06 Ιαν 2017

Καταγραφή της συνειδητότητας των ασθενών σε φυτική κατάσταση

Οι ασθενείς με σοβαρές εγκεφαλικές βλάβες που τους έχουν αναγκάσει να ζουν σε αυτό που η επιστημονική κοινότητα ονομάζει «φυτική κατάσταση»[1] (Vegetable state[2] ) αποτελούν μία από τις πιο δύσκολες κατηγορίες ασθενών από πολλές απόψεις. Όταν κάποιος ζει σε φυτική κατάσταση σημαίνει ότι το Κεντρικό Νευρικό Σύστημά του (επί της ουσίας ο εγκέφαλος) έχει υποστεί τόσο σοβαρή βλάβη από τραύμα, μόλυνση, δηλητηρίαση, εγκεφαλικό ή άλλη αιτία ώστε το άτομο πλέον δεν είναι σε θέση ούτε να κινηθεί, αλλά ούτε και να επικοινωνήσει με τον εξωτερικό του κόσμο. Ο ασθενής δεν μπορεί να αυτοσυντηρηθεί, αλλά ούτε και να εκφράσει τις σκέψεις του με τον οποιοδήποτε τρόπο. Αυτή η κατάσταση επιβαρύνει φυσικά τον οργανισμό από σωματικής απόψεως και αποτελεί και ψυχολογικό βάρος για τον ασθενή και τον περίγυρό του που έχει αναλάβει την φροντίδα του. Οι φροντιστές δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν εάν ο ασθενής έχει ακόμη αίσθηση των όσων γίνονται γύρω του ή εάν απλά επιβιώνει δίχως να έχει την παραμικρή αντίληψη, γεγονός που όπως είναι λογικό τους δημιουργεί ιδιαίτερο άγχος.

Όπως είναι φυσικό, η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα έχει δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις περιπτώσεις αυτές, προσπαθώντας να αναπτύξουν τεχνικές ικανές να εντοπίσουν εάν ένας ασθενής σε φυτική κατάσταση μπορεί να αντιληφθεί τι γίνεται γύρω του ή όχι. Ακόμη και εάν οι ασθενείς αυτοί δεν μπορούν να κουνηθούν ή να μιλήσουν, μπορεί να είναι σε θέση να σκεφτούν και να αξιοποιήσουν τη φαντασία τους. Έτσι λοιπόν, εάν κληθούν να λάβουν μέρος σε μια κλινική εξέταση όπου καλούνται απλά να σκεφτούν κάτι ή να φανταστούν τον εαυτό τους να κάνουν κάτι, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να δούμε την αντίστοιχη εγκεφαλική δραστηριότητα που βλέπουμε και σε υγιή  άτομα που κάνουν τις ίδιες πράξεις.

Έως τώρα έχουν αξιοποιηθεί τόσο η μαγνητική τομογραφία, όσο και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα προς αυτό το σκοπό. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζουν πάντα οι επιστήμονες είναι οι τεχνικοί περιορισμοί της εποχής τους. Έτσι, παρόλο που η μαγνητική τομογραφία και το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα αξιοποιούνται εδώ και πολλές δεκαετίες, έως και πρόσφατα ήταν πολύ δύσκολο να εντοπίσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα ασθενών σε φυτική κατάσταση. Πλέον όμως, με την τεχνική βελτίωση των μηχανημάτων και την ανάπτυξη ακριβέστερων τεχνικών ανάλυσης, είμαστε σε θέση να εντοπίσουμε ακόμη πιο ισχνή εγκεφαλική δραστηριότητα.

