κάποιον εάν είχε απώλεια μνήμης. Μπορεί να θεωρούμε την μνήμη ως κάτι δεδομένο, αλλά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε την σημαντικότητά της για την ζωή μας. Η ικανότητα να αποθηκεύουμε, να ανακτούμε αλλά και να συνδέουμε πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας τόσο για την επιβίωσή μας όσο και για την ανάπτυξη της προσωπικότητάς μας και την απόκτηση γνώσεων. Αυτό το οποίο μας δίνει την έννοια του εαυτού και της χρονικής συνέχειας της ίδιας μας της ύπαρξης είναι η δυνατότητα που έχουμε να ανακαλούμε ποιοι είμαστε, τι κάναμε στο παρελθόν αλλά και τι σχεδιάζουμε στο μέλλον. Εάν δεν μπορούσαμε να θυμόμαστε πληροφορίες γύρω από τον εαυτό μας και τις πράξεις μας, τότε θα χάναμε ένα σημαντικό κομμάτι της προσωπικότητάς μας. Για να καταλάβουμε πόσο σημαντική είναι η μνήμη, στη συνέχεια θα αναφερθούμε σε ορισμένα παραδείγματα μνημονικών διαταραχών τα οποία σκιαγραφούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον ρόλο αυτής της γνωστικής λειτουργίας στην καθημερινότητά μας.

Πριν περιγράψουμε τις μνημονικές διαταραχές, θα ήταν χρήσιμο να έχουμε υπόψην τον ορισμό της μνήμης αλλά και κάποιες βασικές θεωρητικές περιγραφές των μηχανισμών που σχετίζονται με αυτή. Παρόλο που όλοι καταλαβαίνουμε τι εννοούμε με τον όρο μνήμη, οι ειδικοί δυσκολεύονται να καταλήξουν σε έναν σαφή ορισμό ο οποίος να μπορεί να συμπεριλάβει όλες τις εκδοχές της. Μνήμη είναι και η ικανότητα να θυμόμαστε τι φάγαμε χθες, ποια είναι η πρωτεύουσα της Γαλλίας, πως δένουμε τα κορδόνια μας ή ποιος ήταν ο δεκαψήφιος αριθμός του τηλεφώνου που μόλις μας είπε κάποιος τον οποίο και πρέπει να αποθηκεύσουμε στο κινητό μας πριν τον ξεχάσουμε. Αντικειμενικά είναι εξαιρετικά δύσκολο να μπορέσει κανείς να εμβαθύνει και να εξηγήσει ταυτόχρονα όλους τους μνημονικούς μηχανισμούς που εμπλέκονται στα πιο πάνω παραδείγματα. Γι’ αυτό η σύγχρονη έρευνα πάνω στην μνήμη συνήθως επικεντρώνεται σε κάποιες συγκεκριμένες μορφές της οι οποίες κατηγοριοποιούνται κυρίως βάσει του συνολικού χρόνου αποθήκευσης πληροφοριών που επιτρέπουν. Τρεις πολύ βασικές κατηγορίες μνήμης είναι η Μακρόχρονη, η Βραχύχρονη και η Αισθητηριακή.

Είδη Μνήμης

Η Μακρόχρονη Μνήμη είναι αυτό το είδος μνήμης το οποίο μας επιτρέπει να αποθηκεύουμε πληροφορίες για ένα χρονικό διάστημα διάρκειας μερικών λεπτών έως και πάρα πολλών δεκαετιών ή ακόμη και για πάντα. Για παράδειγμα, για όσο ζούμε θα γνωρίζουμε ποια είναι/ήταν η μητέρα μας, που γεννηθήκαμε ή ποιοι είμαστε, εκτός φυσικά και αν έχουμε την ατυχία να αναπτύξουμε κάποιου είδους μνημονική διαταραχή. Η μακρόχρονη μνήμη χωρίζεται περεταίρω σε τρεις υποκατηγορίες, ανάλογα με το είδος των αποθηκευμένων πληροφοριών. Οι αυτοβιογραφικές μνήμες που περιγράψαμε πιο πάνω περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τον εαυτό μας όπως επίσης και για συμβάντα που έγιναν παρουσία μας: τα περσινά μας γενέθλια, τι φάγαμε χθες, που είχαμε πάει διακοπές τα Χριστούγεννα κτλ. Αυτού του είδους οι πληροφορίες αποθηκεύονται χάρη στους μηχανισμούς της λεγόμενης Επεισοδιακής Μνήμης. Η δεύτερη υποκατηγορία της Μακρόχρονης Μνήμης είναι η Σημασιολογική Μνήμη, στην οποία αποθηκεύονται άλλου τύπου πληροφορίες που μας είναι χρήσιμες ή ενδιαφέρουσες (π.χ. ποια είναι η πρωτεύουσα της Ισπανίας, ποιος είναι ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του αγαπημένου μας συγγραφέα, τι ώρα φεύγει το πλοίο μας κτλ). Τέλος, υπάρχει και η Διαδικαστική Μνήμη, η οποία είναι υπεύθυνη για την αποθήκευση και ανάκληση αυτοματοποιημένων διεργασιών (π.χ. πως δένουμε τα κορδόνια μας, πως κάνουμε ποδήλατο, πως υπογράφουμε κτλ). Όπως βλέπουμε, κάθε υποκατηγορία της Μακρόχρονης Μνήμης έχει ποιοτικές διαφορές από τις άλλες δύο, με κοινό παρονομαστή όμως την μακροχρόνια αποθήκευση πληροφοριών, είτε αυτές αναφέρονται σε προσωπικές αναμνήσεις, είτε σε κωδικοποιημένες πληροφορίες από τρίτες πηγές.

