22 Απρ

Κακοποίηση και παραμέληση στην παιδική ηλικία

Η κακοποίηση και παραμέληση παιδιών είναι ένα σύνθετο φαινόμενο το οποίο συναντάται σε όλο τον κόσμο και μελετάται από πολλά επιστημονικά πεδία. Ως εκ τούτου υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί ορισμοί ανάλογα με την οπτική γωνία του εκάστοτε επιστημονικού κλάδου αλλά και τα ιδιαίτερα κοινωνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά της υπό εξέταση κοινωνίας.

Read More

05 Ιούλ

Ένα στα τρία άτομα με δυσλεξία έχουν κακοποιηθεί σωματικά κατά την παιδική τους ηλικία

Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Πανεπιστημίου του Τορόντο, τα άτομα με δυσλεξία είναι πιο πιθανό να έχουν υποστεί κάποιου είδους σωματική βία κατά τη διάρκεια της παιδικής τους ηλικίας[1][2] . Συγκεκριμένα, οι ερευνητές βρήκαν ότι το 35% των δυσλεκτικών της έρευνας είχαν υποστεί συστηματική σωματική βία πριν κλείσουν τα 18 έτη, σε αντίθεση με τους μη δυσλεκτικούς οι οποίοι είχαν υποστεί σωματική βία σε ποσοστό 7%.

Για να φτάσουν σε αυτό το συμπέρασμα, οι ερευνητικές ομάδες συνέλεξαν στοιχεία μέσω γενικών ερωτηματολογίων για την υγεία περισσότερων από 13.000 συμμετέχοντες. Από αυτούς περίπου 1000 είχαν δηλώσει ότι είχαν πέσει θύμα συστηματικής σωματικής βίας κατά την παιδική τους ηλικία και 77 ότι είχαν διαγνωσθεί από κάποιον επίσημο φορέα με δυσλεξία. Για να μελετήσουν τη συσχέτιση δυσλεξίας με την ύπαρξη σωματική βίας, οι ερευνητές βρήκαν αντιπροσωπευτικά δείγματα μεταξύ των ομάδων με δυσλεξία και χωρίς δυσλεξία ώστε να έχουν κοινούς άλλους παράγοντες όπως ηλικία, φύλο, φυλετική καταβολή, κοινωνικο-οικονομικό στάτους, άλλα οικογενειακά προβλήματα κ.α.

Η πενταπλάσια διαφορά μεταξύ των δύο ομάδων είναι στατιστικώς σημαντική, κάτι που υποδεικνύει μια σαφή συσχέτιση μεταξύ ύπαρξης δυσλεξίας και κακοποιητικού περιβάλλοντος στην παιδική ηλικία. Το βασικό πρόβλημα όμως με τις συσχετιστικές έρευνες είναι ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια παράμετρος προκαλεί ποια.

Υπάρχουν δύο ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι τα άτομα να αναπτύσσουν δυσλεξία και ως συνέπεια των μαθησιακών δυσκολιών που αντιμετωπίζουν να γίνονται δέκτες σωματικής βίας από το ευρύτερο περιβάλλον τους το οποίο ουσιαστικά τους απορρίπτει μη αποδεχόμενο την ιδιαιτερότητά τους. Το δεύτερο ενδεχόμενο είναι η σωματική βία να προϋπάρχει και να επηρεάζει την ανάπτυξη της δυσλεξίας, προκαλώντας την ή επιδεινώνοντας τα συμπτώματά της. Οι ερευνητές σε αυτή τη φάση δεν μπορούν να απαντήσουν με σιγουριά τι προϋπάρχει και τι προκαλεί τι, αλλά είναι σίγουροι για την συνύπαρξη δυσλεξίας και σωματικής κακοποίησης σε υψηλά ποσοστά μεταξύ των ανηλίκων.

Τα ευρήματα αυτής της έρευνας μπορούν να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα σε λειτουργούς ψυχικής υγείας που ασχολούνται με μαθησιακές διαταραχές, καθώς υπογραμμίζουν την ανάγκη διερεύνησης του οικογενειακού και ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος για ύπαρξη συστηματικής σωματικής βίας στα παιδιά με δυσλεξία.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Fuller-Thomson, E., & Hooper, S. R. (2014). The Association Between Childhood Physical Abuse and Dyslexia: Findings From a Population-Based Study. Journal of Interpersonal Violence. doi:10.1177/0886260514540808 []
  2. University of Toronto News: “One third of adults with dyslexia report physical abuse in childhood” []
25 Ιούν

