21 Απρ

Τα τρία κοστούμια των σχέσεων

Στην αρχή της ερωτικής μας ζωής, οι άνθρωποι, φέρουμε την περιουσία της ψυχής μας απείραχτη· ανέγγιχτη από οποιονδήποτε άλλο παρά ημών, έτοιμη να επενδυθεί σε εκείνον που θα επιλέξουμε. Η λέξη επένδυση, εδώ, κρύβει μεγαλύτερη σημασία από όσο φανερώνει η πρώτη ανάγνωσή της καθώς – με μία ασυνείδητη κυριολεξία – αφορά το ντύσιμο του εκλεκτού μας με το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο, το οποίο, όμως, είναι στις δικές μας διαστάσεις… Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν προσπαθήσουμε να το εφαρμόσουμε στον άλλο και πώς επηρεάζει την “αναπνοή” του κάτι το οποίο ενδεχομένως τον στενεύει;

Για αρχή, καλό είναι να δούμε τι περιέχει το “ενδυματολόγιο” αυτό, που κουβαλάμε, και πόσο αποπνιχτικά καθιστά τα πράγματα για εμάς τους ίδιους. Μέσα σε αυτό, λοιπόν, εδρεύουν τρία κοστούμια…  Το πρώτο ονομάζεται εξιδανίκευση και είναι το πιο καλοσιδερωμένο απ’ όλα… Με μία απαράβατη επιμέλεια, τόσο καθαρό που μας αντικατοπτρίζει αλαβάστρινους και απερίγραπτα όμορφους. Αυτή είναι και η ανάγκη μας όταν το φοράμε στο άλλο… Να καθρεφτιστούμε επάνω του ιδανικοί και να νιώσουμε όπως θα θέλαμε να είχαμε νιώσει στην παιδική μας ηλικία. Αγαπημένοι, δηλαδή, από ένα ιδανικό πλάσμα.

Σύντομα, όμως, διαπιστώνουμε πως το κοστούμι αυτό μας εμποδίζει από το να νιώσουμε το δέρμα που στεγάζεται κάτω του και – ως εκ τούτου – να έχουμε μία βαθιά επαφή με τον σύντροφό μας. Βλέπετε, το κοστούμι αυτό, στην εσωτερική του τσέπη, έχει αυτό που ονομάζουμε έρωτα και αυτό δημιουργεί μία άηχη υπόσχεση… Έτσι, δημιουργούμε σταδιακά, επάνω του, μικρές αμυχές καθώς η λαχτάρα μας πλέον αφορά το άδραγμα της έννοιας τούτης, στην ελπίδα μας να τη βιώσουμε στον μέγιστο βαθμό. Χρειάζεται, όμως, μεγάλη προσοχή στο πως θα απογδύσουμε τον άλλο καθώς τότε, το ψύχος της πραγματικότητας, θα μας επιβάλει να βγάλουμε από την ντουλάπα μας, και να του φορέσουμε το δεύτερο κοστούμι…

Το δεύτερο κοστούμι ονομάζεται μεταβίβαση και είναι ραμμένο από ένα υλικό που θυμίζει το βέλκρο. Εκείνη την κολλώδη επιφάνεια που συγκρατεί οτιδήποτε έρθει σε επαφή μαζί της· οτιδήποτε την αγγίξει. Έτσι, οποιαδήποτε συμπεριφορά του συντρόφου μας, που μας θυμίζει συμπεριφορές που είχαμε υφισταθεί στην αρχή της ζωής μας, μπολιάζεται και με τα ανάλογα συναισθήματα… Το κοστούμι αυτό παγιδεύει το θυμό μας, τη θλίψη, ή την αμφιθυμία μας επάνω στο πρόσωπο που το φορά με αποτέλεσμα να θάβεται κάτω από αυτό και να ξεχνάμε πολλές φορές σε ποιον απευθυνόμαστε. Η ένταση των συναισθημάτων μας, σαν επιδέξιος γλύπτης, το σμιλεύει στη μορφή των πρωτόλειων φιγούρων της ζωής μας που μας πλήγωσαν ή μας πόνεσαν. Αυτός ακριβώς είναι και ο λόγος που φοράμε στον άλλο το κοστούμι αυτό, αυτή είναι η ανάγκη μας… Να αποβάλλουμε τον συσσωρευμένο θυμό και να επικρατήσουμε στις φιγούρες εκείνες που κάποτε υπήρξαμε πολύ αδύναμοι να αντιδράσουμε.

Το τρίτο κοστούμι ονομάζεται προβολή και μοιάζει να έχει δεκάδες τσέπες ραμμένες επάνω του. Σε κάθε μία από αυτές τοποθετούμε επιθυμίες, ιδιότητες ή και συναισθήματα, τα οποία αφαιρούμε από επάνω μας, καθώς μας είναι επίπονο να παραδεχτούμε ότι είναι δικά μας. Έτσι, τα αποδίδουμε στον άλλο και τον κρίνουμε που τα φέρει, καθώς μας είναι πιο εύκολο να λιδορήσουμε κάποιον άλλο παρά τον εαυτό μας… Εκείνα, βέβαια, προσθέτουν βάρος στο κοστούμι κάνοντας τον να φαντάζει απειλητικός, με τον όγκο του, με αποτέλεσμα να καταλήξουμε να τον αντιμαχόμαστε. Να τον απωθούμε και να προσπαθούμε να τον καθηλώσουμε προσθέτοντας όλο και περισσότερα από τα μεμπτά του χαρακτήρα μας.