Συγκρίνοντας τα επίπεδα εγκεφαλικής δραστηριότητας μεταξύ ασθενών και υγιών ατόμων, βλέπουμε ότι τα εγκεφαλικά κέντρα που δραστηροποιούνται και στις δύο περιπτώσεις είναι τα ίδια[3] . Για παράδειγμα, όταν καλούνται να φανταστούν ότι κάνουν αθλητικές δραστηριότητες, τόσο οι ασθενείς όσο και οι υγιείς συμμετέχοντες ενεργοποιούν το προμετωπιαίο λοβό τους, όπως ακριβώς αναμένεται. Στους ασθενείς όμως οι οποίοι είναι σε φυτική κατάσταση και ταυτόχρονα δεν έχουν επαφή με το περιβάλλον τους, δεν παρατηρείται εγκεφαλική ενεργοποίηση ανάλογη με αυτή των υγιών ατόμων. Έτσι λοιπόν, ανάλογα με την ευαισθησία της αξιοποιούμενης τεχνικής και τα επίπεδα εγκεφαλικής δραστηριότητας του ασθενή, είναι δυνατό να γίνει κατανοητό εάν αντιλαμβάνεται το περιβάλλον του ή όχι.

Αυτή η διαφοροποίηση έχει αξία όχι μόνο γιατί αποτελεί επιστημονικό επίτευγμα, αλλά πολύ περισσότερο γιατί μπορεί να δώσει μια πιο καθαρή απάντηση στο οικείο περιβάλλον του ασθενούς σχετικά με τα επίπεδα αντίληψής του, η οποία είναι χρήσιμη σε κάθε περίπτωση για την καλύτερη στήριξή του.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Medlook.net: Το κώμα και οι ασθενείς σε φυτική κατάσταση []
  2. MSD Manual: Vegetative State and Minimally Conscious State []
  3. Chennu S, Finoia P, Kamau E, Allanson J, Williams GB, et al. Spectral Signatures of Reorganised Brain Networks in Disorders of Consciousness. PLOS Computational Biology, 2014; 10 (10): e1003887 DOI: 10.1371/journal.pcbi.1003887 []
11 Ιούν 2016

Εργαστηριακές έρευνες υποδεικνύουν ότι ο αυτισμός δεν είναι απλά μια εγκεφαλική διαταραχή

Οι διαταραχές του φάσματος του αυτισμού οφείλονται σε πολλαπλούς παράγοντες, αλλά βασικότερος των οποίων φαίνεται να είναι η βιολογία. Έως τώρα οι έρευνες πάνω στο θέμα του αυτισμού δείχνουν ότι η βιολογική προδιάθεση των ατόμων να αναπτύξουν ένα φάσμα εγκεφαλικών δυσλειτουργιών είναι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ αυτιστικών και μη αυτιστικών ατόμων. Αν και οι μέχρι τώρα γνώσεις μας πάνω στο γονιδιακό αποτύπωμα της διαταραχής είναι περιορισμένες, με αποτέλεσμα να μην έχει ταυτοποιηθεί με εγκυρότητα και πέραν πάσης αμφιβολίας κάποιο συγκεκριμένο γονίδιο στο DNA το οποίο να σχετίζεται με την ανάπτυξη διαταραχών στο φάσμα του αυτισμού, οι ενδείξεις που έχουμε υπογραμμίζουν τη βιολογική προδιάθεση και συγκεκριμένα τη δυσλειτουργία του εγκεφάλου η οποία με τη σειρά της δημιουργεί τα συμπτώματα της διαταραχής, όπως είναι η έλλειψη κοινωνικών δεξιοτήτων.

Η έρευνα στον τομέα αυτό, όπως και σε πολλές άλλες θεματικές νευρο-ψυχολογικών διαταραχών πολλές φορές λαμβάνουν χώρα σε εργαστήρια, αξιοποιώντας τα πειράματα που γίνονται σε πειραματόζωα, τα οποία είναι σε θέση να διαφωτίσουν κυρίως την νευροβιολογική βάση των υπό εξέταση διαταραχών. Έτσι και στην περίπτωση του αυτισμού, οι ερευνητές τρέχουν μια πλειάδα εργαστηριακών πειραμάτων για να επιβεβαιώσουν ή όχι τις υποθέσεις τους.