Αυτός ακριβώς ο παρονομαστής αλλάζει στη δεύτερη μεγάλη κατηγορία μνήμης: την Βραχύχρονη Μνήμη. Φανταστείτε τον ανθρώπινο εγκέφαλο σαν ένα μεγάλο υπολογιστή που δέχεται δεδομένα, τα επεξεργάζεται και -ορισμένες φορές- τα αποθηκεύει. Εάν σε αυτήν την εικόνα υποθέσουμε πως η Μακρόχρονη Μνήμη είναι ο σκληρός δίσκος, τότε μπορούμε να πούμε πως η Βραχύχρονη Μνήμη ταυτίζεται με τη μνήμη RAM, η οποία έχει πεπερασμένη χωρητικότητα και αξιοποιείται αποκλειστικά και μόνο για πρόσκαιρη αποθήκευση δεδομένων τα οποία είναι ακόμη υπό επεξεργασία. Εάν τα δεδομένα αυτά δεν αποθηκευτούν στην Μακρόχρονη Μνήμη, τότε απλά χάνονται, όπως ακριβώς συμβαίνει και στο παράδειγμα του υπολογιστή εάν πέσει το ρεύμα και δεν έχουμε αποθηκεύσει τις αλλαγές που έχουμε κάνει σε ένα έγγραφο. Η διάρκεια ζωής των πληροφοριών που αποθηκεύονται στην Βραχύχρονη Μνήμη κυμαίνεται από 30 δευτερόλεπτα έως λίγα λεπτά. Για να καταλάβουμε πως λειτουργεί η Βραχύχρονη Μνήμη φανταστείτε για παράδειγμα τι κάνουμε όταν θέλουμε να αποθηκεύσουμε έναν αριθμό τηλεφώνου που ακούμε προφορικά. Πολύ πιθανό να αρχίσουμε να επαναλαμβάνουμε –με εσωτερικό μονόλογο ή ακόμη και εξωτερικά- τον αριθμό έως ότου τον σημειώσουμε κάπου. Ή σκεφτείτε τι κάνουμε όταν έχουμε να λύσουμε μια πολύπλοκη μαθηματική πράξη δίχως μολύβι και χαρτί. Και στις δύο περιπτώσεις, προσπαθούμε να αποθηκεύσουμε προσωρινά κάποιες πληροφορίες τις οποίες αργότερα πολύ πιθανό να μην θυμόμαστε, εκτός και αν τις επαναλάβουμε τόσες φορές ή έχουν τέτοια σημασία για εμάς ώστε να αποθηκευτούν στην Μακρόχρονη Μνήμη. Υπάρχουν διάφορα μοντέλα που προσπαθούν να εξηγήσουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η Βραχύχρονη Μνήμη, φυσικά χωρίς απαραίτητα όλες οι θεωρίες να συμφωνούν μεταξύ τους. Σε γενικές γραμμές θα λέγαμε πως ο μηχανισμός της αποτελείται από δύο κυρίως μέρη: α)έναν “επεξεργαστή” ο οποίος φιλτράρει τα δεδομένα που δέχεται το σύστημα, κάνει αναλύσεις επί των δεδομένων αυτών και αποθηκεύει κάποια από αυτά και β)μια προσωρινή αποθήκη δεδομένων στην οποία αποθηκεύονται προσωρινά το αποτέλεσμα της πιο πάνω επεξεργασίας.