Συνοψίζοντας, αυτό που πραγματικά φανερώνει το συναισθηματικό μας ενδυματολόγιο είναι η ανάγκη μας να αφομοιώσουμε τον άλλο· να τον σταθμίσουμε στα βιώματα μας, να τον κάνουμε αντιληπτό μέσα από την πορεία της δικής μας εμπειρίας αντί να δώσουμε την ευκαιρία στον εαυτό μας να βιώσει τη διαφορετικότητά του ανεπεξέργαστη. Ο, σαφώς, μονομερής τρόπος που μάθαμε να αποδεχόμαστε τον άλλο – η ομοιότητα – έγινε προστάτης μας από την απειλή της ανομοιογένειας, καθώς θεωρούμε πως οι άνθρωποι που σχετίζονται χαρακτηρίζονται από την ομοιοτυπία ενός μίγματος δύο υλικών. Η αλήθεια είναι, όμως, πως περισσότερο χαρμάνι από χοντροκομμένα κομμάτια θυμίζει, του οποίου η γεύση κρύβει τόσο την “μυρωδιά” του καθενός όσο και την επίγευση των δύο…

Μπορεί, λοιπόν, το κοστούμι της εξιδανίκευσης να φαντάζει όμορφο και πολλά υποσχόμενο… Μπορεί το κοστούμι της μεταβίβασης να φαντάζει εκτονωτικό… Μπορεί εκείνο της προβολής να μοιάζει απελευθερωτικό… Είναι, όμως, η γύμνια που απαιτείται από δύο σώματα και όχι η ένδυση, για να άγουν το ηλεκτρικό φορτίο και να χτυπήσει τους συναισθηματικούς κάλυκες της ψυχής, βάζοντας σε λειτουργία το μηχανισμό της αγάπης…

Εισαγωγική Φωτογραφία

02 Αυγ

Ερμηνεία του μύθου της Ιναννά

«Μόνο εκείνος που δέχτηκε τη διαδικασία του μυστικού θανάτου, που ταξίδεψε την ψυχή του στην άλλη πλευρά και άντεξε το αρμένισμα στη νυχτερινή θάλασσα μπορεί να σταθεί μπροστά στους συνανθρώπους του με αυτήν την εμπειρία, ως αλλαγμένος, ακόμα και σαν «καινούργιος άνθρωπος» και να τους φέρει τη γνώση της νέας ζωής.»

C.G. Jung.

Στη μυθολογία των λαών, ο όρος κατάβαση σημαίνει την κάθοδο του ήρωα στον Άδη, με σκοπό να επιτύχει κάποιον στόχο, να βρει κάποιον ή κάτι και να επιστρέψει πίσω στον κόσμο των ζωντανών έχοντας αποκτήσει αυτό που έψαχνε. Η κάθοδος μπορεί να λήξει σε στασιμότητα όπου ο ήρωας παραμένει εγκλωβισμένος στον Άδη, εκεί από όπου «δεν επιστρέφει κανείς» ή να κάνει την υπέρβαση και να πραγματοποιήσει την ανάβαση στον κόσμο των ζωντανών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι μύθοι σχετικά με την κάθοδο κάποιου ήρωα ή θεού στον κόσμο των νεκρών, απαντώνται στις παραδόσεις όλων σχεδόν των λαών. Μερικά παραδείγματα είναι οι μύθοι του Ορφέα και του Θησέα από την αρχαία Ελλάδα, του Οσίρι από την αρχαία Αίγυπτο, του Ιησού από τον χριστιανισμό, του Γκιλγκαμές και της Ινάννα από τη σουμεριακή παράδοση. Πώς μπορούν, όμως, να μας αφορούν στο σήμερα, μύθοι οι οποίοι δημιουργήθηκαν χιλιάδες χρόνια πριν; Τι έχουν να προσφέρουν στην ανθρώπινη εμπειρία και πώς μπορεί ο αναγνώστης να τα συσχετίσει με τον δικό του ψυχισμό;

Αρχικά, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι αρκετοί ψυχαναλυτές, μεταξύ αυτών και οι κορυφαίοι, όπως ο Φρόυντ και ο Γιουνγκ χρησιμοποιούσαν τη μυθολογία για να εκφράσουν διάφορες ψυχολογικές διαδικασίες (για παράδειγμα, το οιδιπόδειο σύμπλεγμα) και θεωρούσαν πως οι μύθοι ήταν σημαντικά εργαλεία για την κατανόηση του ασυνειδήτου. Ο Τζόζεφ Κάμπελ, έχοντας αφιερώσει όλη του τη ζωή στη μελέτη της μυθολογίας, είχε πει πως οι μύθοι είναι εκφράσεις του συλλογικού ασυνειδήτου. Όσον αφορά την κατάβαση, είχε αναγνωρίσει πως τα ταξίδια στον κόσμο των νεκρών είναι η εξερεύνηση του ατομικού ή συλλογικού ασυνείδητου όπου μπορεί να έρθουμε αντιμέτωποι με καταπιεσμένες επιθυμίες, ένστικτα, συναισθήματα και ανάγκες. Ο κόσμος των νεκρών είναι χαοτικός, παράλογος και πηγή δημιουργικότητας και ζωτικής δύναμης. Ο Γιουνγκ θεωρούσε πως ο κάτω κόσμος ήταν το σπίτι της Σκιάς, της πλευράς του εαυτού η οποία είναι καταπιεσμένη και περιέχει όλα τα στοιχεία που το άτομο δεν μπορεί να αναγνωρίσει στον εαυτό του και τα θεωρεί ανεπιθύμητα, όπως η ζήλια, η οργή και η σεξουαλικότητα. Σκοπός του ταξιδιού αυτού, επομένως, δεν είναι η εξόντωση της Σκιάς, αλλά η αναγνώριση και η αφομοίωσή της, ώστε να καταφέρει το άτομο να βρει την προσωπική του λύτρωση.

