09 Αυγ 2015

Διασχιστικές Διαταραχές (Διασχιστική Αμνησία, Φυγή και Αποπροσωποποίηση)

Οι διασχιστικές διαταραχές[1] (άλλως παλαιότερα αποσυνδετική υστερία) συνιστούν ένα εντυπωσιακό είδος νευρώσεων, που χαρακτηρίζεται από κάποια διαταραχή στην ταυτότητα ή συνείδηση εαυτού του ατόμου. Αυτό σημαίνει πως το άτομο χάνει, με κάποιον από τους ποικίλους τρόπους έκφανσης της διαταραχής, την ικανότητα να διατηρήσει μια ενιαία ή αρτιμελής προσωπικότητα. Η αποσύνδεση εντοπίζεται είτε με τη μορφή αμνησίας (διασχιστική αμνησία, παλιότερα ψυχογενής αμνησία), είτε με τη διάσχιση της προσωπικότητας, η οποία μπορεί να εκδηλωθεί ως ανάληψη νέας ταυτότητας και φυγής (διασχιστική φυγή, παλαιότερα ψυχογενής φυγή) ή ως εναλλαγή μεταξύ διαφόρων “προσωπικοτήτων” στο ίδιο άτομο (διασχιστική διαταραχή ταυτότητας (παλαιότερα διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας). Τέλος, η διάσχιση μπορεί να λάβει τη μορφή αποστασιοποίησης από τον εαυτό του, οπότε γίνεται λόγος για αποπροσωποποίηση ή να λάβει μια μορφή που μολονότι συνιστά διάσχιση, δεν μπορεί να αναχθεί σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες (διασχιστική διαταραχή μη-προσδιοριζόμενη αλλιώς).

Οι διασχιστικές διαταραχές αποδίδονται γενικά στην πίεση που προκαλεί η ύπαρξη ενός ισχυρού και παρατεταμένου άγχους. Η ψυχική σύγκρουση που προκαλείται συνήθως από κάποιο ιδιαίτερα δυσάρεστο γεγονός ή κατάσταση έχει ως επακόλουθο την εκδήλωση τέτοιων συμπτωμάτων, ως μία προσπάθεια του ατόμου να διατηρήσει την ψυχική του ισορροπία. Τα συμπτώματα είναι κατά κανόνα προσωρινά, και εφόσον διατηρείται η αγχώδης κατάσταση, επαναληπτικά και δεν οφείλονται σε οργανικά αίτια (π.χ. αμνησία εξαιτίας κάποιου χτυπήματος στο κεφάλι) . Ωστόσο, με την ομαλοποίηση της ζωής του αρρώστου, παύουν και γενικά δεν προκαλούν κάποια μόνιμη βλάβη.

Λόγω του ότι το σύμπτωμα συνδέεται με την αντιμετώπιση της αγχώδους κατάστασης, ο άρρωστος, όπως συμβαίνει και με τη μετατρεπτική υστερία, δεν νιώθει να ενοχλείται. Εμφανίζεται έτσι η παρατηρούμενη στις υστερικές διαταραχές “μακάρια αδιαφορία” (belle indifference[2] ). Επακόλουθο είναι ο άρρωστος να έχει ελάχιστη προθυμία για ψυχιατρική βοήθεια, και για τον λόγο αυτό προτιμάται μια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία και χορήγηση ψυχοφαρμάκων για την αντιμετώπιση του άγχους.

Σε αυτό το άρθρο θα εξετάσουμε τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή και την αποπροσωποποίηση (την διασχιστική διαταραχή ταυτότητας την είδαμε σε άλλο άρθρο).

Η διασχιστική αμνησία (πρώην ψυχογενής αμνησία) χαρακτηρίζεται από μια απώλεια σημαντικών πληροφοριών (όπως π.χ. το όνομα, οικογένεια, επάγγελμα) και γεγονότων, τα οποία δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ως απλή λησμοσύνη (όπως π.χ. όταν κάποιος δεν μπορεί να θυμηθεί κάποιες πληροφορίες επειδή ήταν αφηρημένος). Η αμνησία συνήθως περιλαμβάνει και οφείλεται σε ένα ιδιαίτερα τραυματικό γεγονός (ως επί το πλείστον πολεμικές μάχες, φυσικές καταστροφές, σεξουαλική κακοποίηση, απόπειρες αυτοκτονίας ή ανθρωποκτονίας). Λόγω του ανυπόφορου του γεγονότος, το άτομο αντιδρά χάνοντας αναμνήσεις του εαυτού του, οι οποίες μπορεί να έχουν μικρή ή μεγάλη έκταση.

