26 Ιούν

Γιατί το να μιλάμε λειτουργεί θεραπευτικά;

Όταν εκφράζουμε με λόγο όσα σκεφτόμαστε, όταν μπαίνουμε στην διαδικασία να κάνουμε λόγο αυτά που αισθανόμαστε, αυτομάτως δημιουργείται μία ψυχολογική απόσταση από αυτά που έχουμε πει, που μας επιτρέπει να ακούσουμε τον εαυτό μας αλλιώς. Δημιουργείται ένας χώρος μεταξύ αυτού που μας συμβαίνει και του λόγου που μας δίνει την δυνατότητα να κάνουμε κάτι με αυτό. Τόσο η ψυχική διαδικασία στην οποία μπαίνουμε για να εκφράσουμε το βίωμά μας, όσο και το άκουσμα του λόγου μας, μεταμορφώνουν αυτό που υπήρχε μέσα μας. Όταν το μέσα μας βγαίνει έξω μας, μέσω του λόγου, αισθανόμαστε πως έχουμε μία δύναμη πάνω του, πως μπορούμε κατ’ αρχάς να το ορίσουμε, να το κάνουμε συγκεκριμένο – από ασαφές που είναι όταν δεν έχει ειπωθεί-, έτσι το καταλαβαίνουμε καλύτερα, το προσεγγίζουμε με μία πιο ξεκάθαρη ματιά, μπορούμε, στην συνέχεια, να το επεξεργαστούμε, να σκεφτούμε τί θέλουμε να κάνουμε με αυτό. Ποτέ αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί όταν σκεπτόμαστε μόνοι μας, ή αν δυνατά μιλούσαμε χωρίς ακροατή. Επίσης, το να μιλάμε σε κάποιον δεν είναι αρκετό από μόνο του για μας βοηθήσει.

Θεραπευτικό φαίνεται πως είναι το να μιλάμε σε κάποιον που δεν μας γνωρίζει από πριν, που δεν περιμένει από εμάς τίποτα, που είναι ουδέτερος, που ενδιαφέρεται να ακούσει παρά να μιλήσει και να πει την γνώμη του. Στην ουσία, ο θεραπευτής είναι εκπαιδευμένος στο να ακούει με τέτοιον τρόπο ώστε να βοηθάει τον θεραπευόμενο να καταλάβει τον εαυτό του. Αυτός ο τρόπος λέγεται ενεργητική ακρόαση και έχει ιδιότητες όπως: απόλυτη συγκέντρωση και προσοχή όχι μόνο στο τί λέει ο θεραπευόμενος, αλλά και στο πώς το λέει και την ικανότητα να επαναδιατυπώνει τα όσα άκουσε ή/και κατάλαβε, να καθρεφτίσει το συναίσθημα του.

Το να προσπαθούμε να εκφράσουμε λεκτικά αυτά που σκεφτόμαστε και αισθανόμαστε, να ακούμε τον εαυτό μας να τα διατυπώνει, να ακούγονται αυτά από κάποιον που ακούει ενεργητικά, προσφέροντας με την ουδέτερη στάση του μία νέα, φρέσκια οπτική, λειτουργεί θεραπευτικά. Ουσιαστικά, αυτή η διαδικασία μας προσφέρει έναν νέο τρόπο να συνδιαλεγόμαστε με το πρόβλημα μας, αλλάζει τον εσωτερικό μας διάλογο, το πώς μιλάμε στον εαυτό μας. Αρχίζουμε να κατανοούμε τον εαυτό μας αντί να τον κρίνουμε, δοκιμάζουμε νέους τρόπους ερμηνείας και αντίληψης των σχέσεων μας που πριν δεν είχαμε.

