31 Μαρ 2015

Τέσσερα περίεργα πειράματα ψυχολογίας

Αυτές τις ημέρες τα μεγαλύτερα blogs ψυχολογίας παγκοσμίως παρουσιάζουν μία λίστα με τα πιο περίεργα πειράματα ψυχολογίας στα οποία λίγοι θα ήθελαν να λάβουν μέρος. Τα πειράματα αυτά στην καλύτερη των περιπτώσεων προκάλεσαν ντροπή στους υποψήφιους ή τους έβαλαν να κάνουν κάτι το οποίο οι περισσότεροι θα θεωρούσαν σιχαμερό και στην χειρότερη τους προκάλεσαν σωματικό πόνο ή έντονη ψυχική δυσφορία. Οι περισσότερες έρευνες είναι σχετικά πρόσφατες και έγιναν έπειτα από σχετική συγκατάθεση των συμμετεχόντων και αφού ελήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα που να εξασφαλίζουν ότι οι συμμετέχοντες δεν διέτρεξαν κάποιον κίνδυνο. Η μία περίπτωση πειράματος που έγινε σε παλαιότερη εποχή αποτελεί εξαίρεση αυτού του κανόνα και με βάσει τα σημερινά δεδομένα και δικλίδες ασφαλείας θεωρείται σχεδόν καθολικά ανήθικο. Η λίστα θα μπορούσε να είναι πολύ μεγαλύτερη εάν προσθέταμε μερικά κλασικά πειράματα που έχω παρουσιάσει στο παρελθόν, όπως είναι το πείραμα του Μίλγκραμ και το πείραμα της φυλακής του Στάνφορντ, αλλά δεν τα παρουσιάζω εδώ, καθώς όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να ανατρέξει στις παλαιότερες αναρτήσεις.

Μυρίστε την πάνα του μωρού σας

Μια ομάδα μητέρων δέχτηκαν να λάβουν μέρος σε μια τουλάχιστον περίεργη έρευνα[1] . Έπρεπε να μυρίσουν διαδοχικά δύο κουβάδες που περιείχαν λερωμένες πάνες και να αξιολογήσουν πόσο σιχαμερή ήταν η μυρωδιά. Ο ένας από τους δύο κουβάδες περιείχε την λερωμένη πάνα του μωρού τους. Ακόμη και όταν οι μητέρες δεν γνώριζαν ποιανού μωρού είναι η κάθε πάνα, αξιολόγησαν την μυρωδιά από την πάνα του δικού τους μωρού ως λιγότερο σιχαμερή σε σχέση με την άλλη πάνα.

Σκοπός της έρευνας: Να αξιολογήσει κατά πόσο η Εξέλιξη μας έχει προικίσει με την ικανότητα να ελέγχουμε τις αυτόματες αντιδράσεις μας. Πράγματι, οι ερευνητές έφτασαν στο συμπέρασμα πως οι μητέρες είναι σε θέση να αναγνωρίζουν και να ανέχονται περισσότερο τις σωματικές εκκρίσεις των μωρών τους, κάτι που είναι λογικό εάν δεχτούμε πως υπάρχει ένας μηχανισμός ενστικτώδους προστασίας και αποδοχής των βρεφών από τις μητέρες τους.

Μη κάνετε τίποτα για μέρες

Πως θα σας φαινόταν εάν σας πλήρωναν για να λάβετε μέρος σε ένα πείραμα στο οποίο πολύ απλά δεν έπρεπε να κάνετε τίποτα; Πιο συγκεκριμένα, στο πείραμα που περιγράφω[2] οι συμμετέχοντες κλείστηκαν εθελοντικά σε «λευκά κελιά», τα οποία περιείχαν μόνο ένα κρεβάτι, ενώ είχαν καλυμμένα τα χέρια και τα μάτια τους. Το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να αντέξουν όσο περισσότερο μπορούν. Οι περισσότεροι φυσικά δεν άντεξαν και πολύ, ενώ υπήρξαν συμμετέχοντες που ανέφεραν έντονες ψευδαισθήσεις.