Συγκεκριμένα, υπάρχουν πέντε ευρεία σχήματα απώλειας μνήμης σε αυτή τη διαταραχή. Συνηθέστερη μορφή είναι η περιγεγραμμένη (εντοπισμένη) αμνησία, η οποία χαρακτηρίζεται από αδυναμία μνημονικής ανάκλησης όλων των γεγονότων μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, που καλύπτει συνήθως όλη την τραυματική εμπειρία μέχρι και λίγες ημέρες έπειτα (π.χ. σε μια σεισμική καταστροφή που το άτομο χάνει όλη την οικογένειά του, δεν θυμάται τίποτα από το γεγονός μέχρι να περάσουν μερικές ημέρες). Μια άλλη μορφή είναι η εκλεκτική αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά ορισμένα αλλά όχι όλα τα γεγονότα μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου, διατηρώντας στη μνήμη του ορισμένα τμήματά της (π.χ. σε μια σεξουαλική κακοποίηση, το άτομο θυμάται το μέρος που συνέβη ή τη διαδρομή που διέφυγε αλλά όχι το πρόσωπο ή την ταυτότητα του δράστη). Πιο σπάνιες μορφές είναι η γενικευμένη αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα σχετικά με τη ζωή του (πλήρης αδυναμία μνημονικής ανάκλησης), η συνεχής αμνησία, όπου το άτομο ξεχνά τα πάντα από μία στιγμή και έπειτα, μέχρι το παρόν, και η συστηματοποιημένη αμνησία, όπου το άτομο δεν μπορεί να ανακαλέσει πληροφορίες που ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κατηγορία (π.χ. πληροφορίες σχετικά με την οικογενειακή του κατάσταση). Οι τρεις τελευταίες μορφές ενδέχεται να συσχετίζονται και με άλλες μορφές διασχιστικής διαταραχής.

Η αμνησία είναι συνήθως παροδική, και ειδικά εφόσον δεν είναι χρόνια, επανέρχεται ξαφνικά, ύστερα από κάποιες εβδομάδες μέχρι κάποιους μήνες. Για τον λόγο αυτό δεν απαιτείται συνήθως θεραπευτική επέμβαση. Σε περίπτωση που η αμνησία είναι γενική, ο άρρωστος αποπροσανατολίζεται, μην μπορώντας να προσδιορίσει το ποιος ή πού είναι, και επικρατεί μια σύγχυση, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε μια άσκοπη περιπλάνηση. Στο στάδιο αυτό, αδυνατεί να αναγνωρίσει συγγενικά πρόσωπα, ενώ οικεία πρόσωπα και αντικείμενα δεν τον βοηθούν να θυμηθεί και ο ίδιος έχει επίγνωση της αμνησίας του.

Άλλη μορφή διασχιστικής διαταραχής είναι η διασχιστική φυγή (πρώην ψυχογενής φυγή). Ξαφνικά ένα άτομο αφήνει πίσω την οικογένεια και την εργασία του, και ξεκινά ένα απροσδόκητο ταξίδι μακριά από τον τόπο του. Το άτομο δεν θυμάται το παρελθόν του αλλά σε αντίθεση με τη διασχιστική αμνησία έχει μια αίσθηση προορισμού (και όχι άσκοπης περιπλάνησης), και μολονότι συνήθως υπάρχει σύγχυση της ταυτότητας, ενδέχεται να λάβει μια εξ ολοκλήρου νέα ταυτότητα (με μερική ή ολική απόρριψη της παλιάς και των κοινωνικών της σχέσεων). Η νέα αυτή ταυτότητα είναι πιο εξωστρεφής, με λιγότερες αναστολές και πιο ζωντανή. Το άτομο μπορεί να εμφανισθεί με νέο όνομα, προέλευση, επάγγελμα και να δημιουργήσει νέες κοινωνικές σχέσεις. Η συμπεριφορά του δεν μαρτυρά την ύπαρξη μιας διαταραχής και για αυτό μπορεί να συνεχίσει στη νέα του ζωή για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.

Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις η διάρκεια είναι μικρή, οι κοινωνικές σχέσεις αποφεύγονται και το άτομο δεν αποκτά νέα ολοκληρωμένη ταυτότητα. Η ανάνηψη είναι όσο ξαφνική όσο ήταν και η εμφάνιση της διαταραχής. Για αυτό και πάλι δεν ακολουθείται συνήθως κάποια θεραπεία. Όπως και τη διασχιστική αμνησία, τη διασχιστική φυγή μπορεί να προκαλέσει ένα ιδιαίτερα στρεσογόνο γεγονός, παρόμοιο με αυτά που αναφέρθηκαν.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως η διασχιστική φυγή είναι ένας μερικός συνδυασμός της διασχιστικής αμνησίας και της διασχιστικής διαταραχής ταυτότητας, καθώς αφενός το άτομο απολύει τη μνήμη του παρελθόντος (γενικευμένη μορφή διασχιστικής αμνησίας) και αφετέρου δημιουργεί και υιοθετεί μια άλλη ταυτότητα, πιο απελευθερωμένη από ότι η προηγούμενη (δεύτερη ταυτότητα, η οποία δεν εναλλάσσεται αλλά είναι παροδική).

Τέλος, υπάρχει και η διασχιστική διαταραχή αποπροσωποποίησης. Η διαταραχή αυτή σχετίζεται με την αντίληψη και συνίσταται σε μια απότομη αλλαγή του τρόπου με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του. Το άτομο νιώθει αποξενωμένο από τον εαυτό του, σαν ένας εξωτερικός παρατηρητής και μπορεί να έχει το συναίσθημα ότι μέλη του σώματός του, συνήθως τα χέρια ή τα πόδια, έχουν μεγαλώσει ή μικρύνει. Μπορεί να αισθάνεται το σώμα του σαν ξένο, ότι κινείται σαν αυτόματο[3] ή σαν να βρίσκεται μέσα σε όνειρο.

Στο ίδιο πλαίσιο αλλά με διαφορετικό το αντικείμενο της διαταραχής είναι η αποκαλούμενη αποπραγματοποίηση. Επίκεντρο εδώ της αποξένωσης είναι ο εξωτερικός κόσμος και μπορεί να εκδηλωθεί ως αντικείμενα που αλλάζουν σχήμα ή μέγεθος, πρόσωπα που δείχνουν πεθαμένα ή ότι λειτουργούν αυτόματα, δημιουργώντας μια αίσθηση μη πραγματικού του περιβάλλοντος. Ακόμη, η διαταραχή μπορεί να αναφέρεται στην αίσθηση του χρόνου, με ηπιότερα και συνηθέστερα συμπτώματα τα ντεζά βυ και ντεζά βεκύ, όπου δίνεται η εντύπωση πως κάτι που βλέπει ή ζει το άτομο έχει συμβεί κάποτε στο παρελθόν. Η διαταραχή αυτή συμβαίνει συχνότερα σε νεαρές ηλικίες.

Συνήθως το άτομο νιώθει ότι δεν ελέγχει τις πράξεις του και γιαυτό περιέρχεται σε έναν φόβο τρέλας, παρόλο που ο άρρωστος εξακολουθεί να διατηρεί τον έλεγχο των πράξεων του και δεν αποβάλλει το λογικό του ή τον προσανατολισμό του. Ακόμη τα συμπτώματα συνοδεύονται από έντονο άγχος ή και κατάθλιψη και για τον λόγο αυτό μπορεί να χορηγηθούν και αντικαταθλιπτικά. Η πορεία της διαταραχής είναι κατά κανόνα χρόνια και χαρακτηρίζεται από εξάρσεις και υφέσεις ανάλογα με τις συνθήκες της ζωής του ατόμου (π.χ. έντονο άγχος μπορεί να οδηγήσει σε εντονότερη εμφάνιση συμπτωμάτων).

Βλέπετε επίσης:

  • Πέτρος Χαρτοκόλλης, Εισαγωγή στην ψυχιατρική, δεύτερη έκδοση, εκδ. Θεμέλιο, 1989
  • Psychologia.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Iatronet.gr – Τάκης Χ. Νικόλαος, Αγγελοσοπούλου Αργυρώ, “Αποσυνδετικές (Διασχιστικές) Διαταραχές”
  • Psyhotherapia.blogspot.gr – Διασχιστικές Διαταραχές
  • Psychcentral.com – In-Depth: Understanding Dissociative Disorders

Εισαγωγική Φωτογραφία

 