Σε μια τέτοια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ[1] οι πειραματιστές θέλησαν να δουν κατά πόσο άλλα μέρη του νευρικού συστήματος, πέραν του εγκεφάλου, παίζουν ρόλο στην ανάπτυξη τουλάχιστον κάποιων συμπτωμάτων του αυτισμού. Στο πείραμά τους, έλεγξαν τα αποτελέσματα της μετάλλαξης σε δύο γονίδια που σχετίζονται σε κάποιο βαθμό με την ανάπτυξη ορισμένων εκ των συμπτωμάτων του αυτισμού, όπως η ευαισθησία στο άγγιγμα αλλά και η κοινωνική απομόνωση. Αυτό που βρήκαν είναι πως η μετάλλαξη των συγκεκριμένων γονιδίων επηρεάζει το περιφερικό νευρικό σύστημα (δηλαδή όχι τον εγκέφαλο, αλλά το δίκτυο των νευρώνων που απλώνεται πέρα από τον εγκέφαλο, περνάει από τη σπονδυλική στήλη και καταλήγει στις νευρικές απολήξεις στα άκρα μας. Συγκεκριμένα, τα ποντίκια με τα μεταλλαγμένα γονίδια ανέπτυξαν ευαισθησία στην αφή και το άγγιγμα, κάτι που οδήγησε σε κοινωνική απομόνωσή τους, δίχως όμως να έχει επηρεαστεί η λειτουργία του εγκεφάλου τους, παρά μόνο η επικοινωνία των νευρώνων στα άκρα και το δέρμα.

Αυτό το οποίο έδειξαν τα συγκεκριμένα πειράματα είναι πως για να αναπτυχθεί μια συμπεριφορά που μπορεί να χαρακτηριστεί «αυτιστική» δεν χρειάζεται ο εγκέφαλος να δυσλειτουργεί ως ολότητα, αλλά αρκεί μια υπερευαισθησία στην επαφή και το άγγιγμα, η οποία με τη σειρά της απομονώνει το άτομο και το κάνει λιγότερο κοινωνικό. Στον δυτικό κόσμο τέτοιου είδους συμπεριφορές ερμηνεύονται ως ενδείξεις κοινωνικού άγχους και ανελλιπούς κοινωνικής συνδιαλλαγής. Φυσικά τέτοιες έρευνες δεν μπορούν, και ούτε έχουν ως σκοπό, να ερμηνεύσουν όλες τις περιπτώσεις του αυτισμού, καθώς ο αυτισμός δεν είναι μια συγκεκριμένη διαταραχή με συγκεκριμένα συμπτώματα, αλλά αντίθετα είναι ένα φάσμα δυσλειτουργικών συμπεριφορών που μπορεί να διαφέρουν εξαιρετικά από άτομο σε άτομο.

Τέτοιου είδους ερευνητικά βήματα είναι πολύ σημαντικά όχι μόνο για την αντιμετώπιση του αυτισμού αλλά και άλλων νευροψυχολογικών διαταραχών, καθώς υποδεικνύουν ότι εφόσον τα συμπτώματα αυτών των διαταραχών μπορούν να οφείλονται σε δυσλειτουργία των νευρώνων του περιφερικού νευρικού συστήματος, ενδεχομένως μια στοχευμένη φαρμακοθεραπεία με σκοπό την καλύτερη λειτουργία και επικοινωνία αυτών των νευρώνων να αποδειχθεί αρκετά αποτελεσματική για την μείωση των συμπτωμάτων, πάντα σε συνδυασμό με ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις με στόχο την αποτελεσματικότερη διαχείριση των συμπτωμάτων από τα ίδια τα άτομα και την καλύτερη λειτουργικότητά τους.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Lauren et al. (2016). “ Peripheral Mechanosensory Neuron Dysfunction Underlies Tactile and Behavioral Deficits in Mouse Models of ASDs”. Cell. []
25 Απρ 2016

Επιστήμονες κατάφεραν να ταυτοποιήσουν άτομα από την εγκεφαλική τους δραστηριότητα

Τα δακτυλικά αποτυπώματα αξιοποιούνται πάνω από 100 χρόνια για την ταυτοποίηση των ατόμων. Αυτό που τα κάνει ξεχωριστά και τόσο χρήσιμα είναι το γεγονός πως είναι εντελώς διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο. Έτσι, το κράτος και οι κρατικές δομές όπως π.χ. η αστυνομία μπορούν με σχετική ευκολία να καταγράψουν τα δακτυλικά αποτυπώματά μας και να τα αξιοποιήσουν για την ταυτοποίησή μας εάν χρειαστεί.