Σκοπός της έρευνας: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν τι συμβαίνει όταν δεν έχουμε απολύτως τίποτα να κάνουμε, ενώ οι αισθητηριακές πληροφορίες που λαμβάνουμε είναι περιορισμένες. Όπως γράφουν οι ερευνητές στο άρθρο τους, το πείραμά τους υποδεικνύει ότι η ποικιλία στις πληροφορίες που λαμβάνουμε με τις αισθήσεις μας είναι εξαιρετικά σημαντική για την καλή ψυχική μας υγεία. Η ποικιλία αυτή δεν είναι απλά «το αλάτι και το πιπέρι» που κάνει την καθημερινότητά μας καλύτερη, αλλά πρόκειται για βασική μας ανάγκη για επιβίωση.

Ξαπλώστε στον τομογράφο ενώ ο/η σύντροφός σας σάς φέρνει σε οργασμό

Ο τίτλος του πειράματος νομίζω τα λέει όλα. Οι ερευνητές της συγκεκριμένης έρευνας ((Huynh, H. K., Willemsen, A. T. M., & Holstege, G. (2013). Female orgasm but not male ejaculation activates the pituitary. A PET-neuro-imaging study. NeuroImage, 76, 178–182. http://doi.org/10.1016/j.neuroimage.2013.03.012)) έψαξαν και βρήκαν ζευγάρια τα οποία θέλησαν να φέρουν ο ένας τον άλλο σε οργασμό, ενώ ο/η σύντροφός τους ξάπλωνε σε έναν τομογράφο εκπομπής ποζιτρονίων. Οι συμμετέχοντες είχαν όσο το δυνατόν περισσότερο ιδιωτικό χώρο (δεδομένων των συνθηκών), ενώ οι ερευνητές στο δίπλα δωμάτιο παρακολουθούσαν την εγκεφαλική δραστηριότητα του συμμετέχοντα σε όλη τη διάρκεια του πειράματος.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να μελετήσουν την λειτουργία της υπόφυσης, ενός μέρους του εγκεφάλου το οποίο μεταξύ άλλων σχετίζεται με την σεξουαλική ορμή και την έκκριση ορμονών. Συγκεκριμένα, ήθελαν να δουν εάν είναι δυνατόν να δουν οπτικά την λειτουργία της υπόφυσης, κάτι που έως και την πραγματοποίηση του πειράματος δεν είχαν καταφέρει να κάνουν με μεγάλη επιτυχία. Η έρευνα έφτασε στο συμπέρασμα πάντως πως η υπόφυση ενεργοποιείται κατά τη διάρκεια του οργασμού στις γυναίκες, αλλά όχι κατά τη διάρκεια της εκσπερμάτισης στους άνδρες, υπογραμμίζοντας τη διαφορά στη φυσιολογία του οργασμού ανάμεσα στα δύο φύλα.

Πάρτε οικονομικές αποφάσεις, ενώ κρατιέστε και δεν πηγαίνετε στην τουαλέτα

Οι συμμετέχοντες της συγκεκριμένης έρευνας ((Tuk, M. A., Trampe, D., & Warlop, L. (2011). Inhibitory Spillover: Increased Urination Urgency Facilitates Impulse Control in Unrelated Domains. Psychological Science, 22(5), 627–633. http://doi.org/10.1177/0956797611404901)) νόμιζαν ότι συμμετείχαν σε ένα πείραμα όπου έπρεπε να δοκιμάσουν διαφορετικούς τύπους νερού. Οι μισοί ήπιαν από μια γουλιά από πέντε διαφορετικά ποτήρια νερό, ενώ οι άλλοι μισοί από ένα ποτήρι από το κάθε «τύπο» νερού. Όπως είναι φυσικό η δεύτερη ομάδα άρχισε να έχει φυσικές ανάγκες μετά από λίγο λόγω της μεγάλης κατανάλωσης νερού. Όμως πριν μπορέσουν να πάνε στην τουαλέτα έπρεπε να τελειώσουν το πείραμα, το οποίο απαιτούσε να πάρουν μια οικονομική απόφαση. Συγκεκριμένα οι συμμετέχοντες μπορούσαν να αποφασίσουν να πάρουν: 1)μια μικρότερη ανταμοιβή τώρα ή 2)μια μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Σκοπός του πειράματος: Οι ερευνητές ήθελαν να δουν εάν το γεγονός ότι η δεύτερη ομάδα ήταν υποχρεωμένη να είναι εγκρατείς όσον αφορά τις φυσικές της ανάγκες επηρέαζε τις οικονομικές αποφάσεις που θα έπαιρναν σε σχέση με τους άλλους συμμετέχοντες που δεν είχαν τη φυσική ανάγκη για ενούρηση. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι πράγματι υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες. Όσοι έπρεπε να συγκρατήσουν τις φυσικές τους ανάγκες ήταν και πιο εγκρατείς στις οικονομικές αποφάσεις που έπαιρναν, επιλέγοντας να περιμένουν ώστε να πάρουν μεγαλύτερη ανταμοιβή στο μέλλον.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Case, T. I., Repacholi, B. M., & Stevenson, R. J. (2006). My baby doesn’t smell as bad as yours. Evolution and Human Behavior, 27(5), 357–365. http://doi.org/10.1016/j.evolhumbehav.2006.03.003 []
  2. Heron. (1957) The Pathology of Boredom. Scientific American []
20 Αυγ 2014