Τέλος, υπάρχει και η Αισθητηριακή Μνήμη, η οποία έχει την μικρότερη διάρκεια ζωής σε σχέση με την Μακρόχρονη και τη Βραχύχρονη Μνήμη. Η Αισθητηριακή Μνήμη αποθηκεύει αισθητηριακά δεδομένα για λίγα κλάσματα του δευτερολέπτου, ίσα-ίσα όσο χρειάζεται έως ότου χρησιμοποιηθούν από ανώτερα εγκεφαλικά κέντρα. Χάρη στην Αισθητηριακή Μνήμη αντιλαμβανόμαστε την κίνηση, αποφεύγουμε αντικείμενα που έρχονται κατά πάνω μας ή πατάμε έγκαιρα το φρένο στο κόκκινο. Ουσιαστικά πρόκειται για τον προθάλαμο πριν την εισαγωγή δεδομένων στην Βραχύχρονη Μνήμη, η οποία είναι ο αντίστοιχος προθάλαμος της Μακρόχρονης Μνήμης. Για να καταλάβουμε πως λειτουργεί η Αισθητηριακή Μνήμη αρκεί να αναλύσουμε το παράδειγμα της αντίληψης της κίνησης. Οι οπτικοί νευρώνες, όπως όλοι οι νευρώνες του εγκεφάλου, λειτουργούν με τη μέθοδο 0/1, δηλαδή είτε πυροδοτούν είτε όχι, παίρνοντας ουσιαστικά “φωτογραφίες” των όσων συμβαίνουν γύρω μας. Χάρη στην ικανότητα του εγκεφάλου να αποθηκεύει αισθητηριακά δεδομένα, οι στατικές εικόνες μένουν στην μνήμη μας έως ότου έρθουν νέες στατικές εικόνες οι οποίες και θα συγκριθούν με τις ήδη αποθηκευμένες ώστε ο εγκέφαλος να αποφασίσει όχι μόνο εάν έχει αλλάξει κάτι στο οπτικό μας πεδίο, αλλά και τι είναι αυτό. Εάν δεν υπήρχε η Αισθητηριακή Μνήμη τότε πολύ απλά θα ήταν αδύνατη η σύγκριση των δύο στατικών εικόνων και επομένως η αίσθηση της κίνησης των αντικειμένων στο περιβάλλον μας. Η αισθητηριακή μνήμη για παράδειγμα αχρηστεύεται όταν βρισκόμαστε μέσα σε ένα κλαμπ στο οποίο αναβοσβήνουν τα φώτα συνεχώς με σταθερό ρυθμό. Σε αυτή την περίπτωση ο εγκέφαλός μας λαμβάνει πολύ πιο αργά αισθητηριακές πληροφορίες από τα μάτια μας λόγω έλλειψης φωτός για κάποια κλάσματα του δευτερολέπτου. Τότε οι εικόνες γύρω μας μοιάζουν με καρέ στατικών φωτογραφιών επειδή ο εγκέφαλος χάνει την αισθητηριακή πληροφορία πριν έρθει η επόμενη (θυμηθείτε ότι η Αισθητηριακή Μνήμη έχει διάρκεια ζωής μερικών εκατοστών του δευτερολέπτου), κάτι που καθιστά αδύνατη τη σύγκριση των εικόνων και την δημιουργία της αίσθησης της κίνησης.

Μνήμη και Εγκέφαλος

Το μεγαλύτερο μυστήριο από όλα δεν είναι τόσο ο ακριβής θεωρητικός μηχανισμός βάσει του οποίου λειτουργούν τα διάφορα επίπεδα μνήμης, αλλά μάλλον το βιολογικό υπόβαθρό τους. Με άλλα λόγια, το μεγάλο ερώτημα που προσπαθούν να απαντήσουν οι επιστήμονες σήμερα είναι το που εδρεύει η μνήμη, ποιες εγκεφαλικές περιοχές σχετίζονται με αυτή αλλά και πως συνεργάζονται μεταξύ τους. Οι έρευνες σε αυτόν τον τομέα έχουν δείξει πως ο διαχωρισμός μεταξύ Μακρόχρονης και Βραχύχρονης Μνήμης αντικατοπτρίζεται και σε βιολογικό επίπεδο. Πειράματα με τη χρήση λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI) έχουν δείξει πως το επίκεντρο της εγκεφαλικής δραστηριότητας κατά την ενεργοποίηση της Βραχύχρονης Μνήμης εντοπίζεται στον πρόσθιο λοβό, ο οποίος εμπλέκεται και σε μια σειρά από άλλες ανώτερες γνωστικές λειτουργίες, όπως ο έλεγχος της συμπεριφοράς και η αίσθηση της ταυτότητας. Όσο πιο δύσκολη είναι η δοκιμασία, τόσο μεγαλύτερη ενεργοποίηση υπάρχει στον πρόσθιο λοβό. Ανάλογα με τη στρατηγική που χρησιμοποιείται κατά την ενεργοποίηση της Βραχύχρονης Μνήμης, παρατηρείται και η εμπλοκή και άλλων εγκεφαλικών περιοχών. Για παράδειγμα, οι περιοχές Wernicke και Broca δραστηροποιούνται έντονα όταν γίνεται χρήση της λεκτικής επανάληψης -εσωτερικής και εξωτερικής- των στοιχείων προς απομνημόνευση, ενώ ο οπτικός φλοιός (οπίσθιος λοβός) όταν προσπαθούμε να απομνημονεύσουμε ένα οπτικό/χωρικό στοιχείο (π.χ. σε ποιο μέρος του οπτικού μας πεδίου εμφανίστηκε ένα οπτικό ερέθισμα πριν λίγα δευτερόλεπτα).