Στο παρόν άρθρο, θα επιχειρηθεί να γίνει ανάλυση του μύθου της κατάβασης της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο και να συσχετισθεί με τις εσωτερικές διεργασίες που λαμβάνουν χώρα όταν κάποιος βιώνει μια μεταμορφωτική αλλαγή, είτε αυτή γίνεται στα πλαίσια της ψυχοθεραπείας, είτε όχι.

Ο μύθος αυτός είναι αρχαίος σουμεριακός και εξιστορεί την κάθοδο της θεάς Ινάννα στον κάτω κόσμο με σκοπό να επισκεφθεί την αδερφή της Ερεσκιγκάλα, η οποία έχει μόλις χηρέψει. Η Ινάννα ήταν η θεά του έρωτα, της γονιμότητας και του πολέμου. Θεωρείται από τις πιο σημαντικές σουμεριακές θεότητες, το όνομά της, μάλιστα, σημαίνει «Η Κυρά του Ουρανού». Από τους διάφορους μύθους που διασώζονται, η Ινάννα περιγράφεται ως αρκετά ματαιόδοξη, φερόταν πολύ άσχημα στους εραστές της και αρεσκόταν στο να προκαλεί έριδες και σύγχυση στο πεδίο της μάχης. Ανέβηκε στην εξουσία έχοντας κλέψει από τον θεό Ένκι τα «ΜΕ», δώρα του πολιτισμού, όπως η γεωργία, η γραφή και η μουσική, τα οποία μεταμόρφωσε σε κοσμήματα και ιμάτια για τον εαυτό της.

 Η αφήγηση του μύθου ξεκινά με τη φράση «Από τον Ουρανό, η Ινάννα έστρεψε το αυτί της προς τον Κάτω Κόσμο». Στα σουμεριακά, η λέξη «αυτί» είναι ταυτόσημη με τη λέξη «σοφία» δείχνοντας την πρόθεση της Ινάννα να αποκτήσει σοφία μέσω του ασυνειδήτου της. Προτού κατέβει στον Άδη, κάνει κάποιες προετοιμασίες. Σύμφωνα με τον Κάμπελ, η προετοιμασία του ήρωα πριν από την κατάβαση, είναι ένα απαραίτητο βήμα. Περιλαμβάνει την εγκατάλειψη των επίγειων αγαθών και των ανθρώπων και τη δημιουργία ενός σχεδίου διάσωσης αν κάτι πάει στραβά. Έτσι και η Ινάννα, εγκαταλείπει τους ναούς της, ντύνεται με τα επτά «ΜΕ» και δίνει οδηγίες στη Νινκούμπουρ, την πιστή της ακόλουθο. Της εξηγεί τι πρόκειται να κάνει και της ζητά να την θρηνήσει και να ζητήσει βοήθεια από τους θεούς αν δεν επιστρέψει σε τρεις μέρες.

Η Νινκούμπουρ, αναφέρεται πως δεν την έχει αγγίξει το νερό και πως είναι η πιστή ακόλουθος της Ινάννα που πάντα τη συμβουλεύει σωστά και εκτελεί τις διαταγές της. Ο ρόλος της Νινκουμπούρα μπορεί να παρομοιαστεί με εκείνο το κομμάτι μέσα μας που συνεχίζει να λειτουργεί, σχεδόν μηχανικά και βοηθά στην αυτοσυντήρηση του οργανισμού όταν εκείνος βρίσκεται σε μια δύσκολη κατάσταση χρησιμοποιώντας καθαρή λογική. Πόσες φορές, άραγε, όταν βιώνουμε ένα πένθος ή μια πολύ δύσκολη κατάσταση, δεν αισθανόμαστε ότι δουλεύουμε στον «αυτόματο πιλότο»; Τα επτά «ΜΕ», είναι δώρα του πολιτισμού, αποτελούν τα «όπλα» της Ινάννα, τα οποία της έχουν φανεί χρήσιμα στα επίγεια και τα υπέργεια, και ελπίζει ότι θα την προστατεύσουν όταν έρθει σε επαφή με τον κάτω κόσμο. Αποτελούν απόδειξη των όσων έχει καταφέρει επί Ουρανού και Γης, είναι σύμβολα της θεϊκής της φύσης και της δύναμης της. Τα «ΜΕ» μπορούν κάλλιστα να παρομοιαστούν με τους ψυχολογικούς μηχανισμούς άμυνας οι οποίοι μπορεί ενίοτε να είναι χρήσιμοι στην καθημερινότητά μας, αλλά στην επαφή μας με το ασυνείδητο πρέπει να αποδομηθούν. Επιπλέον, μπορούν να παρομοιαστούν με την «περσόνα» που φτιάχνουμε, τη «μάσκα» μας, την οποία χρησιμοποιούμε για να καλύψουμε την πραγματική μας φύση και τις ανασφάλειές μας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί, συναντά τον κλειδοκράτορα των Πύλεων του Άδη και του λέει ότι είναι η Ινάννα και απαιτεί να μπει, καθώς έχει έρθει για να παραστεί στην κηδεία του Γκουγκαλάνα, του εκλιπόντος συζύγου της Ερεσκιγκάλα. Εκείνος, της λέει πως «όποιος μπαίνει στον Κάτω Κόσμο, δε φεύγει ξανά.» Η Ινάννα επιμένει να μπει και ο Κλειδοκράτορας πηγαίνει να ζητήσει τη συμβουλή της βασίλισσας του Κάτω Κόσμου, της Ερεσκιγκάλα. Όταν η Ερεσκιγκάλα μαθαίνει πως έχει έρθει η αδερφή της και πως είναι ντυμένη με τα επτά «ΜΕ», οργίζεται και ζητά από τον Κλειδοκράτορα να κλειδώσει τις επτά Πύλες του Κάτω Κόσμου και να ξεκλειδώνει κάθε πύλη, μόνο αφότου η Ινάννα έχει αφαιρέσει ένα από τα «ΜΕ».

