13 Αυγ

Βίντεο: Ποιοι ψυχολογικοί και βιολογικοί μηχανισμοί διευκολύνουν τη διάδοση ψευδών ειδήσεων;

Η διάδοση ψευδών ειδήσεων αλλά η εξαπάτηση κυρίως μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης είναι ομολογουμένως ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα στην εποχή της επικοινωνίας στην οποία ζούμε.

Read More

15 Μαρ

Γιατί μειώθηκε ο όγκος του ανθρώπινου εγκεφάλου κατά τα τελευταία 20000 χρόνια;

Όταν σκεφτόμαστε την ανθρώπινη εξέλιξη μέσα στο πέρασμα των εκατομμυρίων ετών, οι περισσότεροι πιστεύουμε πως αυτή χαρακτηρίζεται από μια σταθερή αύξηση του όγκου του ανθρώπινου εγκεφάλου. Επιπλέον, έχουμε συνδέσει την αύξηση αυτή με την αύξηση της νοημοσύνης: όσο μεγαλύτερος ο όγκος του εγκεφάλου, τόσο πιο έξυπνος γίνεται ο άνθρωπος. Πόσο αληθείς είναι όμως αυτές οι πεποιθήσεις;

Πράγματι, η ανθρώπινη εξέλιξη χαρακτηρίστηκε από μια σταθερή αύξηση του συνόλου του εγκεφάλου. Εάν συγκρίνουμε τα αρχαιολογικά ευρήματα από απολιθώματα των προγόνων μας, θα δούμε ότι ο εγκέφαλος αυξανόταν γεωμετρικά. Μέσα σε διάστημα περίπου 2 εκατομμυρίων ετών παρουσιάστηκε ένας τριπλασιασμός του όγκου του. Αυτή η αύξηση συνεχίστηκε έως και πριν από 20,000 χρόνια, όταν ο μέσος ανθρώπινος εγκέφαλος του homo sapiens (του είδους μας δηλαδή) έφτασε τα 1,500 κυβικά εκατοστά. Έκτοτε όμως η εξέλιξή μας χαρακτηρίζεται από μείωση του συνολικού όγκου του εγκεφάλου, φτάνοντας τα σημερινά δεδομένα όπου ο μέσος όρος είναι περίπου στα 1,300 κυβικά εκατοστά. Με αυτούς τους ρυθμούς, μέσα στα επόμενα 20,000 χρόνια ο εγκέφαλός μας θα φτάσει το μέγεθος που είχε ο homo erectus, ένα είδος-πρόγονός μας που έζησε πριν από 1,5 εκατ. χρόνια.

Πως εξηγούνται όμως αυτές οι διακυμάνσεις; Πράγματι, η αύξηση του εγκεφάλου συνοδεύτηκε από πολλαπλασιασμό των γνωστικών ικανοτήτων των προγόνων μας. Η μετάβαση από τη ζωή στα δέντρα, τους θάμνους και στη συνέχεια σε ομάδες και χωριά αλλά και η σταδιακή χρήση όλο και καλύτερων εργαλείων δεν θα ήταν δυνατή εάν δεν είχαν αναπτυχθεί οι αντίστοιχες εγκεφαλικές περιοχές που είναι υπεύθυνες για την κατανόηση του εαυτού, την ενσυναίσθηση, των λεπτών κινήσεων των άκρων μας κτλ. Υπό αυτή την έννοια ο μεγαλύτερος εγκέφαλος ήταν ένδειξη περισσότερων γνωστικών ικανοτήτων και αυξημένης νοημοσύνης.

Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι η σταδιακή μείωση του εγκεφάλου μας είναι ένδειξη μειωμένης ευφυίας; Η απάντηση είναι ένα ξεκάθαρο όχι. Σημασία δεν έχει μόνο ο όγκος του, αλλά και η λειτουργικότητά του, οι διασυνδέσεις μεταξύ των διάφορων εγκεφαλικών περιοχών και φυσικά το να αξιοποιείται στο έπακρο. Όταν μια εγκεφαλική περιοχή καθίσταται λιγότερο ή και καθόλου χρήσιμη για την επιβίωση ενός είδους -εν προκειμένω του ανθρώπου- τότε είναι λογικό ότι θα τείνει να μειώνεται σε όγκο αλλά και λειτουργικές συνδέσεις. Ας σκεφτούμε τις αισθήσεις μας και την χρησιμότητά τους ανά τις χιλιετίες. Πριν από εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια οι πρόγονοί μας ήταν κυρίως κυνηγοί. Βρίσκονταν συνεχώς εκτεθειμένοι στον κίνδυνο να σκοτωθούν από κάποιον θηρευτή. Έπρεπε να έχουν αυξημένες όλες τις αισθήσεις τους: όσφρηση, ακοή και όραση. Όσοι τύχαινε να μην έχουν αυξημένες κάποιες από αυτές, τότε μοιραία έπεφταν θύματα των άγριων ζώων ή άλλων ατυχημάτων μέσα στις επικίνδυνες περιοχές που ζούσαν. Αποτέλεσμα αυτού ήταν πολλοί πρόγονοί μας με μειωμένες αισθήσεις (π.χ. όσφρηση) να μην προλαβαίνουν καν να τεκνοποιήσουν και να περάσουν αντίστοιχα επίπεδα αισθήσεων στους απόγονούς τους. Έτσι, κάθε γενιά αποτελούνταν από όλο και πιο ικανούς κυνηγούς οι οποίοι φυσικά είχαν πιο ανεπτυγμένα τα κέντρα των αισθήσεών τους.

Αν δούμε την πορεία του ανθρώπου θα διαπιστώσουμε τις μεγάλες αλλαγές από τις οποίες πέρασε το είδος μας στον τρόπο επιβίωσής του. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, μια πολύ σημαντική αλλαγή είναι η μετάβαση από την ατομική – οικογενειακή επιβίωση στην επιβίωση μέσα στα πλαίσια μεγαλύτερων ομάδων. Ο άνθρωπος άρχισε να οργανώνεται σε μεγαλύτερες ομάδες και να μοιράζονται διαφορετικοί και ποικίλοι ρόλοι στον καθένα, και αυτό είχε φυσικά σημαντικό αντίκτυπο στην εξέλιξη του είδους μας. Συνεχίζοντας το παράδειγμά μας, όταν πλέον οι άνθρωποι δεν είχαν την ανάγκη αποκλειστικά και μόνο κυνηγών, αλλά και αγροτών, τεχνιτών κτλ, όσοι δεν ήταν ικανοί κυνηγοί γιατί δεν είχαν ανεπτυγμένες τις αισθήσεις και τις μυικές ομάδες που απαιτούνται από έναν κυνηγό δεν πέθαιναν, αλλά έβρισκαν διέξοδο υιοθετώντας έναν διαφορετικό ρόλο. Ενδεχομένως είχαν πιο ανεπτυγμένες λεπτές κινήσεις που απαιτούνται από έναν τεχνίτη, ή τις γνωστικές ικανότητες που απαιτούνται για την κατανόηση του περιβάλλοντος και την πρόβλεψη των εποχών ώστε να είναι πιο αποτελεσματικές οι καλλιέργειες. Όλες αυτές οι κοινωνικές μεταμορφώσεις είχαν αντίκτυπο και στον εγκέφαλο του είδους μας. Αυξήθηκε ο πρόσθιος λοβός ο οποίος χρησιμεύει στην αόριστη σκέψη, τη μνήμη και γενικά όλες τις ανώτερες γνωστικές ικανότητες που μας χαρακτηρίζουν ως είδος, ενώ σταδιακά μειώθηκαν σε όγκο και λειτουργικές συνδέσεις οι εγκεφαλικές περιοχές που σχετίζονται με δεξιότητες ή αισθήσεις που δεν μας είναι τόσο χρήσιμες (π.χ. όσφρηση, ακοή κτλ).