Η Μακρόχρονη Μνήμη από την άλλη φαίνεται πως εδρεύει σε πιο “βαθιές” εγκεφαλικές περιοχές, όπως ο ιππόκαμπος, ο οποίος βρίσκεται στο εσωτερικό του εγκεφάλου. Ο ιππόκαμπος είναι μια πολύ σημαντική εγκεφαλική περιοχή με πολλαπλές λειτουργίες, και συνήθως έχει έναν συντονιστικό ρόλο ανάμεσα σε άλλες περιοχές που συνδέονται άμεσα ή έμεσα με αυτόν. Στην περίπτωση της Μακρόχρονης Μνήμης, ο ιππόκαμπος φαίνεται πως συνδέεει όλα τα διαφορετικά χαρακτηριστικά μιας ανάμνησης (π.χ. ήχους, εικόνες, μυρωδιές), μέσω της σύνδεσής του με τις οπτικές, οσφρητικές και ακουστικές περιοχές του εγκεφάλου. Βλέπουμε δηλαδή πως η Επεισοδιακή Μνήμη βασίζεται κυρίως στην λειτουργία του ιπποκάμπου για να μπορέσει να συνθέσει μια ολοκληρωμένη ανάμνηση από τα διαφορετικά κομμάτια που την αποτελούν. Λόγω της ιδιαίτερης λειτουργίας και της συνδεσμολογίας του ιππόκαμπου είμαστε σε θέση να ενεργοποιούμε αναμνήσεις απλά με την παρουσία κάποιου απλού ερεθίσματος (π.χ. κάποια μυρωδιά, εικόνα, σκέψη κ.α.). Είναι χαρακτηριστικός όμως και ο ρόλος του ιππόκαμπου σε χωροταξικές δραστηριότητες, όπως π.χ. πλοήγηση στον χώρο. Έχει βρεθεί πως ο ιππόκαμπος (κυρίως του δεξιού ημισφαιρίου) περιλαμβάνει μεταξύ άλλων και νευρώνες οι οποίοι κωδικοποιούν τον χώρο, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο έναν “εγκεφαλικό χάρτη” του χώρου. Όσο περισσότερο χρειάζεται κάποιος να κινείται, τόσο περισσότερο εξασκεί αυτούς τους νευρώνες και τόσο καλύτερος είναι σε χωροταξικές δοκιμασίες. Πριν λίγα χρόνια μάλιστα μια έρευνα στο Ηνωμένο Βασίλειο έδειξε πως οι οδηγοί ταξί του Λονδίνου έχουν κατά μέσο όρο σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος ιπποκάμπου σε σχέση με τον απλό πληθυσμό, κάτι που φαίνεται να οφείλεται στην συνεχή τους εξάσκηση με την πλοήγησή τους στους δρόμους της πόλης.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πάντως πως ο ιππόκαμπος σχετίζεται περισσότερο με την Επεισοδιακή Μνήμη και λιγότερο με την Σημασιολογική, καθώς όταν μία πληροφορία κωδικοποιηθεί στη Μακρόχρονη Μνήμη για μεγάλο χρονικό διάστημα η εγκεφαλική δραστηριότητα μεταφέρεται σταδιακά στον κροταφικό και στον πρόσθιο λοβό, οι οποίοι σχετίζονται με την ανάκτηση της μνήμης και την μετάφρασή της σε συνειδητή σκέψη, αντίστοιχα. Τέλος, μία τέταρτη σημαντική εγκεφαλική περιοχή που έχει το δικό της διακριτό ρόλο στην ενεργοποίηση αποθηκευμένων πληροφοριών είναι η αμυγδαλή, μια περιοχή του λεγόμενου λιμβυκού συστήματος το οποίο διαχειρίζεται τα συναισθήματα. Η αμυγδαλή είναι αυτή η περιοχή η οποία συνδέει αναμνήσεις με διάφορα συναισθήματα. Έτσι, εάν βρεθούμε σε μια κατάσταση η οποία μας δημιουργεί έντονα συναισθήματα –θετικά ή αρνητικά- τα οποία έχουμε ξαναβιώσει στο παρελθόν, η αμυγδαλή ανασύρει αυτή τη μνήμη και την φέρνει ξανά στο συνειδητό επίπεδο.