Εισαγωγική Εικόνα

06 Αυγ

Η δυσλειτουργία των καθρεπτικών νευρώνων στις διαταραχές ενσυναίσθησης

Με τα γοργά βήματα με τα οποία αναπτύσσονται οι νευροεπιστήμες τις τελευταίες δεκαετίες, ολοένα και περισσότεροι επιστήμονες προσπαθούν να εντοπίσουν το ρόλο που παίζει η μη φυσιολογική λειτουργία του εγκεφάλου στην ανάπτυξη ή την εξέλιξη κάποιων διαταραχών. Τα μυστικά της λειτουργίας του εγκεφάλου αποκαλύπτονται σταδιακά με κάθε νέα ταυτοποίηση των εγκεφαλικών δομών και ανακάλυψη της λειτουργίας συγκεκριμένων νευρώνων στο κεντρικό νευρικό μας σύστημα.

Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις των τελευταίων δεκαετιών είναι αυτή της ανακάλυψης των καθρεπτικών νευρώνων. Έχουμε μιλήσει και στο παρελθόν για τους νευρώνες αυτούς, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με την ικανότητα των ανθρώπων και άλλων πρωτεύοντων θηλαστικών (π.χ. πιθήκων) να μπαίνουν στη θέση των άλλων και να αναπτύσσουν αυτό που επιστημονικά ονομάζουμε ενσυναίσθηση. Πιο συγκεκριμένα, οι νευρώνες αυτοί ανήκουν στην οικογένεια των κινητικών νευρώνων και πυροδοτούνται όταν βλέπουμε άλλους ανθρώπους (στην περίπτωση των ανθρώπινων νευρώνων) να κάνουν κάποια κίνηση (π.χ. πιάνουν αντικείμενα) ή όταν εξωτερικά ερεθίσματα έχουν κάποιο αντίκτυπο στους άλλους (π.χ. τσίμπημα με βελόνα). Χάρη σε αυτούς τους νευρώνες «αισθανόμαστε» άμεσα τι κάνουν ή τι παθαίνουν οι άλλοι γύρω μας.

Μια ενδιαφέρουσα ιδέα που κυκλοφορεί στην επιστημονική κοινότητα των νευροεπιστημόνων τα τελευταία χρόνια είναι ότι οι νευρώνες αυτοί παίζουν κάποιο ρόλο στις διαταραχές που έχουν ως βασικό σύμπτωμα την έλλειψη ενσυναίσθησης. Χαρακτηριστικά παραδείγματα είναι ο αυτισμός, η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας ή ακόμη και η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας. Παρόλο που όλες αυτές οι αποκλίνουσες συμπεριφορές είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους και έχουν εντελώς διαφορετική νευρολογική βάση, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: το άτομο που τις εμφανίζει έχει δυσκολίες σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό να αναπτύξει σχέσεις με άλλους αλλά –πολύ σημαντικότερο- και να καταλάβει τι αισθάνονται οι συνάνθρωποί του.

Ήδη έχουν υπάρξει έρευνες για τον αυτισμό και τις αντικοινωνικές διαταραχές που δείχνουν μια ισχυρή συσχέτιση μεταξύ της δυσλειτουργίας των καθρεπτικών νευρώνων και της εμφάνισης αυτών των «διαταραχών ενσυναίσθησης»[1] . Φυσικά, η συσχέτιση δεν σημαίνει και αιτιότητα. Δεν γνωρίζουμε εάν η δυσλειτουργία των νευρώνων προϋπάρχει της διαταραχής ή εάν οι νευρώνες αυτοί εξασθενούν ως αποτέλεσμά της εμφάνισης της διαταραχής. Κατά πάσα πιθανότητα ισχύουν και τα δύο ανά περίπτωση.

Η συγκεκριμένη θεωρία δεν έχει μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον, αλλά και ευρύτερο, καθώς μπορεί να έχει και πρακτικές προεκτάσεις. Εάν η δυσλειτουργία των νευρώνων ενθαρρύνει την ανάπτυξη των συμπτωμάτων όπως των διαταραχών που αναφέραμε, αυτό σημαίνει πως ενδεχομένως μια παρέμβαση σε επίπεδο φυσιολογίας στους καθρεπτικούς νευρώνες μπορεί να μειώσει ή ακόμη και να εξαφανίσει τα συμπτώματα έλλειψης ενσυναίσθησης. Φυσικά, απέχουμε πολύ πριν από τέτοιου είδους παρεμβάσεις ακόμη, αλλά παραμένουν μια ανοιχτή πιθανότητα για το μέλλον.