Φτάνοντας στο βασικό ερώτημα του άρθρου σχετικά με το λόγο μείωσης του όγκου του εγκεφάλου τα τελευταία 20,000 χρόνια, μπορούμε να πούμε ότι η μείωση δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι είμαστε λιγότεροι έξυπνοι ή ικανοί από τους προγόνους μας πριν από χιλιάδες γενιές. Είμαστε απλά διαφορετικοί. Καλούμαστε να επιβιώσουμε σε ένα διαφορετικό περιβάλλον με διαφορετικές προκλήσεις. Ζούμε σε έναν κόσμο ανάπτυξης της τεχνολογίας, με πιο γρήγορους ρυθμούς και στον οποίο σημαντικό ρόλο παίζουν οι κοινωνικές δεξιότητες. Δεν είμαστε αποκλειστικά κυνηγοί και αγρότες, αλλά ακόμη και όσοι ασκούν τέτοια επαγγέλματα το κάνουν αξιοποιώντας διαφορετικές ικανότητες από τους προγόνους τους. Χρησιμοποιούμε σύγχρονα όπλα, τεχνικές καλλιέργειας, νέα εργαλεία αυτοματοποίησης της καθημερινότητάς μας. Ασχολούμαστε σε μεγάλο ποσοστό με την προσφορά υπηρεσιών στους συνανθρώπους μας και όχι αποκλειστικά με τον πρωτογενή τομέα παραγωγής ο οποίος μας προσφέρει τα απαραίτητα για την επιβίωσή μας.

Για την ακρίβεια, δεν μας απασχολεί μόνο η επιβίωσή μας, αλλά η ψυχαγωγία, η ανάπτυξη της γνώσης μας για τον κόσμο και η προσφορά βοήθειας στον συνάνθρωπό μας. Είμαστε καλλιτέχνες, δικηγόροι, ψυχολόγοι, χρηματιστές, διευθυντές, δάσκαλοι, γεωργοί, κτηνοτρόφοι, γεωπόνοι, αεροπόροι, στρατιώτες, πολιτικοί, επιστήμονες, εξερευνητές, διπλωμάτες και χίλια δυο άλλα πράγματα. Με απλά λόγια οι ρόλοι που αναλαμβάνουμε είναι εντελώς διαφορετικοί από τους ρόλους των προγόνων μας και αντίστοιχα διαφορετικοί είναι και οι εγκέφαλοι που έχουμε.

Κατά καιρούς διαβάζουμε προβλέψεις για το πως θα είμαστε σε μερικές χιλιάδες χρόνια και αντίστοιχα κυκλοφορούν κάποιες εικασίες για το πως θα είναι και ο εγκέφαλός μας. Η αλήθεια είναι όμως πως δεν γίνεται να γνωρίζουμε με καμία ακρίβεια. Η εξέλιξη των ειδών δεν είναι μία γραμμική διαδικασία. Αντίθετα, εξαρτάται από τις ανάγκες του περιβάλλοντος στις οποίες θα ζήσουν οι απόγονοί μας. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας, η ενδεχόμενη κλιματική αλλαγή, η μετεξέλιξη των κοινωνιών και οι νέες ανάγκες που θα προκύψουν αλλά και μελλοντικές ενδεχόμενες καταστροφές και αφανίσεις πληθυσμών θα διαμορφώσουν σε μεγάλο βαθμό και την πορεία του εγκεφάλου μας. Σίγουρα θα παραμείνουμε ένα ανώτερο πρωτεύων θηλαστικό με ανεπτυγμένες ανώτερες γνωστικές λειτουργίες για τις επόμενες μερικές εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, αλλά από εκεί και πέρα η πορεία μας είναι αδιευκρίνιστη ακόμη και για τον πιο έμπειρο θεωρητικό στην εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.

Εισαγωγική Εικόνα

18 Μαρ

Το φαινόμενο «Τύφλωση Αλλαγής» (Change Blindness)

Φανταστείτε ότι σας σταματά ένας περαστικός και σας ζητάει οδηγίες. Σίγουρα θα θυμόσαστε πολύ καλά τα χαρακτηριστικά του και θα το προσέχατε αν κατά τη διάρκεια της συνομιλίας σας, εμποδιζόταν η οπτική επαφή σας μαζί του και εκείνος αντικαθίστατο από κάποιον άλλο. Και όμως, σύμφωνα με ένα πείραμα των Simon & Levin, το 50% των συμμετεχόντων δεν παρατήρησε την αλλαγή!

Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται «τύφλωση αλλαγής» και είναι η αποτυχία εντοπισμού ακόμη και μεγάλων αλλαγών όταν παρεμβάλλεται κάτι, που έστω και στιγμιαία, μας αποκόπτει από το θέμα που παρακολουθούμε. Τέτοιες παρεμβολές μπορεί να είναι μία λευκή λάμψη μεταξύ δύο σκηνών, η σακκαδική κίνηση του αμφιβληστροειδούς, ο βλεφαρισμός των ματιών, η αλλαγή σκηνής σε μία ταινία, οι υαλοκαθαριστήρες στο αυτοκίνητό μας ή κάποιο φυσικό εμπόδιο.