Είναι σημαντικό να σημειώσουμε πως οι αυτοματοποιημένες μνήμες που κωδικοποιούνται με τον μηχανισμό της Διαδικαστικής Μνήμης δεν σχετίζονται καθόλου με τη λειτουργία του ιπποκάμπου, του πρόσθιου λοβού, του κροταφικού λοβού και της αμυγδαλής που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Επειδή ακριβώς πρόκειται για αποθηκευμένες αυτοματοποιημένες κινήσεις δεν απαιτούν ενεργοποίηση του βασικού μνημονικού συστήματος. Αντίθετα, αυτές οι μνήμες εδρεύουν σε πιο “πρωτόγονες” περιοχές που σχετίζονται αποκλειστικά με την ενεργοποίηση και τον συντονισμό των κινήσεων. Αυτές περιλαμβάνουν την παρεγκεφαλίδα, τα βασικά γάγγλια και τον κινητικό φλοιό. Λόγω ακριβώς της διαφορετικής φύσης και έδρας της διαδικαστικής μνήμης η αμνησία ή άλλες μνημονικές διαταραχές δεν φαίνεται πως την επηρεάζουν ιδιαίτερα. Έτσι, για παράδειγμα, ένας αμνησιακός ασθενής μπορεί ακόμη να καβαλήσει ποδήλατο ή να δέσει τα κορδόνια του.

Διαταραχές Μνήμης

Παρόλο που η πιο γνωστή μορφή μνημονικής διαταραχής στο ευρύ κοινό είναι η αμνησία, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε πως υπάρχουν διάφορα είδη αμνησίας και πολλές άλλες μνημονικές διαταραχές διαφορετικής φύσεως. Ο τύπος της αμνησίας που γνωρίζουν οι περισσότεροι είναι προφανώς η αναδρομική αμνησία στην οποία ο πάσχων δεν μπορεί να ανακαλέσει μνήμες που έλαβαν χώρα πριν την έναρξη της διαταραχής, αλλά παρόλα αυτά δεν έχει χάσει την ικανότητά του να διαμορφώνει νέες μνήμες. Σε αυτή την περιπτωση αμνησίας η μνήμη που επηρεάζεται περισσότερο είναι η Σημασιολογική Μνήμη και όχι η Επεισοδιακή, πράγμα που σημαίνει πως το άτομο είναι σε θέση να γνωρίζει βασικές πληροφορίες για τον εαυτό του. Τα πιο συνήθη αίτια της αναδρομικής αμνησίας είναι ο τραυματισμός του κεφαλιού (και κατ’ επέκταση του εγκεφάλου) και το εγκεφαλικό επεισόδιο, γεγονότα τα οποία δημιουργούν βλάβη στις εγκεφαλικές περιοχές που είναι υπεύθυνες για την αποθήκευση των μνημών με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η ανάκλησή τους. Η προχωρητική αμνησία είναι το ακριβώς αντίθετο από την αναδρομική. Σε αυτή την περίπτωση ο ασθενής θυμάται τα πάντα πριν την έναρξη της αμνησίας, αλλά δεν μπορεί να δημιουργήσει νέες μνήμες. Σε αυτή την περίπτωση συνήθως οι ασθενείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν την Βραχύχρονη Μνήμη τους, αλλά οι πληροφορίες δεν αποθηκεύονται ποτέ στην Μακρόχρονη Μνήμη, με αποτέλεσμα να χάνονται μετά από λίγα λεπτά. Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, λόγω της διαφορετικής φύσης της Διαδικαστικής Μνήμης, οι ασθενείς με προχωρητική αμνησία είναι σε θέση να αποκτήσουν νέες δεξιότητες χωρίς κανένα απολύτως πρόβλημα.