Βεβαίως τέτοιες παρεμβάσεις ανέκαθεν γινόντουσαν σημεία έντονης αντιπαράθεσης από φιλοσόφους, επιστήμονες αλλά και το ευρύ κοινό, καθώς ανοίγουν πολλά θέματα κυρίως ηθικής φύσεως. Μπορούμε να παρεμβαίνουμε με τόσο άμεσο τρόπο για να αλλάξουμε μια συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται ως αποκλίνουσα, ακόμη και όταν προκαλεί πρόβλημα στο ίδιο το άτομο; Αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις; Σε ποιο βαθμό θα πρέπει να σταματά η παρέμβαση; Είναι ουσιαστική μια τέτοια παρέμβαση στη φυσιολογία ή απλά καλύπτει τα συμπτώματα αδιαφορώντας για τα βαθύτερα αίτια της διαταραχής συμπεριφοράς; Πρόκειται για ερωτήματα στα οποία ο καθένας από εμάς μπορεί να δώσει τις δικές του απαντήσεις…

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Psychopaths and Mirror Neurons: How Empathy Can Be a Luxury []
23 Ιούν

Μια γρήγορη ματιά στην ενσυναίσθηση

Ο όρος “ενσυναίσθηση” αναφέρεται στην ικανότητα του θεραπευτή να καταλαβαίνει το εσωτερικό πλαίσιο αναφοράς του πελάτη με ακρίβεια και με τα συναισθηματικά και νοητικά στοιχεία που εμπεριέχονται, σαν να ήταν ο θεραπευτής το ίδιο το άτομο, αλλά χωρίς ταυτόχρονα να χάνει την ιδιότητά του. Είναι η ικανότητα του να μπαίνεις “στα παπούτσια του άλλου”, να θεωρείς μία κατάσταση από την οπτική θέα κάποιου άλλου και να αποκτάς μεγαλύτερη κατανόηση μέσα από τις αντιλήψεις του.

Στα επαγγέλματα υγείας θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική και αναγνωρίζεται ως κλειδί στην επικοινωνία, δημιουργώντας σύνδεση του επαγγελματία με τον ασθενή-πελάτη πετυχαίνοντας καλύτερα αποτελέσματα στην φροντίδα του. Επίσης, βελτιώνει πολλές όψεις της πρακτικής φροντίδας υγείας, περιλαμβάνοντας τη συμμόρφωση του ασθενούς με τη θεραπεία, την εγκαθίδρυση καλύτερης σχέσης με τον ασθενή και την οικογένειά του, την αύξηση της ικανοποίησης του ασθενούς ενώ φαίνεται πως μειώνει την πιθανότητα ιατρικών σφαλμάτων.

Ο όρος προέρχεται από την ελληνική λέξη εμπάθεια, που σημαίνει «φυσική αγάπη, πάθος, μεροληψία», η οποία προέρχεται από ἐν + πάθος. Ο όρος υιοθετήθηκε από τους Hermann Lotze και Robert Vischer για να δημιουργήσουν τη γερμανική λέξη Einfühlung (“αίσθηση σε”), η οποία μεταφράστηκε από τον Edward B. Titchener στην αγγλική empathy. Ο Titchener, το 1920, την διαχώρισε από την λέξη “εμπάθεια”, η οποία σημαίνει “αισθάνομαι εντός” και χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από θεωρητικούς της αισθητικής για να περιγράψει την ικανότητα σύλληψης της υποκειμενικής εμπειρίας του άλλου. Η θεωρία τουTitchener, ήταν ότι η εμπάθεια προερχόταν από ένα είδος φυσικής μίμησης της δυστυχίας του άλλου, η οποία στη συνέχεια προκαλεί τα ίδια συναισθήματα στον άνθρωπο. Ήθελε να αποδώσει έναν ορισμό διαφορετικό από τη συμπάθεια που μπορεί να νιώθει κανείς για τη δεινή κατάσταση κάποιου άλλου, χωρίς ωστόσο να συμμερίζεται πραγματικά αυτό που αισθάνεται το άλλο άτομο.