Η κακοποίηση των παιδιών μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές εγκεφαλικές ανωμαλίες

Δυστυχώς, όπως ανά το παγκόσμιο έτσι και στη χώρα μας, πολλά παιδιά μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον συστηματικής κακοποίησης ή σοβαρής παραμέλησης. Ως κακοποίηση νοείται κάθε πράξη ή κατάσταση που μπορεί να προκαλέσει ψυχολογικά και σωματικά προβλήματα στο παιδί ή να θέσει τη ζωή του σε κίνδυνο: σεξουαλική κακοποίηση, σωματική κακοποίηση, παραμέληση των βασικών του αναγκών κ.α. Οι επιπτώσεις μιας κακοποιητικής συμπεριφοράς ποικίλλουν ανάλογα με τη φύση της συμπεριφοράς, τη σοβαρότητά της κακοποίησης, το χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα και φυσικά την ίδια την ψυχοσύνθεση του παιδιού.

Υπάρχουν πολλές έρευνες για τις επιπτώσεις της κακοποίησης οι οποίες καλύπτουν ένα μεγάλο φάσμα των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν στη ζωή τους τα παιδιά που έχουν υποστεί τέτοιου είδους συμπεριφορά. Οι ψυχολογικές επιπτώσεις της κακοποίησης, ανάλογα με την περίπτωση μπορεί να περιλαμβάνουν: απομόνωση του παιδιού, χαμηλή αυτοπεποίθηση, ανάπτυξη φοβιών, ευερεθιστότητα, καθυστερημένη νοητική ανάπτυξή του, περιορισμένες κοινωνικές δεξιότητες, δυσκολίες στην κατανόηση του γραπτού ή/και προφορικού λόγου, το χρόνιο άγχος, την επιθετική συμπεριφορά, την μειωμένη συναισθηματική νοημοσύνη ή ακόμη και τις τάσεις αυτοκτονίας[1][2] [3] .

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει ότι περίπου 1/5 κορίτσια και 1/7 αγόρια πέφτουν θύματα κάποιας μορφής σεξουαλικής κακοποίησης , ενώ 1/4 ενήλικες έχουν βιώσει σημαντική σωματική βία για κάποιο διάστημα της παιδικής τους ηλικίας. Λαμβάνοντας υπόψη δεδομένα όπως τα προαναφερθέντα, μπορούμε να κατανοήσουμε τη σοβαρότητα του προβλήματος της παιδικής κακοποίησης και τα πολλαπλά μέτωπα από τα οποία μπορούμε να προσεγγίσουμε το συγκεκριμένο θέμα.

Μια ομάδα στο FIDMAG Sisters Hospitallers Foundationfor Researchand Teaching που εδρεύει στην Ισπανία, αποφάσισε να μελετήσει τις συνέπειες της κακοποίησης στην εγκεφαλική ανάπτυξη των παιδιών και συγκεκριμένα τον αντίκτυπο που έχει η κακοποίηση στην ανάπτυξη των εξωτερικών στρωμάτων στον εγκεφαλικό φλοιό, την εξωτερική στρώση νευρώνων του εγκεφάλου[4][5] . Στην μελέτη τους οι ερευνητές έλαβαν υπόψη τους τα δεδομένα 12 άλλων ερευνών οι οποίες περιείχαν μεταξύ άλλων ανατομικά δεδομένα για τον εγκέφαλο των συμμετεχόντων: 275 ενήλικες και 56 έφηβοι που υπέστησαν κακοποίηση και 306 ενήλικες και 56 έφηβοι που δεν είχαν τέτοιες εμπειρίες. Ανέλυσαν την ανατομία του εγκεφάλου αξιοποιώντας μια καινοτόμα τεχνική νευροαπεικόνισης, μέτρησαν την ποσότητα της μέλανας ουσίας σε όλους τους συμμετέχοντες και συνέκριναν τα κακοποιημένα με τα μη κακοποιημένα άτομα, προσπαθώντας να δουν εάν θα υπήρχαν διαφορές στην μέλανα ουσία.

Αυτό που βρήκαν οι ερευνητές ήταν πως τα κακοποιημένα άτομα είχαν μειωμένη μέλανα ουσία σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την συναισθηματική αντίληψη, τη μνήμη, τις γενικότερες γνωστικές λειτουργίες και τον έλεγχο των παρορμήσεων. Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέλανα ουσία είναι ουσιαστικά η ποσότητα των νευρώνων στα εξωτερικά στρώματα του εγκεφάλου. Μειωμένα επίπεδα μέλανας ουσίας σημαίνουν και μειωμένους νευρώνες στις συγκεκριμένες περιοχές, κάτι που μπορεί να επηρεάσει φυσικά και την συμπεριφορά και την προσωπικότητα του ατόμου, όπως και έχει παρατηρηθεί να συμβαίνει στις περιπτώσεις αυτές.

Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας ουσιαστικά έρχονται να ολοκληρώσουν την εικόνα που είχαμε για τις επιπτώσεις της κακοποίησης στην παιδική ηλικία και να δώσουν μια πιο λεπτομερή εξήγηση σε φυσιολογικό επίπεδο και συγκεκριμένα στο τι αναπτυξιακές ανωμαλίες παρουσιάζει ο εγκέφαλος των θυμάτων ακριβώς λόγω της κακοποίησης. Αφενός μεν αυτό είναι ένα επιπλέον καμπανάκι κινδύνου προς όλη την κοινωνία για να σκύψει πάνω από το θέμα αυτό, αφετέρου δε δίνει το έναυσμα για πρόωρη παρέμβαση στις περιπτώσεις που ένα παιδί καταφέρει να ξεφύγει από το κακοποιητικό περιβάλλον ώστε να προλάβουμε στο βαθμό του δυνατού τις εγκεφαλικές αναπτυξιακές ανωμαλίες που δημιουργούν επιπλέον συμπεριφορικά προβλήματα στα θύματα κακοποίησης.

Εισαγωγική Φωτογραφία

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Child Welfare Information Gateway: «Long-Term Consequences of Child Abuse and Neglect» []
  2. Times: «How Child Abuse Primes the Brain for Future Mental Illness» []
  3. PsyPost: «Neurobiologists find chronic stress in early life causes anxiety, aggression in adulthood« []
  4. Lim, L., Radua, J., & Rubia, K. (2014). Gray Matter Abnormalities in Childhood Maltreatment: A Voxel-Wise Meta-Analysis. American Journal of Psychiatry. doi:10.1176/appi.ajp.2014.13101427 []
  5. MedNews: «Child abuse has serious consequences for brain development» []
27 Αυγ

Παιδική κακοποίηση: στρατηγικές αντιμετώπισης

Περνούσαμε την παιδική μας ηλικία ρίχνοντας ένα πέπλο ησυχίας και μυστικότητας που κάλυπτε τις διεστραμμένες εμπειρίες μας παιδικής κακοποίησης. Προσπαθούσαμε να ανταπεξέλθουμε με το να καταπιέζουμε της μνήμες μας, μαθαίνοντας να ξεχνάμε, αποσυνδέοντας και απομονώνοντας τους εαυτούς μας από τα αισθήματά μας, προσπαθώντας να ευχαριστήσουμε τους πάντες, αγωνιζόμενοι να προσαρμοστούμε και να χωρέσουμε στην «περίεργη» κατάστασή μας, στην οποία δεν υπήρχε ούτως ή άλλως άλλη διέξοδος διαφυγής. Έτσι καταφέραμε να επιβιώσουμε στην παιδική μας ηλικία, που ως ενήλικες μας έφερε αποκομμένους από τον εαυτό μας και μουδιασμένους στα συναισθήματά μας

Μαρτυρίες γυναικών που υπέστησαν διαφορετικά είδη κακοποίησης[1]

Στην τρυφερή παιδική ηλικία, ο άνθρωπος δεν διαθέτει τα κατάλληλα γνωστικά εργαλεία που θα τον βοηθήσουν σε περιπτώσεις κακοποίησης να κατανοήσει, να επεξεργαστεί και να ενσωματώσει την τραυματική εμπειρία.

Έτσι, ένα παιδί που έχει υποστεί κάποια μορφή βίας, αναπτύσσει στρατηγικές αντιμετώπισης που θα το βοηθήσουν να τα «βγάλει πέρα» στην καθημερινή ζωή με τα πολύπλοκα συναισθήματα και εντυπώσεις που βιώνει και συχνά αποκόπτοντας τον εαυτό του από τον συναισθηματικό και φυσικό πόνο των τραυματικών γεγονότων, ειδικά στις περιπτώσεις που η κακοποίηση διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Τέτοιου είδους στρατηγικές, προστατεύουν το παιδί από το να κατακλυστεί από τα απειλητικά και επικίνδυνα συναισθήματα που βιώνει, που θα οδηγούσε στην πλήρη αποδιοργάνωση της προσωπικότητας του, προσφέροντας του ταυτόχρονα ένα είδος ελέγχου του συνακόλουθου βιώματος της αίσθησης αδυναμίας, της αίσθησης του αβοήθητου και απελπισίας[2][3].