Ταυτόχρονα, συσκευές ανάγνωσης αποτυπωμάτων χρησιμοποιούνται όλο και πιο συχνά από εταιρίες και οργανισμούς, ώστε να επιτρέψουν την είσοδο συγκεκριμένων ατόμων στις δομές τους ή για την καταγραφή των ωραρίων εργασίας των εργαζομένων κατά την είσοδο και έξοδο τους από τον χώρο. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα άρχισαν να κυκλοφορούν και προσωπικές συσκευές όπως π.χ. κινητά τηλέφωνα και tablets με ενσωματωμένη την τεχνική δυνατότητα αναγνώρισης των δακτυλικών αποτυπωμάτων, κάτι που καθιστά πιο εύκολη υπόθεση την εξασφάλιση ότι οι συσκευές αυτές θα ξεκλειδώνουν μονάχα από τον ιδιοκτήτη τους και από κανέναν άλλο.

Παρόλο που υπάρχουν πολλοί που αμφισβητούν το πόσο ασφαλής μέθοδος ταυτοποίησης είναι η καταγραφή των αποτυπωμάτων, σε γενικές γραμμές θεωρείται ασφαλής και αξιοποιείται σε συνδυασμό με άλλες τεχνικές ταυτοποίησης για την αυξημένη ασφάλεια, ειδικά σε πιο επικίνδυνους και ευαίσθητους χώρους. Είναι όμως τα δακτυλικά αποτυπώματα η μόνη ασφαλής μέθοδος ταυτοποίησης; Κάποιοι νευροεπιστήμονες απαντούν ξεκάθαρα σε αυτό το ερώτημα με ένα ξεκάθαρο «όχι». Υπάρχει μια ακόμη μέθοδος ταυτοποίησης που μπορούμε πλέον να αξιοποιήσουμε και αυτή δεν είναι άλλη από την ανάγνωση της εγκεφαλικής μας δραστηριότητας.

Αυτό που μας κάνει τόσο διαφορετικούς μεταξύ μας είναι ο τρόπος που σκεφτόμαστε και αντιδρούμε στην καθημερινότητά μας. Άλλωστε, εάν όλοι σκεφτόμασταν και αντιδρούσαμε το ίδιο στα ίδια δεδομένα, δεν θα διαφέραμε από τα ρομπότ τεχνητής νοημοσύνης. Αυτή η διαφορετικότητα αντικατοπτρίζεται στον εγκέφαλό μας. Οι εγκέφαλοί μας αντιδρούν διαφορετικά στα ίδια ερεθίσματα. Για παράδειγμα μια εικόνα ή μερικές λέξεις ενεργοποιούν τον εγκέφαλό μας με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τα βιώματά μας αλλά και τις νευροφυσιολογικές μας διαφορές.

Οι επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Binghamton θέλησαν να ελέγξουν εάν αυτές οι αντιδράσεις είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, ώστε να μπορέσουμε να αντιστοιχίσουμε κάθε αντίδραση με το εκάστοτε άτομο από το οποίο καταγράφηκε[1] . Για το σκοπό της έρευνας κατέγραψαν την εγκεφαλική δραστηριότητα 50 ατόμων μέσω συσκευής ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος (EEG / ΗΕΓ), ενώ οι συμμετέχοντες έβλεπαν διάφορες εικόνες (500 στον αριθμό) σε έναν υπολογιστή. Στη συνέχεια δημιούργησαν ένα πρόγραμμα το οποίο «διάβασε» τα ηλεκτροεγκεφαλογραφήματα και τα αρχειοθέτησε. Το πρόγραμμα στη συνέχεια ήταν σε θέση να διαβάζει τις εγκεφαλικές αντιδράσεις ενός τυχαίου συμμετέχοντα και να αποφαίνεται σε ποιον ανήκει. Μάλιστα η ακρίβεια της συγκεκριμένης τεχνικής ήταν 100%!