Μία από τις πιο σοβαρές μορφές αμνησίας είναι η γενικευμένη αμνησία , στην οποία το άτομο έχει σχεδόν ολοκληρωτική απώλεια μνήμης, συμπεριλαμβανομένης της Σημασιολογικής και της Επεισοδιακής. Σε αυτή την περίπτωση ο πάσχων αδυνατεί να ανακαλέσει ακόμη και βασικές αυτοβιογραφικές πληροφορίες (ποιος είναι, που γεννήθηκε, ποιοι είναι οι γονείς του κ.α.). Το ευχάριστο με την γενικευμένη αμνησία είναι πως συνήθως διαρκεί από λίγες ώρες έως λίγες ημέρες, καθώς σταδιακά οι μνήμες αρχίζουν και επανέρχονται. Τα αίτια αυτής της αμνησίας παραμένουν γενικά άγνωστα, αλλά σχετίζονται με το βίωμα πολύ τραυματικών εμπειριών και την ύπαρξη έντονου άγχους. Τέλος, υπάρχει ένας ακόμη σοβαρός τύπος αμνησίας, η αποσυνδετική αμνησία. Σε αυτή την περίπτωση το άτομο κρατάει ανέπαφες τις μνήμες από το παρελθόν του, αλλά χάνει όλες τις πληροφορίες που σχετίζονται με ταυτότητά του. Έτσι, ο πάσχων παρόλο που ξέρει τα πάντα για όλα όσα συνέβησαν στο παρελθόν, δεν γνωρίζει ποιος είναι. Και σε αυτή την περίπτωση τα αίτια επικεντρώνονται κυρίως σε τραυματικά γεγονότα και ύπαρξη έντονου άγχους. Από όλα τα είδη αμνησίας, τα πιο σοβαρά είναι αυτά που προκαλούνται από φυσικά αίτια και όχι αυτά που προκαλούνται από ψυχολογικούς παράγοντες. Όπως είναι φυσικό, ο τραυματισμός ενός κέντρου μνήμης ουσιαστικά καταστρέφει όλες τις πληροφορίες που ήταν αποθηκευμένες εκεί ή/και καθιστά φυσιολογικώς αδύνατη την εγγραφή νέων μνημών.

Υπάρχουν πολλά σύνδρομα και διαταραχές που σχετίζονται με προβλήματα σε κάποιον ή κάποιους μηχανισμούς μνήμης. Για παράδειγμα, οι ασθενείς με Αλτσχάιμερ (είδος γεροντικής άνοιας) ή με σύνδρομο Κορζακώφ (είδος άνοιας που οφείλεται κυρίως στην χρόνια κατανάλωση αλκοόλ) ανάμεσα σε άλλα συμπτώματα αναπτύσουν και προβλήματα ανάκλησης μνημών από την Μακρόχρονη Μνήμη αλλά και προβλήματα διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων της Βραχύχρονης Μνήμης. Στην περίπτωση αυτών των συνδρόμων αυτό το οποίο συμβαίνει είναι πως νεκρώνονται οι νευρώνες μιας εγκεφαλικής περιοχής ή μια ολόκληρη νευρική οδός με αποτέλεσμα την καταστροφή των πληροφοριών ή την ανικανότητα ανάκλησής τους. Το ενθαρρυντικό είναι πως το σύνολο των ερευνών στον χώρο της γνωστικής και κλινικής ψυχολογίας φτάνουν στο συμπέρασμα πως η χρόνια εξάσκηση του εγκεφάλου με διάβασμα, λύση σταυρόλεξων, ακαδημαϊκή έρευνα κ.α. μπορεί να βοηθήσει σημαντικά τόσο στην αποτροπή ανάπτυξης κάποιας μορφής άννοιας, όσο και στην μείωση των συμπτωμάτων της εάν τελικά αυτή αναπτυχθεί.

Ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι ένα εκπληκτικά όμορφο εργαλείο υπεύθυνο για το σύνολο των ανθρώπινων ικανοτήτων και συμπεριφοράς, το οποίο έχει έναν τόσο περίπλοκο τρόπο λειτουργίας που ακόμη και η σημερινή τεχνολογία αιχμής αδυνατεί να αντιγράψει. Ένα από τα θαύματα που παρατηρούμε στον εγκέφαλο είναι και αυτό της αποθήκευσης αναμνήσεων που περιγράψαμε συνοπτικά σε αυτό το άρθρο. Παρόλο που δεν ήμαστε ακόμη 100% σίγουροι για τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλός μας καταφέρνει να συγκρατεί έναν τόσο τεράστιο όγκο πληροφοριών, μπορούμε να είμαστε σίγουροι για την σημαντικότητα αυτής της ικανότητας. Δίχως αναμνήσεις, δίχως την ικανότητα να σκεφτόμαστε στο εδώ και τώρα προσπαθόντας να λύσουμε ένα πρόβλημα θα χάναμε την ίδια την υπόστασή μας.