Η Ερεσκιγκάλα παρουσιάζεται ως πικρόχολη, παραμελημένη και να θρηνεί. Είναι μια εξαιρετική εικόνα της παραμελημένης, σκιώδους πλευράς της Ινάννα, η οποία αντιδρά με επιθετικότητα στην επίσκεψη της αδερφής της. Η καταπιεσμένη μας πλευρά είναι πάντα παραμελημένη, περιορισμένη και κρύβει μέσα της αρκετό πόνο, οργή και θρήνο.

Όταν επέστρεψε ο Κλειδοκράτορας, κλείδωσε και τις επτά πύλες. Όταν η Ινάννα προσπάθησε να περάσει ακολούθησε η εξής στιχομυθία για κάθε μία από τις Πύλες.

Ινάννα: «Γιατί το κάνεις αυτό;»

Κλειδοκράτορας: «Σιωπή, Ινάννα. Οι τρόποι του Κάτω Κόσμου είναι τέλειοι. Μη τους αμφισβητείς.»

Αυτό έγινε και με τις επτά πύλες, όπου σε κάθε μια, η Ινάννα αφαιρούσε και ένα από τα ΜΕ, ώσπου στο τέλος μπήκε στον Κάτω Κόσμο γυμνή. Από τη στιχομυθία διαφαίνεται μια νομοτέλεια στη διαδικασία. Για να έρθει κάποιος σε επαφή με το ασυνείδητο του, πρέπει να αποδομήσει τις άμυνες του και να φτάσει στα άδυτα της ψυχής του απογυμνωμένος. Η «μάσκα» πρέπει να πέσει, το άτομο πρέπει να κοιτάξει κατάματα τον εαυτό του, το πραγματικό του είδωλο.

Όταν πλέον είχε μπει στον Άδη, η Ινάννα είδε την Ερεσκιγκάλα να κάθεται στον θρόνο της και κίνησε όχι προς εκείνη, αλλά προς τον θρόνο. Η ματαιοδοξία της Ινάννα, η οποία πίστευε ότι θα μπορούσε να εκθρονίσει την αδερφή της χωρίς συνέπειες, είναι η ματαιοδοξία του Εγώ που πιστεύει ότι μπορεί να υποτάξει τη Σκιά χωρίς να περάσει τη μεταμορφωτική διαδικασία. Είναι η αυταπάτη ότι μια δύσκολη κατάσταση μπορεί να ξεπεραστεί με «εύκολες λύσεις», με μαγικό τρόπο, ότι μπορεί κάποιος να ξεφύγει αλώβητος.

Πριν φτάσει στον θρόνο, εμφανίστηκαν οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου, οι οποίοι δεν τρέφονται, δεν κοιμούνται, δε δέχονται λιτανείες και δεν εξαγοράζονται. Η Ερεσκιγκάλα σηκώθηκε από τον θρόνο της. Κατέκρινε την Ινάννα. Μίλησε με τη φωνή της οργής, φώναξε με την κραυγή της ενοχής, την κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Την χτύπησε. Η Ινάννα έπεσε κάτω νεκρή και κρέμασαν το πτώμα της από έναν γάντζο για να σαπίσει. Η Ινάννα βίωσε σχεδόν αφιλτράριστα την επαφή της με τη Σκιά της. Τα αρνητικά συναισθήματα που απωθούσε στο ασυνείδητό της, βγήκαν σαν χείμαρρος όταν ήρθε σε επαφή μαζί του. Οι Κριτές δεν μπορούν να εξαγοραστούν ή να ξεγελαστούν. Αποζητούν, όχι εκδίκηση, αλλά δικαιοσύνη. Την εσωτερική δικαιοσύνη που αποζητά ο άνθρωπος για να βρει την ισορροπία, να ανακτήσει το πραγματικό του δυναμικό, όντας πλέον αυθεντικός. Αυτή είναι και η πιο δραματική στιγμή, όπου ερχόμαστε αντιμέτωποι με την επίκριση από τον ίδιο μας τον εαυτό. Μια τέτοια εμπειρία μπορεί να εκμηδενίσει το άτομο και να το «σκοτώσει».