Συνήθεις στρατηγικές αντιμετώπισης σε απειλητικές καταστάσεις

Ένα μεγάλο φάσμα των μηχανισμών άμυνας κατά την αντίδραση σε περιστατικά κακοποίησης και βίας, αφορούν μηχανισμούς άμυνας που «αποκόπτουν» το τραυματικό γεγονός από τη συνείδηση[4] .

Κατά το διαχωρισμό, διαστρεβλώνουμε τις φυσιολογικές συνδέσεις μεταξύ σκέψεων συναισθημάτων και μνημών και έτσι μειώνεται η επίγνωση-συνείδηση αυτών, ή μειώνεται ο πόνος των τραυματικών γεγονότων. Μπορεί κάποιος να περιγράψει τον διαχωρισμό ως «βρίσκομαι στον κόσμο μου», «απαγορεύω πράγματα να μπουν μέσα μου», «δεν έχω σύνδεση με τα συναισθήματά μου», «βλέπω μια ταινία στην οποία είμαι μέσα», «μούδιασμα».

Υπάρχουν διάφορα είδη διασπαστικών μηχανισμών διαχωρισμού της απειλητικής εμπειρίας από τη συνείδησή μας. Κάποιοι από αυτούς περιλαμβάνουν:

  • Άρνηση: μηχανισμός άμυνας κατά τον οποίο απλά αρνούμαστε σκέψεις, συναισθήματα, εντυπώσεις που προκαλούν άγχος. Φαίνεται ότι η άρνηση είναι ο τρόπος του μυαλού να αποβάλουμε την ολοκληρωτική δυσλειτουργία που θα ακολουθούσε το κατακλυσμικό συναίσθημα της τραυματικής εμπειρίας. Αναφέρεται σε ασυνείδητες διεργασίες που «αρνούνται» αυτό που δεν μπορεί να δει και να αντιμετωπίσει ο οργανισμός σε συνειδητό επίπεδο. Αυτός ο μηχανισμός, μπορεί να επιτρέψει σε κάποιον να επιβιώσει, μέχρι τη στιγμή όπου θα είναι ικανός να αντιμετωπίσει το γεγονός.
  • Καταπίεση μνημών- τραυματική αμνησία: πρόκειται για έναν ασυνείδητο μηχανισμό κατά τον οποίο «ξεχνάμε» την τραυματική εμπειρία, ή έχουμε αποσπασματικές μνήμες. Η τραυματική αμνησία μπορεί να διαρκέσει για ώρες, εβδομάδες ή χρόνια ολόκληρα και να αφυπνιστεί από αισθητήρες ή ερεθίσματα που θα θυμίσουν το αρχικά βιωμένο τραυματικό γεγονός.
  • Διάσχυση: Αυτός ο μηχανισμός άμυνας συχνά σχετίζεται με τραυματικά γεγονότα και εμπειρίες που βιώνονται πολύ νωρίς στην ανάπτυξη και αφορά στην αποτυχία ενσωμάτωσης των θετικών και αρνητικών ποιοτήτων σε συνεκτικές, ολοκληρωμένες εικόνες. Η διάσχυση οδηγεί σε πολωμένες για τον εαυτό και τους άλλους αντιλήψεις «μαύρου ή άσπρου» , όπου οι άνθρωποι βιώνονται ολοκληρωτικά ή ως καλοί ή ως κακοί, χωρίς να έχει κάποιος τη δυνατότητα να ενσωματώνει και τις δύο δυνατότητες.
  • Yποβιβασμός της έντασης των δυσάρεστων συναισθημάτων
  • Αποφυγή ή δραπέτευση από τα συναισθήματα
  • Υποκατάσταση των ιδιαίτερα έντονων «κατακλυστικών» συναισθημάτων με λιγότερο επίπονα
  • Εκφόρτιση συναισθηματων (π.χ. μέσω της επιθετικότητας, υπερκινητικότητας κλπ)
  • Διαχωρισμός των έντονων συναισθημάτων σε μικρότερα διαχειρήσιμα μέρη

Μία άλλη κατηγορία συμπεριφορών που υιοθετούνται για την αντιμετώπιση της τραυματικής εμπειρίας, αφορούν μηχανισμούς άμυνας «αναπλαισίωσης» της και μείωσης της έντασης και σημασίας της, όπως:

  • Εκλογίκευση: Αφορά μια προσπάθεια εύρεσης «εξήγησης» που να δικαιολογεί την κακοποίηση. Για παράδειγμα, συχνά ένα παιδί αρχίζει να πιστεύει ότι είναι «κακό» και αξίζει την τιμωρία .
  • Σμίκρυνση της εμπειρίας στην ελάχιστη πιθανή επίπτωση. Πχ. « ο θείος μου πράγματι πότε-πότε με δέρνει, αλλά έχω περάσει και πολύ χειρότερα.
  • Συμπεριφορές με τάση να ευχαριστήσω/ να κατευνάσω τη σύγκρουση, προσπάθεια να «είμαι καλός» . Πολλά παιδιά, πεπεισμένα για την αδυναμία και τη ματαιότητα της δυνατότητάς τους για αντίσταση, αναπτύσσουν μια ιδέα ότι εξουσιάζονται πλήρως από τον εισβολέα-ενήλικα. Το παιδί προσπαθεί να αποδείξει την αφοσίωση και συμμόρφωση του και να αποκτήσει αίσθηση του ελέγχου με το να προσπαθεί να « είναι καλό».
  • Αναζήτηση στοργής σε εξωτερικές πηγές που προσφέρουν ανακούφιση- παρηγοριά.

Ενήλικες «επιζήσαντες» κακοποίησης

Οι ενήλικες που ως παιδιά χρειάστηκε να αναπτύξουν κάποιες από τις παραπάνω στρατηγικές και μηχανισμούς άμυνας προκειμένου να επιβιώσουν της κακοποίησης στην παιδική ηλικία, συχνά συνεχίζουν και στην ενήλικη ζωή να χρησιμοποιούν αυτές τις συμπεριφορές[5] .

Συχνά τέτοιοι αμυντικοί μηχανισμοί, όπως για παράδειγμα ο διαχωρισμός συναισθήματος-εμπειρίας, υποσκάπτουν άλλους πιο λειτουργικούς κοινωνικά-γνωστικά-συναισθηματικά μηχανισμούς που θα μπορούσε ένας ενήλικας να χρησιμοποιεί κατά την ανταπόκρισή του στις διάφορες καταστάσεις και δυσκολίες της ζωής.

Επιπλέον, το σύστημα ρόλων-συμπεριφορών που υιοθέτησε ως παιδί, χρησιμοποιείται εξίσου και στην ενήλικη ζωή. Ο ενήλικας επιζήσαν της κακοποίησης συχνά γίνεται ο αγωνιστής, ο φιλόξενος που διευκολύνει «οικοδεσπότης», ο καλλιτέχνης που «αποδρά», το θύμα, αυτός που αμφισβητεί, αυτός που προσπαθεί να ικανοποιήσει τους άλλους, αυτός που πιέζει τον εαυτό του να επιτυγχάνει υπερβολικούς στόχους κ.α.

Ας μην ξεχνάμε βέβαια, ότι κάθε άνθρωπος είναι μια μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη και φιλτράρει την εμπειρία με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Έτσι, τόσο οι στρατηγικές αντιμετώπισης όσο και οι «ρόλοι» που θα εφεύρει ως παιδί ερχόμενο αντιμέτωπο με καταστάσεις κακοποίησης και που το ακολουθούν στη ζωή του ως ενήλικα, θα πρέπει να διερευνώνται εξατομικευμένα.

Η ψυχοθεραπεία, μπορεί να αποβεί σημαντικός σύμμαχος στην προσπάθειά σου να κατανοήσεις καλύτερα το πώς η κακοποίηση που δέχτηκες ως παιδί αντανακλάται στη ζωή σου σήμερα και στην απόφασή σου να δημιουργήσεις μια προοπτική πιο συνειδητής, ελεύθερης και χαρούμενης ζωής.

Εισαγωγική Εικόνα

Περισσότερες Πληροφορίες / Βιβλιογραφία

  1. Van Loon, A. M., & Kralik, D. (2005a). Facilitating Transition after child sexual abuse SA: RDNS Research Unit []
  2. Bowlby, J. (1988 ). A Secure Base: Parent-child attachment and healthy human development. New York: Basic Books. []
  3. Miller, A. (2003). Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας. Εκδ. Ροές. / Miller, A (1981). Prisoners of Childhood. Basic Books []
  4. Briere, J., N. . (1992). Child Abuse Trauma: Theory and Treatment of the Lasting Effects CA: Newbury Park: Sage Publications. []
  5. Draper, B., Pfaff, J., Pirkis, J., Snowdon, J., Lautenschlager, N., Wilson, I., et al. (2007). Long-Term Effects of Childhood Abuse on the Quality of Life and Health of Older People: Results from the Depression and early prevention of Suicide in General Practice Project. JAGS. []