Φωτογραφίες

04 Ιούν 2009

Υπερμνησία: μια διαφορετική μνημονική διαταραχή

Υπερμνησία: μια διαφορετική μνημονική διαταραχήΣε ένα από τα προηγούμενα άρθρα είχαμε κάνει μια εισαγωγή στα διάφορα είδη ανθρώπινης μνήμης αλλά και στο φαινόμενο δημιουργίας ψεύτικων μνημών, τις λεγόμενες ψευδομνήμες. Είχαμε εξηγήσει πόσο εύκολο είναι -κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες- να αλλάξουμε την μακρόχρονη μνήμη κάποιου ή να δημιουργήσουμε νέες μνήμες εκ του μηδενός. Αυτό στο οποίο δεν έχουμε αναφερθεί ως τώρα είναι οι μνημονικές διαταραχές. Με τον όρο αυτό εννοούμε τις ψυχικές διαταραχές κατά τις οποίες ο ασθενής έχει προβλήματα ανάκλισης απομνημονευμένων στοιχείων ή γενικότερης διαχείρισης της μνήμης του. Η πιο γνωστή διαταραχή είναι η αμνησία όπου το άτομο δεν έχει πρόσβαση στις μνήμες που σχηματίστηκαν πριν ή μετά από κάποιο σοβαρό γεγονός που υπήρξε η αιτία της, όπως π.χ. τραυματισμός του εγκεφάλου ή κάποιο ισχυρό ψυχολογικό σοκ.

Παρόλο που οι μνημονικές διαταραχές γενικότερα είναι ένα ενδιαφέρον θέμα, στο σημερινό άρθρο θα ήθελα να αναφερθώ σε μια συγκεκριμένη, πρωτοφανή περίπτωση ενός ασθενούς ο οποίος αντιμετωπίζει μια περίεργη μνημονική δυσλειτουργία: δημιουργεί μόνος του αληθοφανείς ψεύτικες μνήμες τις οποίες πιστεύει ακράδαντα.

Η επιστημονική ομάδα του Δρ. Dalla Barba[1] σε ένα άρθρο τους στο Cortex περιγράφουν την κλινική κατάσταση του LM, ενός 68χρονου ασθενή που εισήχθη σε κλινική για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα μνήμης που του προκάλεσε το σύνδρομο Korsakoff, μετά από χρόνια -τουλάχιστον 3 δεκαετίες- κατάχρηση αλκοόλ. Είναι γνωστό πως το σύνδρομο Korsakoff καταστρέφει τους νευρώνες του εγκεφάλου με αποτέλεσμα οι περισσότεροι ασθενείς να παρουσιάζουν αμνησία, προβλήματα προσοχής, μειωμένη όραση και αποπροσανατολισμό στον χώρο και τον χρόνο[2] .

Ανάμεσα στις εξετάσεις που πέρασε ο LM απάντησε σε μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με τις μνημονικές του δυνατότητες, ώστε να προσδιοριστεί επακριβώς το πρόβλημα που αντιμετωπίζει. Σε αυτές τις εξετάσεις βρέθηκε κάτι αξιοπερίεργο. Ενώ η βραχύχρονη μνήμη του βρέθηκε να είναι άθικτη, η μακρόχρονη και συγκεκριμένα η σημασιολογική και η επεισοδιακή μνήμη του βρέθηκαν να παρουσιάζουν κάποια κενά. Με άλλα λόγια ο LM δεν μπορούσε να ανακαλέσει σωστά πολλές μνήμες που αφορούσαν τη ζωή του και την ζωή των γύρω του (π.χ. το επάγγελμα του γιού του, την χρονολογία, σημαντικά παγκόσμια γεγονότα). Το αξιοπερίεργο της κατάστασής του ήταν ότι παρόλο που δεν ήξερε την απάντηση στα ερωτήματα που του τίθονταν, ο LM απαντούσε ειλικρινά με εσφαλμένες απαντήσεις. Για παράδειγμα επέμενε πως η συνέντευξή του γινόταν στα τέλη Δεκεμβρίου, ενώ ο μήνας ήταν Απρίλιος, ανέφερε πως μετά την συνέντευξη θα πάει στο σπίτι να δει τηλεόραση με τη γυναίκα του, ενώ πριν λίγες μέρες είχε εισαχθεί στο Ινστιτούτο όπου και θα έμενε για τις επόμενες εβδομάδες ή μπέρδευε το επάγγελμα του αδερφού του με το επάγγελμα του γιου του.