To 1897, o Theodor Lipps μετέφερε τον όρο στον τομέα της ψυχολογίας για να περιγράψει το πώς οι άνθρωποι κατανοούν τη διανοητική ικανότητα των συνανθρώπων τους ενώ το 1918 ο Southard τον χρησιμοποίησε για πρώτη φορά για να περιγράψει τη σχέση του γιατρού-ασθενούς ως ένα βοήθημα στη διαγνωστική και θεραπευτική του προσπάθεια. Παρόλα αυτά παραμένει ακόμη και σήμερα μία δυσδιάριτη έννοια και απαιτείται η θεμελίωση ενός ορισμού.

Δεν υπάρχει ομοφωνία σε σχέση με τον ορισμό της ενσυναίσθησης. Μερικές φορές η λέξη ενσυναίσθηση (empathy) χρησιμοποιείται ως ταυτόσημος όρος με τη λέξη συμπάθεια (sympathy), γεγονός που δυσχεραίνει τον ορισμό και ερμηνεία του όρου. Η ενσυναίσθηση φαντάζει απλή, ωστόσο δεν είναι μόνο μια αντανάκλαση των λεγομένων του πελάτη. Είναι η συνεχιζόμενη και ενεργή κατανόηση, όχι μόνο του λεκτικού περιεχομένου αλλά και (κυρίως) των συναισθημάτων που συνοδεύουν τα λεγόμενα που όμως συγχρόνως αποκρύπτονται, είτε γιατί προκαλούν άγχος και σύγχυση, είτε γιατί δεν έχουν έρθει ακόμη σε συνειδητό επίπεδο. Είναι απαραίτητο να διαχωρίσουμε την ενσυναίσθηση που περιλαμβάνει την κατανόηση των εμπειριών του ασθενούς και την ικανότητα να επικοινωνούμε μαζί του, από τη συμπάθεια, που αναφέρεται στη συναισθηματική ανταπόκριση στα συναισθήματα και ενδιαφέροντα του ασθενούς.

Ο επαγγελματίας υγείας που εκφράζει “συμπάθεια” μπορεί να φροντίσει επαρκώς τον ασθενή του, επιδεικνύοντας όμως μόνο συμπάθεια. Αντίθετα, ένας ενσυναισθητικός επαγγελματίας ενδιαφέρεται για την κατανόηση της ποιότητας των εμπειριών του ασθενούς και ταυτόχρονα έχει την ικανότητα να επικοινωνήσει αυτή την κατανόηση. Η ενσυναίσθηση αποτελεί μια σημαντική ικανότητα-να γνωρίζουμε τα συναισθήματα του άλλου- και εμπλέκεται σε μια τεράστια σφαίρα δραστηριοτήτων της ζωής. Συνδέεται άμεσα με την ικανότητα να αναγνωρίζει και να αποκωδικοποιεί κάποιος τα συναισθήματα κάποιου άλλου, τα οποία και σπάνια αποκαλύπτονται ή περιγράφονται. Αυτή η αποκωδικοποίηση μπορεί να συμβεί μέσα από την ικανότητα κάποιου να διαβάζει τα μη λεκτικά στοιχεία της επικοινωνίας.

Εισαγωγική Φωτογραφία

14 Ιούλ

Μπορούν οι άνθρωποι να γίνουν πιο συμπονετικοί;

Η συμπόνια ή ενσυναίσθηση περιλαμβάνει την ικανότητα των ανθρώπων να αισθάνονται συμπάθεια για τους άλλους και να κατανοούν τον πόνο των άλλων ανθρώπων. Βέβαια, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από συμπάθεια. Η ενσυναίσθηση βοηθά τους ανθρώπους να αισθάνονται τι νιώθουν οι άλλοι, αλλά επίσης τους ωθεί να βοηθήσουν τους άλλους και να τους ανακουφίσουν τον πόνο τους.