Η «τύφλωση αλλαγής» μάς έχει βοηθήσει στην κατανόηση της προσοχής, της οπτικής μνήμης και των εσωτερικών αναπαραστάσεων. Αρχικά, νομίζαμε πως δημιουργούμε ακριβείς εσωτερικές αναπαραστάσεις του κόσμου γύρω μας και πως κάθε στιγμή γίνεται «ανανέωση» αυτών των εικόνων με μεγάλη ακρίβεια. Απ’ ό,τι φαίνεται, όμως, αυτό δεν ισχύει, καθώς συγκρατούμε μόνο τις «κεντρικές» πληροφορίες μιας σκηνής.

Στο πείραμα στο οποίο αναφερθήκαμε στην αρχή του θέματος, παρατηρήθηκε και κάτι ακόμα. Οι ερευνητές ήταν νέοι σε ηλικία, και από τους συμμετέχοντες, οι περισσότεροι που παρατήρησαν την αλλαγή ήταν επίσης νέοι, σε σχέση με τους μεγαλύτερους ηλικιακά, οι οποίοι είχαν μικρότερο ποσοστό εντοπισμού της αλλαγής. Στην επανάληψη του πειράματος, οι ερευνητές παρίσταναν αυτή τη φορά εργάτες οικοδομής, οι οποίοι, πάλι, ζητούσαν κάποιες πληροφορίες. Με αυτή την τροποποίηση, ακόμη λιγότερα άτομα παρατήρησαν την αλλαγή. Η εξήγηση για αυτό, έρχεται από τον χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας και αναφέρεται στη δυναμική των κοινωνικών ομάδων, όπου άτομα μιας άλλης ομάδας, μας φαίνονται πιο ομοιογενή και «ίδια» σε σχέση με τη «δική μας» ομάδα, όπου μπορούμε πιο εύκολα να εντοπίσουμε διαφορές.

Σύμφωνα με έρευνα των Tseng et al, ο δεξιός οπίσθιος βρεγματικός φλοιός παίζει σημαντικό ρόλο στην «ανανέωση» των χωρικών και οπτικών αναπαραστάσεων, στην κατεύθυνση της δράσης, καθώς και στη συνειδητοποίηση αυτών που βλέπουμε, καθώς η ενεργοποίησή του σχετίζεται με το συνειδητό εντοπισμό κάποιας αλλαγής. Ακόμη, η παρεμβολή της λειτουργίας αυτού του μέρους του εγκεφάλου, οδηγεί σε αύξηση των περιπτώσεων της «τύφλωσης αλλαγής», το οποίο υπονοεί μια άμεση σχέση μεταξύ τους.

Επομένως, η «τύφλωση αλλαγής» είναι ένας περιορισμός των γνωστικών μας δυνατοτήτων, η οποία μας εμποδίζει από το να εντοπίσουμε αλλαγές στο περιβάλλον μας οι οποίες δεν είναι πάντοτε μικρές ή ασήμαντες και αυτό λαμβάνει χώρα, συνήθως, όταν υπάρξει κάποιου είδους παρεμβολή ή απόσπαση προσοχής. Η αίσθηση ότι μπορούμε να εντοπίσουμε οποιαδήποτε αλλαγή στο περιβάλλον μας και άρα, η άγνοια περί του φαινομένου, ονομάζεται «τύφλωση της τύφλωσης αλλαγής» και μας κάνει ακόμα πιο επιρρεπείς στο φαινόμενο αυτό. Η δε ενημέρωση περί του φαινομένου, μπορεί να μας κάνει πιο προσεκτικούς και να μειώσει την εμφάνισή του.