Ο βιολογικός μηχανισμός της αγάπης

Η αγάπη είναι μία έννοια που έχει πολλές προεκτάσεις: φιλοσοφικές, ψυχολογικές, θεολογικές, κοινωνικές ή ακόμη και βιολογικές. Το συναίσθημα της αγάπης έχει αποδειχθεί από πολλές έρευνες ότι έχει άμεσο αντίκτυπο τόσο στην νοητική/ψυχολογική μας κατάσταση, όσο και στη σωματική. Για παράδειγμα, το σύνδρομο της «σπασμένης καρδιάς» (broken heart) είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα και περιγράφει την ιδιαίτερη σωματική ευαισθησία που προκαλείται μετά από έναν έντονο, αρνητικό γεγονός που συνήθως σχετίζεται με την απώλεια (θάνατος, χωρισμός κτλ).

Η ανθρώπινη ανάγκη για αγάπη έχει περιγραφεί σε πλήθος θεωρητικών πλαισίων, από το ψυχαναλυτικό μοντέλο του Freud έως και την πυραμίδα των αναγκών του Maslow. Από τη στιγμή που γεννιόμαστε κυνηγούμε το συναίσθημα της ασφάλειας και αποδοχής που συνοδεύουν την αγάπη που λαμβάνουμε από τους γύρω μας. Η αγάπη είναι ο θεμέλιος λίθος της δημιουργίας νέων οικογενειών, αλλά και σημαντικότατος παράγοντας σύσφιξης των σχέσεων με μέλη της οικογένειάς και του φιλικού μας περιβάλλοντος.

Όπως γίνεται κατανοητό, η αγάπη δεν είναι απλά ένα συναίσθημα. Έχει πλήθος διαφορετικών οπτικών γωνιών υπό τις οποίες μπορεί να την προσεγγίσει κανείς. Επηρεάζεται από πλήθος άλλων παραγόντων (βιολογικούς, κοινωνικούς, γνωστικούς κτλ) και εν συνεχεία μπορεί να επηρεάσει εκ νέου αυτούς τους παράγοντες, καθιστώντας αυτό το συναίσθημα ως ένα από τα σημαντικότερα στη ζωή μας.

Βιολογία της αγάπης

Μέχρι και πρόσφατα οι επιστήμονες ερευνούσαν την αγάπη μέσα στα πλαίσια της έρευνας για την ανάπτυξη και το ρόλο των συναισθημάτων στη ζωή μας και επικεντρωνόντουσαν κυρίως στο γνωστικό κομμάτι (τι πιστεύουμε ότι είναι αγάπη, πότε νοιώθουμε ότι αγαπάμε κάποιον, πως εξηγούμε την αγάπη κτλ) και τις κοινωνικές προεκτάσεις της. Η βιολογία της αγάπης όμως άρχισε σιγά-σιγά να τραβάει τα βλέμματα της επιστημονικής κοινότητας, με αποτέλεσμα τις τελευταίες δύο δεκαετίες να έχουμε αποκτήσει αρκετές γνώσεις γύρω από τους νευροβιολογικούς και ενδοκρινολογικούς μηχανισμούς της παρατηρήσιμης, κοινωνικής συμπεριφοράς που ερμηνεύεται ως αγάπη.