Αφού πέρασαν τρεις μέρες και η Ινάννα δεν είχε επιστρέψει, η ακόλουθός της, Νινκουμπούρα, άρχισε να την θρηνεί. Έσκισε τη σάρκα της, κούρεψε τα μαλλιά της, ντύθηκε με κουρέλια και άρχισε να χτυπάει τα τύμπανα γύρω από τους ναούς της Ινάννα. Ζήτησε πρώτα βοήθεια από τον θεό Ενλίλ. Εκείνος αρνήθηκε να βοηθήσει, λέγοντας πως η Ινάννα πήρε αυτό που της άξιζε. Έπειτα, η Νινκουμπούρα πήγε στον θεό Νάννα, όπου έλαβε την ίδια απάντηση. Τελικά, όταν πήγε στον ναό του θεού της Σοφίας, Ένκι, εκείνος προβληματίστηκε και λυπήθηκε για την Ινάννα. Πήρε χώμα από τα νύχια του και έπλασε δύο όντα χωρίς φύλο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ. Τους έδωσε οδηγίες να πάνε στον Κάτω Κόσμο σαν μύγες και να βρουν την Ερεσκιγκάλα, η οποία βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Τους είπε να της συμπαρασταθούν και όταν εκείνη, από ευγνωμοσύνη, τους προσφέρει κάποιο δώρο, εκείνα να ζητήσουν το σώμα της Ινάννα και να ρίξουν πάνω του το χώμα και το νερό της ζωής. Όταν πήγαν στον Κάτω Κόσμο, το Κουρτζάρα και το Γκαλατούρ, βρήκαν την Ερεσκιγκάλα γυμνή, καθισμένη και να βογκάει σαν να είναι έτοιμη να γεννήσει. Η στιχομυθία που έλαβε χώρα είναι η εξής:

  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα πλευρά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα πλευρά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, τα σωθικά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, τα σωθικά σου!»
  • Ερεσκιγκάλα: «Ωχ, η καρδιά μου!»
  • Κουρτζάρα & Γκαλατούρ: «Ωχ, η καρδιά σου!»

Τότε, η Ερεσκιγκάλα σταμάτησε, τα κοίταξε και τα ρώτησε ποιοι είναι που πονούν μαζί της. Τα ευλόγησε και τους πρόσφερε το νερό που δε στερεύει ποτέ, το στάρι που δεν ξεμένει ποτέ. Εκείνα αρνήθηκαν και ζήτησαν το σώμα της Ινάννα. Η Ερεσκιγκάλα ικανοποίησε την επιθυμία τους και εκείνα, έριξαν πάνω του το νερό και το χώμα της ζωής. Η Ινάννα αναστήθηκε.

Εδώ, παρατηρούμε πως η Νινκουμπούρα, ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες της Ινάννα, άρχισε να την θρηνεί και να αναζητά βοήθεια. Αυτός ο θρήνος και η ταλαιπωρία, τα οποία εκδηλώνονται προς τα έξω, μπορεί να παρομοιαστεί με την εκδήλωση συμπτωματολογίας στο άτομο. Αλλάζει η συμπεριφορά του, αφήνει τον εαυτό του ατημέλητο, πονάει και υποφέρει και δεν το κρύβει πια. Αναζητά βοήθεια για να μπορέσει να πραγματοποιήσει την ανάβαση. Ο μόνος που ανταποκρίθηκε, ήταν ο θεός της Σοφίας, ο οποίος έπλασε δύο πλάσματα, τα οποία μπόρεσαν να παρηγορήσουν τη Σκιά της Ινάννα. Κατάφεραν να επικοινωνήσουν μαζί της, όχι με τη λογική ή με κριτική διάθεση, αλλά με ενσυναίσθηση και αντανάκλαση συναισθήματος. Επίσης, παρατηρούμε πως μετά την επαφή της Ινάννα με την Ερεσκιγκάλα, η τελευταία απέκτησε γονιμότητα. Η επαφή με τη Σκιά μπορεί όντως να αποβεί μια γόνιμη, παρότι επώδυνη, εμπειρία και να αποκαλύψει «θησαυρούς» δημιουργικότητας.

Στη συνέχεια του μύθου, η Ινάννα ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει την ανάβασή της. Τότε, εμφανίζονται οι Αννούνα, οι Κριτές του Κάτω Κόσμου και της εξηγούν πως δεν μπορεί να φύγει από τον Κάτω Κόσμο αλώβητη. Η εμπειρία της την έχει σημαδέψει. Πρέπει να δώσει κάποιον στη θέση της αν θέλει να επιστρέψει. Έτσι, οι Αννούνα γαντζώνονται πάνω της και η Ινάννα επιστρέφει στον κόσμο των ζωντανών. Στην πορεία της, η Ινάννα συναντά διάφορα δικά της πρόσωπα και βλέπει πως θρήνησαν τον χαμό της. Οι Αννούνα ήθελαν να πάρουν μαζί τους κάποιο από αυτά τα άτομα, αλλά η Ινάννα δεν ήθελε, καθώς την είχαν θρηνήσει. Όταν όμως έφτασαν στο βασίλειό της και είδε τον σύζυγό της, Ντουμούζι να συνεχίζει τη ζωή του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, ντυμένος με τη βασιλική του ενδυμασία, να πίνει και να τραγουδά, η Ινάννα οργίστηκε. Του μίλησε με τη φωνή της οργής. Του φώναξε με την κραυγή της ενοχής. Τον κοίταξε με το βλέμμα του θανάτου. Και ζήτησε από τους Κριτές να πάρουν τον Ντουμούζι στη θέση της.