Πώς, όμως, μας αφορά η «τύφλωση αλλαγής»; Είναι απλώς ένα ενδιαφέρον φαινόμενο το οποίο βρίσκει έδαφος μόνο στο εργαστήριο ή μπορεί να έχει επιπτώσεις και στην καθημερινή μας ζωή; Η απάντηση σε αυτό είναι ξεκάθαρη. Πραγματικές συνθήκες όπου μπορεί να μην παρατηρήσουμε αλλαγές στο περιβάλλον μας και να έχουμε σοβαρές επιπτώσεις είναι η οδήγηση, όπου μια αλλαγή, όπως ένας πεζός ή ένα διερχόμενο αυτοκίνητο μπορεί να μη γίνουν άμεσα αντιληπτά με δραματικές επιπτώσεις. Αυτό επαυξάνεται όταν είμαστε αφηρημένοι, κουρασμένοι ή ακόμα χειρότερα, μιλάμε στο κινητό μας, ακόμα και μέσω handsfree, καθώς σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, οι άνθρωποι δεν είναι καλοί στο να κάνουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Επιπλέον, συνδυάζοντας την «τύφλωση αλλαγής» με τη φαινομενική ομοιότητα ατόμων διαφορετικής κοινωνικής ομάδας από τη δική μας, μπορούμε να εντοπίσουμε επιπτώσεις στην αξιοπιστία των αυτόπτων μαρτύρων σε εγκλήματα, ακόμη και των ίδιων των αστυνομικών.

Στο παρακάτω βίντεο, γίνεται αναπαράσταση του πειράματος με τον περαστικό που ζητάει οδηγίες.

Και σε αυτό γίνεται επίδειξη του φαινομένου. Εσείς, πόσες αλλαγές εντοπίσατε;

Εισαγωγική Φωτογραφία

Βιβλιογραφία

Simons, D.J. & Rensink, R.A. (2005). Change blindness: Past, present and future. Trends in Cognitive Sciences, Vol. 9 No. 1 January 2005.

Simons, D.J. & Levin, D.T. (1998) Failure to detect changes to people during a real-world interaction. Psychonomic Bulletin & Review. 1998, 5(4), 644-649.

Simons,D.J. (2000). Current approaches to change blindness. Visual Cognition, 2000, 7 (1/2/3), 1-15.

Tseng, P., et al. Posterior parietal cortex mediates encoding and maintenance processes in change blindness. Neuropsychologia (2009), doi:10.1016/j.neuropsychologia.2009.12.005

Hogg, M.A. & Vaughan, G.M. (2011) Social psychology (6th edition). Pearson Education Limited. England. http://www.npr.org/templates/story/story.php?storyId=95256794

17 Νοέ

Παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ: τι προβλήματα αντιμετωπίζουν και πως μπορούμε να τα βοηθήσουμε

Τα παιδιά τείνουν να αντλούν πάρα πολλές πληροφορίες από το περιβάλλον, τον τρόπο αντίδρασης των ενηλίκων γύρω τους, αλλά και τις εμπειρίες τους κατά την αλληλεπίδρασή τους με τους συνομήλικους τους. Αυτή η λεγόμενη κοινωνική μάθηση είναι σημαντική ιδιαίτερα στις μικρότερες ηλικίες που τα παιδιά αναπτύσσουν τις πρώιμες κοινωνικές τους δεξιότητες.

Για τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Λόγω ακριβώς του συνδρόμου (το οποίο έχει σημαντικότατη βιολογική βάση) δεν είναι σε θέση να αποκωδικοποιήσουν επαρκώς τα μηνύματα που υπάρχουν στο περιβάλλον τους, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να αναγνωρίσουν εύκολα π.χ. τις διαθέσεις των άλλων βάσει των εκφράσεων του προσώπου τους ή τον τόνο της φωνής τους. Αποτέλεσμα αυτού είναι τα παιδιά αυτά να μοιάζουν περίεργα και πολλές φορές βρίσκονται σε κοινωνικό αποκλεισμό από τον περίγυρό τους.

Όσοι έχουν επαφή με παιδιά με το συγκεκριμένο σύνδρομο -είτε γιατί βρίσκονται στο περιβάλλον τους, είτε γιατί πρέπει να δουλέψουν μαζί τους για να πετύχουν εκπαιδευτικούς ή άλλους στόχους- θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι να αποδεχτούν τη διαφορετικότητα και να ξέρουν τις βασικές διαφορές στον τρόπο αντίληψης του κόσμου που προκαλεί το σύνδρομο Άσπεργκερ. Με αυτό τον τρόπο η αλληλεπίδρασή τους με τα παιδιά αυτά θα είναι πιο επιτυχής και ολοκληρωμένη.