Αν και ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν φαίνεται να μπορεί να αξιοποιηθεί στην καθημερινότητά μας, όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα, κυρίως λόγω τεχνικών δυσκολιών για την γρήγορη και αξιόπιστη καταγραφή και ανάλυση της εγκεφαλικής δραστηριότητας αλλά και για λόγους λειτουργικότητας, φαίνεται πως θα μπορούσε να φανεί αρκετά χρήσιμο για τις πιο εξεζητημένες περιπτώσεις όπου απαιτείται ακόμη πιο αυξημένη ασφάλεια και καλή ταυτοποίηση. Κάποια παραδείγματα που δίνει η επιστημονική ομάδα της συγκεκριμένης έρευνας είναι εγκαταστάσεις με πρόσβαση σε πυρηνικά όπλα και πυρηνικούς αντιδραστήρες. Αυτό που καθιστά τη συγκεκριμένη τεχνική πιο αξιόπιστη από άλλες όπως τα δακτυλικά αποτυπώματα και η καταγραφή της ίριδας του ματιού που χρησιμοποιούνται σήμερα είναι το γεγονός ότι λόγω της περιπλοκότητας της εγκεφαλικής δραστηριότητας, είναι πρακτικά αδύνατο κάποιος να προσπεράσει αυτό το μέτρο ασφαλείας.

Βεβαίως από τη συγκεκριμένη έρευνα έως την ευρεία υιοθέτηση της συγκεκριμένης τεχνικής μας χωρίζουν τουλάχιστον κάποιες δεκαετίες σκληρής δουλειάς και επαλήθευσης από επιστήμονες και τεχνικούς, ώστε να επιβεβαιωθεί η αξιοπιστία της.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ruiz-Blondet, M. V., Jin, Z., & Laszlo, S. (2016). CEREBRE: A Novel Method for Very High Accuracy Event-Related Potential Biometric Identification. IEEE Trans.Inform.Forensic Secur. IEEE Transactions on Information Forensics and Security, 11(7), 1618-1629. doi:10.1109/tifs.2016.2543524 []
13 Απρ 2016

Τα δίγλωσσα παιδιά παρουσιάζουν αυξημένη εγκεφαλική δραστηριότητα στις περιοχές που σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές διεργασίες

Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, όπως αυτό το οποίο έχει διαμορφωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, οι αποστάσεις έχουν μικρύνει και οι λαοί έχουν έρθει πιο κοντά. Ως αποτέλεσμα αυτής της πραγματικότητας έχουν αυξηθεί οι μεικτοί γάμοι μεταξύ αλλοεθνών και κατά συνέπεια και αλλόγλωσσων αλλά επίσης έχει αυξηθεί και η μεταναστευτική ροή, με οικογένειες ομοεθνών να διαμένουν μόνιμα ως μετανάστες σε μια άλλη χώρα στην οποία κάνουν και την οικογένειά τους.

Έτσι, όλο και περισσότεροι άνθρωποι είναι σχεδόν εκ γενετής δίγλωσσοι. Είτε οι γονείς τους μιλάνε σε δύο μητρικές γλώσσες στο σπίτι, είτε τα παιδιά μιλάνε μία γλώσσα στο σπίτι και άλλη μία εκτός σπιτιού, ανάλογα με τη χώρα στην οποία μεγαλώνουν. Ήδη υπάρχει ένας μεγάλος όγκος ερευνών που υποστηρίζουν ότι οι γλωσσική ανάπτυξη των δίγλωσσων και πολύγλωσσων παιδιών παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα μονόγλωσσα παιδιά. Σε ορισμένες περιπτώσεις πολύγλωσσων παιδιών υπάρχει μια μικρή καθυστέρηση στην έναρξη της ομιλίας (αν και αυτό δεν είναι ο κανόνας), αλλά στη συνέχεια οι γλωσσικές δεξιότητες των παιδιών αυτών είναι πιο ανεπτυγμένες, καθώς παρατηρείται ότι κατακτούν πιο εύκολα γλωσσικούς, γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.

Ο λόγος που συμβαίνει αυτό είναι σχετικά απλός. Καθώς τα δίγλωσσα και πολύγλωσσα παιδιά έρχονται σε επαφή με περισσότερες από μία γλώσσες, πρέπει να κατακτήσουν διπλό (ή και τριπλό σε κάποιες περιπτώσεις) λεξιλόγιο, διαφορετικούς γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες κτλ. Όλη αυτή η διαδικασία απαιτεί χρόνο, και γι’ αυτό ίσως να υπάρχει η μικρή καθυστέρηση στην έναρξη ομιλίας. Όταν όμως τα παιδιά αυτά κατακτήσουν τις απαραίτητες γλωσσικές ικανότητες, είναι σε θέση να κατανοούν βαθύτερα τη δομή των γλωσσών και κατά συνέπεια να κατακτούν ταχύτερα όποιους νέους γλωσσικούς κανόνες καλούνται να μάθουν.