Γίνεται εύκολα κατανοητό πως η εμπειρία της κατάβασης δεν αφήνει κανέναν αλώβητο. Η επαφή με τη Σκιά μας, με το ασυνείδητό μας, επιφυλάσσει πόνο, θλίψη και έναν «θάνατο». Θάνατο του παλιού τρόπου ζωής, κάποιας κατάστασης ή συμπεριφοράς. Κανείς δεν επιστρέφει από μια τέτοια εμπειρία μένοντας ίδιος. Δεν είναι αυτός ο σκοπός, εξάλλου. Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η Ινάννα δεν παρέδωσε στους Κριτές κάποιο από τα άτομα που την θρήνησαν, που ανταποκρίθηκαν δηλαδή όπως άρμοζε στην κατάσταση που βίωνε, αλλά τον Ντουμούζι, ο οποίος συνέχιζε τη ζωή του σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Έτσι και στην πραγματικότητα, τείνουμε να αλλάζουμε αυτά τα οποία βλέπουμε ότι δε συνάδουν με τον δικό μας ψυχισμό και τις δικές μας επιθυμίες. Απομακρύνουμε αυτό το οποίο μας βλάπτει ή δεν μας ταιριάζει πλέον.

Ο μύθος κλείνει με μια δοξασία προς την Ερεσκιγκάλα, και όχι προς την Ινάννα. Έτσι λοιπόν, αυτό που χρειάζεται να τιμήσουμε μέσα μας είναι η πλευρά που έχουμε παραμελήσει και απωθήσει. Όσο τρομακτική και αν φαίνεται η Σκιά, αν την ακούσουμε και έρθουμε σε επαφή μαζί της, θα βγούμε από την εμπειρία κερδισμένοι, αλλαγμένοι, πιο σοφοί και πιο κοντά προς τα πραγματικά μας αιτήματα ως αυθεντικοί άνθρωποι.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • http://etcsl.orinst.ox.ac.uk/section1/tr141.htm
  • Jung, C.G. (1938). Psychology and Religion.
  • Jung, C. G. (1993) The Practice of Psychotherapy
  • Jung, C.G.  (1944) Psychology of the Unconscious
  • Perera, S.B. (1981) Descent to the Goddess; A Way of Initiation for Women.
  • George, D. (1992) Mysteries of the Dark Moon; The Healing Power of the Dark Goddess.
  • Campbell, J. (1949) The Hero with a Thousand Faces.

 

04 Μαΐ

Τι είναι η Θετική Ψυχολογία;

Έχετε την τάση να βλέπετε το ποτήρι μισοάδειο ή μισογεμάτο; Πιθανόν να έχετε ακούσει αυτήν τη ερώτηση πολλές φορές…

Σε λιγότερο από μια δεκαετία, η Θετική Ψυχολογία έχει τραβήξει την προσοχή όχι μόνο της ακαδημαϊκής κοινότητας, αλλά και του ευρύ κοινού. Ο αντίκτυπος είναι τόσο μεγάλος που κάνοντας μια αναζήτηση στο google για τον όρο «θετική ψυχολογία» βρέθηκαν περισσότερα από 419,000 αποτελέσματα! Με τον όρο «Positive Psychology» περιγράφεται ένα κίνημα έρευνας και εφαρμογής στις Νευρο-επιστήμες και την Ψυχολογία, που μελετά αυτά που ορίζονται ως «Θετικά συναισθήματα». Μελετώνται, εξίσου, και οι δεξιότητες που αναπτύσσει ο άνθρωπος βιώνοντας αυτά τα συναισθήματα, αλλά και τα επιτεύγματα που προκύπτουν από αυτές τις δεξιότητες.

Σε αντίθεση με την παραδοσιακή ψυχολογία που εστιάζει στο αρνητικό και προβληματικό μέρος του ψυχικού κόσμου του ατόμου και στη θεραπεία του, η θετική ψυχολογία εστιάζεται στην προαγωγή της ευζωίας, της ευημερίας και της ικανοποίησης από τη ζωή, μέσα από την μελέτη του ρόλου των θετικών συναισθημάτων, χαρακτηριστικών, κινήτρων και ικανοτήτων των ανθρώπων. Βέβαια, αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο καθώς ήδη οι ανθρωπιστικές και υπαρξιακές προσεγγίσεις δίνουν έμφαση στα θετικά στοιχεία του ανθρώπου, όπως την δύναμη της θέλησης, την υπευθυνότητα, την αυτενέργεια, την αυτοπραγμάτωση και την ελευθερία των επιλογών. Το κίνημα της θετικής ψυχολογίας, λοιπόν, συνεχίζοντας και επεκτείνοντας την παράδοση των παραπάνω ψυχολογικών θεωριών, αναφέρεται στη σημαντικότητα των θετικών σκέψεων και συναισθημάτων και πως αυτά μπορούν να βοηθήσουν στη διαχείριση του άγχους, στην γενική υγεία και την ευημερία.

Τι είναι, όμως, ακριβώς η θετική σκέψη;

Ίσως να μπείτε στον πειρασμό να υποθέσετε ότι ταυτίζεται με το να βλέπει κάποιος τον κόσμο μέσα από χρωματιστούς “ροζ” φακούς, αγνοώντας τις αρνητικές πτυχές της ζωής ή αρνούμενος να δει ολόκληρη την πραγματικότητα. Στην πραγματικότητα, όμως, θετική σκέψη σημαίνει ότι προσεγγίζουμε τις προκλήσεις της ζωής με μια θετική οπτική, χωρίς να σημαίνει απαραίτητα ότι αποφεύγουμε ή αγνοούμε τα άσχημα γεγονότα. Αντ’ αυτού περιλαμβάνει την αξιοποίηση των δυνητικά άσχημα καταστάσεων με το να προσπαθούμε να δούμε την καλύτερη πλευρά στους άλλους ενώ, παράλληλα, βλέπουμε τον εαυτό και τις ικανότητες μας μέσα από ένα θετικό πρίσμα.