Πέρα τούτου όμως ο LM δεν είχε πρόβλημα να δημιουργήσει ψεύτικες αληθοφανείς μνήμες για να απαντήσει σε ερωτήματα που οι περισσότεροι άνθρωποι θα απαντούσαν πολύ απλά με ένα «δεν θυμάμαι». Όταν τον ρωτούσαν τι έγινε σε μια συγκεκριμένη χρονιά πριν από πολλές δεκαετίες αυτός απαντούσε πολύ φυσικά πως είχαν γίνει μια σειρά από πολιτικά και ιστορικά γεγονότα τα οποία όμως στην πραγματικότητα είχαν συμβεί σε εντελώς διαφορετικό χρονικό διάστημα. Ο LM συνέχιζε να ανακαλεί ψευδείς μνήμες ακόμη και όταν η ερώτηση ήταν εξώφθαλμα αδύνατον να απαντηθεί σωστά. Επί παραδείγματι, τον ρώτησαν ποιος είχε πάρει ένα βραβείο κινηματογράφου στις Κάννες μια συγκεκριμένη χρονιά ή τι είχε φάει για μεσημεριανό μια συγκεκριμένη μέρα πριν 2 εβδομάδες, επέμενε και πάλι να δίνει απαντήσεις, ακόμη και αν αυτές ήταν λανθασμένες.

Παρόλο που οι ασθενείς που πάσχουν από το σύνδρομο Korsakoff πολύ συχνά παρουσιάζουν κενά μνήμης και προσπαθούν να καλύψουν αυτά τα κενά δημιουργώντας ψεύτικες μνήμες, αυτές είναι συνήθως πολύ περίεργες και καθόλου αληθοφανείς, σε αντίθεση με τον κ. LM. του οποίου οι απαντήσεις είχαν σχέση με πραγματικά γεγονότα και ακούγονταν λογικές. Επιπλέον, όταν ρωτηθούν για κάτι που είναι σίγουρο πως δεν γνωρίζουν την απάντηση, οι ασθενείς αυτοί απαντούν όπως και τα άτομα του φυσιολογικού πληθυσμού πως απλά δεν ξέρουν την απάντηση.

Όπως εξηγoύν και οι αρθρογράφοι του Neurophilosophy blog[3] οι ερευνητές προσπάθησαν να εξηγήσουν την δυσλειτουργία του LM ως πρόβλημα χρονικού αποπροσανατολισμού και αποσύνδεσης της συνειδητότητας από τα αντικείμενα. Όταν προσπαθούμε να ανακαλέσουμε ένα γεγονός ουσιαστικά προσπαθούμε να ανασύρουμε μια μνήμη η οποία συνδέεται με κάποια αντικείμενα, τα οποία βρίσκονται τοποθετημένα στον νου σε έναν χρονικό άξονα που περιλαμβάνει το παρελθόν, το παρόν ή ακόμη και τις προβλέψεις μας για το μέλλον. Το πρόβλημα του LM δεν είναι απλώς πως προσπαθεί να καλύψει τα μνημονικά κενά του με κάποιες ψεύτικες μνήμες, αλλά πως ανασύρει με τις μνήμες του λανθασμένα αντικείμενα που πράγματι βρίσκονται στον χρονικό του άξονα. Έτσι, ενώ δεν θυμάται (ή πολύ πιθανόν δεν ξέρει) τον σκηνοθέτη που κέρδισε ένα βραβείο στις Κάννες πριν κάποιες δεκαετίες, ο LM δίνει ως απάντηση ένα τυχαίο όνομα σκηνοθέτη ή όταν τον ρωτάνε ποιο είναι το επάγγελμα του αδερφού του, αυτός ανακαλεί το επάγγελμα του γιού του. Ουσιαστικά δηλαδή οι μνήμες μπορεί να είναι διαθέσιμες, αλλά τα αντικείμενά που συνδέονται με τις μνήμες συγχέονται μεταξύ τους.

Η περίπτωση αυτή μας δείχνει για μια ακόμη φορά πόσο πολύπλοκη είναι η ανθρώπινη μνήμη και, ακόμη περισσότερο, πόσο πολύπλοκοι είναι οι μηχανισμοί ανάκλησης. Πολλά πράγματα που φαίνονται αυτονόητα και εύκολα για τους περισσότερους από εμάς, μπορεί να γίνουν πολύ δύσκολα αν συγκεκριμένα εγκεφαλικά κυκλώματα πάψουν να λειτουργούν αρκετά αποδοτικά. Επιπλέον, κατά την άποψή μου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η θεωρία με την οποία προσπαθούν να εξηγήσουν την συγκεκριμένη μνημονική διαταραχή, καθώς αυτή συνδυάζει τις θεωρίες μνήμης με τις θεωρίες συνειδητότητας, δημιουργώντας έναν σύνδεσμο μεταξύ μνήμης και προσωπικότητας.

Φωτογραφία:

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Dalla Barba, G., & Decaix, C. (2009). «Do you remember what you did on March 13, 1985?» A case study of confabulatory hypermnesia. Cortex 45: 566-574. []
  2. Mind Disorders: «Wernicke-Korsakoff syndrome.» []
  3. Neurophilosophy blog:»Confabulatory hypermnesia, or severe false memory syndrome» []