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Εισηγητής της έννοιας της νοητικής διάσχισης υπήρξε ο Pierre Janet (19ος αιώνας). Μετέπειτα, με την διασχιστική διαταραχή που νοούνταν ως μορφή της υστερίας ασχολήθηκε και ο Freud. []
  2. Η έννοια εισήχθη από τον Σαρκώ. []
  3. Ωστόσο δεν πρέπει να συγχέεται με το πολύ πιο ακραίο και σπάνιο φαινόμενο της αυτοσκοπίας που παρατηρείται στις σχιζοφρένειες, όπου εκεί πλέον ο άρρωστος βλέπει οπτικά τον εαυτό του σαν να είναι ένα άλλο άτομο, και το οποίο συνιστά παραίσθηση. Γενικά η αποπροσωποίηση στη διασχιστική διαταραχή διαφέρει από αυτή στις σχιζοφρένειες στο ότι στην πρώτη δεν χάνεται ο έλεγχος των πράξεων, καθώς δεν αποσυντίθεται το εγώ αλλά είναι δυστονική προς το εγώ. []
01 Μαρ 2014

Η διασχιστική διαταραχή ταυτότητας

Ένας διστακτικός και φοβισμένος νεαρός κάθεται απέναντι από τον ανακριτή. Εκείνος, με την επιβλητικότητά και τη ρητορεία του, τού επιτίθεται ψυχολογικά προσπαθώντας να του αποσπάσει την αλήθεια, να τον κάνει να παραδεχτεί πως είναι αυτός ο δολοφόνος. Τρέμοντας και τραυλίζοντας ο νεαρός το αρνείται, και, ενώ ο ανακριτής συνεχίζει ακόμα πιο έντονα να τον πιέζει… ξεσπά. Ο φοβισμένος νεαρός μεταμορφώνεται σε έναν επιθετικό, ευέξαπτο και θρασύ άνθρωπο, που ορμά στον ανακριτή έτοιμος να τον σκοτώσει….

Ο κινηματογράφος έχει χρησιμοποιήσει πολλές φορές τη διαταραχή αυτή προκειμένου να στήσει ένα ενδιαφέρον σκηνικό, στο οποίο ο εγκληματίας και το θύμα συνυπάρχουν στο ίδιο σώμα (π.χ. Primal Fear).

Η διασχιστική διαταραχή της ταυτότητας (dissociative identity disorder (DID)) ανήκει στις διασχιστικές διαταραχές, οι οποίες έχουν γενικά να κάνουν με διαταραχές στις οποίες εντοπίζεται μια διάσπαση στις λειτουργίες όπως αυτές της μνήμης, της αντίληψης του περιβάλλοντος, της συνείδησης και της ταυτότητας. Διακρίνονται έτσι σε πέντε είδη: διασχιστική μνήμη, διασχιστική φυγή, διασχιστική διαταραχή ταυτότητας, διασχιστική αποπροσωποποίηση και διασχιστική διαταραχή μη προσδιοριζόμενη αλλιώς (δηλαδή που έχει τα χαρακτηριστικά της διασχιστικής διαταραχής αλλά δεν εμπίπτει απόλυτα σε μία από τις προηγούμενες κατηγορίες). Στο άρθρο αυτό θα ασχοληθούμε με τη διασχιστική διαταραχή της ταυτότητας.

Η διασχιστική διαταραχή της ταυτότητας, η οποία αποκαλούνταν διαταραχή πολλαπλών προσωπικοτήτων πριν από το 1994, αναφέρεται στην ύπαρξη μέσα στο άτομο διαφορετικών, συχνά αντιφατικών, προσωπικοτήτων, οι οποίες αναλαμβάνουν τον έλεγχο εναλλάξ και μπορεί να είναι ενήμερες ή όχι της ύπαρξης άλλων προσωπικοτήτων. Ο αριθμός των διαφορετικών προσωπικοτήτων, κάθε μία από τις οποίες χαρακτηρίζεται ως «alter», μπορεί να είναι από δύο έως και εκατοντάδες.

Ως προσωπικότητα εννοούμε τον σταθερό τρόπο και τύπο αντίληψης και τις σκέψεις και σχέσεις που έχουμε για το περιβάλλον και τον εαυτό μας, όπως αυτές εκδηλώνονται σε προσωπικό και κοινωνικό επίπεδο. Η εναλλακτική προσωπικότητα του ατόμου που πάσχει από DID είναι συνήθως αντιφατική της άλλης. Έτσι, είναι συχνό την ντροπαλή και διστακτική προσωπικότητα να διαδέχεται μια απελευθερωμένη και τολμηρή. Η διαφοροποίηση των προσωπικοτήτων αυτών δεν περιορίζεται μόνο στη συμπεριφορά αλλά και στη μνήμη. Χαρακτηριστικό φαινόμενο της διαταραχής είναι τα κενά μνήμης του πάσχοντος, τα οποία συμβαίνουν όταν εναλλάσσεται η μία προσωπικότητα της άλλης. Έτσι, είναι πιθανό το ένα «alter» να αγνοεί γεγονότα που συνέβησαν σε ένα άλλο «alter».