Διαφοροποιημένη συμπεριφορά παιδιών με σύνδρομο Άσπεργκερ

Τα βασικά συμπτώματα που μπορεί να εντοπίσει κάποιος εύκολα στα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:

  • Οπτική επεξεργασία: Η οπτική επεξεργασία, ιδιαίτερα προσώπων, είναι ελλιπής, με αποτέλεσμα τα παιδιά να μην κατανοούν τις πληροφορίες όταν παρουσιάζονται οπτικά. Για το λόγο αυτό προτείνεται στα άτομα του περιβάλλοντός τους να μεταφέρουν πληροφορίες στα παιδιά αυτά με άλλους τρόπους (π.χ. φωνητικά). Για παράδειγμα όταν τα παιδιά του περιβάλλοντος καλούνται να μιμηθούν κάτι που βλέπουν, θα πρέπει κάποιος να εξηγήσει προφορικά στο παιδί με Άσπεργκερ τι πρέπει να κάνει.
  • Ολιστική επεξεργασία: Τα παιδιά με Άσπεργκερ δυσκολεύονται να κατανοήσουν σύνολα πληροφοριών και επικεντρώνονται κυρίως στις λεπτομέρειες. Η ικανότητά μας να «βλέπουμε το δάσος και όχι το δέντρο» λέγεται ολιστική επεξεργασία πληροφοριών. Όπως γίνεται εύκολα κατανοητό όταν τα παιδιά με Άσπεργκερ «βλέπουν το δέντρο και όχι το δάσος», επικεντρώνοντας σε λεπτομέρειες, μπορεί να κάνουν λάθος εκτίμηση μιας κατάστασης. Για παράδειγμα, όταν τα άτομα του περιβάλλοντός τους μιλάνε δυνατά μέσα στα πλαίσια μιας ζωντανής και ευχάριστης συζήτησης, τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ μπορεί να επικεντρωθούν απλά στη φασαρία που προκαλούν οι φωνές, απομονώνοντάς τες από το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο εκδηλώνονται, με αποτέλεσμα να θεωρούν πως οι άλλοι μαλώνουν και να βάλουν τα κλάματα.
  • Μεταφορά εμπειρίας: Τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ δυσκολεύονται να μεταφέρουν τις εμπειρίες του παρελθόντος τους σε νέες καταστάσεις. Αυτό οφείλεται είτε στην ελλιπή κωδικοποίηση της προηγούμενης κατάστασης, είτε στην πλήρη αγνόησή της. Έτσι, εάν προσπαθήσαμε να μάθουμε στο παιδί πώς να συμπεριφέρεται σε μια κοινωνική κατάσταση μια φορά, μπορεί να χρειαστεί να τους το ξαναμάθουμε εκ νέου την επόμενη. Αυτή η μάθηση πρέπει να γίνεται με όσο το δυνατόν περισσότερες απλουστεύσεις στο πως αναμένεται να συμπεριφερθούν τα παιδιά, ώστε να μπορέσει να είναι επιτυχής.
  • Αφηρημένη σκέψη: Όταν τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ καλούνται να σκεφτούν με έναν αφηρημένο τρόπο για μια κοινωνική κατάσταση, προφανώς αντιμετωπίζουν δυσκολίες. Δυσκολεύονται να βρουν τον σωστό τρόπο συμπεριφοράς σε μια κατάσταση και μπορεί είτε να χρειαστούν περισσότερο χρόνο για να αναλύσουν την κατάσταση, είτε να μην μπορέσουν να την αναλύσουν, να απογοητευθούν και να «παγώσουν». Και πάλι, το περιβάλλον θα πρέπει να έχει την υπομονή να εξηγήσει στο παιδί με Άσπεργκερ την κατάσταση με πάρα πολύ απλά λόγια και να του δώσει λίγες και συγκεκριμένες επιλογές που είναι σε θέση να κατανοήσει (ανάλογα με την ηλικία, τη διάθεση κτλ).
  • Νοημοσύνη: Τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ έχουν συνήθως κανονικό και πολλές φορές υψηλό δείκτη νοημοσύνης. Παρόλα αυτά, δυσκολεύονται στην επεξεργασία συγκεκριμένων πληροφοριών, ιδιαίτερα όταν αυτές παρουσιάζονται με μεγάλη ταχύτητα στα πλαίσια μιας κοινωνικής συναναστροφής. Αυτό πρέπει να γίνει κατανοητό από τον περίγυρό τους και να μην βιαστούν να βγάλουν βιαστικά συμπεράσματα για την νοημοσύνη του παιδιού βασιζόμενοι απλά και μόνο στις αργές ή λανθασμένες αντιδράσεις τους κατά τη διάρκεια κοινωνικών συναναστροφών.
  • Αυτοαντίληψη συναισθημάτων: Τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ δεν δυσκολεύονται απλά να αναγνωρίσουν τα συναισθήματα των άλλων, αλλά και τα δικά τους. Μπορεί να μην μπορούν να εκφράσουν τι αισθάνονται σε μια συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι τα παιδιά αυτά δεν έχουν συναισθήματα, αλλά πολύ απλά ότι δεν μπορούν να τα κατανοήσουν και να τα γνωστικοποιήσουν πλήρως.