Πέρα από τις ανεπτυγμένες γλωσσικές δεξιότητες, η πολυγλωσσία φαίνεται πως σχετίζεται και με την ευρύτερη ανάπτυξη των γνωστικών δεξιοτήτων. Μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον έδειξε πως ήδη από την ηλικία των 11 μηνών –πριν δηλαδή τα παιδιά αρχίσουν να μιλάνε- υπάρχουν σημαντικές διαφορές στις ανώτερες εκτελεστικές διαδικασίες μεταξύ πολύγλωσσων/δίγλωσσων και μονόγλωσσων παιδιών, ενώ οι διαφορές αυτές αντικατοπτρίζονται και σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας[1] .

Όλοι μας μπορούμε να αντιληφθούμε και να ξεχωρίσουμε μεταξύ τους ήχους διαφόρων ξένων γλωσσών κατά τους πρώτους μήνες της ζωής μας. Πρόκειται για ένα στάδιο κατά το οποίο μπορούμε πολύ πιο εύκολα να αρχίσουμε να μαθαίνουμε μια δεύτερη γλώσσα. Σύμφωνα με την έρευνα αυτή, ενώ τα μονόγλωσσα παιδιά παύουν να μπορούν να διαχωρίσουν ήχους μιας νέας γλώσσας μετά την ηλικία των 10 μηνών, τα δίγλωσσα παιδιά συνεχίζουν να έχουν ανοιχτούς τους «ακουστικούς» τους ορίζοντες.

Επιπλέον, καθώς για τις ανάγκες της έρευνας, αξιοποιήθηκε η τεχνική MEG (Magnetoencephalography / μαγνητοεγκεφαλογραφία), οι επιστήμονες ήταν σε θέση να δουν τις ακριβείς εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνταν κατά τη διάρκεια που τα παιδιά άκουγαν παρόμοιους ήχους από διαφορετικές γλώσσες. Τα μονόγλωσσα παιδιά είχαν σημαντικά χαμηλότερη εγκεφαλική δραστηριότητα στις πρόσθιες εγκεφαλικές περιοχές, οι οποίες σχετίζονται με ανώτερες γνωστικές δεξιότητες. Αυτό συνέβη, σύμφωνα πάντα με την ερμηνεία των ερευνητών, διότι τα παιδιά αυτά δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσουν παρόμοιους ήχους (π.χ. ba/ da/), εν αντιθέσει με τα δίγλωσσα παιδιά, επομένως δεν απαιτούνταν κάποια επιπλέον εγκεφαλική δραστηριότητα για να επεξεργαστεί περεταίρω τις ακουστικές πληροφορίες.

Βίντεο από τη συγκεκριμένη έρευνα

Η συγκεκριμένη έρευνα έρχεται να προστεθεί στις εκατοντάδες έρευνες που μελετούν την πολυγλωσσία και διαφοροποιήσεις που προκαλεί στον τρόπο που σκεφτόμαστε, μιλάμε αλλά και λειτουργούμε[2] . Τα πλεονεκτήματα της πολυγλωσσίας, ιδιαίτερα όταν αυτή ξεκινήσει από μικρή ηλικία φαίνεται πως είναι αρκετά, τόσο σε σχέση με τη γλωσσική όσο και τη γνωστική ανάπτυξη των παιδιών.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Ramírez, N. F., Ramírez, R. R., Clarke, M., Taulu, S., & Kuhl, P. K. (2016). Speech discrimination in 11-month-old bilingual and monolingual infants: A magnetoencephalography study. Developmental Science Dev Sci. doi:10.1111/desc.12427 []
  2. Edwards, J. (2012). Multilingualism: Understanding linguistic diversity. London: Continuum International Pub. Group. []