Η διαταραχή αυτή είναι κοινώς αποδεκτό ότι συνδέεται με καταπιεσμένες αναμνήσεις παιδικής κακοποίησης, ιδίως δε σεξουαλικής. Αναφερόμενος στους πάσχοντες από DID, ο φιλόσοφος Daniel Dennett σημειώνει: «…υπάρχουν πλέον άφθονες αποδείξεις ότι δεν είναι μερικές ή εκατοντάδες, αλλά χιλιάδες οι διαγνωσμένες περιπτώσεις διαταραχής πολλαπλώς προσωπικοτήτων σήμερα, και ότι σχεδόν πάντα οφείλει την ύπαρξή της σε εκτεταμένη παιδική κακοποίηση, συνήθως σεξουαλική, και αηδιαστικής σφοδρότητας.» Επίσης, εμφανίζεται κατά μεγαλύτερο ποσοστό στις γυναίκες, και συνήθως υπάρχει οικογενειακό ιστορικό.

Η εμφάνιση των συμπτωμάτων της διαταραχής αυτής, που γίνεται εμφανής κυρίως στην εφηβεία, συμβαίνει απότομα, συνήθως όταν το άτομο βρεθεί σε αγχώδεις καταστάσεις, καταστάσεις ψυχοκοινωνικού στρες, οπότε και ανακύπτει ένας εναλλακτικός, πλαστός εαυτός, προτιμότερος να τις αντιμετωπίσει. Οι προσωπικότητες, όπως προείπαμε, μπορεί να μην αντιλαμβάνονται η μία την ύπαρξη της άλλης ή και να συγκρούονται, να πασχίζουν για τον έλεγχο, να προκαλούν ψευδαισθήσεις και να ακούγονται σαν «φωνές» που δίνουν εντολές.

Οι προσωπικότητες αυτές δίδουν διαφορετικά ονόματα στον εαυτό τους, μαζί με τα διαφορετικά χαρακτηριστικά (αντίληψη, συμπεριφορά, μνήμη), και μπορούν ακόμα να αναφέρουν διαφορετικό φύλο, καταγωγή ή ηλικία (η οποία είναι συνήθως μικρότερη της πραγματικής).

Αξίζει να σημειώσουμε την άποψη του ψυχολόγου Νίκου. Π. Σπανού, ο οποίος ισχυρίζεται ότι καταπιεσμένες αναμνήσεις παιδικής κακοποίησης και η διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας είναι «κοινωνικές δομές θεσμοθετημένες, εγκαθιδρυμένες, νομιμοποιημένες, και συντηρούνται μέσω της κοινωνικής αλληλεπίδρασης». Υποστηρίζει δηλαδή πως η διαταραχή, ως διαταραχή πολλαπλής προσωπικότητας, είναι προϊόν της συνεργασίας ιατρού και ασθενή, αποτέλεσμα της κοινωνικής αντίληψης ότι το άτομο πάσχει από διαφορετικές προσωπικότητες, οι οποίες τροφοδοτούνται από τον ιατρό που το αντιμετωπίζει ως τέτοιο και «εφευρίσκει» για το λόγο αυτό και τη θεραπεία. Αμφισβητεί την ύπαρξη ενός εαυτού, όπως τον θέλει η κοινωνία,  χωρίς όμως να απορρίπτει την ύπαρξη είτε της DID είτε του εαυτού.

Όσον αφορά τη θεραπεία της διαταραχής αυτής, δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδος. Χρησιμοποιείται η ύπνωση και η συνέντευξη αμυτάλης προκειμένου να προσεγγιστούν οι προσωπικότητες, ενώ το έργω της θεραπείας αναλαμβάνει η μακρόχρονη ψυχοθεραπεία (μπορεί, με εντατικές συνεδρίες να διαρκέσει από 3 έως και 6 χρόνια). Η φαρμακευτική αγωγή στοχεύει στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της διαταραχής (κατάθλιψη, άγχος) και για το λόγο αυτό χορηγούνται αντικαταθλιπτικά.

Πηγές / Περισσότερες Πληροφορίες

Εισαγωγική Φωτογραφία