Μέχρι πρόσφατα, οι επιστήμονες γνώριζαν πολύ λίγα για το αν η ενσυναίσθηση θα μπορούσε να καλλιεργηθεί ή να διδάξει. Σε μια πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Psychological Science (2013), οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όχι μόνο μπορούν οι ενήλικες να μάθουν να είναι πιο συμπονετικοί, αλλά ότι η μάθηση της θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μια πιο αλτρουιστική συμπεριφορά και στην πραγματικότητα να οδηγήσει σε αλλαγές στον εγκέφαλο.

Οι ερευνητές προσπάθησαν να διδάξουν την ενσυναίσθηση σε μια μελέτη που έκαναν σε νέους ενήλικες με τη βοήθεια μιας αρχαίας βουδιστικής τεχνικής, η οποία προορίζεται να αυξήσει τα συναισθήματα για την φροντίδα ανθρώπων που βιώνουν πόνο. Ενώ διαλογίζονταν, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να φανταστούν πως κάποιος υποφέρει. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε πως επιθυμούσαν την ανακούφιση της ταλαιπωρίας του ατόμου. Ζητήθηκε από τους συμμετέχοντες να νιώσουν συμπόνια για διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, αρχικά για κάποιον που θα μπορούσαν να αισθανθούν εύκολα συμπόνια, όπως ένα μέλος της οικογένειας ή έναν στενό φίλο και στη συνέχεια για έναν ξένο, καθώς και κάποιον που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συναισθήματα του και την συμπόνια. Μια ομάδα από τους συμμετέχοντες είχε εκπαιδευτεί στην τεχνική γνωστή ως «γνωστική επανεξέταση», στην οποία οι άνθρωποι μαθαίνουν να επαναδιατυπώνουν τις σκέψεις τους, ώστε να αισθάνονται λιγότερο αρνητισμό. Οι ερευνητές θέλησαν να προσδιορίσουν εάν οι άνθρωποι μπορούν να μάθουν να αλλάξουν τις συνήθειές τους σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, έτσι ώστε και οι δύο ομάδες των συμμετεχόντων να λάβουν εκπαίδευση στο διαδίκτυο για μια περίοδο 30 λεπτών κάθε μέρα για δύο εβδομάδες.

Οι ερευνητές ήθελαν να μάθουν αν η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης θα βοηθήσει τους συμμετέχοντες να γίνουν πιο αλτρουιστικοί. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να παίξουν ένα παιχνίδι στο οποίο θα ξόδευαν δικά τους χρήματα για να βοηθήσουν κάποιον που έχει ανάγκη. Το παιχνίδι περιλάμβανε να παίζουν με δύο άλλους ανώνυμους ανθρώπους online, όπου ο ένας ήταν ο «δικτάτορας» και ο άλλος ήταν το «θύμα». Ο συμμετέχων παρακολουθούσε τον δικτάτορα να μοιράζεται ένα αθέμιτο χρηματικό ποσό με το θύμα και στη συνέχεια να αποφασίσει πόσα από τα δικά του χρήματα να μοιραστεί και να αναδιανέμει τα χρήματα μεταξύ του δικτάτορα και το θύματος.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσοι είχαν εκπαιδευτεί στην ενσυναίσθηση είχαν περισσότερες πιθανότητες να μοιραστούν τα χρήματα για να βοηθήσουν τον παίκτη που είχε αδικηθεί, ένα παράδειγμα της αλτρουιστικής συμπεριφοράς. Αυτοί οι παίκτες ήταν πιο πιθανό να υιοθετήσουν αλτρουιστική συμπεριφορά από εκείνους στην ομάδα ελέγχου, που είχαν εκπαιδευτεί στη γνωστική επανεξέταση.

Η εκπαίδευση της ενσυναίσθησης αλλάζει τον εγκέφαλο;

Βρεγματικός λοβός - Parietal CortexΟι ερευνητές ήθελαν να δουν τι είδους επιπτώσεις είχε αυτή η εκπαίδευση στον εγκέφαλο. Χρησιμοποιώντας λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI), τόσο πριν όσο και μετά την εκπαίδευση, οι ερευνητές ήταν σε θέση να δουν πώς ο διαλογισμός επηρέασε την εγκεφαλική δραστηριότητα. Αυτό που παρατηρήθηκε ήταν ότι οι συμμετέχοντες που ήταν πιο αλτρουιστές μετά την εκπαίδευση είχαν μια αύξηση της δραστηριότητας του εγκεφάλου στο βρεγματικό λοβό (parietal cortex), μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την ενσυναίσθηση και την κατανόηση για τους άλλους ανθρώπους. Άλλες περιοχές του εγκεφάλου που συνδέονται με θετικά συναισθήματα και σημείωσαν επίσης αύξηση της δραστηριότητας.