Πως μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ;

Το γεγονός πως τα παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ έχουν κανονικό ή υψηλό δείκτη νοημοσύνης διευκολύνει τα άτομα του περιβάλλοντός τους, καθώς σημαίνει πως με τις κατάλληλες στρατηγικές μπορούν να διδάξουν πολλά πράγματα στα παιδιά αυτά και να τα βοηθήσουν να αναπτύξουν συγκεκριμένες κοινωνικές δεξιότητες που θα τα διευκολύνουν να ανταπεξέλθουν στην καθημερινότητά τους.

  • Χρήση λεκτικών οδηγιών: Η εκμάθηση στα παιδιά αυτά γίνεται πιο εύκολη όταν είναι γραμμική (το Α ακολουθεί το Β και έπεται το Γ κτλ) και βασίζεται στη λογική. Περιγράψτε στα παιδιά αυτά τα πιο σημαντικά βήματα που πρέπει να κάνουν σε μια κοινωνική κατάσταση με μια συγκεκριμένη και λογική σειρά.
  • Εκμάθηση δεξιοτήτων: Τα παιδιά θα πρέπει να διδαχθούν να διαβάζουν απλά στοιχεία του περιβάλλοντός τους που θα τα βοηθήσουν να διαβάσουν τα «κοινωνικά μηνύματα» του περιβάλλοντός τους. Π.χ. μπορούν να διδαχθούν να προσέχουν περισσότερο τον τόνο της φωνής κάποιου για να καταλάβουν την συναισθηματική του κατάσταση ή να παρατηρούν στοιχεία της γλώσσας του σώματος που θα τα βοηθήσουν στην «αποκωδικοποίηση» αυτή.
  • Εκμάθηση αυτοαντίληψης συναισθημάτων: Όπως το παιδί μπορεί να διδαχθεί να διαβάζει συγκεκριμένα στοιχεία στην συμπεριφορά των άλλων ώστε να εξάγει συμπεράσματα για την συναισθηματική τους κατάσταση, αντίστοιχα μπορεί να διδαχθεί το ίδιο και για τον εαυτό του. Εάν το παιδί π.χ. μάθει ότι όταν αισθάνεται έναν κόμπο στον λαιμό και αισθανθεί ότι ξαφνικά ζεστένεται, αυτό σημαίνει ότι είναι θυμωμένο ή γενικότερα αναστατωμένο. Στη συνέχεια το παιδί θα μάθει τι πρέπει να κάνει όταν αισθάνεται συγκεκριμένα πράγματα (π.χ. όταν νιώσει θυμωμένος, να εκφράσει το παράπονό του ή να απομακρυνθεί από μια κατάσταση). Με αυτόν τον τρόπο σταδιακά το παιδί θα μάθει να αποφεύγει κοινωνικές καταστάσεις που του προκαλούν δυσφορία και να εμπλέκεται σε αυτές που του είναι πιο ευχάριστες, κάτι που θα αυξήσει κατακόρυφα και την ποιότητα ζωής του στην καθημερινότητά του.

Φυσικά οι συμβουλές και οι στρατηγικές που μπορεί να ακολουθήσει κάποιος ενήλικας που πρέπει να βοηθήσει ένα παιδί με σύνδρομο Άσπεργκερ δεν τελειώνουν εδώ. Το σύνδρομο αυτό είναι πολυεπίπεδο και επηρεάζει τη ζωή του παιδιού με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, ενώ επιπλέον μπορεί να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά στο κάθε παιδί. Για το λόγο αυτό προτείνεται η εξατομικευμένη συμβουλευτική παρέμβαση σε γονείς και επαγγελματίες που σχετίζονται με παιδιά με σύνδρομο Άσπεργκερ.

Εισαγωγική Φωτογραφία