Η εξέλιξη της κοινωνικής και φροντιστικής συμπεριφοράς

Η αγάπη είναι κατά βάση μια κοινωνική συμπεριφορά και ως τέτοια μπορεί να ερευνηθεί και υπό τη σκοπιά της εξέλιξης. Τι είδους εξελικτική αξία έχει η ανάπτυξη αλληλένδετων σχέσεων ενδιαφέροντος και προστασίας μεταξύ δύο οργανισμών; Η ικανότητα δύο οργανισμών να αλληλεπιδρούν και να υποστηρίζουν τους ομοιοστατικούς μηχανισμούς (την ισορροπία δηλαδή στην λειτουργία ενός οργανισμού), την ατομική ανάπτυξή αλλά και την αναπαραγωγή τους, είναι ένας από τους αρχαιότερους βιολογικούς μηχανισμούς. Τέτοιου είδους «κοινωνικές συμπεριφορές» παρατηρούνται ακόμη και στους πιο πρωτόγονους οργανισμούς: τα βακτήρια. Τα βακτήρια έχουν την ικανότητα να αναγνωρίζουν και να προσεγγίζουν μέλη του είδους τους, ενώ έχει παρατηρηθεί ότι η αναπαραγωγή τους είναι πιο επιτυχής όταν βρίσκονται εντός των ομάδων τους[1] . Η «κοινωνική» συμπεριφορά των βακτηρίων είναι φυσικά μόνο η αρχή. Η αγάπη φαίνεται πως έχει ιδιαίτερη αξία για την επιβίωση και την αναπαραγωγή όλων των ειδών, καθώς παρατηρείται σχεδόν σε όλα τα γνωστά είδη: ερπετά, θηλαστικά, πουλιά, ψάρια. Όλοι οι οργανισμοί φροντίζουν ο ένας τον άλλο, ιδιαίτερα οι γονείς τα παιδιά τους, τα οποία άλλωστε μεταφέρουν και τα γονίδιά τους στο μέλλον. Όσοι οργανισμοί δεν έδειξαν τέτοιου είδους συμπεριφορές, φαίνεται πως απλά δεν κατάφεραν να επιβιώσουν αρκετά για να μεταδώσουν τα δικά τους γονίδια έως και σήμερα. Η «αγάπη» λοιπόν φαίνεται πως είναι ένας θεμέλιος λίθος στην εξέλιξη των ειδών και ένας δυναμικός μηχανισμός που ευνοεί την ανάπτυξη και την υγεία των οργανισμών.

Ο φυσιολογικός μηχανισμός της αγάπης

ΟξυτοκίνηΗ αγάπη στον άνθρωπο –όπως και όλα τα βασικά συναισθήματα- εδρεύει στα πιο «πρωτόγονα» μέρη του εγκεφάλου, αυτά τα οποία αναπτύχθηκαν κατά τα πρώιμα στάδια της εξέλιξής μας και είναι παρόντα σε όλα τα θηλαστικά[2] . Βασικό ρόλο στο συναίσθημα της αγάπης παίζει η ορμόνη οξυτοκίνη η οποία εκκρίνεται σε αυτές τις «πρωτόγονες περιοχές» και συγκεκριμένα στην νευροϋπόφυση (posterior pituitary gland) και παίζει κεντρικό ρόλο στην αναπαραγωγή, αυξάνοντας την ερωτική επιθυμία σε άνδρες, βοηθώντας τις γυναίκες να αντέξουν τον πόνο της γέννας, αλλά και δημιουργώντας δεσμούς μεταξύ των ενηλίκων και του νεογνού. Έχει βρεθεί πως η ύπαρξη και μόνο ενός μωρού στο χώρο αυξάνει τα επίπεδα οξυτοκίνης σε όλους τους ενήλικους, άνδρες και γυναίκες[3], κάτι που μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο οργανισμός μας είναι φτιαγμένος να «επιβάλλει» σε κάποιο βαθμό την αγάπη των άλλων όσο είμαστε μωρά. Οι πολυάριθμες έρευνες γύρω από τον ρόλο της οξυτοκίνης τις τελευταίες δεκαετίες έχουν υποδείξει ότι η συγκεκριμένη ορμόνη παίζει σημαντικό ρόλο σε ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με την αγάπη και την ερωτική διάθεση. Μερικά παραδείγματα πέρα από το δέσιμο μεταξύ γονιών και παιδιών, είναι η διευκόλυνση της οπτική επαφής, η ενσυναίσθηση αλλά και η διάθεση για σεξουαλική συμπεριφορά.