Ένας, ακόμα, από τους στόχους της Θετικής Ψυχολογίας είναι να προωθήσει μια ευρύτερη αίσθηση της γνώσης και της συναίσθησης· να προχωράς, δηλαδή, πέρα από την καθημερινή φλυαρία του μυαλού με τις ατέλειωτες καθημερινές εργασίες και ανησυχίες που συχνά το απασχολούν, σε μια βαθύτερη αίσθηση της ίδιας σου της ύπαρξης και του αυτοσκοπού σου. Να μην αφήνεις, δηλαδή, τις αρνητικές καταστάσεις να σε εμποδίζουν από το να εξελίσσεις τον εαυτό σου.

Οι ερευνητές της Θετικής Ψυχολογίας, επιπλέον, μελετούν το ρόλο των θετικών συναισθημάτων, σκέψεων και γνώσεων στα πλαίσια της εκπαίδευσης, της μάθησης, της εργασιακής εξουθένωσης και της ψυχικής υγείας. Με αυτό τον τρόπο, το θεωρητικό υπόβαθρο των εννοιών της Θετικής Ψυχολογίας εφαρμόζεται, ακριβώς, στους τομείς που είναι υπεύθυνοι για το μεγαλύτερο μέρος της δημιουργίας και διαμόρφωσης του ανθρώπινου ψυχισμού.

Σύμφωνα με την Barbara Fredrickson, εκπρόσωπο της θετικής ψυχολογίας, το σημαντικότερο πλεονέκτημα της προσωπικής ανάπτυξης από το βίωμα θετικών συναισθημάτων είναι ότι το άτομο γεμίζει τους ψυχικούς του πόρους με ισχυρά νοητικά, κοινωνικά και συναισθηματικά εφόδια που διαρκούν στο χρόνο. Υποστηρίζει δε, ότι με τη στιγμιαία βίωση ενός θετικού συναισθήματος και τον εμπλουτισμό των πόρων μας, τροφοδοτούνται και άλλα θετικά συναισθήματα τα οποία – με τη σειρά τους – δίνουν τροφή σε ακόμα περισσότερα, σχηματίζοντας έτσι ένα είδος “ψυχικής έλικας” η οποία ξετυλίγεται συνεχώς. Το όφελος είναι ότι μαζί με αυτή ξετυλίγεται και η ψυχοσύνθεση μας επιτρέποντάς μας να βιώσουμε μία ψυχική ανάταση. Έτσι, ο καθένας οχυρώνει την υγεία απέναντι σε οποιαδήποτε διαταραχή και ωριμάζει με ιδανικό τρόπο.

Συμπερασματικά, η Θετική Ψυχολογία επανέφερε στο προσκήνιο τους δύο βασικούς στόχους της Ψυχολογίας· την προώθηση της ευημερίας και ευζωίας και την αξιοποίηση των κλίσεων του ατόμου, των ιδιαίτερων δυνατοτήτων και ταλέντων του και του δυναμικού του. Η ενασχόλησή της περιλαμβάνει τις θετικές διαστάσεις της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως το νόημα της ζωής, την ψυχολογική ανθεκτικότητα, τα θετικά συναισθήματα και την συνεισφορά τους στη βελτίωση της ζωής του ατόμου. Εν ολίγοις, στοχεύει στην ποιοτική μακροζωία.

Κλείνοντας, αυτό που θα πρέπει να θυμόμαστε είναι πως η χαρά και ο πόνος συνυπάρχουν στη ζωή μας, όπως συνυπάρχει το θετικό μαζί με το αρνητικό και η φωτεινή μαζί με τη σκοτεινή πλευρά της ζωής. Με αυτό ως κανόνα, ακόμα και τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να αποτελέσουν κινητήρια δύναμη για την επιβίωση μας. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, είναι ότι τα θετικά συναισθήματα συμβάλλουν στην εξέλιξη και την ταχύτερη απελευθέρωση μας από κάθε τι το αρνητικό. Σε κάθε μία από τις δύο περιπτώσεις, όμως, το ευτυχές γεγονός είναι ότι η επιστήμη στρέφει την προσοχή της στο πραγματικό κίνητρο του ανθρώπου… Το συναίσθημα!

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

  • Gable, S. & Haidt, J (2005). What (and Why) is Positive Psychology? Review of General Psychology, 9 (2), 103-110
  • Peterson, C. (2006). A Primer in Positive Psychology. New York Oxford University Press.
  • Peterson, C. (2008). What Is Positive Psychology, and What Is It Not? Psychology Today. Found online at http://www.psychologytoday.com/blog/the-good-life/200805/what-is-positive-psychology-and-what-is-it-not
  • Seligman, M. E. P. & Csikszenmihalyi, M. (2000). Positive psychology: An introduction. American Psychologist, 55, 5-14.
  • Συλλογικό, «Εισαγωγή στη Θετική Ψυχολογία», Τόπος (Μοτίβο Εκδοτική), Οκτώβριος 2011
17 Σεπ

Αυτοεκτίμηση: Πορεία προς την αποκάλυψη του αυθεντικού εαυτού

Αυτοεκτίμηση είναι η ικανότητα να δίνεις αξία στον εαυτό σου και να τον μεταχειρίζεσαι με αξιοπρέπεια, αγάπη και αλήθεια. Ειλικρίνεια, ακεραιότητα, υπευθυνότητα, συμπόνια, αγάπη και ικανότητα πηγάζουν χωρίς δυσκολία από ανθρώπους με υψηλή αυτοεκτίμηση. Αισθάνονται πως τους λογαριάζουν, πως ο κόσμος είναι καλύτερος επειδή βρίσκονται μέσα σ’ αυτόν. Πιστεύουν στις ικανότητές τους, επιτρέπουν στον εαυτό τους να ζητήσει βοήθεια από τους άλλους. Βλέπουν τον εαυτό τους τρυφερά, με εμπιστοσύνη και ελπίδα και έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίσουν και να σεβαστούν τη διαφορετικότητα και την αξία των άλλων.