Οι ερευνητές προτείνουν ότι όπως και πολλές άλλες ικανότητες, η ενσυναίσθηση είναι μια ικανότητα που μπορεί να βελτιωθεί με την εξάσκηση. Τα αποτελέσματα της μελέτης προσφέρουν συναρπαστικές δυνατότητες για να βοηθήσουν τους ανθρώπους να καλλιεργήσουν την ενσυναίσθηση, κάτι που αλλάζει τις ζωές πολλών. Οι υγιείς ενήλικες δεν είναι οι μόνοι που μπορούν να επωφεληθούν από την εν λόγω κατάρτιση. Διδάσκοντας την ενσυναίσθηση σε παιδιά και ενήλικες, μπορεί να μειώσει τον εκφοβισμό (bullying) και να βοηθήσει εκείνους που αντιμετωπίζουν τα κοινωνικά ζητήματα.

Γιατί είναι σημαντικό να ξέρουμε ότι η ενσυναίσθηση μπορεί να διδαχτεί ακόμη και σε ενήλικες; Επειδή η ενσυναίσθηση αποτελεί κεντρική συνιστώσα πολλών κοινωνικών συμπεριφορών, όπως τον αλτρουισμό και τον ηρωισμό. Πριν αναλάβουμε δράση να βοηθήσουμε κάποιο πρόσωπο, είναι σημαντικό ότι όχι μόνο κατανοούμε τη μοναδικότητα της κατάστασης, αλλά ότι νιώθουμε την τάση να ανακουφίσουμε τον άλλον από τον πόνο.

Ο Rogers, περιγράφοντας την ενσυναίσθηση, υποστήριξε ότι αποτελείται από τρία στοιχεία: ένα θυμικό (ευαισθησία), ένα γνωστικό (παρατήρηση και πνευματική διεργασία) και ένα επικοινωνιακό (αντίδραση-απάντηση). Επίσης, σύμφωνα με ερευνητές, η ενσυναίσθηση περιλαμβάνει τρία βασικά πράγματα. Πρώτον, οι άνθρωποι πρέπει να αισθάνονται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένα άλλο πρόσωπο είναι σοβαρά. Επίσης, πρέπει να πιστεύουν ότι αυτά τα προβλήματα δεν είναι αυτοπροκληθέντα. Όταν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η δυσάρεστη κατάσταση ενός ατόμου είναι «δική του φταίξιμο,» είναι λιγότερο πιθανό να συμπάσχουν και να βοηθήσουν. Τρίτον, οι άνθρωποι πρέπει να μπορούν να μπουν στη θέση του άλλου ατόμου που αντιμετωπίζει αυτά τα προβλήματα, χωρίς βέβαια να χαθούν μέσα σε αυτή.

Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως διάφοροι προσωπικοί και περιβαλλοντικοί παράγοντες ασκούν επίδραση στην ανάπτυξη και την έκφραση της συναίσθησης. Η οικογένεια και οι σχέσεις οι οποίες αναπτύσσονται στα μέλη της, κατέχει πρωτεύοντα ρόλο, όμως και τα προσόντα με τα οποία οπλίζει το άτομο η φύση και η κοινωνία, συμμετέχουν οπωσδήποτε στην ικανότητα για εμβίωση και έκφραση ενσυναίσθησης σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να φαίνεται δύσκολο, αλλά η έρευνα δείχνει ότι η ενσυναίσθηση είναι κάτι που μπορούμε να μάθουμε, να γίνουμε πιο συμπονετικοί αλλά και να αναλάβουμε δράση ώστε να βοηθήσουμε τους άλλους γύρω μας.

Φωτογραφίες

Βιβλιογραφία