Αν και η οξυτοκίνη φαίνεται πως παίζει σημαντικό ρόλο στην αγάπη, δεν θα πρέπει να θεωρήσουμε λανθασμένα πως είναι η «ορμόνη της αγάπης», καθώς αυτό το συναίσθημα όπως και όλα τα άλλα δημιουργούνται μέσα από περίπλοκες διαδικασίες και μια σειρά από εκκρίσεις άλλων ορμονών, νευροδιαβιβαστών και επικοινωνίας μεταξύ πολλών διαφορετικών εγκεφαλικών περιοχών. Για παράδειγμα η έκκριση του νευροπεπτιδίου βασοπρεσίνη σχετίζεται επίσης με την ανάπτυξη κοινωνικών συμπεριφορών παρόμοιων με αυτές που ρυθμίζει η οξυτοκίνη. Έρευνες γύρω από αυτές τις ορμόνες έχουν δείξει ότι εάν ο οργανισμός δεν μπορεί να τις απορροφήσει (π.χ. λόγω φαρμακευτικής αγωγής ανταγωνιστών των συγκεκριμένων ορμονών) τότε μειώνεται η εμφάνιση φροντιστικών, κοινωνικών συμπεριφορών τόσο απέναντι σε ενήλικες όσο και σε παιδιά. Είναι χαρακτηριστικό ότι έρευνες σε άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο φάσμα του αυτισμού έχουν δείξει ότι μεταξύ άλλων παρουσιάζουν δυσλειτουργία στο σύστημα των κοινωνικών συμπεριφορών που σχετίζονται με την οξυτοκίνη και τη βασοπρεσίνη[4], κάτι που φαίνεται λογικό εάν αναλογιστούμε ότι το φάσμα του αυτισμού περιγράφει ακριβώς συμπεριφορές που χαρακτηρίζονται από έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Το σύστημα μέρος του οποίου είναι και η οξυτοκίνη και η βασοπρεσίνη είναι δυναμικό και παρουσιάζει λειτουργικές διαφορές από άτομο σε άτομο. Η έκκριση της ορμόνης αλλά και ο αντίκτυπός της στη συμπεριφορά δεν είναι ίδια σε όλους και αυτό οφείλεται τόσο σε γεννητικούς όσο και σε επιγεννετικούς παράγοντες. Ερχόμαστε εξοπλισμένοι με ένα σύστημα οξυτοκίνης το οποίο λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο, αλλά οι εμπειρίες της ζωής μας μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο λειτουργίας του, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε αλλαγές στην αντίληψη της αγάπης από το ίδιο άτομο. Κάποιος ο οποίος για παράδειγμα μεγάλωσε σε ένα αποστειρωμένο και αυστηρό περιβάλλον μπορεί να μην εκτιμά την αξία της αγάπης ή ακόμη και να μην έχει νιώσει αυτό που οι περισσότεροι περιγράφουν ως αγάπη, έως ότου βρεθεί σε ένα διαφορετικό, πιο ανοιχτό και δεκτικό περιβάλλον που θα τον περιβάλλει με στοργή, οδηγώντας το βιολογικό του σύστημα να αλλάξει τη λειτουργικότητά του και επομένως και την αντίληψη του ίδιου για το συναίσθημα της αγάπης.