Χαμηλή αυτοεκτίμηση σημαίνει ότι ο ίδιος ο άνθρωπος έχει χαμηλή επίγνωση της αξίας του και του δυναμικού του. Οι άνθρωποι που αισθάνονται ότι δεν αξίζουν είναι σκληροί και περιφρονούν τον εαυτό τους με αποτέλεσμα να κατακερματίζεται η ενέργειά τους και να γίνονται θύματα νικημένα απ τη ζωή. Είναι σίγουροι ότι θα τους ξεγελάσουν, θα τους παραγκωνίσουν και θα τους υποτιμήσουν. Η εικόνα του κόσμου που έχουν κατασκευάσει, είναι εχθρική και απειλητική. Σε κάθε σκοτεινή γωνία παραμονεύει ο κίνδυνος, όλοι και όλα τους κοιτάζουν ύποπτα και θέλουν το κακό τους. Καθώς υποθέτουν το χειρότερο, συνήθως το προκαλούν και το παθαίνουν παγιώνοντας αυτή την εικόνα. Για να προστατευθούν από αυτόν τον ύπουλο κόσμο χτίζουν τεράστιους ψυχολογικούς τοίχους και βουλιάζουν μ ένα τρομακτικό συναίσθημα μοναξιάς και απομόνωσης. Γίνονται απαθείς και αδιάφοροι για τον εαυτό τους και τους άλλους και τέλος, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αμυνθούν, αρνούνται ότι τους τοίχους τους έχτισαν οι ίδιοι. Ο φόβος είναι φυσικό επακόλουθο της δυσπιστίας και της απομόνωσης. Εμποδίζει το ρίσκο νέων λύσεων στα προβλήματα και σπρώχνει σε τρόπους συμπεριφοράς καταδικασμένους σε αποτυχία.

Αισθήματα αξίας για τον εαυτό μπορούν να ανθίσουν μόνο μέσα σε οικογένειες και πλαίσια με ατμόσφαιρα διαπαιδαγώγησης όπου αναγνωρίζονται οι ατομικές διαφορές, εκφράζονται ανοιχτά τα συναισθήματα, τα λάθη χρησιμοποιούνται για να μάθεις, οι κανόνες είναι ελαστικοί και η επικοινωνία ανοιχτή. Αντίθετα, άνθρωποι που μεγαλώνουν σε οικογένειες και πλαίσια που χαρακτηρίζονται από άκαμπτους κανόνες, ανταγωνισμό, παραμορφωμένη επικοινωνία, κατακρίνονται για τις ατομικές διαφορές τους, τιμωρούνται για τα λάθη τους και δεν αποκτούν καμία εμπειρία υπευθυνότητας, αισθάνονται ανάξια και διατηρούν μεγάλο μέρος του δυναμικού τους σε αδράνεια. Έχουν μάθει να μην αναγνωρίζουν την αξία τους.

Ευτυχώς ο κάθε άνθρωπος που έμαθε να μην εκτιμάει τον εαυτό του και να μην αναγνωρίζει την αξία του έχει την ευκαιρία να ξεμάθει σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής του και να μάθει κάτι καινούριο και αποκαλυπτικό για τον εαυτό του. Αν πιστέψει ότι η αλλαγή είναι εφικτή και δεσμευτεί σ αυτή την απόφαση του για αλλαγή θα έχει κάνει το πιο σημαντικό βήμα. Αν αποδεχτεί ότι ο κάθε άνθρωπος είναι μοναδικό ον, τόσο ίδιος αλλά και τόσο διαφορετικός από τους άλλους, μπορεί να σταματήσει την καταστροφική και επώδυνη σύγκρουση με τους γύρω του, να σταματήσει να δικάζει και να τιμωρεί τον εαυτό του.

Για να αναπτύξει αυτοσεβασμό χρειάζεται, χρόνο, υπομονή και κουράγιο να δέχεται να διακινδυνεύει. Έτσι θα αποκτήσει τη δυνατότητα να απελευθερώσει μεγάλους και ανεκμετάλλευτους πόρους αναπτύσσοντας την αξία του εαυτού του. Όσο περισσότερο εκτιμάει τον εαυτό του τόσο πιο λίγα θα απαιτεί απ τους άλλους, όσο λιγότερο απαιτεί, τόσο περισσότερο θα εμπιστεύεται. Θα σταματήσει να παρατηρεί και να συγκρίνει ακινητοποιημένος, θα αξιοποιήσει το πλήρες δυναμικό του, θα δει τον εαυτό του τρυφερά, με εμπιστοσύνη και ελπίδα και θα καταφέρει να προχωρήσει στο δικό του προσωπικό δρόμο διαφοροποίησης και εξέλιξης.

Εισαγωγική Φωτογραφία