Ο πυρήνας της αγάπης είναι το αίσθημα της ασφάλειας και αυτό αντικατοπτρίζεται και στις ιδιότητες των ορμονών που σχετίζονται με αυτή. Τακτικές δόσεις οξυτοκίνης σε ζώα έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν τις φροντιστηκές συμπεριφορές, μειώνουν το στρες και την αμυντική συμπεριφορά, επιτρέποντας στους γονείς να αναπτύξουν καλύτερους δεσμούς με τα νεογνά τους αλλά και τα ίδια να αναπτύξουν μεγαλύτερο ρεπερτόριο συμπεριφορών μέσα σε ένα αίσθημα ασφάλειας.

Συμπερασματικά

Η αγάπη είναι ένα από τα πιο βασικά συναισθήματα όχι μονο στον άνθρωπο αλλά και το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και όπως βλέπουμε υπάρχουν και σαφείς βιολογικοί λόγοι γι’ αυτό. Η βιολογία παίζει σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης και φροντίδας, αλλά και το αντίστροφο: η ένταξη του ατόμου σε ένα σύστημα φροντιστικών συμπεριφορών αλλάζει την βιολογία του, με αποτέλεσμα την ενθάρρυνση και ανάπτυξη συμπεριφορών αγάπης από το ίδιο. Η φύση της αγάπης είναι ριζωμένη καλά μέσα μας και απλά περιμένει την κατάλληλη ευκαιρία να εκδηλωθεί.

Φωτογραφίες

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ingham, C. J., & Jacob, E. (2008). Swarming and complex pattern formation in Paenibacillus vortex studied by imaging and tracking cells. BMC Microbiology, 8(1), 36. doi:10.1186/1471-2180-8-36 []
  2. R. Biswas-Diener & E. Diener (Eds), Noba Textbook Series: Psychology. Champaign, IL: DEF Publishers. DOI: nobaproject.com []
  3. Feldman, R. (2012). Oxytocin and social affiliation in humans. HormonesandBehavior, 61(3), 380–391. doi:10.1016/j.yhbeh.2012.01.008 (pdf) []
  4. Miller, M., Bales, K. L., Taylor, S. L., Yoon, J., Hostetler, C. M., Carter, C. S., & Solomon, M. (2013). Oxytocin and Vasopressin in Children and Adolescents With Autism Spectrum Disorders: Sex Differences and Associations With Symptoms: Oxytocin and vasopressin in autism. Autism Research, 6(2), 91–102. doi:10.1002/aur.1270 []
21 Απρ 2014

Βρέφη δύο ημερών έχουν ήδη ανεπτυγμένες κάποιες βασικές γλωσσικές δομές

Ένα από τα ερωτήματα που απασχολεί πολλούς αναπτυξιακούς ψυχολόγους και γλωσσολόγους είναι και αυτό της απόκτησης της γλώσσας. Ερχόμαστε στον κόσμο έτοιμοι με κάποιο κοινό βιολογικό μηχανισμό, προδιατεθειμένοι να αναπτύξουμε συγκεκριμένες γλωσσικές ικανότητες -όπως π.χ. υποστηρίζει ο Τσόμσκι με τη θεωρία του περί βιολογικών καταβολών της γλωσσικής σύνταξης- ή είμαστε tabularasaκαι μαθαίνουμε αποκλειστικά και μόνο βάσει της εμπειρίας, όπως υποστηρίζουν οι συμπεριφοριστές; Εδώ και δεκαετίες η επιστημονική κοινότητα βρίσκει επιχειρήματα και δεδομένα υπέρ της μίας ή της άλλης θεωρητικής προσέγγισης, με τους περισσότερους ειδικούς να συμφωνούν πως η αλήθεια κρύβεται κάπου στη μέση. Ναι μεν έχουμε έναν εγγενή βιολογικό μηχανισμό, αλλά το εάν θα αναπτυχθεί ή όχι η γλώσσα και ο βαθμός ανάπτυξής της εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από το περιβάλλον του παιδιού. Ποια είναι όμως τα όρια αυτού του μηχανισμού; Πόσο ισχυρός είναι;

Αμερικανοί ερευνητές προσπάθησαν να ρίξουν περισσότερο φως σε αυτό το θέμα, διεξάγοντας μια ενδιαφέρουσα έρευνα με βρέφη ηλικίας μόλις δύο ημερών[1] ! Στην έρευνά τους, οι επιστήμονες έπαιξαν στα βρέφη κάποιες μαγνητοφωνημένες φωνές να λένε συγκεκριμένες ψευδολέξεις που περιείχαν συλλαβές, άλλες που είναι πολύ συνηθισμένες στις γλώσσες παγκοσμίως (π.χ. μπλ) και άλλες που είναι λιγότερο συνηθισμένες (π.χ. λμπ). Αξιοποιώντας μία μη παρεμβατική μέθοδο καταγραφής της εγκεφαλικής λειτουργίας (Near Infrared Spectroscopy – NIRS) προσπάθησαν να δουν εάν ο εγκέφαλος των βρεφών αντιδρά διαφορετικά στις δύο περιπτώσεις[2] . Αυτό που βρήκαν ήταν ότι πράγματι όχι μόνο υπήρχε διαφοροποίηση στην λειτουργία του εγκεφάλου στις δύο περιπτώσεις, αλλά μάλιστα η διαφοροποιημένη εγκεφαλική δραστηριότητα παρουσιάστηκε στις ευρύτερες περιοχές του αριστερού ημισφαιρίου που σχετίζονται με την γλωσσική ανάπτυξη! Παρόμοιες έρευνες έχουν γίνει και στο παρελθόν με ενήλικες, οι οποίες είχαν ακριβώς τα ίδια αποτελέσματα. Είναι η πρώτη φορά όμως που μια τέτοια έρευνα λαμβάνει χώρα σε τόσο μικρά βρέφη.

Σύμφωνα με αυτά τα δεδομένα ο εγκέφαλός μας είναι έτοιμος να επεξεργαστεί γλωσσικό κώδικα λίγες ώρες μετά την γέννηση, κάτι που υπογραμμίζει την σημαντικότητα και την έκταση του βιολογικού μηχανισμού ανάπτυξης της γλώσσας στους ανθρώπους. Ο άνθρωπος είναι ο μοναδικός οργανισμός στον πλανήτη που επικοινωνεί με έναν τόσο περίπλοκο γλωσσικό κώδικα. Η σημαντικότητα αυτού του κώδικα για την επιβίωση του είδους μας μέσα στα πλαίσια της ομάδας θεωρείται δεδομένη και αυτό εξηγεί την ξεκάθαρη γενετική κωδικοποίηση του μηχανισμού που τον εξασφαλίζει.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Psyblog: «How We Know Babies Are Born With The Structure of Language» []
  2. Gómez, D. M., Berent, I., Benavides-Varela, S., Bion, R. A. H., Cattarossi, L., Nespor, M., & Mehler, J. (2014). Language universals at birth. Proceedings of the National Academy of Sciences, 201318261. doi:10.1073/pnas.1318261111 []
24 Οκτ 2013

Τα οφέλη του θηλασμού στη ψυχολογία της μητέρας και του παιδιού

Το μητρικό γάλα είναι η ιδανική διατροφή για τα βρέφη. Είναι εύπεπτο και ικανοποιεί και την πείνα αλλά και την ανάγκη του μωρού για πιπίλισμα. Περιέχει περισσότερες από διακόσιες γνωστές θρεπτικές ουσίες, ενώ οι κατασκευαζόμενες βρεφικές τροφές περιέχουν περίπου το ήμισυ από αυτές. Ο θηλασμός παρέχει ισχυρή προστασία ενάντια σε πολυάριθμες απειλές για την υγεία του μωρού, όπως είναι οι ασθένειες, οι ιογενείς και βακτηριακές λοιμώξεις και οι αλλεργίες, ενισχύοντας το ανοσοποιητικό του σύστημα. Σύμφωνα με ερευνητικά δεδομένα το μητρικό γάλα μειώνει τη συχνότητα εμφάνισης ή σοβαρότητας της νόσου και επιτρέπει την ταχύτερη ανάρρωση. Επιπλέον, τα μωρά που θηλάζουν εμφανίζουν μικρότερο ποσοστό βρεφικής θνησιμότητας, οξείες λοιμώξεις και νοσηλείες.

Ο θηλασμός δημιουργεί μια ειδική σχέση που παρέχει φυσική και συναισθηματική άνεση, τόσο για τη μητέρα όσο και για το μωρό. Μια μητέρα που θηλάζει, ηρεμεί και χαλαρώνει μέσω του θηλασμού με αποτέλεσμα να δίνει στο παιδί της απεριόριστη προσοχή πολλές φορές κάθε μέρα. Θα κοιτάξει μέσα στα μάτια του, θα του μιλήσει και θα συνδεθεί μαζί του με ένα μοναδικό τρόπο. Ο θηλασμός προάγει τη φυσική σύνδεση ανάμεσα στη μητέρα και το μωρό χάρη στη συνδυασμένη δράση των ορμονών προλακτίνη και οκυτοκίνη. Η οκυτοκίνη βοηθά στη μείωση του άγχους και αυξάνει την προσοχή της μητέρας προς το μωρό της. Οι ορμόνες που διεγείρονται μέσω του θηλασμού βοηθούν τις μητέρες, ώστε να μην εμφανίζουν αρνητική διάθεση και να κοιμούνται καλύτερα, μειώνουν το άγχος και οδηγούν στην ομαλή μετάβαση από τον τοκετό στη μητρότητα.

Οι περισσότεροι επιστήμονες, συμφωνούν ότι το μεγαλύτερο όφελος του θηλασμού είναι η συναισθηματική ευεξία μητέρας και παιδιού.

Τα οφέλη του θηλασμού στην ψυχολογία της μητέρας

Οι μητέρες που επιλέγουν να θηλάσουν, αισθάνονται ολοκληρωμένες και αντιμετωπίζουν την περίοδο της λοχείας με μεγαλύτερη ευκολία. Το συναισθηματικό δέσιμο και η επαφή με το μωρό τους, ενισχύει την αυτοπεποίθησή τους (όσον αφορά την ικανότητά τους να το φροντίσουν). Έτσι, ενισχύεται η αυτοεκτίμηση και η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Επιπλέον, οι μητέρες που θηλάζουν, εμφανίζουν μειωμένες πιθανότητες εκρήξεων θυμού, κακοποίησης ή εγκατάλειψης των παιδιών τους.

Τα οφέλη του θηλασμού στην ψυχολογία του παιδιού

Κατά τη διάρκεια του θηλασμού, το μωρό απολαμβάνει τη ζεστασιά και τη σωματική επαφή με την αγκαλιά της μητέρας και αισθάνεται ασφάλεια και ηρεμία, γεγονός που του δίνει τις πρώτες βάσεις για τη συναισθηματική και ψυχολογική του ανάπτυξη. Τα μωρά που θηλάζουν, μαθαίνουν να εμπιστεύονται τη μητέρα και να αντιλαμβάνονται την αγάπη και το ισχυρό δέσιμο. Μεγαλώνοντας, δεν εμφανίζουν έντονη προσκόλληση στους γονείς, γίνονται ανεξάρτητα και δε βιώνουν έντονο άγχος αποχωρισμού.

Ο θηλασμός είναι ιδανικός όχι μόνο για τα μωρά και τις μητέρες, αλλά και για τις οικογένειες και την κοινωνία γενικότερα. Μερικά από τα οφέλη του θηλασμού έχουν αντίκτυπο και στην κοινωνία, διότι μια κοινωνία που έχει υγιή μωρά ευνοείται, καθώς δεν επιβαρύνεται το κοινωνικό σύστημα υγείας. Επιπλέον, τα γνωστικά οφέλη του θηλασμού στα μωρά (το μητρικό γάλα εμφανίζεται ως παρόγοντας ενίσχυσης της νοημοσύνης του παιδιού) ελαφρύνουν το βάρος του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας.

Όσον αφορά την οικογένεια, ο θηλασμός δημιουργεί ήρεμη ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι. Το μωρό τρέφεται σωστά και η μητέρα αποκτά βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα οφέλη για την υγεία της και μπορεί να αφιερώσει περισσότερο χρόνο στα άλλα μέλη της οικογένειας. Επιπλέον, ευνοείται ο οικονομικός προϋπολογισμός της οικογένειας πράγμα υπολογίσιμο σε περιόδους οικονομικής κρίσης.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Baby breastfeeding, by PublicDomainPictures